Showing posts with label παιδική λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label παιδική λογοτεχνία. Show all posts

12 October 2020

Ιωάννα Μπαμπέτα: Φίλες χωρίς αρχή και τέλος

Ειρήνη και Ναταλία, Ναταλία και Ειρήνη. Φίλες από πολύ παλιά, για την ακρίβεια από τότε που άρχισε ο κόσμος για τις δυο τους. Η Ειρήνη και η Ναταλία είναι μαζί από τη στιγμή που αντίκρισαν για πρώτη φορά το φως, αφού οι μητέρες τους, παιδικές φίλες κι εκείνες, γέννησαν την ίδια μέρα. Μεγάλωσαν η μια δίπλα στην άλλη, σαν αδερφές – σαν δίδυμες αδερφές, καθώς έχουν και γενέθλια μαζί. Είναι πολύ διαφορετικές, αλλά έχουν μάθει ν’ αγαπούν η μια την άλλη γι’ αυτό ακριβώς που είναι. Δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους χωριστά. Μέχρι που τρυπώνει ανάμεσά τους το πονηρό διαβολάκι της ζήλιας.

«Φίλες χωρίς αρχή και τέλος» λέγεται το τελευταίο βιβλίο της Ιωάννας Μπακιρτζή – Μπαμπέτα, διανθισμένο με τις χαριτωμένες, ασπρόμαυρες εικόνες της Ράνιας Βαρβάκη, και καταπιάνεται με το ευαίσθητο θέμα της παιδικής φιλίας. Οι δύο ηρωίδες της, η Ειρήνη – που είναι και η αφηγήτρια – και η Ναταλία αρχικά στάθηκαν τυχερές, καθώς είχαν η μία την άλλη από τα πρώτα δευτερόλεπτα της ζωής τους. Στη συνέχεια μεγάλωσαν μαζί, συζητούσαν τα πάντα μεταξύ τους, δεν είχαν μυστικά η μία από την άλλη. Καθώς όμως πλησίαζαν προς την εφηβεία, κι επομένως η κάθε μία άρχισε να διαμορφώνει τη δική της ξεχωριστή προσωπικότητα, κάπου ξεκίνησε να γίνεται πιο περίπλοκη και η κοινή τους πορεία. Διαφορετικοί χαρακτήρες και ταμπεραμέντα, με ενδιαφέροντα που δεν ταίριαζαν πάντα, ωστόσο η σχέση τους παρέμενε, στη βάση της, ουσιαστική γιατί τις συνέδεε η βαθιά φιλία τους. Το πρώτο ερωτικό σκίρτημα έρχεται να αναστατώσει για τα καλά τις λεπτές αυτές ισορροπίες με τη μορφή του Νικόλα, ενός συμμαθητή τους ο οποίος δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη Ναταλία όταν εκείνη σπάει το χέρι της. Η Ειρήνη, που είχε κάνει παρέα μαζί του στο παρελθόν κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής κατασκήνωσης, αισθάνεται προδομένη – όχι τόσο από εκείνον, όσο από την καλύτερή της φίλη. Και η ίδια όμως έχει για κάτι να «απολογηθεί»: δεν είχε αναφέρει ποτέ στη Ναταλία τίποτα για εκείνο το καλοκαίρι στην κατασκήνωση. 

Δεν είναι πάντα εύκολο να εξελίσσονται αρμονικά οι ανθρώπινες σχέσεις, είτε ανάμεσα σε ενήλικες είτε ανάμεσα σε παιδιά. Αντίθετα, είναι απίστευτα εύκολο να δηλητηριαστεί η σκέψη μας από υποψίες βασισμένες πολλές φορές σε παραπλανητικές ενδείξεις, και να στοχοποιήσουμε ακόμα κι ένα πολύ αγαπημένο μας πρόσωπο. Η αμφιβολία και η καχυποψία βρίσκουν πολύ άνετα και ιδιαίτερα ύπουλα τον δρόμο τους στον ψυχισμό των ανθρώπων, και είναι ικανές να καταστρέψουν ανεπανόρθωτα σχέσεις χρόνων. Πόσο μάλλον όταν φορέας τους είναι ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει τι του συμβαίνει και εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη γνώμη και την αποδοχή των άλλων. Η Ειρήνη, καθ’ όλα σίγουρη για τον εαυτό της, με καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με τον «κακό» της εαυτό, ο οποίος επιμένει να καλλιεργεί τα ζιζάνια που φέρνουν στην επιφάνεια το άγνωστο για εκείνη μέχρι τότε συναίσθημα της ζήλιας. Εκεί που η Ναταλία ήταν «όμορφη, ευγενική, αξιαγάπητη, η καλύτερη φίλη», από τη μια στιγμή στην άλλη έγινε «εγωίστρια, βαρετή, πολυλογού, η χειρότερη φίλη». Η Ειρήνη ρίχνει όλο το βάρος της ευθύνης στην φίλη της, γιατί αρνείται να παραδεχτεί ότι η πηγή όλων είναι η δική της ανασφάλεια. 

Η συγγραφέας είναι δοκιμασμένη σε διάφορα είδη λογοτεχνίας για παιδιά, ωστόσο βιβλία σαν κι αυτό, που εστιάζουν στον εσωτερικό κόσμο των παιδιών, είναι το δυνατό της σημείο. Αγκαλιάζει το θέμα της με γλαφυρότητα και ευαισθησία, και αναπτύσσει την αφήγησή της με φρεσκάδα και αυθορμητισμό, μπαίνοντας στη θέση της μικρής ηρωίδας της απλά και ανάλαφρα, σκιαγραφώντας την ψυχοσύνθεσή της με αγάπη και τρυφερότητα, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση. Ένα πολύ γλυκό, όμορφο βιβλίο που με την αμεσότητα και την ειλικρίνειά του σίγουρα έχει να προσφέρει πολλά στα παιδιά των ηλικιών όπου απευθύνεται, αλλά – γιατί όχι; - και σε μεγαλύτερους αναγνώστες. Όλους μας μάς κατατρύχουν κατά καιρούς αρνητικά συναισθήματα, τα οποία πολλές φορές μας κάνουν να φερόμαστε παιδιάστικα και ανώριμα. Η ιστορία της Ειρήνης και η αναπόφευκτη πνευματική της ωρίμανση, η οποία φυσικά δεν έρχεται ανώδυνα, δείχνει τον δρόμο προς την αυτογνωσία και έναν τρόπο για να ξεπερνάει κανείς την ανασφάλεια και τη ζήλια που πολλές φορές ξεκινάνε από εμάς τους ίδιους και δεν μας αφήνουν ούτε να δούμε καθαρά αλλά ούτε και να ευχαριστηθούμε τίποτα. Μέσα από την συναισθηματική εξέλιξη της Ειρήνης, μαθαίνουμε κι εμείς να τα βρίσκουμε με τον εαυτό μας. Είναι η καλύτερη ψυχοθεραπεία, γιατί μιλάει κατευθείαν στην καρδιά.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/15043-archi-telos

28 September 2020

Άντι Σέπερντ: Το αγόρι που μεγάλωνε δράκους

 Όταν ο μικρός Τόμας βρίσκει στον κήπο του παππού του ένα άγνωστο δέντρο με παράξενους καρπούς, δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα γίνει η αιτία να αποκτήσει το πιο ξεχωριστό κατοικίδιο που είχε ποτέ παιδί: έναν αξιολάτρευτο μικροσκοπικό δράκο που λαμπυρίζει και χωράει στην τσέπη του. Φυσικά η συνύπαρξη με ένα τόσο ιδιαίτερο κατοικίδιο μέσα σε ένα σχετικά συμβατικό σπίτι δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση. Όχι μόνο πρέπει να προσέχει να μην γίνει αντιληπτός ο δράκος του από τους γονείς του, όχι μόνο έχει την έγνοια μην τυχόν και η πανέξυπνη και παρατηρητική μικρή αδελφή του, που έχει στο μεταξύ καταλάβει τα πάντα, ξεφουρνίσει τίποτα κατά λάθος μέσα στα ακατάληπτα λογάκια της, όχι μόνο είναι ανάγκη να μάθει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα όσο γίνεται περισσότερα για τους δράκους και τις συνήθειές τους, αλλά επιπλέον έχει ν’ αντιμετωπίσει και τους… κακούς της υπόθεσης: τον στριμμένο γείτονα του παππού του που είναι συνεχώς εξοργισμένος με τους πάντες και τα πάντα, και ιδίως με τον ίδιο τον Τόμας, και τον Λίαμ, τον νταή συμμαθητή του που δεν χάνει ευκαιρία να τον κοροϊδέψει και να τον φοβερίσει. Ευτυχώς έχει σταθερούς συμπαραστάτες τους τρεις καλούς του φίλους, τον Τεντ, την Κατ και τον Κάι, στους οποίους αναγκάζεται κάποια στιγμή να εξομολογηθεί το μεγάλο του μυστικό, αλλά και τον καλοκάγαθο παππού του, που τον υπεραγαπάει.

«Το αγόρι που μεγάλωνε δράκους» είναι το πρώτο βιβλίο της Βρετανίδας Άντι Σέπερντ, ενώ σύντομα πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά και η συνέχειά του, «Το αγόρι που ζούσε με δράκους». Γεννημένη στο Έσεξ, η Άντι Σέπερντ είχε από μικρή το μυαλό της γεμάτο ιδέες καθώς, όπως λέει η ίδια, για εκείνη τα πάντα ήταν ιστορίες που περίμεναν να συμβούν. Έχει τον δικό της προσωπικό δράκο, τον οποίο έχει ονομάσει Γκλιντ, που της φέρνει έμπνευση όταν τη χρειάζεται και καμιά φορά της δίνει λύσεις μέσα από τα όνειρά της. 

Η ιστορία ξεδιπλώνεται με έξυπνο χιούμορ και η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από καθημερινά ευτράπελα  που επικεντρώνονται στις αγωνιώδεις προσπάθειες του Τόμας να κρατήσει την ύπαρξη του δράκου μυστική από τον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο. Ο δράκος δεν είναι ένα κατοικίδιο σαν όλα τα άλλα – απαιτεί ιδιαίτερη, πιο εξειδικευμένη φροντίδα, ενώ η παρουσία του έχει συνέπειες που άλλοτε είναι αστείες, άλλοτε καταστροφικές, άλλοτε είναι και τα δύο. Όμως ούτε ο Τόμας είναι ένα συνηθισμένο παιδί: όταν ήταν πολύ μικρός, είχε ζήσει μια πολύ σοβαρή περιπέτεια με την υγεία του, κάτι που αναπροσάρμοσε ριζικά τις συνθήκες της ζωής της ευρύτερης οικογένειάς του, και όχι χωρίς συνέπειες. Η φαντασία εισβάλλει στην καθημερινότητά του όταν βρίσκεται να έχει υπό την προστασία του τον μικρό δράκο, τον οποίο βαφτίζει Λάμπη εξαιτίας των λαμπερών φολίδων στο δέρμα του. Η ζωή του γίνεται συναρπαστική από τη μια στιγμή στην άλλη, και ανακαλύπτει και πράγματα για τον εαυτό του που δεν τα ήξερε καν. Η δράση από ένα σημείο και πέρα είναι καταιγιστική, ιδίως από τη στιγμή που η παρέα του Τόμας μαθαίνει το μυστικό του και, στη συνέχεια, μπλέκουν στην ιστορία και άλλοι δράκοι, που ο καθένας είναι διαφορετικός, με τη δική του προσωπικότητα.

Ισορροπώντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μαγικό στοιχείο, η ιστορία του Τόμας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια δυνατή υπενθύμιση σχετικά με το πόσο σημαντική είναι η φαντασία στη ζωή μας, αλλά και πόσο αναγκαίο είναι να μην ξεχνάμε ποτέ το παιδί που κρύβεται μέσα μας. Άλλωστε, όπως λέει και ο Τόμας, για να μπορέσεις να αποκτήσεις έναν δράκο, πρέπει να το θέλεις πραγματικά - το να το θέλεις, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να τον βρεις και να τον βάλεις στη ζωή σου. Ο δράκος του γεννήθηκε μέσα από τον καρπό ενός παράξενου δέντρου, το οποίο σε άλλη περίπτωση, αν είχε φυτρώσει σε άλλον κήπο, μπορεί και να το είχαν ξεριζώσει. Με άλλα λόγια, αν κάτι φαίνεται ασυνήθιστο, δεν σημαίνει πως πρέπει να το εξαφανίσουμε. Όλοι και όλα έχουν θέση στον κόσμο μας, και όταν περνάει από το χέρι μας, καλό είναι να δίνουμε ευκαιρίες, είτε έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, είτε με δράκους, γιατί πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται.

Στο παιχνιδιάρικο κλίμα της ιστορίας κινούνται και οι χαριτωμένες, ασπρόμαυρες εικόνες της πολυβραβευμένης εικονογράφου Σάρα Όγκιλβι, ενώ η ολοζώντανη, ρέουσα μετάφραση είναι της Βούλας Αυγουστίνου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/14951-agori-drakoys

22 September 2020

Μπεθ Φέρι: Το Σκιάχτρο

Η φιλία μπορεί να γεννηθεί εκεί που δεν το περιμένει κανείς, εκεί όπου φαίνεται αδύνατο να υπάρξει. Το Σκιάχτρο, ο αντισυμβατικός και απρόσμενος πρωταγωνιστής της πολύ όμορφης και συγκινητικής ιστορίας της Μπεθ Φέρι, στέκεται μόνο του στη μέση ενός χωραφιού, ακίνητο στη θέση του, παραδομένο σε κάθε είδους καιρικές συνθήκες και υπομένει τα πάντα χωρίς διαμαρτυρία. Έχει αποδεχτεί τον προορισμό του και κάνει κάθε μέρα το καθήκον του. Τα πουλιά ξέρουν ότι πρέπει να μένουν μακριά του και τα ζώα δεν το πλησιάζουν ποτέ. Ώσπου μια μέρα ένα τραυματισμένο κοράκι βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά του. Το Σκιάχτρο το περιθάλπει για όσο καιρό χρειάζεται, το φροντίζει με αγάπη ώσπου να γίνει καλά και να μπορέσει και πάλι να πετάξει. Έρχεται λοιπόν αυτή η μέρα, και το κοράκι φεύγει. Δεν θα ξεχάσει όμως ποτέ το Σκιάχτρο και την καλοσύνη του, και θα επιστρέψει επιφυλάσσοντάς του μια υπέροχη έκπληξη.

Το Σκιάχτρο, σαν «αντικείμενο» αλλά και σαν θέμα, συναντάται συχνά στα παραμύθια και τις ιστορίες για παιδιά. Όντας κάτι που χρησιμοποιείται για φόβητρο ενώ στην ουσία είναι ένα άκακο κατασκεύασμα που αποτελείται από τα πιο ευτελή και αθώα υλικά, είναι ένα από τα ισχυρά σύμβολα που επιστρατεύονται σε μια αφήγηση, υποδηλώνοντας την άδολη φύση των ανθρώπων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ζουν παραγκωνισμένοι από το κοινωνικό σύνολο. Επιπλέον, αυτό το «πλάσμα» που ουσιαστικά είναι μια απομίμηση ανθρώπου, μια καρικατούρα, είναι το ακριβώς αντίθετο από την σκληρότητα και την κακία που μπορεί να νιώσει η ανθρώπινη ψυχή. Παράλληλα το κοράκι, εξ ορισμού συνδυασμένο με αρνητικά πράγματα για τους ανθρώπους, είναι ωστόσο ένα πανέμορφο πλάσμα, όπως όλα τα πλάσματα της φύσης. Το Σκιάχτρο και το κοράκι συνδέονται κάτω από αντίξοες συνθήκες, και δίνουν άτυπα έναν σιωπηλό όρκο φιλίας, ο οποίος δεν είναι απλά μια τυπική συμφωνία, αλλά κάτι ιδιαίτερα ουσιαστικό, που αντέχει στον χρόνο, καθώς αργότερα το κοράκι θα έρθει να ανταποδώσει την καλοσύνη του Σκιάχτρου και με το παραπάνω, επισφραγίζοντας έτσι τη φιλία τους. 

Η Μπεθ Φέρι είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων από τη Νέα Υόρκη και, όπως λέει η ίδια, το «σκιάχτρο» είναι μία από τις αγαπημένες της λέξεις, και πολύ θα ήθελε να έχει ένα στον κήπο της, παρ’ όλο που δεν το χρειάζεται. Η ιδέα για την ιστορία αυτή γεννήθηκε στο μυαλό της κάποια στιγμή που σκέφτηκε ότι εφόσον υπάρχουν σκιάχτρα, λογικά θα πρέπει να υπάρχουν και τρομαγμένα κοράκια, επομένως ήταν μια πρόκληση να σκεφτεί τι θα γινόταν αν προέκυπτε αναπάντεχα μια φιλία μεταξύ τους. Το βιβλίο δεν εξετάζει μόνο το νόημα της φιλίας και της αλληλεγγύης, αλλά και το πώς μπορεί το καθήκον να συνυπάρξει με την ανθρωπιά. Όσο κι αν ακούγεται παράταιρο αυτό το τελευταίο, μιας και οι ήρωες δεν είναι άνθρωποι, φτάνει να σκεφτούμε ότι τα παραμύθια μας κατευθύνουν με τους συμβολισμούς και τις αλληγορικές τους εικόνες να κάνουμε τις συσχετίσεις μας και να ανακαλύπτουμε τις αντιστοιχίες τους με ό,τι συμβαίνει στις ανθρώπινες κοινωνίες. Μπορεί το Σκιάχτρο να είχε καθήκον να κρατάει τα κοράκια μακριά, μόλις όμως αντιλήφθηκε ότι το συγκεκριμένο κοράκι είχε ανάγκη, δεν δίστασε να προσφέρει απλόχερα τη βοήθειά του.

Η τρυφερή ιστορία, γραμμένη με λυρικούς στίχους και σε ωραία απόδοση από την Μάρω Ταυρή, πλαισιώνεται από τις πανέμορφες εικόνες των Τέρι και Έρικ Φαν, εικονογράφων με ένα πολύ ξεχωριστό, παραμυθένιο ύφος που συνδυάζει άψογα το ονειρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο. Η εναλλαγή των εποχών, αλλά και οι αλλαγές που επιφέρουν ο χρόνος και οι καιρικές συνθήκες στο Σκιάχτρο, αποδίδονται με τις ανάλογες χρωματικές παλέτες και τις αποχρώσεις τους, μέσα σε μαγευτικά τοπία που δείχνουν σχεδόν τρισδιάστατα χάρις στην αρμονική χρήση των χρωμάτων που χαρακτηρίζουν κάθε εποχή -το «ξηρό» κίτρινο για το καλοκαίρι, το μελαγχολικό γκρι-λευκό για τον χειμώνα, το ανθισμένο πράσινο για την άνοιξη- ενώ μικρές λεπτομέρειες δίνουν επιπλέον ζωντάνια στην κάθε εικόνα: λευκές πεταλούδες, μια πασχαλίτσα, ροζ λουλούδια ξεπετάγονται μέσα από το γρασίδι, τονίζοντας την αναγέννηση που φέρνει ο ερχομός της άνοιξης, σε αντίθεση με το χειμωνιάτικο τοπίο όπου η έλλειψη αντίστοιχων στοιχείων υπογραμμίζει τη ναρκωμένη φύση.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2020

11 September 2020

Κιμ Χίλγιαρντ: Η Μυρτώ και το βουνό

Η Μυρτώ είναι ένα μικροσκοπικό πλασματάκι: μια… μύγα! Κι όμως έχει βάλει σκοπό να πραγματοποιήσει τρία μεγάλα σχέδια: να σκαρφαλώσει ένα βουνό, να οργανώσει ένα δείπνο, και να γίνει φίλη με έναν καρχαρία. Για έναν άνθρωπο, το πρώτο είναι σχετικά απλό, το δεύτερο πανεύκολο, το τρίτο μάλλον ανέφικτο. Για μια μύγα, πάλι, τα πράγματα είναι προφανώς πιο δύσκολα για ό,τι κι αν βάλει στο μυαλό της. Η Μυρτώ ωστόσο είναι αποφασισμένη, και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση βάζει μπρος το πρώτο και ιδιαίτερα φιλόδοξο σχέδιό της: να βρει ένα βουνό και να το σκαρφαλώσει.

Οι δικοί της την αποθαρρύνουν συνεχώς, όμως εκείνη δεν ακούει κανέναν. Ακολουθεί τις επιθυμίες της και πιστεύει μόνο τον εαυτό της. Βρίσκει το ιδανικό βουνό και ξεκινάει την αναρρίχηση. Δεν είναι καθόλου εύκολη η διαδρομή. Όχι μόνο λόγω των πρακτικών και τεχνικών δυσκολιών, αλλά και εξαιτίας όλων εκείνων που συναντάει στο δρόμο της και που έχουν βάλει παρόμοιο στοίχημα με τον εαυτό τους. Άλλοι την κοροϊδεύουν γιατί μπορεί να μην είναι τόσο δυνατή, άλλοι επειδή δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένη. Κάποια στιγμή απογοητεύεται και σκέφτεται μέχρι και να τα παρατήσει. Όμως σύντομα ξαναβρίσκει το κουράγιο και την αισιοδοξία της, αρχίζει και κάνει χαρούμενες σκέψεις κάθε φορά που νιώθει να ζορίζεται και δεν το βάζει κάτω. 

«Η Μυρτώ και το βουνό» είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψε και εικονογράφησε η Βρετανίδα Κιμ Χίλιαρντ, η οποία έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος, παρουσιάστρια αλλά και φωνητική ηθοποιός. Είναι μια μικρή, χαρούμενη αλλά απόλυτα ουσιαστική ιστορία που επικεντρώνεται σε ένα θέμα που απασχολεί αν όχι όλους, τους περισσότερους ανθρώπους: τα όνειρα που βρίσκουν προσκόμματα στην πορεία της πραγματοποίησής τους επειδή σχεδόν πάντα όλο και κάποιος θα πει το αποθαρρυντικό του λογάκι. Είτε από ζήλια, είτε από άγνοια, είτε πολλές φορές εντελώς μηχανικά, ο κοινωνικός περίγυρος φαίνεται να μην αποδέχεται εύκολα ό,τι ξεφεύγει από τα τετριμμένα ή τα αναμενόμενα. Κάπως έτσι και η Μυρτώ, αυτό το τόσο δα πλασματάκι με τα μεγάλα όνειρα, αποφασίζει να κάνει κάτι που φαντάζει αδιανόητο για τα δικά της μέτρα. Αν και αντιμετωπίζει αρνητισμό και αποδοκιμασία όταν ανακοινώνει τα σχέδιά της, δείχνει αποφασιστικότητα και γενναιότητα δυσανάλογη του μεγέθους της, και κοιτάζει μόνο μπροστά.

Πολλά μηνύματα αισιοδοξίας, αλλά και τροφή για σκέψη προσφέρει η μικρή Μυρτώ. Το βουνό, φυσικά, έχει και τη συμβολική του σημασία, καθώς αντιπροσωπεύει όλα αυτά που έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, δυσάρεστα ή ακόμα και ευχάριστα, και φαίνονται αρχικά εξαιρετικά δύσκολα. Στην περίπτωση της Μυρτώς, το βουνό είναι και κυριολεκτικό. Δεν ξεκινάει από τα εύκολα η μικροσκοπική φτερωτή πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Πηγαίνει κατευθείαν να κατακτήσει την κορυφή του στόχου της. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όταν καταφέρεις το πιο δύσκολο, όλα τα άλλα μετά σου φαίνονται παιχνιδάκι. 

Η συγγραφέας παρακολουθεί την ηρωίδα της με αγάπη και την κατευθύνει μέσα από τις γλυκύτατες εικόνες που η ίδια έχει φιλοτεχνήσει. Η Μυρτώ αναπαρίσταται σαν μια μικρή μαύρη κουκίδα, μέσα σε τοπία και σκηνικά με πολλές αντιθέσεις. Τα σχήματα και τα αντικείμενα ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες ανάλαφρα, χωρίς περιοριστικά περιγράμματα, με απαλά χρώματα και επιφάνειες, ζωηρά χρώματα εκεί που χρειάζεται, πιο «ήρεμα» όπου το κείμενο το επιβάλλει, αλλά πάντα σταθερά, στέρεα, συμπαγή. «Η Μυρτώ και το βουνό» αφηγείται μια απλή ιστορία, μικρή σαν την ηρωίδα της, αλλά με μεγάλο νόημα, που μπορεί να πει πολλά με λίγα ουσιαστικά λόγια.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/14845-myrto-voyno

17 July 2020

Τζάνι Ροντάρι: Ο Αόρατος Τονίνο

Και τι δε θά’ δινε ο Τονίνο για να γίνει αόρατος! Να μην τον βλέπει ο δάσκαλος στην τάξη, να πειράζει τους συμμαθητές του χωρίς να τον παίρνουν είδηση, να βρίσκει θέση στο τρόλεϊ. Και να που μια μέρα η ευχή του γίνεται πραγματικότητα. Επιτέλους γίνεται αόρατος κι αρχίζει να απολαμβάνει όλα όσα του προσφέρει αυτή η νέα συνθήκη. Για πόσο όμως θα μπορεί να επωφελείται απ’ αυτήν; Είναι όντως θετικό να ζει κανείς αόρατος μέσα σε ένα πολυμελές σύνολο;

Η ανάγκη για ανεξαρτησία και αυτονομία ξεκινάει από τη στιγμή που το παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό του και αναζητά τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Δεν είναι εύκολο, όταν κάποιος είναι σε πολύ μικρή ηλικία, να επιβληθεί σ’ έναν κόσμο ενηλίκων, όπως είναι η οικογενειακή εστία, ή σε ένα περιβάλλον όπου αναγκάζεται να υπακούει σε εντολές και να ακολουθεί ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα, όπως είναι το σχολείο. Καθώς το παιδί δεν έχει ακόμα διαμορφώσει την προσωπικότητά του, ούτε και έχει ανακαλύψει τις δυνατότητες και τα ταλέντα που θα το κάνουν να διακριθεί και να αποκτήσει ξεχωριστή οντότητα, καταφεύγει στην “εύκολη” λύση: να εξαφανιστεί. Ο Τονίνο χαίρεται αρχικά με την καινούρια αυτή κατάσταση. Είναι κάτι που ευχόταν συνεχώς, και να που καμιά φορά οι ευχές πραγματοποιούνται. Σ’ έναν κόσμο μαγικό, βέβαια, όπως είναι η φαντασία των παιδιών, αλλά και το σύμπαν που ο μοναδικός Τζάνι Ροντάρι ήξερε να δημιουργεί με τις ιστορίες του.

Ο Τζάνι Ροντάρι (1920-1980), από τους πλέον φημισμένους συγγραφείς παιδικών βιβλίων και τιμημένος με το βραβείο Άντερσεν το 1970, έχει προσφέρει στην παιδική λογοτεχνία μερικά από τα πιο αξιόλογα και διαχρονικά έργα, παραμύθια, ιστορίες αλλά και πρωτότυπα παιδαγωγικά εγχειρίδια, γραμμένα πάντα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Τα κείμενά του χαρακτηρίζουν η εφευρετικότητα και η αμεσότητα των νοημάτων, η δημιουργικά διαδραστική χρήση της γλώσσας, η λιτή, φυσική έκφραση αλλά και το χιούμορ και το φαντασιακό στοιχείο που εμπλέκεται σε καθημερινές καταστάσεις πότε με πιο ξεκάθαρο και πότε με πιο συμβολικό τρόπο. Ο Αόρατος Τονίνο εκδόθηκε το 1980 και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1990 με τον τίτλο Αντωνάκης ο Αόρατος. Στην καινούρια έκδοση που έχουμε στα χέρια μας αυτή τη στιγμή, η πολύ όμορφη μετάφραση είναι της Άννας Παπασταύρου. 

Η μοντέρνα, ευφάνταστη εικονογράφηση έχει φιλοτεχνηθεί από τον Αλεσάντρο Σάνα, έναν από τους πιο δημοφιλείς και σημαντικούς σύγχρονους εικονογράφους παιδικών βιβλίων στην Ιταλία. Σχεδόν τα πάντα μοιάζουν να είναι σε κίνηση: άνθρωποι, αντικείμενα, στοιχεία της φύσης μοιάζουν να βρίσκονται στη διαδικασία εκτέλεσης μιας χορευτικής παράστασης. Οι εντυπωσιακές φιγούρες με τα φωτεινά χρώματα έρχονται σε αντίθεση με τη μορφή του Τονίνο, όπως ο εικονογράφος την έχει αποδώσει με ένα απλό περίγραμμα από μικρές τελείες που μοιάζει με τις μαγικές εικόνες που συμπληρώνονται σιγά σιγά όταν ενώνεις αριθμούς μεταξύ τους με γραμμές. Μόνο τα μαλλιά του έχουν μια πιο συνεκτική μορφή, και μπορεί η κλίση τους προς τα επάνω να υποδηλώνει την ανάγκη του παιδιού για απελευθέρωση, αλλά από την άλλη το έντονο χρώμα τους και οι σταθερές γραμμές τους υπαινίσσονται το κομμάτι εκείνο του εαυτού του που θέλει να παραμείνει μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον σαν ένα υπαρκτό και ενεργό μέλος.

Γιατί μόλις πραγματοποιηθεί το όνειρό του και γίνει αόρατος, τι του μένει πια να λαχταρήσει; Τίποτα απολύτως. Διαπιστώνει ότι το να είναι κανείς αόρατος μπορεί μεν να έχει τα καλά του, όμως τα αρνητικά είναι πολύ περισσότερα. Ο ηλικιωμένος κύριος που κάθεται στο παγκάκι και ζει τη ζωή του αθέατος από τους συνανθρώπους του μάλλον έχει πολλά να του πει γι’ αυτό. Μέσα στην κοινωνία κυκλοφορούν πολλοί “αόρατοι” άνθρωποι. Άλλοτε επειδή οι ίδιοι έχουν επιλέξει να ζουν στο περιθώριο, άλλοτε επειδή το σύνολο τους έχει για κάποιο λόγο απομονώσει. Όπως και να έχει, είναι μια κατάσταση που ακόμα κι αν είναι ευχάριστη για όποιον την αποζητά, έρχονται στιγμές που η αρνητική της πλευρά έρχεται στην επιφάνεια καθώς η επιθυμία για συντροφικότητα και επικοινωνία αναπόφευκτα θα κάνει την εμφάνισή της.

Ο Τονίνο είναι ένα συνηθισμένο παιδί, και όπως όλα τα παιδιά θέλει να κυριαρχήσει στο περιβάλλον του. Να οριοθετήσει τον χώρο του και να κινείται μέσα σ αυτόν όπως επιθυμεί. Όμως δεν θ’ αργήσει να καταλάβει αφ’ ενός ότι η συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους συνεπάγεται και υποχωρήσεις από όλους, και αφ’ ετέρου ότι όλα τα μέλη ενός συνόλου είναι σημαντικά και αξίζουν την προσοχή μας. Μπαίνοντας για λίγο, έστω και με διαφορετικό κίνητρο, στη θέση ενός ανθρώπου που περνάει απαρατήρητος, συνειδητοποιεί ότι δεν είναι και τόσο ευχάριστο τελικά να είναι κανείς αόρατος, όσο συναρπαστική κι αν φαίνεται αυτή η εκδοχή.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2020

23 June 2020

Ίνγκο Ζίγκνερ: Ο μικρός δράκος Καρύδας - Δρακάκια στο σχολείο

Ο Ίνγκο Ζίνγκερ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1965 και στη διάρκεια της ζωής του καταπιάστηκε με διάφορα πράγματα προτού ασχοληθεί με τη συγγραφή παιδικών βιβλίων. Την περίοδο που εργαζόταν σε ένα γραφείο που διοργάνωνε οικογενειακά ταξίδια, συνήθιζε να αφηγείται διάφορες φανταστικές ιστορίες στα παιδιά που συμμετείχαν στα ταξίδια αυτά για να τα απασχολεί. Είχαν τόσο μεγάλη ανταπόκριση οι ιστορίες του, που κάποια στιγμή αποφάσισε να καθίσει και να τις γράψει. Παράλληλα, άρχισε να εξασκείται και στη ζωγραφική, για να μπορεί να τις εικονογραφεί μόνος του. Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι περιπέτειες του μικρού δράκου Καρύδα, μια σειρά από πολύχρωμα, χαριτωμένα βιβλία για μικρά παιδιά.

Ο Καρύδας, ένας μικρός δράκος της φωτιάς, γεμάτος αγωνία και περιέργεια, ξεκινάει για να πάει πρώτη μέρα στο σχολείο. Πραγματικά είναι μια μέρα αξέχαστη για όλα τα παιδιά, διαχρονικά και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Πολλά παιδιά θα ταυτιστούν με τα συναισθήματα του Καρύδα μπροστά στο σημαντικό αυτό γεγονός, το οποίο είχε γεμίσει την κοιλιά του με πεταλούδες που χόρευαν ασταμάτητα για τρεις μέρες. Ωστόσο μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο για το σχολείο θα του στρέψει αλλού την προσοχή και θα τον κάνει να ξεχάσει την αναστάτωσή του. Γνωρίζει έναν μικρό φαγανόδρακο, τον Όσκαρ, που παραφυλάει πίσω από κάτι θάμνους. Συνήθως οι φαγανόδρακοι είναι άξεστοι, νευρικοί και εχθρικοί, όμως ο Όσκαρ φαίνεται πολύ διαφορετικός. Είναι ντροπαλός και θέλει πάρα πολύ να πάει στο σχολείο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τον αφήνουν οι δικοί του. Όμως δεν είναι μόνο η αγάπη του για τη μόρφωση το μόνο πράγμα που τον καθιστά έναν ξεχωριστό φαγανόδρακο. Είναι και δεινός κολυμβητής, κάτι που επίσης δεν συνηθίζεται στο είδος του. Αφού όμως γίνει φίλος με τον Όσκαρ, θα βρει το θάρρος να διεκδικήσει ό,τι επιθυμεί για τον εαυτό του και να ενταχθεί στην ευρύτερη κοινωνία των δράκων.

Μπορεί να είναι μια απλή ιστορία, ωστόσο ο ανάλαφρος και διασκεδαστικός τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένη, κι έτσι καθώς είναι πλαισιωμένη με γλυκύτατες, χιουμοριστικές και καλαίσθητες εικόνες, φιλοτεχνημένες με το ιδιαίτερο ύφος του Ζίνγκερ, προσφέρεται εξαιρετικά όχι μόνο για τους μικρούς αναγνώστες, αλλά και για να διαβαστεί από μεγαλύτερους σε μικρότερα παιδιά. Έχει αρκετό κείμενο, ενώ η λιτή, ξεκάθαρη αφήγηση εμπλουτίζεται με άμεσους, σύντομους διαλόγους, ώστε να κεντρίζει το ενδιαφέρον και εκείνου που διαβάζει αλλά και όσων ακούν. 

Το εντελώς φανταστικό πλαίσιο που δημιουργεί ο Ζίνγκερ βρίσκει συνεχώς σημεία αναφοράς στην καθημερινότητα των παιδιών, κάτι που αυτόματα το μετατρέπει σε οικείο περιβάλλον δράσης. Το σπίτι, το σχολείο, οι φίλοι, οι εκδρομές, στοιχεία που αποτελούν τον μικρόκοσμο των παιδιών, παρουσιάζονται μέσα από το πρίσμα του παραμυθιού, παίρνουν μαγικές διαστάσεις κι έτσι γίνονται όλα πιο διασκεδαστικά στην καθημερινή πραγματικότητα. Η οπτική της φαντασίας τα κάνει τα πάντα πιο ευχάριστα, πιο υποφερτά, και πολλές φορές φέρνει στην επιφάνεια ενδιαφέρουσες πτυχές καταστάσεων και συνθηκών που δεν μπορεί κανείς να υποψιαστεί με μια απλή, επιφανειακή ματιά. Ο μικρός Καρύδας έχει άγχος που θα πάει πρώτη φορά στο σχολείο, όμως έτσι έχει την ευκαιρία να κάνει καινούριους φίλους. Από την άλλη ο Όσκαρ ανυπομονεί να πάει στο σχολείο, αλλά δεν μπορεί γιατί δεν το επιτρέπουν οι γονείς του. Κι έρχεται η φιλία τους να υπερνικήσει την αγωνία του ενός και τον φόβο του άλλου.

Το κείμενο έχει αποδοθεί με φρεσκάδα και ωραία γλώσσα από την Μαρία Αγγελίδου. Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν και τα υπόλοιπα βιβλία με τις ιστορίες του μικρού δράκου Καρύδα: Ταξίδι στην προϊστορία, Εκδρομή με το σχολείο, Ο θησαυρός της ζούγκλας, Περιπέτεια στο διάστημα, Ο μαύρος ιππότης, Ο μεγάλος μάγος, Το μυστικό του Φαραώ, Περιπέτεια στη χαμένη Ατλαντίδα, Στην εποχή των δεινοσαύρων, Ο μυστηριώδης ναός, Ταξίδι στον Βόρειο Πόλο, Επίσκεψη στον Άι-Βασίλη, Περιπέτεια στους Ινδιάνους, Οι πρώτες περιπέτειες.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούνιο του 2020

30 May 2020

Μιγκέλ Γκαρσία: Οι περιπέτειες του νεαρού Ιούλιου Βερν: Το χαμένο νησί

Τα κλασικά μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας του Ιουλίου Βερν έχουν αγαπηθεί πολύ από το ευρύτερο κοινό, λόγω τόσο της υψηλής λογοτεχνικής τους αξίας όσο και της ιδιαίτερης για την εποχή τους θεματολογίας. Μπορεί στις μέρες μας ο Ιούλιος Βερν να είναι ένας από τους πιο πολυμεταφρασμένους συγγραφείς σε όλο τον κόσμο και να θεωρείται ο θεμελιωτής της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, όταν όμως έγραφε το Από τη Γη στη Σελήνη ή το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης τόσο πίσω όσο τη δεκαετία του 1860, κανένας σύγχρονός του δεν φανταζόταν ότι όσα περιέγραφε στα βιβλία του θα γίνονταν στο μέλλον εφικτά. Τέτοια έργα – σταθμοί της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι φυσικό να αποτελούν μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους νεότερους δημιουργούς. Είναι υποδειγματικά όσον αφορά τη δομή και την τεχνική τους ενώ η διαχρονικότητά τους έχει επισφραγίσει την κλασική αξία τους. 

Η σειρά Πλοίαρχος Νέμο – Οι περιπέτειες του νεαρού Ιούλιου Βερν είναι εμπνευσμένη από τα έργα του κλασικού Γάλλου συγγραφέα, ωστόσο τα προσεγγίζει με έναν διαφορετικό τρόπο. Η προσέγγιση αυτή έχει να κάνει με μια ενδιαφέρουσα πτυχή της μυθοπλασίας που συνδέει τη ζωή ενός συγγραφέα με το έργο του – είναι μια μορφή μεταλογοτεχνίας που καταπιάνεται κυρίως με κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας, καθώς είναι ελεύθερα δικαιωμάτων και προσφέρονται για τη δημιουργία παράγωγων έργων χωρίς περιορισμούς, και στην οποία ο σύγχρονος δημιουργός αντλεί στοιχεία από μία ή περισσότερες κλασικές ιστορίες για να συνθέσει μία καινούρια, τοποθετώντας σαν ήρωα μέσα σ’ αυτήν τον ίδιο τον συγγραφέα τους. 

Στη σειρά αυτή, ο κεντρικός ήρωας είναι, όπως λέει και ο γενικός τίτλος, ο Ιούλιος Βερν σε προεφηβική ηλικία. Ο Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ Γκαρσία τον έχει οραματιστεί σαν ένα εξαιρετικά ευρηματικό και χαρισματικό εντεκάχρονο παιδί από ευκατάστατη οικογένεια, με μεγάλη φαντασία, που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για τις επιστήμες και την τεχνολογία και βλέπει πολύ μπροστά από την εποχή του. Έμμεσα δηλαδή επιχειρεί να εξηγήσει τον λόγο που ο πραγματικός κλασικός συγγραφέας ασχολήθηκε τόσο πολύ με τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, σε μια εποχή που αυτά τα θέματα αντιμετωπίζονταν τουλάχιστον με δυσπιστία. Είναι βέβαια μια δική του ερμηνεία, που εξυπηρετεί λόγους καθαρά μυθοπλαστικούς, και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, στήνει και το ανάλογο κοινωνικό περιβάλλον γύρω από τον μικρό Ιούλιο για να τονίσει ακόμα περισσότερο το πόσο ξεχώριζε από τον περίγυρό του. Βασίζεται ωστόσο και σε πραγματικά γεγονότα, καθώς ο Βερν, σαν παιδί, ήθελε να γίνει ναυτικός  και ονειρευόταν ταξίδια σε όλο τον κόσμο. 

Η παρέα του Ιούλιου συμπληρώνεται με τρία ακόμη παιδιά: τον Χουάν, που είναι γιος Ασιατών μεταναστών και εκπροσωπεί την εργατική τάξη, τη Μαρί, ένα κορίτσι από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που υπερασπίζεται την ισότητα και βοηθάει όσο μπορεί τους αδύναμους, και την Καρολίνα, ξαδέρφη του Ιούλιου, που, όπως κι εκείνος, προέρχεται από ένα ευκατάστατο σπίτι αυστηρών αρχών. Ο Ιούλιος έχει ιδρύσει μαζί τους τη «Λέσχη των Κυνηγών της Περιπέτειας του 21ου αιώνα», κρυφά από τους συντηρητικούς γονείς του αλλά και κόντρα στους πολύ αυστηρούς κανόνες του σχολείου του. Υποστηρίζει με θέρμη την πρόοδο και ονειρεύεται να ταξιδέψει στο μέλλον. Στο Χαμένο Νησί, που είναι και το πρώτο βιβλίο της σειράς, ο μικρός Ιούλιος είναι ενθουσιασμένος με την επικείμενη παρουσίαση ενός αερόστατου αλλά ξέροντας ότι δεν θα μπορέσει να παραστεί γιατί είναι τιμωρημένος, προσκαλεί τους φίλους του να πάνε όλοι μαζί να το δουν από κοντά το προηγούμενο βράδυ, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Εκεί ωστόσο συμβαίνει μια ανατροπή, που έχει σαν αποτέλεσμα οι τέσσερις φίλοι να μείνουν παγιδευμένοι μέσα στο αερόστατο ενώ αυτό ταξιδεύει κανονικά προς άγνωστη κατεύθυνση. Καταλήγει σ’ ένα παράξενο, έρημο νησί, όπου τα παιδιά αναγκάζονται να βρουν τους πιο απίθανους τρόπους για να επιβιώσουν και να στήσουν υποτυπώδεις συνθήκες διαβίωσης εκεί μέχρι να καταφέρουν και πάλι να επιστρέψουν στον πολιτισμό. Σ’ αυτή την δύσκολη διαδρομή δεν θα είναι για πολύ μόνοι. Θα συναντήσουν συμμάχους, αλλά και επικίνδυνους εχθρούς. Κι όταν τελικά γυρίσουν πίσω, πολλά θα έχουν αλλάξει.

Πέρα από την πολύ συγκεκριμένη ιστορία που αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου, το θέμα της φιλίας κρατά μια ξεχωριστή θέση. Η φιλία ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά είναι που τα ενώνει και τους δίνει συνεχώς ώθηση να ξεπερνούν τις δυσκολίες, παρά τις όποιες διαφορές τους. Η περιπέτεια στο έρημο νησί είναι τελικά για όλους τους μια εμπειρία ζωής, που κάνει τον καθένα τους να συνειδητοποιηθεί. «Ο Χουάν χαιρόταν κυρίως γιατί δεν έπρεπε να πηγαίνει σχολείο», γιατί και οι ανέμελοι άνθρωποι έχουν τον ρόλο τους στην κοινωνία. «Της Μαρί αυτό που της άρεσε πιο πολύ ήταν να νιώθει χρήσιμη», αφού πάντα βοηθούσε τους γύρω της και τώρα μπορούσε να το κάνει συνεχώς. «Η Καρολίνα […] ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο ελεύθερη όσο στο νησί», γιατί πάντα ασφυκτιούσε στο υπερβολικά καθωσπρέπει περιβάλλον του σπιτιού της. «Ο Ιούλιος […] είχε την ευκαιρία να βάζει όλη την ώρα τις θεωρίες του σε εφαρμογή, όχι για να πειραματιστεί, μα γιατί υπήρχε ανάγκη», κάνοντας έτσι πράξη τις θεωρίες του για την αξία των επιστημών, της προόδου και της τεχνολογίας.

Καίριο ρόλο στις περιπέτειες αυτές παίζει και ο πλοίαρχος Νέμο, τον οποίο ο Μιγκέλ Γκαρσία ανάγει σε ένα πραγματικό πρόσωπο που ο μικρός Ιούλιος όντως είχε γνωρίσει, και είναι ο συγγραφέας των ιστοριών αυτών, τις οποίες καταγράφει βασισμένος στις σημειώσεις της Καρολίνας. Η καλή μετάφραση στα ελληνικά είναι της Κάλλιας Ταβουλάρη. Στην ίδια σειρά κυκλοφορεί επίσης και ο Καταραμένος Φάρος. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2020

13 May 2020

Αϊρίν Άντλερ: Σέρλοκ, Λουπέν & εγώ: Το αίνιγμα της βασιλικής κόμπρας

Η σειρά βιβλίων Σέρλοκ, Λουπέν & εγώ ανήκει στον χώρο του fan fiction, λογοτεχνική κατηγορία που παλιότερα περιοριζόταν σε ανεπίσημα κείμενα δημοσιευμένα συνήθως σε προσωπικά blogs ή σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες, όμως τα τελευταία χρόνια έχει αναβαθμιστεί και βλέπουμε ακόμα και καθιερωμένους συγγραφείς ν’ ασχολούνται μ’ αυτήν. O όρος fan fiction -κατά λέξη: λογοτεχνία γραμμένη από θαυμαστές (fans)- προσδιορίζει οποιοδήποτε κείμενο χρησιμοποιεί ήρωες βιβλίων, ταινιών, σειρών, ακόμα και πραγματικά πρόσωπα, και αφηγείται μια ιστορία που παρεκκλίνει λίγο έως πολύ από την πρωτότυπη πηγή. Το fan fiction κινείται συνήθως αλλά όχι αποκλειστικά στη σφαίρα μιας εναλλακτικής πραγματικότητας (alternate reality) και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα όσον αφορά τις χωροχρονικές, και άλλες, συμβάσεις. Η σειρά κατατάσσεται επίσης και στη λογοτεχνία crossover (διακειμενική, σε μια πολύ ελεύθερη απόδοση) που, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα το fan fiction, σημαίνει ότι «δανείζεται» χαρακτήρες από διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία και τους εντάσσει μαζί σε μια καινούρια ιστορία.

Το Αίνιγμα της Βασιλικής Κόμπρας, σε ωραία μετάφραση της Ελένης Τουλούπη, είναι ένα από τα βιβλία της προαναφερθείσας σειράς και το έβδομο που κυκλοφορεί στα ελληνικά (έχουν προηγηθεί τα: Το τρίο της μαύρης ντάμας, Η τελευταία πράξη στο θέατρο της όπερας, Το μυστήριο του πορφυρού ρόδου, Ο καθεδρικός του φόβου, Το κάστρο από πάγο και Οι σκιές του Σηκουάνα). Οι τρεις σταθεροί πρωταγωνιστές είναι ήρωες από τις ιστορίες του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και του Μορίς Λεμπλάν. Πίσω από το όνομα της Αϊρίν Άντλερ, που φιγουράρει στα εξώφυλλα των βιβλίων με την ιδιότητα της συγγραφέα των ιστοριών, κρύβονται οι Ιταλοί συγγραφείς παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας Πιερντομένικο Μπακαλάριο και Αλεσάντρο Γκάτι. Η πρωτότυπη Αϊρίν Άντλερ ήταν ηρωίδα του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, έχοντας πρωταγωνιστήσει στην ιστορία του Σέρλοκ Χολμς Σκάνδαλο στη Βοημία (1891). Αν και δεν εμφανίστηκε σε καμία άλλη περιπέτεια, έγινε αμέσως ιδιαίτερα δημοφιλής καθώς ήταν η μόνη γυναίκα για την οποία ο Σέρλοκ Χολμς φάνηκε να δείχνει θαυμασμό και συμπάθεια. Ο Σέρλοκ του βιβλίου είναι φυσικά ο γνωστός σε όλους Σέρλοκ Χολμς του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο διασημότερος λογοτεχνικός ντετέκτιβ, ο οποίος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη λογοτεχνία το 1887, στo μυθιστόρημα A Study in Scarlet (Σπουδή στο Κόκκινο) και ο Λουπέν είναι ο Αρσέν Λουπέν, ο λωποδύτης τζέντλεμαν ήρωας του Μορίς Λεμπλάν, που συστήθηκε στο κοινό το 1905.

Οι τρεις ήρωες παρουσιάζονται στην εφηβική ηλικία, είναι πολύ καλοί φίλοι και συχνά – πυκνά καλούνται να λύσουν μυστηριώδεις υποθέσεις είτε επειδή πέφτουν στην αντίληψή τους είτε επειδή κάποιος δικός τους άνθρωπος εμπλέκεται σ’ αυτές. Στο Αίνιγμα της Βασιλικής Κόμπρας, ο χρόνος δράσης της ιστορίας είναι η χρονιά 1871, με σκηνικό το Λονδίνο, και είναι ο Οράτιος, ο μπάτλερ της Αϊρίν, που χρειάζεται βοήθεια, για να μπορέσει να αποκαταστήσει την υπόληψη ενός δικού του καλού φίλου, του πλοιάρχου Χιρστ, που κατηγορείται άδικα για μια εγκληματική ενέργεια, ενώ στην πραγματικότητα έχει πέσει και ο ίδιος θύμα μιας περίπλοκης πλεκτάνης που δύσκολα μπορεί να αποκαλυφθεί. Όμως οι τρεις φίλοι, ο καθένας με την ιδιαίτερη προσωπικότητα και τα ταλέντα του, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι η επιτυχία. «Εγώ ήμουν η βασική θεματοφύλακας των καλών τρόπων», λέει η Αϊρίν, «αλλά και η πιο ικανή στο να κερδίζω την εμπιστοσύνη κάποιου, ακριβώς όπως ο Σέρλοκ ήταν ειδικός στους σύνθετους συλλογισμούς και ο Λουπέν σε κάθε τολμηρή μορφή ακροβασίας». 

Αυτές ακριβώς οι αντιθέσεις είναι που τους κάνουν τόσο αποτελεσματικούς, αφού ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, αναλαμβάνοντας δράση στο πεδίο που είναι και η ειδικότητά του. Χαρακτηριστικά των πρωτότυπων ηρώων βλέπουμε να αναφέρονται εδώ, έμμεσα ή άμεσα. Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τις ιστορίες του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και του Μορίς Λεμπλάν σίγουρα θα βρουν πολλά στοιχεία που παραπέμπουν στις ενήλικες εκδοχές του Σέρλοκ Χολμς, του Αρσέν Λουπέν και της Αϊρίν Άντλερ όπως τις έχουμε γνωρίσει από τις επίσημες περιπέτειές τους. Για παράδειγμα, η σχολαστικότητα του Σέρλοκ, η αγάπη της Αϊρίν για την όπερα, οι μεταμφιέσεις του Αρσέν, σχετίζονται με τις προσωπικότητες και τις μεταγενέστερες ενασχολήσεις τους, όπως αυτές είχαν ήδη αποτυπωθεί στα βιβλία του Κόναν Ντόιλ και του Λεμπλάν: ο Χολμς ήταν υποχόνδριος και μισάνθρωπος, η Αϊρίν ήταν τραγουδίστρια της όπερας, ο Λουπέν ήταν άσος στις μεταμφιέσεις. Ωστόσο οι αναφορές δεν περιορίζονται μόνο στους τρεις ήρωες. Ο μπάτλερ της Αϊρίν, ας πούμε, μπορεί να είναι έγχρωμος, όμως λέγεται Οράτιος Νέλσον, όπως ο περίφημος ναύαρχος του Βασιλικού Βρετανικού Ναυτικού, και κάποτε ήταν κι αυτός ναυτικός. 

Η αφήγηση γίνεται από την Αϊρίν σε πρώτο πρόσωπο, κάτι που της δίνει την ευκαιρία να κάνει ακόμα και πιο προσωπικές εξομολογήσεις και εκμυστηρεύσεις στους αναγνώστες της. Στη συγκεκριμένη περιπέτεια, αν και υπάρχει δράση, η λύση του αινίγματος βασίζεται περισσότερο στη διασταύρωση πληροφοριών, την έρευνα και τον συνδυασμό γεγονότων. Το μυστήριο που προκύπτει αρχικά δεν είναι τόσο εύκολο να διαλευκανθεί, καθώς μπαίνουν στη μέση διάφορα στοιχεία που μπορεί να είναι και παραπλανητικά. Ένα ιδιαίτερο έξυπνο εύρημα αποτελεί τη λύση, και η αποκάλυψή του είναι εντυπωσιακή. Οι περιγραφές των χώρων, των εσωτερικών και κυρίως των εξωτερικών, είναι πολύ ζωντανές· ιδίως το κομμάτι που είναι αφιερωμένο στις Αποβάθρες του Λονδίνου, δημιουργεί την πλέον κατάλληλη ατμόσφαιρα για έναν από τους πιο βασικούς χώρους δράσης της ιστορίας. Το κείμενο συνοδεύουν ασπρόμαυρα σχέδια στην αρχή κάθε κεφαλαίου, φιλοτεχνημένα από τον γραφίστα και εικονογράφο Γιάκοπο Μπρούνο, τα οποία θυμίζουν τις βινιέτες που βλέπουμε σε παλιά βιβλία, συνάδοντας με τη γενικότερη αισθητική της σειράς που ηθελημένα παραπέμπει εκεί.

5 May 2020

Paul McCartney: Η μαγική πυξίδα

Η Μαγική Πυξίδα του Πολ ΜακΚάρτνεϊ, με τις παιχνιδιάρικες, πολύχρωμες εικόνες της Κάθριν Ντερστ και την ωραία μετάφραση της Μάρως Ταυρή, είναι ένα χαρούμενο ταξίδι στον κόσμο της φαντασίας που δεν έχει όρια και μπορεί να μας μεταφέρει στα πιο απίθανα μέρη της Γης. Οι τέσσερις μικροί πρωταγωνιστές, ο Τομ, η Εμ, ο Μπομπ και η Λούσι - ανάμνηση ίσως εκείνης της Λούσι από το τραγούδι των Beatles «Lucy in the sky with diamonds» (Η Λούσι στον ουρανό με τα διαμάντια) - με οδηγό τον πανέξυπνο παππού τους, επισκέπτονται ονειρικές γαλάζιες αμμουδιές, καταπράσινα λιβάδια ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά, ακόμα και την Άγρια Δύση με τους καουμπόηδες και τους αγριοβούβαλους. Όλα αυτά, με μοναδικό μέσο μερικές ταξιδιωτικές καρτ ποστάλ και μια παλιά πυξίδα. Ο παππούς βάζει την πυξίδα πάνω σε μια κάρτα, και αυτόματα όλοι μαζί μεταφέρονται στον αντίστοιχο προορισμό των ονείρων τους – μια μαγική διαδικασία που συναρπάζει τα παιδιά, αλλά και ταυτόχρονα τα βοηθάει να αντιληφθούν και να εκτιμήσουν την αξία της οικογενειακής εστίας και της επιστροφής σ’ αυτήν. 

Ο σερ Πολ ΜακΚάρτνεϊ, ο αγαπημένος τραγουδοποιός και θρυλικός μπασίστας των Beatles, που είναι πλέον το ένα από τα δύο εναπομείναντα εν ζωή, μαζί με τον Ρίνγκο Σταρ, μέλη της ιστορικής μπάντας (ο Τζον Λένον δολοφονήθηκε το 1980 και ο Τζορτζ Χάρισον πέθανε το 2001 από μεταστατικό καρκίνο), πέρα από την πλούσια και εντυπωσιακή μουσική του καριέρα, έχει καταπιαστεί και με πολλούς άλλους τομείς της τέχνης και της δημιουργίας. Έχει γράψει πολλά βιβλία, ανάμεσά τους και βιβλία για παιδιά, το πρώτο από το οποίο ήταν το High In The Clouds (Ψηλά στα σύννεφα) το 2005. Γεννημένος το 1942 στο Λίβερπουλ, συμμετείχε για πρώτη φορά σε μουσικό συγκρότημα σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών, μαζί με τον Τζον Λένον, με τον οποίο λίγα χρόνια αργότερα αποτέλεσε ένα από τα πιο διάσημα και επιτυχημένα ντουέτα τραγουδοποιών όταν οι Beatles καθιερώθηκαν και επίσημα σαν μπάντα. Ο Πολ είναι ίσως ο πιο γνωστός αριστερόχειρας μουσικός, και μάλιστα παίζει κιθάρα και μπάσο ακόμα και χωρίς να αντιστρέφει τη σειρά των χορδών, όπως κάνουν συνήθως όσοι παίζουν έγχορδα με το αριστερό χέρι. Είναι βιρτουόζος μουσικός – έχει έναν πολύ «δικό του» τρόπο να παίζει μπάσο, που κάνει τον ήχο του να είναι αμέσως αναγνωρίσιμος – και η έκταση της φωνής του ξεπερνάει τις τέσσερις οκτάβες. Πολυτάλαντος και συνεχώς ανήσυχο πνεύμα, είχε από την παιδική του ηλικία ακόμα αγαπήσει τις τέχνες και αναδείκνυε συχνά το ταλέντο του μέσα από καλλιτεχνικές δραστηριότητες και έργα οπτικού κυρίως χαρακτήρα, για πολλά από τα οποία είχε διακριθεί. Μεταξύ άλλων, ζωγραφίζει, γράφει σενάρια, έχει συμμετάσχει στη δημιουργία ταινιών κινουμένων σχεδίων, ενώ είναι και ακτιβιστής, ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος σε θέματα οικολογίας, κάνει φιλανθρωπίες και υποστηρίζει τα δικαιώματα των ζώων.

Τη Μαγική Πυξίδα την εμπνεύστηκε από τα εγγόνια του – ο πρωτότυπος τίτλος μάλιστα είναι Hey Grandude!, λογοπαίγνιο που προέρχεται από τη μείξη των λέξεων grandad (παππούς) και dude (φιλαράκος, «μάγκας»), όπως εκείνα συνηθίζουν να τον φωνάζουν. Σε μια παραλλαγή, τον παππού του βιβλίου τον φωνάζουν τα εγγόνια του «αρχηγό», κι εκείνος τα φωνάζει «μάγκες». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αγγλικός τίτλος είναι και μια αφιερωματική αναφορά στο διάσημο τραγούδι Hey Jude που ο ίδιος ο Πολ είχε γράψει το 1968 για τον γιο του Τζον Λένον, Τζούλιαν. Ο χαρακτήρας του Έντουαρντ Μάρσαλ, του ιδιόρρυθμου, αντισυμβατικού παππού, γεννήθηκε στο μυαλό του Πολ με τη μορφή ενός συνταξιούχου χίπη που ζει απίθανες περιπέτειες με τα εγγόνια του. «Τον φαντάστηκα σαν έναν εκκεντρικό γεράκο», έχει πει σε συνέντευξή του ο ΜακΚάρτνεϊ. «Έχει γκρίζα γενειάδα, μια κοτσιδούλα, και είναι κάπως τρελούτσικος. Φοράει καπελάκι και γραβάτα. Κι έχει κι αυτή τη μαγική πυξίδα, που την τρίβει και μπορεί να σε πάει οπουδήποτε». Ο παππούς τρίβει την πυξίδα, όπως ο Αλαντίν το λυχνάρι, και είναι θέμα χρόνου να αρχίσει το παραμύθι και το μαγικό ταξίδι. «Της βελόνας η πυξίδα θα γυρίσει / περιπέτεια μαγική θα ξεκινήσει». Τόσο απλά, τόσο εύκολα. Κάθε περιπέτεια όμως έχει και τις απρόβλεπτες στιγμές της, κι έτσι τα παιδιά κάποια στιγμή αναζητούν την ασφάλεια και τη θαλπωρή του σπιτιού. Ο Πολ λέει ότι ο παππούς με τη μαγική πυξίδα δεν είναι ένας ένας χαρακτήρας που τον εμπνεύστηκε από τον εαυτό του, αφού ο ίδιος δεν έχει μαγικές δυνάμεις. Ωστόσο, η δύναμη της τέχνης είναι από μόνη της μαγική, και υπό αυτή την έννοια, κι εκείνος ως καλλιτέχνης είναι και λίγο μάγος.

15 January 2020

Ted Hughes: Ο σιδερένιος γίγαντας

Ένας σιδερένιος γίγαντας εμφανίζεται ξαφνικά σ’ ένα μικρό χωριό χωρίς κανείς να ξέρει ούτε την προέλευσή του ούτε τι ακριβώς είναι. Αρχίζει να καταβροχθίζει ό,τι μεταλλικό ή σιδερένιο αντικείμενο βρει μπροστά του, εξαφανίζοντας από μικροσκοπικά εξαρτήματα και εργαλεία μέχρι ολόκληρα τρακτέρ. Απελπισμένοι αλλά και τρομοκρατημένοι, οι κάτοικοι αποφασίζουν να παγιδέψουν τον γίγαντα και να τον φυλακίσουν σε ένα λαγούμι που έσκαψαν ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, όμως εκείνος καταφέρνει να βγει έξω και να συνεχίσει το αδηφάγο έργο του. Τότε ο μικρός Χόγκαρθ πείθει τους συντοπίτες του να αλλάξουν τακτική, και αντί για εχθρό να τον αντιμετωπίσουν σαν φίλο. Αυτή η καινούρια στρατηγική φαίνεται να έχει αποτέλεσμα, κι έτσι η ηρεμία αποκαθίσταται στο χωριό με τον γίγαντα να συνυπάρχει αρμονικά με τους ντόπιους. Μέχρι που κάνει την εμφάνισή του ένας ακόμα πιο μεγάλος και επικίνδυνος εχθρός, ένα τεράστιο φτερωτό πλάσμα με καταστροφικές διαθέσεις. 

Ο «Σιδερένιος γίγαντας» του σπουδαίου Βρετανού ποιητή Τεντ Χιουζ είναι μια αλληγορική ιστορία, ένα μοντέρνο παραμύθι που συνδυάζει το ρεαλιστικό στοιχείο με την μυθοπλασία του φανταστικού, τοποθετώντας τη δράση σε ένα οικείο σκηνικό, ένα απλό, συνηθισμένο χωριό, το οποίο απειλείται ξαφνικά από εισβολείς οι οποίοι μοιάζουν να έρχονται από έναν άλλο κόσμο. Αρχικά ο γίγαντας, ένα αλλόκοτο μεταλλικό πλάσμα, ένα θεόρατο ρομπότ, το οποίο είναι ασταμάτητο και αχόρταγο, και στη συνέχεια το φτερωτό πλάσμα, ένας «νυχτεριδοαγγελόδρακος», όπως τον λέει χαρακτηριστικά ο Χιουζ, που έρχεται από το διάστημα και καλύπτει τον κόσμο με τρομακτικό σκοτάδι, θέτουν σε κίνδυνο την ευημερία των ανθρώπων. 

Αδύναμοι μπροστά στους δύο αυτούς εχθρούς, οι κάτοικοι του χωριού αναζητούν απεγνωσμένα έναν τρόπο για να τους αντιμετωπίσουν και να καταφέρουν να επιβιώσουν. Με τον γίγαντα βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση χάρις στον μικρό Χόγκαρθ και έρχονται σε λογαριασμό. Το εκφοβιστικό ρομπότ θέλει απλώς να καταβροχθίζει μεταλλικά και σιδερένια αντικείμενα, και τότε δεν πειράζει κανέναν. Φροντίζουν λοιπόν να το προμηθεύουν τακτικά με την ασυνήθιστη τροφή του, και καταφέρνουν έτσι να ζουν ειρηνικά μαζί του, χωρίς να φοβούνται πια. Με το πλάσμα από το διάστημα, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Αν ο σιδερένιος γίγαντας ήταν μια φορά άγνωστος και απρόβλεπτος, ο νυχτεριδοαγγελόδρακος είναι μια πολυσύνθετη απειλή την οποία το ανθρώπινο μυαλό αδυνατεί να συλλάβει. Το τερατόμορφο πλάσμα από το διάστημα απειλεί να αφανίσει όλο τον πλανήτη. Βυθίζει τον κόσμο στο σκοτάδι και ο χρόνος αρχίζει να μετράει αντίστροφα. 

Ο Τεντ Χιουζ έγραψε το παραμύθι του «Σιδερένιου γίγαντα» το 1968, πέντε χρόνια μετά την αυτοκτονία της συζύγου του, ποιήτριας Σίλβια Πλαθ, για να το διαβάζει στα παιδιά του πριν κοιμηθούν. Ωστόσο τέτοιου είδους διαχρονικές ιστορίες, γραμμένες από τόσο σημαντικούς λογοτέχνες που το έργο τους δεν υπόκειται σε κατηγορίες, απευθύνονται σε όλες τις ηλικίες, καθώς ο καθένας, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσές του, μπορεί να τις ερμηνεύσει με πολλούς και διάφορους τρόπους. Κάποιος μπορεί να δει τον «Σιδερένιο γίγαντα» σαν ένα φουτουριστικό παραμύθι, άλλος σαν μια ιστορία φαντασίας με ρομπότ και δράκους. Ουσιαστικά όμως αυτή η παράξενη και ιδιοφυής σκοτεινή ιστορία είναι γεμάτη με συμβολισμούς – μια σύγχρονη παραβολή για τον πόλεμο, την βιομηχανοποίηση των πάντων, την καταστροφή του περιβάλλοντος. Μπορεί να έχει αισιόδοξη κατάληξη, όμως τα θέματα που θίγει και τα μηνύματα που αφήνει είναι ιδιαίτερα ζοφερά. Δεν είναι τυχαίος, άλλωστε, και ο υπότιτλός της, «Μια ιστορία σε πέντε νύχτες», που  υπενθυμίζει συνεχώς αυτό ακριβώς και προμηνύει το σκοτάδι που καλύπτει τον κόσμο όταν εμφανίζεται το πλάσμα από το διάστημα. Αυτό, με τη σειρά του, μοιάζει ανίκητο, άτρωτο και παντοδύναμο. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το κάνει έστω και λίγο να υποχωρήσει. Μήπως όμως τελικά όλα είναι θέμα στρατηγικής; Ακόμα κι έτσι όμως, μέχρι πότε θα μπορεί κανείς να ελίσσεται για να βρίσκει αναίμακτες λύσεις σε προβλήματα τέτοιου μεγέθους; 

Στην εποχή μας, που η καταστροφή του φυσικού κόσμου αλλά και η εμμονή για κυριαρχία και εξουσία έχουν πάρει τόσο μεγάλες και ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η ιστορία του Τεντ Χιουζ είναι απίστευτα επίκαιρη, ακόμα και αν έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από τότε που γράφτηκε. Συγκινεί, προβληματίζει, γοητεύει, πάνω απ’ όλα όμως είναι απολαυστική και συναρπαστική σαν αφήγηση – σε πολύ ωραία μετάφραση, σε αυτή την πραγματικά πανέμορφη έκδοση, της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη. Ο Κρις Μολντ, βραβευμένος και πολυπράγμων εικονογράφος, παίζει με το μπλε και το χρώμα της σκουριάς, στήνοντας μελαγχολικές εικόνες που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μοιάζουν να ανήκουν σε ένα μέρος όπου αδυνατεί να φτάσει το φως του ήλιου. Πού και πού ανάμεσα στις σελίδες, έχουμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε την καταπράσινη εξοχή προτού κυριαρχήσει και πάλι το μουντό ημίφως.

Το 1993 ο Χιουζ έγραψε την «Σιδερένια γυναίκα», μια ιστορία όπου εμφανίζεται και πάλι ο μικρός Χόγκαρθ, και που αποτελεί τη συνέχεια του «Σιδερένιου γίγαντα», με έμφαση ωστόσο εκεί στο κομμάτι της οικολογικής καταστροφής που έχει προκληθεί από τους ίδιους τους ανθρώπους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στον «Σιδερένιο γίγαντα» βασίστηκε το ομώνυμο ροκ μιούζικαλ του Πιτ Τάουνσεντ, κιθαρίστα του συγκροτήματος The Who, που κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1989 και ανέβηκε στο βρετανικό θέατρο Γιανγκ Βικ το 1993, καθώς και η ταινία επιστημονικής φαντασίας κινουμένων σχεδίων του Μπραντ Μπερντ με τον ίδιο τίτλο, το 1999. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020

31 December 2019

Corrinne Averiss: Το δικό μου αστέρι

Με γλυκύτητα και ευαισθησία, η Κορίν Έιβερις, συγγραφέας γνωστή για τα τρυφερά και χαρούμενα βιβλία για παιδιά που γράφει τα τελευταία χρόνια, μπαίνει στο “Δικό μου αστέρι” στον ρόλο μιας μικρούλας που βρίσκει μια νύχτα ένα αστεράκι που έχει πέσει από τον ουρανό κι έχει χάσει όλη του τη λάμψη. Η μικρή αφηγείται με ενθουσιασμό πώς το περιμάζεψε, το φρόντισε, και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να γίνει το αστεράκι καλά. Η ζωή της γεμίζει με διάφορες ασχολίες και δραστηριότητες που έχουν κέντρο το αστέρι, γιατί εκείνο είναι που τώρα έχει ανάγκη και έχει γίνει η απόλυτη προτεραιότητά της. Το καθαρίζει, του γιατρεύει τις πληγές, του διαβάζει παραμύθια. Κάποια στιγμή το αστεράκι γίνεται καλά και οι δυο τους είναι πια αχώριστοι. Αρχίζει τότε κι εκείνο να μαθαίνει στη μικρή διάφορα πράγματα για τη ζωή του στον ουρανό. Με τον καιρό, οι συνήθειές του αλλάζουν. Κοιμάται την ημέρα και ξυπνάει τη νύχτα για να φωτίσει με τη λάμψη του το σκοτάδι, καθώς τότε είναι στο στοιχείο του. Σιγά σιγά η μικρή καταλαβαίνει πως μάλλον ήρθε η ώρα να αποφασίσει το αστεράκι αν ήθελε να μείνει μαζί της ή να επιστρέψει στον ουρανό. Αφήνει λοιπόν το παράθυρό της ανοιχτό για να δει τι θα γίνει.

Το ύφος της Κορίν Έιβερις είναι ανεπιτήδευτα ποιητικό, με μια ηθελημένη παιδική γλυκύτητα, κάτι που τονίζεται ακόμα περισσότερο από τις τρυφερές, πολύχρωμες ζωγραφιές της Ρόζαλιντ Μπίρντσο, όπου το κοριτσάκι απεικονίζεται στον μικρόκοσμό του που μοιάζει να έχει βγει από παραμύθι. Στις εικόνες εναλλάσσεται το φως με το σκοτάδι, με το αστεράκι να είναι παντού μια μόνιμη πηγή φωτός, προδιαθέτοντας για τη συνέχεια, οπότε θα αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση στη ζωή του παιδιού. 

Πολλά είναι τα μηνύματα που περνούν αβίαστα μέσα από την όμορφη αυτή ιστορία, πολλά είναι και τα συναισθήματα. Η μικρή πρωταγωνίστρια βρίσκει το αστεράκι τραυματισμένο, μακριά από το φυσικό του περιβάλλον. Το παίρνει μαζί της για να το φροντίσει – μια πράξη αλληλεγγύης που στην πραγματικότητα, δυστυχώς, δεν είναι πάντα αυτονόητη. Τονίζεται όμως έτσι η μεγάλη αξία και σημασία της, χωρίς καμία διάθεση κηρύγματος ή διδακτισμού. Το παιδί είδε το χτυπημένο αστεράκι και θέλησε αυθόρμητα να του προσφέρει βοήθεια. Το αστεράκι, έχοντας χάσει τις δυνάμεις του από ό,τι ήταν αυτό που το έκανε να πέσει από τον ουρανό και να χτυπήσει, αρχίζει να ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα στη θαλπωρή που του προσφέρει η αγάπη της μικρής. Στη συνέχεια, έχοντας αποκτήσει και πάλι τη λάμψη του, παραμένει κοντά στο κοριτσάκι και του κρατάει συντροφιά. Εδώ έρχεται στο προσκήνιο η φιλία και, κατ’ επέκταση, τα θετικά συναισθήματα που έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τους ανθρώπους. Το κοριτσάκι δένεται με το αστέρι, το οποίο όμως δεν ανήκει στη γη και αναπόφευκτα θα έρθει η ώρα να γυρίσει στον δικό του κόσμο. Τι γίνεται λοιπόν όταν αναγκαστικά θα πρέπει να αποχωριστούμε κάποιον που αγαπάμε πολύ; 

Μέσα από τέτοιου ύφους και είδους αλληγορικά παραμύθια, που είναι γραμμένα απλά αλλά γεμάτα λυρισμό, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με έννοιες και συναισθήματα που είναι πολύ σημαντικά για τις κοινωνικές σχέσεις και την μετέπειτα ζωή τους. Μπορούν εύκολα να ταυτιστούν με το παιδί που έχει τον ρόλο του πρωταγωνιστή – στη συγκεκριμένη περίπτωση και του αφηγητή – ενώ η ιδιαίτερα έντονη παρουσία της φύσης – που εδώ εκπροσωπείται από το αστέρι – ευαισθητοποιεί διακριτικά για την αρχή της συνειδητοποίησης ότι δεν είμαστε μόνοι μας πάνω στη Γη. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2019

17 December 2019

«Science Bob» Pflugfelder – Steve Hockensmith: Νικ και Τέσλα: Αφηνιασμένος ρομποστρατός

Ο Νικ και η Τέσλα είναι δύο δίδυμα αδέλφια που καταπιάνονται με τεχνολογικές κατασκευές. Είναι οι δυο τους λίγο σαν τον Άνγκους ΜακΓκάιβερ, τον ήρωα της διάσημης τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του ’80, ο οποίος κατασκεύαζε γκατζετάκια για διάφορες χρήσεις με ό,τι έβρισκε γύρω του. Η παρατηρητικότητα και η εξυπνάδα τους δεν περιορίζονται μόνο σε θέματα επιστημονικά, αλλά τους δίνουν συχνά το έναυσμα για να ασχοληθούν ερασιτεχνικά με την αστυνομική έρευνα. Στην περιπέτεια Αφηνιασμένος ρομποστρατός μπλέκονται σε μια περίπλοκη ιστορία μυστηρίου που εκτυλίσσεται στην πόλη τους, καθώς στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν έναν φίλο τους έρχονται αντιμέτωποι με μια σειρά περίεργων ληστειών σε διάφορα καταστήματα. Στο μεταξύ ο ο Νιουτ, θείος τους και εκκεντρικός επιστήμονας, φαίνεται ιδιαίτερα γοητευμένος από τη Χιρόκο, τη νέα ιδιοκτήτρια της Καλύβας των Θαυμάτων, ενός μαγαζιού γεμάτου τεχνολογικούς θησαυρούς παντός είδους, το οποίο τα δύο αδέλφια επισκέπτονται συχνά. Ο Νικ και η Τέσλα, με τη βοήθεια των φίλων τους, ρίχνονται στην έρευνα και ανακαλύπτουν πράγματα και θαύματα, αποφασισμένοι να φτάσουν στη λύση του μυστηρίου.

Ο Αφηνιασμένος ρομποστρατός είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς των Μπομπ Πφλαγκφέλντερ και Στιβ Χόκενσμιθ «Νικ και Τέσλα». Ο Μπομπ Πφλαγκφέλντερ είναι δάσκαλος Φυσικής, αλλά και διάσημη τηλεπερσόνα με συχνές συμμετοχές σε τηλεοπτικές εκπομπές όπως το σόου του Τζίμι Κίμελ, όπου μοιράζεται με το κοινό το πάθος του για τις επιστήμες. Ο Στιβ Χόκενσμιθ είναι συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου, ενώ είναι ίσως περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματα τρόμου – παρωδίες που έχει γράψει, βασισμένα στην Περηφάνια και προκατάληψη της Τζέιν Όστεν. Στη σειρά των βιβλίων «Νικ και Τέσλα», που απευθύνεται σε παιδιά 9 έως 12 ετών, επιχειρούν μια πρωτότυπη και χιουμοριστική προσέγγιση των επιστημών, με σκοπό την εξοικείωση των μικρών αναγνωστών με τα συναρπαστικά αυτά θέματα. Κάτι που, εκ των πραγμάτων, επιτελείται αρκετά εύκολα, καθώς η γοητεία που ασκεί σε τόσο πολύ κόσμο –και ιδιαίτερα στα παιδιά– η επιστήμη δεν είναι τυχαία. Η παρατήρηση του κόσμου γύρω μας οδηγεί συχνά σε συναρπαστικές ανακαλύψεις, κάτι που κεντρίζει σχεδόν πάντα το ενδιαφέρον των παιδιών τόσο σαν δραστηριότητα όσο και σαν γνώση.

Στις διασκεδαστικές ιστορίες μυστηρίου όπου πρωταγωνιστούν, οι δύο μικροί ήρωες έχουν την ευκαιρία να φτιάξουν ευρηματικές κατασκευές, τις οποίες χρησιμοποιούν στις περιπέτειές τους. Οι κατασκευές αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στα βιβλία σε ξεχωριστές ενότητες που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, και καθώς φτιάχνονται συνήθως με αντικείμενα που μπορεί κανείς να βρει γύρω του ή να προμηθευτεί πολύ εύκολα, οι μικροί αναγνώστες μπορούν κι εκείνοι με τη σειρά τους, ακολουθώντας προσεκτικά τις οδηγίες, να φτιάξουν κάτι αντίστοιχο. Άλλωστε και οι πρώτες εφευρέσεις και ανακαλύψεις ξεκίνησαν από απλά ερεθίσματα του φυσικού κόσμου και του περιβάλλοντος, και μελετήθηκαν στη συνέχεια, στα αρχικά τους στάδια, με πειράματα που βασίζονταν στη χρήση απλών και βασικών υλών.

Έχει ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη σειρά η σημειολογία των ονομάτων, τα οποία δεν έχουν επιλεγεί τυχαία. Ο Νικ και η Τέσλα έχουν δανειστεί τα ονόματά τους από τον σπουδαιότερο επιστήμονα της σύγχρονης ιστορίας, τον Νίκολα Τέσλα, στον οποίο χρωστάμε τη συντριπτική πλειονότητα των τεχνολογικών εφευρέσεων και ανακαλύψεων που ακόμα και σήμερα διευκολύνουν την καθημερινότητά μας, που ο περισσότερος κόσμος αγνοεί ότι οφείλονται σε εκείνον ή που αποδίδονται σε άλλους. Ο Τέσλα ήταν μια αδικημένη μεγαλοφυΐα, ένα σπάνιο επιστημονικό μυαλό. Είναι καλό τα παιδιά να μαθαίνουν γι’ αυτόν, με οποιονδήποτε τρόπο και οποιοδήποτε μέσο και να τους δίνεται κίνητρο να ψάξουν και να μάθουν μόνα τους ακόμα περισσότερα πράγματα. Ο θείος Νιουτ, από την πλευρά του, παραπέμπει στον Νεύτωνα (Νιούτον). Είναι ο κλασικός τρελούτσικος επιστήμονας που δεν χωράει στον εαυτό του και κυριολεκτικά ζει ανάμεσα στα παμπάλαια μηχανήματα και τους σωρούς από εξαρτήματα με τα οποία κατασκευάζει τις απίθανες εφευρέσεις του. Όλα αυτά βέβαια είναι μέσα στο βιβλίο δοσμένα με χιούμορ, Pflugfelder Hockensmithκαι με τέτοιον τρόπο ώστε να τραβήξουν και να κρατήσουν το ενδιαφέρον και την περιέργεια των παιδιών τονίζοντας παράλληλα, σε ένα δεύτερο επίπεδο, τη σπουδαιότητα των επιστημών στον σύγχρονο κόσμο.

Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν και τα βιβλία Επικίνδυνο εργαστήριο υψηλής τάσης, Γκατζετομάχη μυστικών πρακτόρων και Γάντι σούπερ σάιμποργκ.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2019

9 December 2019

Barbara Cantini: Μορτίνα και ο ξινός ξάδελφος

Η Μορτίνα, το αξιολάτρευτο κοριτσάκι – ζόμπι, επιστρέφει για μία ακόμη περιπέτεια στην Ξεπεσμένη Έπαυλη, το στοιχειωμένο αρχοντικό όπου ζει με τους αλλόκοτους θείους, τα ασυνήθιστα κατοικίδια, και τα φαντάσματα συγγενών από το μακρινό παρελθόν. Τη Μορτίνα την είχαμε γνωρίσει στο πρώτο βιβλίο της σειράς της Ιταλίδας συγγραφέα και εικονογράφου Μπάρμπαρα Καντίνι, με τίτλο Μια ιστορία για να πεθάνεις από τα γέλια.  Επιφανειακά έμοιαζε σαν ένα πλάσμα ασύμβατο με τον κόσμο όπως τον ξέρουμε, στην πραγματικότητα ωστόσο ήταν απλώς ένα παιδί που ήθελε να ζήσει μια κανονική ζωή παρέα με τους φίλους της. Κατάφερε τελικά να επιβάλει την ιδιαιτερότητα της εμφάνισής της – τη χλωμάδα, τα βαθουλωτά μάτια, ακόμα και το παράξενο ντύσιμό της που παρέπεμπε σε άλλες εποχές, παλιές ή παραμυθένιες – και απέκτησε μια μεγάλη παρέα, χωρίς να αναγκάζεται πλέον να υποκρίνεται ότι ήταν κάτι άλλο από αυτό που υπαγόρευε η ομολογουμένως ιδιότυπη φύση της. 

Στον Ξινό Ξάδελφο, την βρίσκουμε μια απλή καθημερινή μέρα στην Ξεπεσμένη Έπαυλη, όπου ενώ η θεία της μιλάει στον Φλύαρο Κισσό, μια εντυπωσιακή πρασινάδα που μεγαλώνει όταν ακούει κολακευτικά λόγια, εκείνη δέχεται την επίσκεψη ενός άγνωστου ξαδέλφου, του Διλβέρτου, ο οποίος έχει λάβει πρόσλκηση από τη θεία – κάτι που η Μορτίνα αγνοεί εντελώς. Ο Διλβέρτος είναι, φυσικά, κι αυτός ζόμπι, όμως δεν έχει τίποτα κοινό με τη Μορτίνα – είναι άλλο στιλ τύπου και χαρακτήρα: σνομπ, φαντασμένος, και ελαφρώς ξινισμένος. Ενώ η Μορτίνα απορεί για την αναπάντεχη άφιξη του μυγιάγγιχτου ξαδέλφου και ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να βρει τη θεία της πουθενά μέσα στο αρχοντικό, αρχίζουν σιγά σιγά να καταφθάνουν και οι φίλοι της, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν κι αυτοί μια ανάλογη πρόσκληση για να επισκεφθούν την έπαυλη. Η υπόθεση εξελίσσεται σε μια μυστηριώδη αναζήτηση μέσα στο στοιχειωμένο σπίτι, ενώ στην πορεία εξαφανίζεται και η Τερέζα, μία από της φίλες της Μορτίνα. Τι μπορεί άραγε να συμβαίνει στην Ξεπεσμένη Έπαυλη; Και τι σχέση έχει ο ξινός ξάδελφος με όλα αυτά;

Η Μπάρμπαρα Καντίνι επιλέγει ένα ιδιαίτερα δημοφιλές φανταστικό πλάσμα, το ζόμπι, το οποίο είναι συνδυασμένο με ιστορίες τρόμου, και το προσαρμόζει στα ανθρώπινα μέτρα, χρησιμοποιώντας το σαν ένα σύμβολο για όποιο άτομο μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο ξεχωρίζει για οποιονδήποτε λόγο και με οποιονδήποτε τρόπο. Θέτει το σύμβολο αυτό μέσα σε ένα περιβάλλον που μπορεί να φαίνεται, και να είναι, ιδιόρρυθμο, όμως στην ουσία είναι μία εξογκωμένη, και δοσμένη με μαύρο χιούμορ και φαντασία, εκδοχή μιας οικογένειας με όλες τις παραξενιές και τις ιδιομορφίες της.

Σε μια αναλογία, όπως στην πρώτη ιστορία η Μορτίνα ήταν, τρόπον τινά, το «μαύρο πρόβατο», τώρα στον Ξινό Ξάδελφο έρχεται η σειρά της να μπει στη θέση των πολλών και να ξεκινήσει, άθελά της, την γνωριμία της με τον Διλβέρτο με μια μικρή δόση προκατάληψης. Μπορεί η Μορτίνα να είναι ένα παιδί αντισυμβατικό σε σχέση με τον στερεοτυπικό κοινωνικό περίγυρο, όμως ο ξάδελφός της δείχνει να είναι υπερβολικά ιδιόρρυθμος, ακόμα και για τα δικά της ανατρεπτικά δεδομένα. Ουσιαστικά δηλαδή, κανείς δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλον – ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, και δεν είναι απαραίτητο ότι μια ιδιότητα ή ένα χαρακτηριστικό που ξεπερνούν τα όρια του «κανονικού» είναι στοιχεία αρνητικά. Κάτι που μας φαίνεται οικείο, είναι επειδή το έχουμε συνηθίσει, όχι επειδή είναι ή θεωρείται αποδεκτό. Σε αντίθεση βέβαια με τη Μορτίνα, η οποία ένιωθε αρχικά ανασφάλεια για την ιδιαιτερότητά της και αυτό λειτουργούσε αποτρεπτικά στο να κοινωνικοποιηθεί, ο Διλβέρτος εμφανίζεται στο προσκήνιο γεμάτος αυτοπεποίθηση, χωρίς να αναζητά τρόπους να προσαρμοστεί.

Οι περιπέτειες της Μορτίνα είναι πολύ ξεχωριστές ιστορίες για παιδιά, ωστόσο με το εμπνευσμένο, λεπτό τους χιούμορ απευθύνονται σίγουρα και σε ενήλικες και πιο ψαγμένους αναγνώστες, οι οποίοι μπορούν να παρατηρήσουν έξυπνες λεπτομέρειες στις φιλοτεχνημένες από την ίδια την Μπάρμπαρα Καντίνι πολύχρωμες και πανέμορφες ζωγραφικές συνθέσεις που κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου (για παράδειγμα, τα ψιλά γράμματα της σημείωσης που συνοδεύει μια φωτογραφία του Έντγκαρ Άλαν Πόε και λέει «ο ξάδελφος Έντγκαρ»). Η Μπάρμπαρα Καντίνι δημιουργεί έναν κόσμο όπου το φαντασιακό στοιχείο γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, μέσα όμως από χαριτωμένες, διασκεδαστικές καταστάσεις σχολιάζει θέματα απολύτως ρεαλιστικά, όπως είναι η διαφορετικότητα και η αποδοχή της, ή η συνειδητοποίηση ότι τα φαινόμενα απατούν πολλές φορές και ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ διαφορετική απ’ ό,τι φαίνεται.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2019

1 November 2019

Oliver Jeffers: Βρισκόμαστε εδώ

Ο Όλιβερ Τζέφερς, Βορειοϊρλανδός συγγραφέας και εικονογράφος, γεννήθηκε στην Αυστραλία το 1977 και ζει στο Μπρούκλιν των Ηνωμένων Πολιτειών όπου και εργάζεται. Έχει γράψει και εικονογραφήσει πολλά βιβλία για παιδιά, ενώ ως εικονογράφος έχει συνεργαστεί και με πολλούς άλλους συγγραφείς. Έχει λάβει σημαντικές διακρίσεις και βραβεία για τη δουλειά του, σχεδόν από το ξεκίνημα της καριέρας του, ενώ πολλές φορές έχει περάσει σε ανάλογες βραχείες λίστες. Εκτός από την εικονογράφηση, ασχολείται και με άλλα είδη γραφικών τεχνών, όπως ζωγραφική, κολάζ,  γλυπτική, κινούμενα σχέδια, τρισδιάστατα φιλμάκια, εικαστικές εγκαταστάσεις καθώς και με τη δημιουργία οπτικού υλικού για βίντεο κλιπς και τον σχεδιασμό εξωφύλλων για μουσικά άλμπουμς. Η θεματολογία της ζωγραφικής του ειδικότερα έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς ανάμεσα στα έργα του θα βρούμε από φωτορεαλιστικές εικόνες και πορτρέτα μέχρι κλασικότροπους πίνακες με ανατροπές στις λεπτομέρειες που εκπλήσσουν, και πίνακες με εικόνες καταστροφής, ιδωμένες ωστόσο με μια αναπάντεχη οπτική που κεντρίζει το ενδιαφέρον με την πρώτη ματιά.

Tη δημιουργία του βιβλίου «Βρισκόμαστε εδώ: Σημειώσεις για τη ζωή στον πλανήτη Γη» την εμπνεύστηκε όταν γεννήθηκε ο γιος του, και θέλησε να του δώσει τις βάσεις για να κατανοήσει την αξία της ζωής πάνω στη Γη. Ένιωσε την ανάγκη να του αφηγηθεί, με πολύ απλά λόγια, τα πάντα σχετικά με ό,τι υπάρχει πάνω και γύρω από τον πλανήτη μας. Ξεκίνησε λοιπόν μαθαίνοντάς του το πιο βασικό απ’ όλα: ότι η Γη είναι ένας πλανήτης, ανάμεσα σε τόσους άλλους, και αποτελεί μέρος του ευρύτερου ηλιακού μας συστήματος. Στη συνέχεια προχώρησε στη γεωγραφία, τη στεριά, τη θάλασσα, τον ουρανό. Σειρά μετά είχε ο άνθρωπος, τα χαρακτηριστικά του, οι ανάγκες του, οι συνήθειές του, με ιδιαίτερη έμφαση στις πολλές και διαφορετικές εκδοχές του είδους μας – φύλα, φυλές, χρώματα, γλώσσες, εθνικότητες, παραδόσεις, επαγγέλματα, ιδιότητες. Στη συνέχεια πέρασε στο ζωικό βασίλειο, με ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία εκπροσώπων.

Όλα αυτά τα στοιχεία, ζωντανά και σημαντικά το καθένα με τον δικό του τρόπο, αποτελούν μέρη του συνόλου της Γης, όπου οι μέρες και οι νύχτες διαδέχονται η μία την άλλη, άλλοτε με αργούς και άλλοτε με γρήγορους ρυθμούς, ανάλογα με τους τόπους και τις εποχές. Οι εφευρέσεις, οι τέχνες, οι επιστημονικές ανακαλύψεις, βρίσκονται διαρκώς σε εξέλιξη, ωστόσο είναι άπειρα ακόμα όσα πρόκειται να ερευνηθούν στο μέλλον. Τίποτα όμως από αυτά δεν μπορεί να ευοδωθεί αν δεν υπάρχει αρμονική συνύπαρξη και συντροφικότητα. Καταλήγει λοιπόν ο αφηγητής, με τον διττό ρόλο του συγγραφέα και του πατέρα, ότι το παιδί πρέπει να μην ξεχνάει ποτέ ότι ζουν κι άλλοι άνθρωποι γύρω του, άνθρωποι με τους οποίους μπορεί να έρχεται σε συνεννόηση και να μαθαίνει από αυτούς.

Το ύφος της γραφής του Τζέφερς είναι αυτό μιας λιτής, ευθύγραμμης αφήγησης, η οποία θέτει ένα γενικό πλαίσιο όπου, χωρίς περιστροφές, τα νοήματα και τα μηνύματα του κειμένου παίρνουν τη θέση τους αρμονικά, με αμεσότητα και ευκρίνεια. Η ζωγραφική του άλλοτε καλύπτει ολόκληρες σελίδες με μικρότερες ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες γεμάτες χρώματα, και άλλοτε αφήνει χώρο στον φόντο, ο οποίος κυριαρχεί με ένα βασικό χρώμα όπως το μπλε ή το πράσινο, τραβώντας την προσοχή σε επιμέρους στοιχεία που εικονογραφούν ό,τι περιγράφει η εκάστοτε λεζάντα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές, οι φιγούρες ανθρώπων και ζώων, θυμίζουν παιδικές ζωγραφιές, φτιαγμένες με απλές γραμμές και σχήματα – ενώ επάνω τους, προσεκτικά τοποθετημένες λεπτομέρειες τούς δίνουν ταυτότητα και χαρακτήρα.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα σύντομο αλλά βασικό εγχειρίδιο για να κατανοήσουν τα πολύ μικρά παιδιά κάποιες σημαντικές αρχές της ζωής και της εξέλιξής της, μέσα από μια ιδιαίτερα ευχάριστη, απόλυτα κατανοητή πολύχρωμη διαδρομή στην οποία μπορούν να ανατρέχουν ξανά και ξανά, έχοντάς την σαν σημείο αναφοράς ακόμα και όταν θα ξεκινήσουν να εμβαθύνουν σε πιο εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Μπορεί να διαβαστεί από τους γονείς στα παιδιά, αλλά και απευθείας από τους μικρούς αναγνώστες, καθώς θα περιεργάζονται τις εικόνες, πρωτότυπες αλλά με έναν μοναδικό τρόπο οικείες και ευχάριστες, που πλαισιώνουν το κείμενο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/13081-vriskomaste-edo

18 October 2019

JIm Helmore & Richard Jones: Χάρτινα Αεροπλανάκια

Η απλότητα που χαρακτηρίζει, μέσα από μια πρώτη ανάγνωση, την ιστορία του Μπεν και της Μία στα «Χάρτινα Αεροπλανάκια», των δύο παιδιών που ζουν στην όχθη μιας μεγάλης λίμνης και είναι αγαπημένοι φίλοι, φέρνει προοδευτικά στην επιφάνεια σημαντικές αλήθειες ζωής. Η αθωότητα της παιδικής ηλικίας και η δύναμη της φαντασίας μπορούν να κάνουν θαύματα όταν μένουν αναλλοίωτες από τον χρόνο και την απόσταση, όπως μας δίνουν να καταλάβουμε με συγκινητική ευαισθησία οι δύο μικροί φίλοι που οι συνθήκες τους αναγκάζουν να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλον όταν η οικογένεια του Μπεν αποφασίζει να μετακομίσει. Ο αποχωρισμός από ένα αγαπημένο πρόσωπο σε μια τόσο τρυφερή ηλικία μπορεί να είναι κάτι οδυνηρό, ωστόσο έχοντας δημιουργήσει πολύτιμες αναμνήσεις αλλά και χειροπιαστά ενθύμια από την όμορφη φιλία τους, ο Μπεν και η Μία καταφέρνουν, έστω και νοερά, να είναι πάντα μαζί.

Τα «Χάρτινα Αεροπλανάκια» των Τζιμ Χέλμορ και Ρίτσαρντ Τζόουνς, σε μετάφραση της Αιμιλίας Γιασεμή, είναι ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο, από όλες τις απόψεις, βιβλίο για παιδιά – καλογραμμένο, όμορφο αισθητικά – από εκείνα όμως που με την δυναμική τους μπορούν να αγγίξουν αναγνώστες κάθε ηλικίας. Η φιλία, πάντα και σταθερά σε πρώτο πλάνο, αντικατοπτρίζεται στο παιχνίδι με τα χάρτινα αεροπλανάκια, την αγαπημένη απασχόληση του Μπεν και της Μία. Καθώς περνάει ο χρόνος, αρχίσει να διαμορφώνεται στο μυαλό των δύο παιδιών ένα κοινό όνειρο: να φτιάξουν ένα αεροπλανάκι που θα μπορέσει να πετάξει ως την αντίπερα όχθη της λίμνης. Μπαίνει δηλαδή η φιλία τους σε άλλη βάση, θέτοντας ακόμα πιο γερά θεμέλια για να γίνει σχέση ζωής. Μια σχέση που δοκιμάζεται όταν ο Μπεν μετακομίζει με την οικογένειά του πολύ μακριά. Τι μένει τότε λοιπόν για να κρατήσει ζωντανό το όνειρο της φιλίας; Τα χάρτινα αεροπλανάκια που έφτιαχναν όλα αυτά τα χρόνια, και κυρίως τα δύο που αντάλλαξαν σαν ενθύμιο όταν ήρθε η δυσάρεστη ώρα του αποχαιρετισμού.

Ωστόσο αυτό το ανεκτίμητο όνειρο της φιλίας χρειάζεται δύο ακόμη όνειρα για να διατηρηθεί: το κοινό όνειρο του Μπεν και της Μία για την κατασκευή του δικού τους, μοναδικού αεροπλάνου που θα μπορέσει να πετάξει πέρα από τη λίμνη, και ένα όνειρο κυριολεκτικό, που θα δει στον ύπνο της η Μία και θα της δώσει την απάντηση για το πώς θα μπορέσει να έχει πάντα δίπλα της τον Μπεν, έστω κι αν είναι μακριά. Και μήπως άραγε είχε ταυτόχρονα και ο Μπεν το ίδιο όνειρο; Γιατί κάπου σαν να φαίνεται ότι οι δυο τους συναντήθηκαν επιστρατεύοντας τη φαντασία τους, και πολύ σύντομα, ακολουθώντας τον δρόμο που τους υπέδειξαν τα όνειρα, θα καταφέρουν να βρουν έναν δίαυλο επικοινωνίας, ο οποίος, ταυτόχρονα, τους δίνει και το έναυσμα για να πραγματοποιήσουν το κοινό τους όνειρο. Η ζωή προσφέρει πολλά εναλλακτικά μονοπάτια, φτάνει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να αντιλαμβανόμαστε τα μηνύματα που μας στέλνει, όπως έγινε στην περίπτωση της Μία με το όνειρο που είδε. Στην πραγματικότητα, ήταν η ίδια που έδωσε τη λύση στον εαυτό της, μ’ έναν τρόπο λίγο πιο έμμεσο. Από εκεί και πέρα, η ζωή των δύο φίλων παίρνει μια νέα, ευχάριστη τροπή καθώς διαπιστώνουν ότι ακόμα και τα νοερά ταξίδια μπορούν να είναι αληθινά.

Σαν σε μια αναλογία με τους μικρούς ήρωές τους, ο Τζιμ Χέλμορ, που έγραψε την ιστορία, και ο Ρίτσαρντ Τζόουνς, που την έντυσε με την εικονογράφησή του, ένωσαν την ευαισθησία και την καλλιτεχνική τους έμπνευση δημιουργώντας ένα ονειρικό βιβλίο, όπως ήταν και το υπέροχο «Λευκό Λιοντάρι» τους, το οποίο επίσης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Το κείμενο, σύντομο και απλό αλλά διακριτικά «ανεβασμένο», βρίσκεται σε αρμονική συνομιλία με τις απαλές εικόνες, όπου κυριαρχούν οι αποχρώσεις του κόκκινου, του πράσινου και του μπλε, ενώ απουσιάζουν τα περιγράμματα, τονίζοντας έτσι ακόμα περισσότερο την αίσθηση του ονείρου και της αθωότητας.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/12993-helmore-hartina-aeroplanakia

26 July 2019

Ευγένιος Τριβιζάς: Το κουδούνι του τρόμου

Στο ογκώδες και αισθητικά εντυπωσιακό μυθιστόρημα «Το κουδούνι του τρόμου» του Ευγένιου Τριβιζά, βλέπουμε πώς μια ιστορία μυστηρίου μπορεί να μετουσιωθεί σε ένα παιχνίδι φαντασίας και να γίνει διασκεδαστικό παραμύθι. Αν απογυμνώσουμε την πλοκή από όλα αυτά τα στοιχεία που είναι απολύτως χαρακτηριστικά του ύφους του συγγραφέα – τις ευφάνταστες παρομοιώσεις, τους πανέξυπνους συνδυασμούς επιθέτων και ουσιαστικών, τις σουρεαλιστικές περιγραφές – έχουμε μια σχετικά απλή ιστορία με αθώους ήρωες, εμμονικούς κακούς και ατρόμητους αστυνομικούς. Μια ιστορία που, ιδωμένη από μια διαφορετική σκοπιά, μπορούσε να πάρει ακόμα και δραματικές διαστάσεις. Ωστόσο χάρη στην ευστροφία του Τριβιζά και την αστείρευτη φαντασία του, προωθείται εύστοχα το κωμικό στοιχείο, τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά εξογκώνονται, οι κίνδυνοι παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εκληφθούν σαν κάτι υπερβολικά θεαματικό για να είναι πραγματικό, ενώ μέσα από την περιπέτεια περνάνε με έξυπνο τρόπο μηνύματα σχετικά με συμπεριφορές που καλό είναι να αποφεύγουν τα παιδιά.

Ήρωας της ιστορίας είναι ο μικρός Νικολάκης Πιτσιρίμπος, ο οποίος σκαρφίζεται διάφορες ανώδυνες σκανταλιές γυρίζοντας από το σχολείο, προσπαθώντας να κάνει πιο διασκεδαστική αυτή τη βαρετή, καθημερινή διαδρομή. Μια αγαπημένη του συνήθεια είναι να χτυπάει τα κουδούνια των σπιτιών και στη συνέχεια να τρέχει και να κρύβεται, διασκεδάζοντας με τους αγανακτισμένους ιδιοκτήτες που αντιλαμβάνονται ότι κάποιος τους κάνει πλάκα καθώς δεν βλέπουν κανέναν έξω από την πόρτα τους. Μια μέρα όμως βρίσκει τον δάσκαλό του, όταν χτυπώντας ένα κουδούνι, το δάχτυλό του μένει κολλημένο εκεί. Απευθύνεται σε διάφορους περαστικούς, όμως κανείς δεν τον βοηθάει, είτε γιατί έχουν προηγούμενα μαζί του είτε γιατί εκμεταλλεύονται την κατάστασή του για δικό τους όφελος. Όταν κάποια στιγμή εμφανίζεται η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, γεμάτη ευγένεια και προθυμία να τον αποζημιώσει προσφέροντάς του γλυκίσματα, ξεκινάει η απίστευτη περιπέτεια του Νικολάκη, όπου εμπλέκεται ένα τσίρκο που είχε καεί στο παρελθόν, μια λεοπάρδαλη, δύο εκκεντρικές ηλικιωμένες αδελφές, ένας δαιμόνιος αστυνομικός, και πολλοί άλλοι χαρακτήρες και πλάσματα που συνδέονται μεταξύ τους σαν τις κουκίδες μιας μαγικής εικόνας.

Κι αυτό είναι, ουσιαστικά, το μυθιστόρημα του Τριβιζά: μια μαγική εικόνα. Η αρχή σε προϊδεάζει για κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που προκύπτει στη συνέχεια, αλλά καθώς τα διάφορα πρόσωπα μπαίνουν σιγά σιγά μέσα στην ιστορία, αρχίζουν και συσχετίζονται γεγονότα από το παρελθόν και ύποπτες δραστηριότητες του παρόντος χρόνου, και όλα αυτά έρχονται και δένουν με κάποιον τρόπο με τον ανυποψίαστο Νικολάκη. Ξεκινώντας από κάτι απλό και συνηθισμένο, όπως είναι μια αθώα σκανταλιά, πρακολουθούμε τον μικρό πρωταγωνιστή να μπλέκει σε όλο και μεγαλύτερα προβλήματα. Στην αρχή, είναι, μεταξύ άλλων, η γειτόνισσα και η συμμαθήτριά του που όχι μόνο αρνούνται να τον βοηθήσουν να ξεκολλήσει το δάχτυλό του από το κουδούνι επειδή δεν τους είχε φερθεί σωστά στο παρελθόν, αλλά τον εμπαίζουν κιόλας, η κάθε μία με τον τρόπο της. Ήδη λοιπόν ο Νικολάκης αρχίζει να μετανιώνει και για την τωρινή επιπολαιότητά του αλλά και για την προηγούμενή του συμπεριφορά. Στη συνέχεια, είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, που τον βοηθάει μεν, αλλά τον παίρνει μαζί της μέσα στο σπίτι όπου, με την αδερφή της, έχουν καταστρώσει ένα ανατριχιαστικό σχέδιο στο οποίο εκείνος κινδυνεύει να παίξει το ρόλο του θύματος. Καθώς μεγαλώνουν τα προβλήματα που προκύπτουν για τον ήρωα, μεγαλώνει και η επικινδυνότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Αργότερα, θα έρθει αντιμέτωπος με αδίστακτους κακοποιούς, οι οποίοι θα τον εκθέσουν σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο. Η εξέλιξη της ιστορίας γίνεται μεθοδικά, με τον συγγραφέα να εντάσσει κατά διαστήματα κι ένα καινούριο πρόσωπο στην υπόθεση. Ανοίγει έτσι ο κύκλος της δράσης, άρα η ιστορία γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.

Όλα αυτά αναπτύσσονται μέσα από ζωηρές περιγραφές που μοιάζουν να ακολουθούν τη φαντασία και τον τρόπο σκέψης του μικρού ήρωα. «Ο ήλιος έλαμπε σαν ένα μεγάλο αξεφλούδιστο πορτοκάλι πασπαλισμένο με χρυσόσκονη», λέει ο συγγραφέας – αφηγητής στις πρώτες σελίδες, δίνοντας το στίγμα της φαντασιακής ατμόσφαιρας που θα επικρατήσει σε όλη την ιστορία. Το παιδί αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του σύμφωνα με όσα μπορεί να κατανοήσει, είναι λογικό επομένως να βλέπει τον ήλιο σαν πορτοκάλι ή, όπως λέει σε κάποιο άλλο σημείο, το σύννεφο σαν «μισοφαγωμένο κουραμπιέ» - εικόνες οικείες για το παιδί που βρίσκουν αντιστοιχίες στο φυσικό περιβάλλον. Και σε ανάλογο κλίμα κινούνται οι περιγραφές σε όλο το βιβλίο, με εντυπωσιακούς και ενίοτε αναπάντεχους συνδυασμούς στοιχείων: «Τις προάλλες έγιναν τρεις κλοπές κασκόλ από σιφονιέρες, μία αρπαγή γκρανκάσας από συμφωνική ορχήστρα και δύο απαγωγές πεκινουά από κομμωτήριο σκύλων» (σ. 94) ή: «Φορούσε ανοιχτόχρωμο λινό κοστούμι με δίχρωμη ορχιδέα στην μπουτονιέρα, γαλάζιο γιλέκο ολοστόλιστο με άνθη λωτού και μικρά ζαφείρια για κουμπιά, και παντόφλες από δέρμα λευκού ζαρκαδιού αργυροκεντημένες με το καλλιγραφικό μονόγραμμά του» (σ. 220) και παρακάτω: «Με αυτά τα λόγια έκανε μεταβολή και χάθηκε μέσα σε ένα σύννεφο από πορτοκαλί λιγκουάλα και μπλε ελεκτρίκ τροπικές πεταλούδες.» (σ. 241)

Σε ανάλογο μοτίβο, η υπέροχη ασπρόμαυρη εικονογράφηση του Στίβεν Ουέστ θυμίζει παλιά βιβλία παραμυθιών, με λεπτές γραμμές, ατμοσφαιρικές φωτοσκιάσεις και έμφαση στις λεπτομέρειες. Βλέπουμε τα πρόσωπα να έχουν τονισμένα τα μάτια, παραπέμποντας στις μάσκες της Κομέντια ντελ άρτε, και τα πλούσια σκηνικά να αποδίδουν συναρπαστικά την ατμόσφαιρα του μυστηρίου και του ονείρου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/efivika/12600-koydoyni-tromoy

18 June 2019

Ανέστης Ποϊράζης: Φεγγαροπαιχνιδίσματα

Η καλλιτεχνική ψυχή πάντα ψάχνει τον τρόπο να εκφραστεί. Σε οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν βρεθεί, με όποια μέσα και αν διαθέτει, συνεχίζει την αναζήτηση και κάποια στιγμή βρίσκει τον δρόμο της. Ο μικρός Ντάνιελ ζει σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι κοιμούνται την ημέρα και επιδίδονται στις δραστηριότητές τους τη νύχτα. Είναι μια κατάσταση δεδομένη γι’ αυτούς και έχουν συνηθίσει σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής. Το σχολείο ξεκινά στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, τα πιο δημοφιλή λουλούδια για καλλιέργεια είναι τα νυχτολούλουδα, οι κάτοικοι σπάνια χρησιμοποιούν μέσα φωτισμού. Αγαπούν τον νυχτερινό ουρανό και έμβλημά τους είναι το φεγγάρι. Το μαγικό φεγγάρι, άλλοτε σαν μια χρυσαφένια φλούδα, άλλοτε σαν ένας φωτεινός κύκλος, είναι που, αρχικά, εμπνέει και τον Ντάνιελ για να φτιάχνει πολύχρωμα κολάζ, απεικονίζοντάς το σε όλες τις φάσεις του. Μέχρι που ένα βράδι ακούει μια υπέροχη μελωδία, που παίζει ένα βιολί. Το πόσο μπορεί κάτι τόσο απλό να αλλάξει τη ζωή του, είναι μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις που του επιφυλάσσει το μέλλον.

Θα σταθώ πρώτα στις ιδιαίτερες, πανέμορφες, εξαιρετικά ατμοσφαιρικές εικόνες του Κώστα Καρασαββίδη, που πλαισιώνουν την ιστορία, επισημαίνοντας ότι είναι σκόπιμο να καθίσει κανείς να τις παρατηρήσει ακούγοντας ταυτόχρονα το CD που συνοδεύει το βιβλίο. Το βιολί, που τόσο σημαντικό ρόλο θα παίξει στην ιστορία του Ντάνιελ, κυριαρχεί και στη μουσική η οποία άλλοτε κάνει μόνη της μια μελωδική διήγηση και άλλοτε συνομιλεί με την γλυκιά αφήγηση της Μαριάννας Ρούκαλη που εξιστορεί το παραμύθι. Οι εικόνες, σκόπιμα σκοτεινές, σαν βγαλμένες από μακρινό όνειρο, φωτίζονται από κίτρινες λεπτομέρειες που αναπαριστούν πηγές φωτός: τα φωτισμένα παράθυρα, τα φαναράκια στους δρόμους, το φεγγάρι και τα μικροσκοπικά αστέρια, τα ξανθά μαλλιά των ανθρώπων, ο φωτισμένος φεγγίτης. Οι νότες της μουσικής, έτσι όπως παράγονται από το βιολί, προσομοιάζουν όλα αυτά τα φωτεινά σημεία. Με άλλα λόγια, οι εικόνες είναι σαν να αναπαριστούν τον ήχο του βιολιού. Ή το αντίστροφο: σαν ο ήχος του βιολιού να αποδίδει με μουσική τις εικόνες.

Η ιστορία είναι απλή, γραμμένη με τρυφερότητα και ωραία γλώσσα. Λίγο ποιητική, λίγο ανατρεπτική, λίγο απρόβλεπτη, σαν τον ήρωά της. Ο Ντάνιελ φτάχνει συνεχώς κολάζ και πιστεύει ότι μ’ αυτή την πλευρά της τέχνης θα ασχολείται και στο μέλλον. Ωστόσο η ζωή τον διαψεύδει, κάνοντάς τον να στρέψει την προσοχή του σε ένα άλλο είδος καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Ανέστης Ποϊράζης ασχολήθηκε με τη μουσική και ίδρυσε το Ω2 Πρότυπο Μουσικό Εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη κάνοντας μια στροφή στη ζωή του – κάτι που, σε μια διαφορετική αναλογία, συμβαίνει και στον Ντάνιελ. Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει βάλει στον χαρακτήρα του Ντάνιελ στοιχεία τόσο από τον εαυτό του όσο και από τον Ντάνιελ Γκεοργκίεφ, τον μουσικό και βιολιστή από την Βουλγαρία, που έχει ντύσει με ονειρικές μελωδίες την ιστορία του συνονόματού του ήρωα. Το βιολί ακολουθεί τον Ντάνιελ στην εξέλιξη της ιστορίας του και η μουσική είναι ένα ακόμη φως στο σκοτάδι.

Τα “Φεγγαροπαιχνιδίσματα” είναι ένα βιβλίο καλαίσθητο, φτιαγμένο με ευαισθησία, που απευθύνεται πρωτίστως σε όσους αναζητούν τον δρόμο τους αλλά περνάει και ένα μήνυμα που αφορά όλους τους ανθρώπους σε σχέση με τις αλλαγές που μπορεί να έρθουν στη ζωή τους και τα ρίσκα που ενδεχομένως θα κληθούν να πάρουν. Η αλλαγή πορείας δεν θα πρέπει να μας τρομάζει, φτάνει να έχουμε τη δύναμη και την ικανότητα να τη διαχειριστούμε. Μια σταθερή αξία στη ζωή μας (θα μπορούσαμε να πούμε ότι, στην συγκεκριμένη ιστορία, τη συμβολίζει το φεγγάρι) είναι πάντα ένας άξονας που μας καθοδηγεί. Ο Ντάνιελ άκουσε την καρδιά του, ακολούθησε το μήνυμά της, και η απόφασή του τον δικαίωσε. Κάπως έτσι, πραγματοποιούνται πολλές φορές και τα πιο τολμηρά όνειρα.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούνιο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/12370-feggaropaixnidismata

2 May 2019

Clare Elsom: Οράτιος και Χάριετ (2 τίτλοι)

Η σειρά “Οράτιος και Χάριετ” είναι δημιούργημα της Βρετανίδας εικονογράφου και συγγραφέα Κλερ Έλσομ και απευθύνεται στους μικρούς αναγνώστες με σκοπό να τους κάνει να διασκεδάσουν, αλλά και να σκεφτούν, με τις απίθανες περιπέτειες δύο άκρως ασυνήθιστων ηρώων. Η Κλερ Έλσομ έχει γράψει με σπιρτόζικο, έξυπνο χιούμορ και έχει εικονογραφήσει ευφάνταστα και με πολύ κέφι τις ιστορίες “Οράτιος & Χάριετ: Κατακτούν την πόλη” και “Οράτιος & Χάριετ: Έχει ο καιρός γυρίσματα”, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καλέντη με την απολαυστική μετάφραση της Αργυρώς Πιπίνη, και παρακολουθούν αρχικά τη γνωριμία και στη συνέχεια τη φιλία της μικρής Χάριετ με τον Λόρδο Αντιπλοίαρχο Οράτιο Φρειδερίκο Γουόλινγκτον Βλακέντιο Μάξιμο Πίμπλμπερι τον Τρίτο.

Ο Οράτιος με το παράξενο και ασυνήθιστα μεγάλο ονοματεπώνυμο είναι ένα εντυπωσιακό ιστορικό άγαλμα με καπέλο και παράσημα, που κοσμεί το πάρκο της πόλης όπου μένει η Χάριετ, η οποία είναι εφτά χρονών και ζει με τη μαμά και τον παππού της. Αντιλαμβανόμαστε ότι η Χάριετ είναι παιδί μονογονεϊκής οικογένειας – είναι κάτι που θίγεται πολύ διακριτικά, καθώς παρουσιάζεται ως δεδομένο στη ζωή του κοριτσιού. Έχοντας αυτό το ρεαλιστικό, σύγχρονο στοιχείο ως βάση, οι ιστορίες της Κλερ Έλσομ επεκτείνονται πέρα από τα όρια του ρεαλισμού και αποκτούν προεκτάσεις παραμυθιού. Το σουρεαλιστικό – μαγικό στοιχείο εισβάλλει πολύ νωρίς στην καθημερινότητα της Χάριετ, όταν το κορίτσι βλέπει το άγαλμα του Οράτιου να ζωντανεύει. Αγανακτισμένος από την κακομεταχείριση και τις κουτσουλιές των περιστεριών, ο πρώην Αντιπλοίαρχος και νυν άγαλμα αποφασίζει αιφνιδιαστικά να βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά και κατεβαίνει από την κολόνα όπου έστεκε για πάνω από 387 χρόνια για να αλλάξει τη ζωή του. Κοντολογίς, μας λέει η πρώτη ιστορία, ποτέ δεν είναι αργά για μια δραστική αλλαγή.

Και όσον αφορά τη Χάριετ, η λίγη δόση από μαγεία που έφερε στη ζωή της η γνωριμία με τον Οράτιο ήταν αυτό που είχε ανάγκη για να δει με άλλο μάτι τον κόσμο γύρω της. Μαζί ξεκινούν ένα ταξίδι (κυριολεκτικά πρόκειται για μια μικρή περιπλάνηση σε μια ασφαλή περιοχή – την πόλη τους, αλλά μεταφορικά είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας) για να βρει ο Οράτιος καινούριο μέρος για να μείνει, αφού έχει πια μπουχτίσει με τις κακουχίες που υφίσταται στην κολόνα του. Φέρνοντας μαζί του τη νοοτροπία πολλών αιώνων πριν (μιλάει εξεζητημένα, φέρεται και αντιδρά περίεργα), του είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί έννοιες όπως η ατομική ιδιοκτησία, κάτι που κάνει την αυθόρμητη συμπεριφορά του να γίνεται οριακά αντικοινωνική. Στο τέλος συνειδητοποιεί ότι κάποια πράγματα είναι ιδανικά ως έχουν – το θέμα είναι να αλλάξουμε εμείς.

Στη δεύτερη ιστορία, έχοντας πλέον “συνενόχους” στο μυστικό της για τον Οράτιο (ότι δηλαδή ο παράξενος φίλος της είναι άγαλμα) τον παππού και την παρέα της, τον Φρέιζερ και τη Μέγκαν, η Χάριετ γίνεται η αφορμή ώστε ο πάντα ανήσυχος Αντιπλοίαρχος να θελήσει να ψάξει για δουλειά. Έχοντας μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και εξακολουθώντας να είναι κολλημένος στη δική του εποχή, αρνούμενος να προσαρμοστεί στα σύγχρονα δεδομένα, η αναζήτηση της κατάλληλης γι’ αυτόν απασχόλησης γίνεται μάλλον γραφική. Τελικά τον προσλαμβάνουν στην τοπική εφημερίδα, όπου κι εκεί αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με τον δικό του τρόπο, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν του την πραγματικότητα ή τις συνέπειες. Αυτό τον φέρνει σε ρήξη με την προϊσταμένη του αλλά και τη Χάριετ, ωστόσο στη συνέχεια, επιστρατεύοντας τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν ξεχωριστό, καταφέρνει να πιάσει τον παλμό της μικρής κοινωνίας της πόλης και να έχει, τελικά, επιτυχία με τον τρόπο του.

Η Χάριετ και ο Οράτιος μοιάζουν αταίριαστοι, καθώς είναι σε άλλο μήκος κύματος ο καθένας. Ο Οράτιος είναι κυριολεκτικά εκτός τόπου και χρόνου, και η Χάριετ είναι ένα μικρό παιδί της σύγχρονης εποχής. Ωστόσο γίνονται φίλοι και η φιλία τους δυναμώνει μέρα με τη μέρα. Μέσα από τη φαινομενικά αταίριαστη σχέση τους, φωτίζεται η αξία της αληθινής φιλίας και της αλληλεγγύης και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία που έχει η λήψη αποφάσεων που μας καθιστούν υπεύθυνα άτομα στην παιδική μας ηλικία και προετοιμάζουν το έδαφος για να γίνουμε υπεύθυνοι ενήλικες. Ο Οράτιος δεν είναι ένας συμβατικός ενήλικας και η Χάριετ δεν είναι ένα συμβατικό παιδί. Ήδη ο κόσμος της Χάριετ είχε μια δόση σουρεαλισμού: η μητέρα της έκανε μαθήματα αεροβικής σε σκύλους. Υπό αυτή την έννοια, ήταν κατά κάποιον τρόπο προετοιμασμένη ώστε να αποδεχτεί μια όχι και τόσο συνηθισμένη εξέλιξη – το να γίνει φίλη με ένα άγαλμα που ζωντάνεψε. Ο Οράτιος πάλι, όντας ο ίδιος η σουρεαλιστική νότα, το παραμυθικό στοιχείο, δεν μπαίνει καν στη διαδικασία να εξηγήσει με τη λογική αυτό που συνέβη. Απλώς παίρνει τον ρόλο του στην ιστορία και επιβάλλει τον εαυτό του όπως είναι.

Οι περιπέτειες του Οράτιου και της Χάριετ είναι αστείες και αντισυμβατικές, αλλά όπως συμβαίνει συνήθως με τις κωμικές ιστορίες, οι αλήθειες που κρύβουν είναι εξαιρετικά σημαντικές. Στο τέλος κάθε βιβλίου, περιλαμβάνεται και ένα σύντομο λεξικό με τις λόγιες, ασυνήθιστες ή εξεζητημένες λέξεις που χρησιμοποιεί ο Οράτιος, καθώς έρχεται από μακρινές εποχές, και τις οποίες εξηγεί ο ίδιος με το ιδιαίτερα γλαφυρό, χαρακτηριστικό του ύφος.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/12089-oratios-xariet