22 October 2021

E.T.A. Hoffman: Τα ελιξίρια του διαβόλου

Αν και σαφώς επηρεασμένο από το κίνημα του ρομαντισμού και με προφανείς τις επιρροές από την γοτθική λογοτεχνία του ευρωπαϊκού βορρά, το σκοτεινό, μεταφυσικό και μυστηριακό μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α Χόφμαν «Τα Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ουσιαστικά μια φιλοσοφική μελέτη που διεισδύει στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Ο αδελφός Μεράρδος, κατά κόσμον Φραντς, κεντρικός ήρωας και βασικός αφηγητής, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είχε φαινομενικά όλες τις προδιαγραφές για να ζήσει μια φωτισμένη, εναρετη ζωή, ένας άνθρωπος χαρισματικός ο οποίος ωστόσο κουβαλάει στους ώμους του τη βαριά κληρονομιά των πράξεων των προγόνων του. Οι πράξεις αυτές επαναλαμβανονται από γενιά σε γενιά με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια και ο ήρωας, αδύναμος μπροστά στο προκαθορισμενο του πεπρωμένο, δεν μπορεί παρά να τις επαναλάβει με τη σειρά του και ο ίδιος.

Πολυπράγμων και πολυσχιδής, ο Έρνεστ Τέοντορ Αμαντεους Χόφμαν (1776-1822) ήταν, εκτός από λογοτέχνης, και νομικός, συνθέτης, σκηνογράφος, κριτικός μουσικής, διευθυντής ορχήστρας και δικαστής, μεταξύ άλλων. Προς τιμήν του Μότσαρτ, άλλαξε το όνομά του από Βίλχελμ σε Αμαντέους. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικους συγγραφείς του κινήματος του ρομαντισμού, καθώς επηρέασε και πολλούς μεταγενεστερους συγγραφείς, όπως τον Πόε, τον Μποντλέρ, τον Κάφκα, τον Ντίκενς και τον Ντοστογιεφσκι. Τα έργα του ενέπνευσαν συνθέσεις μπαλέτων όπως ο «Καρυοθραύστης» του Τσαϊκόφσκι και η «Κοπέλια» του Ντεμπισί, ενώ σε τρεις ιστορίες του βασίζεται η όπερα του Ζακ Όφενμπαχ «Τα παραμύθια του Χόφμαν» στην οποία μάλιστα πρωταγωνιστικός ήρωας είναι ο ίδιος ο Χόφμαν.

Τα «Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο και στην δομή του ακόμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Χωρίζεται σε δύο εκτενή μέρη, γραμμένα με αρκετή χρονική απόσταση μεταξύ τους, από τα οποία το πρώτο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και το δεύτερο από τρία. Έχουμε αφήγηση μέσα στην αφήγηση – ο κύριος όγκος είναι η εξιστόρηση του Μεράρδου σε πρώτο πρόσωπο, η οποία παρατίθεται από τον εκδότη του χειρογράφου του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αφήγησης του Μεράρδου, τόσο ο ίδιος όσο και άλλα ατομα που συναντάει και συναναστεφεται αφηγούνται ιστορίες, κατά κανόνα μακροσκελείς και με έμφαση στις λεπτομέρειες. Οι ιστορίες αυτές σχετίζονται άμεσα η έμμεσα με τον Μεράρδο, άλλοτε φωτίζοντας πτυχές της δικής του ιστορίας και άλλοτε προσθέτοντας επιπλέον μυστήριο σε καίρια γεγονότα της ζωής του. 

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα μοναστήρι προτού ακόμη αποφασίσει να γίνει μοναχός, ο Μεράρδος, στην πορεία της ζωής του, έρχεται συνεχώς αντιμέτωπος με ανατροπές, αποκαλύψεις και μοιραίες συναντήσεις με άτομα των οποίων η ζωή φαίνεται να συνδέεται με τη δική του με έναν μυστικό, άρρηκτο δεσμό. Η έννοια της μοίρας αλλά και του πεπρωμένου έπαιζε έτσι κι αλλιώς πολύ σημαντικό ρόλο στη λογοτεχνία του ρομαντισμού και ιδίως του σκοτεινού ρομαντισμού, του άμεσα επηρεασμένου από την γοτθική λογοτεχνία. Άλλωστε, και ο Χόφμαν είχε σαν αφετηρία για την σύνθεση της ιστορίας αυτής ένα παλιότερο κείμενο, τον «Καλόγερο», αρχετυπικό μυθιστόρημα γοτθικού τρόμου που ο συγγραφέας του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις είχε γράψει προτού καν κλείσει τα είκοσι. 

Από την αρχή της ζωής του, ο Μεράρδος είχε έντονη γύρω του την παρουσία της θρησκείας και των εκπροσώπων της. Στα 16 του αποφασίζει να ακολουθήσει την ιερατική σταδιοδρομία, όπου αποδεικνύεται ότι διαθέται έμφυτο ταλέντο. Γρήγορα εξελίσσεται σε χαρισματικό ρήτορα που συνεπαίρνει το ποίμνιό του, και είναι το καμάρι των ανωτέρων του στη μονή όπου ζει. Όλα αυτά μέχρι που μπαίνει στον πειρασμό και δοκιμάζει λίγο από το ελιξίριο του διαβόλου, ένα μυστηριώδες κρασί που φυλάσσεται στη μονή σαν κειμήλιο. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, αρχίζει η διαρκής αναμέτρησή του με την σκοτεινή πλευρά του. Από πιστός και αφοσιωμένος μοναχός και χαρισματικός ρήτορας, μετατρέπεται σε υποχείριο των πιο απαγορευμένων επιθυμιών του και εμπλέκεται σε μια αλυσίδα εγκληματικών και άνομων πράξεων από τις οποίες η παράξενη μοίρα του τον προστατεύει, απαλλάσσοντάς τον από την ενοχή του για ένα μεγαλο διάστημα. Ο Μεράρδος παίρνει διάφορες μορφές και ταυτότητες, όπως ο διάβολος. Άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, άλλοτε εξαιτίας μιας παρεξήγησης, πότε μόνος του και πότε με κάποιον ακούσιο βοηθό, υποδύεται πρόσωπα που, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει ακόμα, συνδέονται μαζί του με τους πιο στενούς δεσμούς αίματος. Το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειάς του, που ο ίδιος το αγνοεί, έρχεται σιγά σιγά στο προσκήνιο και αρχίζει να κατευθύνει και να καθορίζει τη ζωή του. Ταυτίζοντας τη θρησκευτική ευλάβεια με την ερωτική επιθυμία, ερωτεύεται την αθώα Αυρηλία η οποία, από ένα ειρωνικό γύρισμα της τύχης, μετατρέπεται, εν μέρει άθελά της, στη νέμεσή του. 

Ο Μεράρδος  και ο «κακός» εαυτός του είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυαδικότητας που παίζει εξέχοντα ρόλο στο μυθιστόρημα και πολλές φορές κυριαρχεί, και τυχαίνει να είναι και το πιο σύνθετο. Όταν αποφασίζει να γίνει μοναχός, αποκτά τη θρησκευτική έκφανση του εαυτού του, σε αντιδιαστολή με την ήδη υπάρχουσα κοσμική. Στη συνέχεια, όταν αναδύεται από τα υπόγεια του μυαλού του η σκοτεινή πλευρά του, διχάζεται και πάλι ανάμεσα στην ενάρετη υπόσταση του μοναχού και μια ύπουλη προσωπικότητα που φαινομενικά καθοδηγείται από τον διάβολο. Αργότερα, για να καλύψει κάποιες από τις πράξεις του, δανείζεται το όνομα του Λεονάρδου, του ηγούμενου της μονής του, ενώ, καθώς μια αποκάλυψη από το παρελθόν φέρνει στο προσκήνιο ένα πρόσωπο – κλειδί, ο Μεράρδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εκδοχή του εαυτού του που δεν περίμενε ποτέ να συναντήσει. Ανάλογες «δυάδες» συναντάμε και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία είτε πιο ξεκάθαρα είτε πιο κρυπτικά αντικατοπτρίζουν το ένα το άλλο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ένα από τα δύο είναι το ενάρετο, το «καθαρό», και το δεύτερο αποτελεί την κακή, ψυχικά και πνευματικά παραμορφωμένη εκδοχή του.

Χειμαρρώδες, συναρπαστικό, δαιδαλώδες και πολυεπίπεδο, το μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, εδώ σε εξαιρετική μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού, που υπογράφει και το ιδιαίτερα κατατοπιστικό Επίμετρο, αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής κατά την οποία γράφτηκε. Η δύναμη της θρησκευτικής εξουσίας, οι πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις, οι προλήψεις και οι δυσειδαιμονίες, η τυφλή πίστη στις άυλες δυνάμεις, καλές και κακές, όλα αυτά στον υπερθετικό βαθμό, σχολιάζονται μέσα από την ιστορία του καταραμένου ήρωα Μεράρδου, ο οποίος, εν τέλει, υπέκυψε όχι τόσο στον πειρασμό της σάρκας όσο σε εκείνον της υπέρμετρης αλαζονείας. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις πνευματικές του ικανότητες τον έκανε να θεωρεί ότι ήταν σε θέση να ελέγξει την επίδραση που θα είχε στο μυαλό και την ψυχή του του ελιξίριο του διαβόλου. Αλλά επρόκειτο όντως για ένα δαιμονικό ποτό; Ή τελικά ήταν απλά ένα παλιό κρασί που, μόνο και μόνο εξαιτίας της σκανδαλιστικής ονομασίας του, πρόσφερε σε όποιον το δοκίμαζε την ψευδαίσθηση ότι περιείχε κάτι ικανό να τον αλλάξει, δίνοντάς του έτσι το άλλοθι για να ακολουθήσει έναν δρόμο που, σε άλλη περίπτωση, θα δίσταζε να πάρει, έχοντας πλέον τη δικαιολογία ότι «δεν φταίω εγώ, ο διάβολος με παρέσυρε», θέτοντας παράλληλα σε δοκιμασία και την πίστη του; Όπως άλλωστε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πάπας σε μια συνομιλία του με τον ήρωα, «το αιώνιο πνεύμα δημιούργησε έναν γίγαντα που μπορεί να δαμάσει και να αλυσοδέσει εκείνο το τυφλό κτήνος που μαίνεται μέσα μας. Αυτός ο γίγαντας ονομάζεται συνείδηση και από την πάλη του με το κτήνος γεννιέται η ελεύθερη βούληση. Η νίκη του γίγαντα είναι η αρετή, η νίκη του κτήνους η αμαρτία».


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17119-elixiria-diavolou

26 September 2021

Γιώργος Σταυριανός: Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;

Ο Γιώργος Σταυριανός γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στο Νανσύ της Γαλλίας, στη Σχολή Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών, και κατέχει πτυχία ελληνικής και γαλλικής φιλολογίας. Έχει διδακτορικό στην φιλοσοφία και διδάσκει ως Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Εικαστικών & Εφαρμοσμένων Τεχνών στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1982 με την «Έρημη πόλη», συλλογή τραγουδιών με ερμηνευτικές συμμετοχές της Μαρίας  Δημητριάδη, του Ανδρέα Μικρούτσικου και του Κώστα Θωμαΐδη. Κυκλοφόρησε στη  συνέχεια σειρά από δίσκους, στους οποίους συνεργάστηκε με γνωστούς τραγουδιστές, ενώ έχει μελοποιήσει στίχους καταξιωμένων στιχουργών της εποχής μας. Κάποια από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του είναι τα «Φόβοι του Μεσημεριού» (1986), «Άνεμος είναι» (1990), «Καθαρός Ουρανός» (1991). Παράλληλα με την μακρόχρονη και αξιόλογη πορεία του στην μουσική, ασχολείται και με τη συγγραφή. Έχει εκδώσει έως τώρα τα βιβλία «Μητροπόλεις» (1996), «Το τρυφερό παραμύθι του κόσμου» (1998), «Πόρτες μισάνοιχτες» (2003), «Η αλήθεια της νύχτας» (2014), «Η δυναμική των πολιτισμών» (2007), «Η νέα αφήγηση του κόσμου» (2012) και «Απαγορευμένες περιοχές» (2018). Το «Λύκε, λύκε είσαι εδώ;» είναι η πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά του, η οποία, όσον αφορά το πνεύμα και, εν μέρει, τη θεματολογία, έρχεται σαν συνέχεια της «Πηγής των θαυμάτων» που είχε κυκλοφορήσει το 2017. 

Τη μουσική του Γιώργου Σταυριανού χαρακτήριζαν πάντα ο λυρισμός και η αισθαντικότητα, μαζί με μια αύρα νοσταλγίας και μια διάχυτη μελαγχολία. Αυτά τα στοιχεία ωρίμασαν με το πέρασμα του χρόνου, καθώς προσαρμόζονταν στο πνεύμα της εκάστοτε εποχής. Στο «Λύκε, λύκε είσαι εδώ;», ο συνθέτης καταθέτει τις σκέψεις του μέσα από ένα σύντομο συνοδευτικό σημείωμα όπου εκφράζει τους προβληματισμούς του για την πορεία του σύγχρονου και του μελλοντικού κόσμου. Ο τίτλος του CD δίνει κατά κάποιο τρόπο το στίγμα αυτών των προβληματισμών, αφού ο λύκος, ο γνωστός μας λύκος των παραμυθιών, αποτελεί το αρχέγονο σύμβολο του φόβου για το άγνωστο. Από την άλλη, είναι παράλληλα και μια οικεία μορφή, και πάλι εξαιτίας της παρουσίας του στα παραμύθια: η συμβολική, αλληγορική του έκφανση, ακόμα κι αν τις περισσότερες φορές ταυτίζεται με το κακό, προέρχεται από ένα πεδίο που όλοι μας το γνωρίζουμε καλά, και αποτελεί ένα σημείο αναφοράς το οποίο πάντα κάτι έχει να πει στον καθένα από μας.

Άλλωστε και στο τραγούδι που έδωσε και τον τίτλο στο CD, σε στίχους του ίδιου του συνθέτη, ο αφηγητής είναι σαν να ταυτίζεται με τον λύκο, ο οποίος ίσως και να μην είναι τελικά – ή να μην είναι πάντα – η ακαθόριστη εξωτερική απειλή, αλλά η κακή πλευρά του κάθε ανθρώπου, ένας εαυτός που ίσως όλοι έχουμε και που, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, δεν εκδηλώνεται, ή τουλάχιστον δεν εκδηλώνεται στον βαθμό που μπορεί να γίνει αντιληπτός σε όλη του την έκταση. «Μόνο που ο λύκος ήταν πάντα εδώ», καταλήγει το τραγούδι με μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη διαπίστωση, ενώ σε ανάλογο μελαγχολικό μοτίβο το «Τραγούδι μου απόψε», πάλι σε στίχους του συνθέτη, η αφήγηση γίνεται πιο προσωπική, σε συνάρτηση πάντα με τον περιβάλλοντα κόσμο. Στις «Βουβές χοροεσπερίδες», σε στίχους του Κωνσταντίνου Μουδάτσου, κυριαρχεί η ερωτική διάθεση μέσα από μια σύντομη εξομολόγηση, ενώ το «Ήρθε ο πατέρας μου», σε στίχους του Μάκη Τσίτα, εκφράζει με λιτότητα και απέριττη ομορφιά την επιθυμία του αφηγητή να επανασυνδεθεί με ένα αγαπημένο πρόσωπο που έχει φύγει από τη ζωή. Το στοιχείο της προσωπικής εξομολόγησης συνεχίζεται και στο «Βαλς της λήθης», σε στίχους Πάνου Μπούσαλη, όπου ο αφηγητής, απομακρυσμένος από τον κόσμο, αναζητά τη συντροφικότητα ενώ παράλληλα δείχνει να θέλει να ξεχάσει όλα εκείνα που τον έχουν πληγώσει. Λίγο πριν το τέλος, ο «Αμαρτωλός», σε στίχους του συνθέτη, κάνει τον απολογισμό του και καταλήγει και πάλι μόνος του, «σα φεγγάρι γυμνό σ’ άδειο ουρανό». 

Οι μελωδίες του Γιώργου Σταυριανού είναι γεμάτες γλυκύτητα και μελωδικότητα σε πρώτο επίπεδο, ωστόσο οι λιτές ενορχηστρώσεις αναδεικνύουν μαγικά την περιπλοκότητα και την δυναμικότητά τους. Σαν εκφραστές της δικής του εσωτερικής φωνής, ο συνθέτης έχει επιλέξει τέσσερις εξαιρετικούς τραγουδιστές: ο Βασίλης Γισδάκης, ο Δώρος Δημοσθένους, ο Παντελής Θαλασσινός και ο Πάνος Μπούσαλης ερμηνεύουν με ευαισθησία, εκφραστικότητα και παραστατικότητα τα τραγούδια του CD, ενώ ανάμεσα στα τραγούδια παρεμβάλλονται υπέροχα ορχηστρικά κομμάτια που «εικονογραφούν» μελωδικά τις ιστορίες που αφηγούνται. Ο «αφηγητής» που ανέφερα παραπάνω είναι και δεν είναι ο ίδιος σε όλα τα τραγούδια: από τη μια είναι ο ίδιος, καθώς εκφράζει σκέψεις, ανησυχίες, επιθυμίες που είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους, από την άλλη πάλι δεν είναι ο ίδιος, αφού ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Ωστόσο τόσο οι στιχουργοί όσο και οι ερμηνευτές μοιάζουν να ταυτίζονται με τον συνθέτη και ο καθένας, αξιοποιώντας τα εκφραστικά μέσα του άλλου – ή και των άλλων – συμπληρώνει το μεγάλο παζλ που είναι τα ανθρώπινα συναισθήματα και η υπόσταση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/16943-like-like