Showing posts with label λογοτεχνία φαντασίας. Show all posts
Showing posts with label λογοτεχνία φαντασίας. Show all posts

9 January 2019

Κυριάκος Χαλκόπουλος


Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Εργάζεται ως μεταφραστής κλασικής λογοτεχνίας (Εκδόσεις Οξύ, Εκδόσεις Αρχέτυπο). Έχει παρουσιάσει κύκλους σεμιναρίων για τη Φιλοσοφία και για θέματα κλασικής λογοτεχνίας σε δημοτικές βιβλιοθήκες και ιδιωτικά κέντρα πολιτισμού. Έχει αρθρογραφήσει, επί σειρά ετών, για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Έργα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά Λόγου (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο κ.ά.). Έχει συνεργαστεί με τις Εκδόσεις Ανάτυπο, από τις οποίες κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Η Χρυσαλίδα. Τον Κυριάκο Χαλκόπουλο είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά στην περσινή διοργάνωση του FantastiCon, η οποία πραγματοποιήθηκε για τέταρτη συνεχή χρονιά στις αρχές του Οκτωβρίου που μας πέρασε, στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.

Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;

Παρ’ όλο που ένα προσωπικό μου έργο, η συλλογή διηγημάτων Η Χρυσαλίδα, είχε παρουσιαστεί από τους εκδότες ως “φανταστική λογοτεχνία”, εγώ δεν θα έλεγα πως ο χαρακτηρισμός αυτός είναι τόσο εύστοχος – διότι συνήθως με τον όρο “φανταστικό” εννοεί κανείς κάτι πιο ανεξέλεγκτο (ή ίσως ακόμα και αυθαίρετο) από το είδος της λογοτεχνίας που με απασχολεί… Εάν μου ζητούσε κανείς να εντάξω το δικό μου έργο σε κάποιον λογοτεχνικό τύπο, θα έλεγα ότι τα περισσότερα από τα διηγήματά μου είναι αλληγορικά, και πως στο κέντρο της πλοκής εμφανίζονται έντονοι συμβολισμοί. Για παράδειγμα, σε ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή Η Χρυσαλίδα, ο αφηγητής είναι κλεισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με μια κλειδωμένη πόρτα πίσω του και μια σκάλα που έχει καταρρεύσει μπροστά του. Τα αντικείμενα στα έργα μου συχνά είναι πιο πολύ σύμβολα παρά κάτι στον υλικό χώρο…

Πώς επιλέγετε τον χώρο και τον χρόνο της δράσης στα βιβλία σας;

Ο χρόνος είναι συνήθως αδιευκρίνιστος. Τα περισσότερα κείμενά μου δεν εμφανίζουν ενδείξεις για την εποχή στην οποία συμβαίνουν – συνήθως η τεχνολογία απουσιάζει, ή είναι σχετική με τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο χώρος είναι πρωτίστης σημασίας για εμένα, διότι αποτελεί ένα από τα κύρια αντικείμενα που αποκτούν συμβολική σημασία στα έργα μου: για παράδειγμα, σε ένα διήγημά μου (Το αντικείμενο των ονείρων) ο χώρος βρίσκεται κυρίως στα όνειρα (ο αφηγητής βλέπει μια σειρά από όνειρα, και ψάχνει εκεί ένα περίεργο αντικείμενο μέσα στους άγνωστους διαδρόμους τους), σε ένα άλλο διήγημά μου ο χώρος αποτελεί πιθανότατα μια ψευδαίσθηση, διότι ο αφηγητής μοιάζει να μπερδεύει την αλήθεια με την πλάνη. Αλλά σε μερικά κείμενά μου υπάρχει και ένας συγκεκριμένος χώρος: το περιβάλλον του πανεπιστημίου του Έσσεξ, στο οποίο σπούδασα… Σκεφτείτε πως στα όνειρα τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν δεν είναι υλικά, αλλά κάτι που κρύβει τους ακόμα αθέατους χώρους του ονείρου, και άρα υπάρχουν εκεί για λόγους πολύ συγγενικούς με εκείνους που βρίσκονται πίσω από τα τεχνάσματα που δημιουργούν οι λογοτέχνες· άλλωστε ο Μπόρχες είχε κάποτε ισχυριστεί πως “η λογοτεχνία δεν είναι παρά ένα κατευθυνόμενο όνειρο”.

Κατά πόσο θα λέγατε ότι σας έχουν εμπνεύσει δημιουργικά τα λογοτεχνικά και άλλα σας ενδιαφέροντα;

Σε απόλυτο βαθμό – θέλω να πω ότι συνήθως ανακαλύπτω τι θα γράψω στη συνέχεια, με αφορμή κάποια απρόσμενη προσθήκη που συμβαίνει να κάνω σε ένα κείμενο ενώ το γράφω. Πέραν από τα αμιγώς λογοτεχνικά ενδιαφέροντα υπάρχουν δύο άλλα κύρια, που συνδέονται με το γράψιμό μου: μια ερασιτεχνική ενασχόληση με τα μαθηματικά (κυρίως με τα αρχαία μαθηματικά, με αφορμή τις φιλοσοφικές μου σπουδές) και μια μικρή εξοικείωση με την αρχιτεκτονική (κυρίως των μεσαιωνικών χρόνων).

Ποιες είναι οι προσωπικές σας αναγνωστικές προτιμήσεις; Συμπίπτουν αποκλειστικά με τη δημιουργική σας ενασχόληση ή διαβάζετε/μελετάτε και άλλα είδη;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, συμπίπτουν απόλυτα. Διαβάζω λίγους συγγραφείς. Έχω όμως διαβάσει όλο το έργο τους. Με ενδιαφέρουν οι λογοτέχνες που έγραψαν συμβολικά ή αλληγορικά, κυρίως οι Ευρωπαίοι ρομαντικοί του 19ου αιώνα, αλλά και μερικοί σημαντικοί καλλιτέχνες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Στην πραγματικότητα ο πιο “σύγχρονος” λογοτέχνης που διαβάζω και ξαναδιαβάζω είναι ο Μπόρχες – με άλλα λόγια, όντως, διαβάζω ελάχιστους, αλλά νομίζω πως βρήκα σε αυτούς κάτι που με βοηθάει να σχηματίσω τις δικές μου σκέψεις.

Έχετε ασχοληθεί εντατικά με το έργο του Φραντς Κάφκα. Τι σας ελκύει ιδιαίτερα στον συγκεκριμένο συγγραφέα;

Οπωσδήποτε ο Κάφκα είναι ο μοναδικός που έγραψε τόσο αλληγορικά – τουλάχιστον στον χώρο της λογοτεχνίας. Στη φιλοσοφία υπήρχε ο Ηράκλειτος, ενώ ο Μπόρχες είχε πει σε μια ομιλία του πως μπορεί να θεωρηθούν ως πρόδρομοι του Κάφκα οι Ελεάτες φιλόσοφοι (ο Παρμενίδης και ο Ζήνων). Ο Κάφκα απέκτησε τεράστια σημασία για μένα κυριολεκτικά από την πρώτη στιγμή που διάβασα λίγες γραμμές του. Ήταν στην τρίτη Λυκείου – είχα διαβάσει σε ένα βιβλιοπωλείο τις πρώτες σελίδες του Πύργου. Έχω εξετάσει όλο του το έργο, τα ημερολόγια, τα γράμματα και αρκετές βιογραφίες του. Έχω επίσης μεταφράσει δώδεκα διηγήματα του – ήταν η πρώτη μετάφραση που έκανα, το 2017, για τις εκδόσεις Αρχέτυπο (Ο Νηστευτής & άλλα διηγήματα).

Η θεματολογία της βορειοευρωπαϊκής, κυρίως, φανταστικής λογοτεχνίας δεν έχει πολλές, άμεσα εμφανείς τουλάχιστον, συγγένειες με την ελληνική. Ποια πιστεύετε ότι είναι τα χαρακτηριστικά της που γοητεύουν τόσο τους Έλληνες συγγραφείς και αναγνώστες;

Εξαρτάται από το τί εννοεί κανείς όταν μιλάει για “φανταστική λογοτεχνία”. Νομίζω ότι στη χώρα μας υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον για ορισμένα είδη της “φανταστικής” λογοτεχνίας, που όμως συχνά αναγνωρίζονται ως παραλογοτεχνία. Οι περισσότεροι άνθρωποι που μιλούν για φανταστική λογοτεχνία εννοούν με τον όρο τρία διακριτά είδη: τη λογοτεχνία τρόμου, την επιστημονική φαντασία και τη λεγόμενη “επική” φαντασία. Θα έλεγα πως υπάρχουν συγγένειες με κάποια αρχαία ελληνικά έργα – ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα, για παράδειγμα, έγραψε την όμορφη σάτιρα “Αληθής ιστορία”, που συχνά την αναφέρουν ως το πρώτο διήγημα επιστημονικής φαντασίας· διότι η δράση τοποθετείται σε ξένους πλανήτες. Η ένατη ραψωδία της Οδύσσειας (η άφιξη του Οδυσσέα στο νησί των Κυκλώπων) μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της λογοτεχνίας τρόμου. Επική φαντασία, από την άλλη, δεν υπάρχει στην αρχαία Ελλάδα ακριβώς όπως στην αγγλοσαξονική παράδοση, αλλά οι – κατά τη γνώμη μου – σοβαροί λογοτέχνες του είδους (προσωπικά μπορώ να σκεφτώ μόνο έναν: τον Λόρδο Ντάνσανυ – αλλά δεν είμαι λάτρης του είδους, οπότε η γνώμη μου μάλλον αδικεί άλλους) είχαν φανερές επιρροές από την αρχαία Ελλάδα και τη μόρφωσή τους, που περιείχε πολλά θέματα από τον αρχαίο ελληνισμό. Στις μέρες μας πιο γνωστοί είναι συγγραφείς λιγότερο – πάλι εκφράζω προσωπική γνώμη – καλλιτεχνικοί, όπως ο Τόλκιν (επική φαντασία) και ο Στήβεν Κινγκ (τρόμος), αλλά αυτό δεν σημαίνει πως συνολικά το “φανταστικό” δεν έχει σύνδεση με την κλασική λογοτεχνία, τον ρομαντισμό, τον συμβολισμό και τη γοτθική λογοτεχνία.

Είστε παράλληλα και μεταφραστής, κατά κανόνα μέσα στο πεδίο των ενδιαφερόντων σας. Θα μεταφράζατε ευχαρίστως κάτι δημοφιλές αλλά ασύμβατο με τη δική σας αισθητική;

Όχι. Διότι δεν νομίζω πως θα ήταν καλό το αποτέλεσμα… Θεωρώ ότι αν ο μεταφραστής δεν θεωρεί όμορφο το έργο που μεταφράζει τότε είναι ασύνετο να περιμένει κανείς ο αναγνώστης να πάρει στα χέρια του την καλύτερη δυνατή μετάφραση. Οι μεταφράσεις μου είναι στον χώρο της κλασικής λογοτεχνίας. Φυσικά εξετάζω άλλες προτάσεις, αλλά πρώτα πρέπει να δω το έργο – εάν δεν ξέρω τον συγγραφέα – ώστε να είμαι σίγουρος ότι μπορώ να ωφελήσω αντί να βλάψω με τη μετάφραση μου.

Ασχολείστε επίσης με τη δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων και παιχνιδιών μέσα στο σύμπαν της φανταστικής λογοτεχνίας. Έχετε σκεφτεί να δώσετε περισσότερη έμφαση στη δραστηριότητα αυτή ή να τη συνδυάσετε ακόμα πιο έντονα με το συγγραφικό σας έργο;

Η δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων είναι χρήσιμη στην ανάπτυξη της φαντασίας – έστω υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και εμένα με βοήθησε. Πέραν τούτου έμαθα αρκετά στοιχεία αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, αλλά και καθαρά γεωμετρικού. Καθώς ανήκω στη γενιά που άρχισε να έχει υπολογιστές από αρκετά μικρή ηλικία, είχα γοητευθεί από τα παιχνίδια στους υπολογιστές, από το παράξενο και σχηματικό τους περιβάλλον και τις ισορροπίες του. Αυτή την αίσθηση νομίζω ότι τη μεταφέρω κατά καιρούς και σε λογοτεχνικά μου κείμενα.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό στην ιδιαιτερότητα του ύφους σας; Τα βιβλία σας διαβάζονται κυρίως από φίλους του συγκεκριμένου είδους, ή έχετε κερδίσει και αναγνώστες με προηγουμένως διαφορετικά ενδιαφέροντα;

Συνήθως διαβάζονται από άτομα μεγαλύτερα σε ηλικία από εμένα… Έχω ακούσει διάφορες γνώμες για τα κείμενά μου. Πάντως θεωρώ πως είναι θετικό ότι έχω ένα προσωπικό ύφος, διότι (όπως είπε ο Μποντλέρ, σε ένα γράμμα του στον Φλομπέρ) “το κυριότερο είναι – να μη μοιάζεις με τον γείτονα σου” – δηλαδή το σημαντικότερο για έναν λογοτέχνη είναι να μην τον συγχέουν με άλλους.


Τι γνώμη έχετε για τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα σήμερα;

Νομίζω πως είναι θετικό ότι παρουσιάζει τόσα νέα έργα. Όπως σημείωσα απαντώντας και σε προηγούμενα ερωτήματά σας, δεν θα έλεγα πως εγώ συνδέομαι κύρια με αυτό το είδος, αλλά αρκετοί αξιόλογοι συγγραφείς εκφράζονται μέσα από αυτό. Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα εμφανιστούν ακόμα περισσότερα έργα, και ίσως και κάποιο ιδιαίτερα σημαντικό.

Ευχαριστούμε πολύ!

Ευχαριστώ πολύ και εγώ για τις όμορφες ερωτήσεις σας.


Η συνέντευξη παραχωρήθηκε δι' αλληλογραφίας από τον Κυριάκο Χαλκόπουλο στη Μάριον και τη Βερίνα Χωρεάνθη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal

26 December 2018

Λίλα Κίσσα - Φραγκομίχαλου



Η Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) με πτυχίο γαλλικής φιλολογίας. Συγγραφέας και εικονογράφος του φανταστικού, δημιούργησε το 2011 τον "ονειρόκοσμο" Angel Eyes, συνδυάζοντας τις κλίσεις της. Πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση ζωγραφικής το Φεβρουάριο του 2015. Το πρώτο της εικονογραφημένο μυθιστόρημα φαντασίας, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο Ι: Φύλακες κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2016 και χαρακτηρίστηκε best seller. Τον Αύγουστο του 2017 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙ: Το Μονοπάτι και τον Οκτώβριο του 2018 κυκλοφόρησε το τρίτο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙΙ: Προορισμός. Ζει με το σύζυγο και την κόρη της στη Χίο και το μεγάλο της κίνητρο για ζωή είναι το να κάνει τους συνανθρώπους της να ονειρεύονται περισσότερο. Τη Λίλα και τις λογοτεχνικές, όσο και εικαστικές και άλλες δημιουργίες της είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τον Οκτώβριο που μας πέρασε, στην τέταρτη κατά σειρά διοργάνωση του FantastiCon, η οποία και φέτος φιλοξενήθηκε στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.

Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;

Καταρχάς σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σας και την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για το έργο μου μέσα από αυτή τη συνέντευξη. Ο χώρος του φανταστικού ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι για μένα ένα τεράστιο κομμάτι της ίδιας μου της προσωπικότητας. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι συγκεκριμένο που να με οδήγησε προς τη φανταστική λογοτεχνία, όσο πίσω στο χρόνο κι αν ανατρέξω. Όμως θυμάμαι ότι ακόμα και τα πρώτα μου μικρά, ατελή και πειραματικά διηγήματα στα χρόνια της εφηβείας είχαν σαν κυρίαρχο στοιχείο αυτό του φανταστικού. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική, αλλά εκεί πάμε ακόμα πιο πίσω, στο Δημοτικό. Όλα τα θέματα με τα οποία καταπιανόμουν ανήκαν στο φανταστικό.

Με ποια αφορμή επιλέγετε το χώρο και το χρόνο της δράσης στα βιβλία σας; Σκοπεύετε να συνεχίσετε με ανάλογη θεματολογία ή μπορεί και να πειραματιστείτε με κάτι διαφορετικό;

Αυτή τη στιγμή στην πενταλογία του Angel Eyes ο χώρος είναι πολυδιαστασιακός, όπως και το ον άνθρωπος. Ως φυσικό πεδίο έχει επιλεχθεί ένα φαντασιακό φέουδο με τα γύρω χωριά, τις λίμνες, τα δάση, τα κοντινά λιμάνια του και τα βουνά του, που θα μπορούσε να είναι μια άλλη Ρουμανία. Και απ' την άλλη μεριά έχουμε έναν άυλο χώρο, το αστρικό πεδίο, με τους παραδείσους και τις κολάσεις του, όπου δρουν οι αλλόκοσμοι πρωταγωνιστές μου. Ο χώρος είναι μεγάλος και μου δίνει άνεση κίνησης, αλλά τον επέλεξα και για έναν άλλο πρωταρχικό λόγο: ήθελα να δώσω έμφαση στο αόρατο. Σε αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε με τις πέντε αισθήσεις μας. Να κάνω τους αναγνώστες μου να αναρωτηθούν: "Κι αν όντως υπάρχει κάτι πέρα από την ύλη;" Ως χρόνο, πάλι, έχω επιλέξει το Μεσαίωνα, πιθανότατα γιατί μου θυμίζει παραμύθι. Αλλά όχι μόνο αυτό. Ταιριάζει νομίζω και σε κάτι ακόμα. Ήταν σκοτεινά χρόνια τότε, γεμάτα δεισιδαιμονίες... Και αυτό μου θυμίζει έντονα τα σκοτάδια που αντιμετωπίζουν οι χάρτινοι ήρωές μου. Μέσα από δοκιμασίες, αναζητήσεις, οδοιπορικά, γυρεύουν να φτάσουν σε μια αλήθεια και ένα φως, σαν αυτό της Αναγέννησης που ακολουθεί το Μεσαίωνα. Θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντικό παιδί του φανταστικού και θα ήθελα να το υπηρετήσω με όλες μου τις δυνάμεις. Δηλαδή δεν νιώθω ότι, για παράδειγμα, θα μου έβγαινε φυσικά να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα! Αλλά θα ήθελα να επεκταθώ στον ήδη αγαπημένο μου χώρο. Το Angel Eyes δεν είναι για μένα ένα ή δύο ή πέντε βιβλία. Είναι ένας πλήρης κόσμος ο οποίος σχηματίζεται συνεχώς, ολοένα και πιο λεπτομερώς. Μετά την ολοκλήρωση της πενταλογίας θα ακολουθήσει αυτό που ονομάζω "Το Βιβλίο των Αιώνων", το οποίο στην ουσία είναι η κοσμογονία του φανταστικού σύμπαντός μου. Αυτό το βιβλίο - του οποίου η έκταση μού είναι ακόμα άγνωστη - θα ανήκει ως είδος στο high fantasy και θα αγγίζει το επικό. Είναι αγαπημένο είδος και θα ήθελα οπωσδήποτε να βγω από τη... ζώνη ασφαλείας μου και να το τολμήσω!


Οι ήρωες και τα θέματά σας παραπέμπουν έντονα στα ιαπωνικά manga. Τι σας σας ελκύει σε αυτού του είδους την κουλτούρα; Θα μπορούσατε να φανταστείτε τους ήρωές σας να κινούνται σε έναν καθαρά ελληνικό χωροχρόνο;

Τα ιαπωνικά manga είναι μεγάλη ιστορία και λατρεία, η οποία αποτελεί και αυτή αναπόσπαστο κομμάτι μου. Η γενιά μου μεγάλωσε βλέποντας ιαπωνικά κινούμενα σχέδια ή - όπως τα λένε - anime, δίχως να ξέρουμε καν τότε εμείς σαν πιτσιρίκια τη χώρα προέλευσής τους! Όμως είχαν κάτι το μαγικό, κάτι το εθιστικό. Τα μεγάλα μάτια τους ήταν η πεπτουσία της εκφραστικότητας και οι θεματολογίες με τις οποίες καταπιάνονταν με άγγιζε με τρόπους ασύλληπτους. Ερωτευόμουν, αγωνιούσα, έκλαιγα, εμπνεόμουν... Η κουλτούρα των anime που αγάπησα με σημάδεψε. "Μην εγκαταλείπεις!", "Πάλεψε ενάντια στις προγνώσεις!", "Πόνεσε για το φίλο σου!", "Αν έκανες λάθη, ζήτα έμπρακτα συγγνώμη και ξαναξεκίνα!", "Αν απέτυχες και έπεσες, ξαναστήσου στα πόδια σου!", "Αν ερωτεύτηκες απόλυτα, ρίσκαρε τα πάντα!" είναι μόνο μερικά από τα μαθήματα που πήρα από την υπέροχη αυτή κουλτούρα και τολμώ να πω ότι ναι, με διαμόρφωσαν κιόλας ως προσωπικότητα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν οι ήρωές μου να ταιριάζουν με τον ελληνικό χωροχρόνο - δεν κάθισα ποτέ να το σκεφτώ, γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνταν η ιστορία ήταν κατά κάποιο τρόπο προκαθορισμένο μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά ένα είναι το βέβαιο: ακόμα και στον ελλαδικό χωροχρόνο να εκτυλισσόταν το story, οι θεματολογίες που θα άγγιζα θα παρέμεναν οι ίδιες.

Ποιες είναι οι προσωπικές σας προτιμήσεις σε βιβλία και καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες; Συμπίπτουν αποκλειστικά με τη δημιουργική σας ενασχόληση ή διαβάζετε/μελετάτε και άλλα είδη;

Από βιβλία προτιμώ κυρίως τις μελέτες που έχουν να κάνουν με τον εσωτερισμό, τη μαγεία, τη μυθολογία και όχι τόσο τα λογοτεχνικά, όμως για παράδειγμα μου αρέσουν ιδιαίτερα τα έργα του Dan Brown που συνδυάζουν πολλές φορές το story με μελέτες εσωτεριστικής θεματολογίας. Στη ζωγραφική λατρεύω τους ρομαντικούς γιατί απεικονίζουν ένταση και πάθος. Στην αρχιτεκτονική αγαπώ το γοτθικό που μου θυμίζει πόσο μικρή και ασήμαντη είμαι. Και στη μουσική, η οποία είναι και η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής μου, με μαγεύουν είδη όπως η επική ορχηστρική, κέλτικη, το συμφωνικό metal, το power metal και λίγο το goth metal. Ακούω τη μουσική μου δυνατά, κυρίως μέσα στο αυτοκίνητο και τότε είναι που ο νους μου δομεί σκηνές ολόκληρες από τα βιβλία μου σαν να ήταν αποσπάσματα μιας τέλειας ταινίας! Τα τελευταία χρόνια δεν προλαβαίνω να διαβάσω λογοτεχνία όσο ίσως θα ήθελα, καθότι εργάζομαι πάνω στο Angel Eyes αδιάκοπα, όμως στηρίζω Έλληνες λογοτέχνες του φανταστικού και του τρόμου, τους οποίους θεωρώ πάρα πολύ αξιόλογους.

Κατά πόσο θα λέγατε ότι σας έχουν εμπνεύσει δημιουργικά τα λογοτεχνικά και άλλα σας ενδιαφέροντα;

Όπως είπα και προηγουμένως, η μουσική είναι η νούμερο ένα πηγή έμπνευσής μου, όσο περίεργο κι αν ακούγεται! Ένας δυνατός στίχος θα μου αρκούσε για να στηρίξω πάνω του ολόκληρη ιστορία. Πίσω από τις νότες βλέπω χρώματα και φόρμες, περιβάλλοντα, φανταστικές πόλεις και επικές μάχες... Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό, αλλά είναι μαγικό και παραδίνομαι σ' αυτό δίχως δεύτερη σκέψη. Ποιος ξέρει; Ίσως η μουσική να είναι ένα σύμπαν από μόνη της!


Εφόσον τα βιβλία σας απευθύνονται, σε αυτή τη φάση, στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, γιατί επιλέξατε έναν αγγλικό γενικό τίτλο για τη σειρά των μυθιστορημάτων σας που βρίσκεται σε εξέλιξη;

Είναι λίγο αστεία η απάντησή μου για τον αγγλικό τίτλο της σειράς, είναι η αλήθεια! Αρχικά ήθελα να γράψω στα αγγλικά, όμως αν και δίδασκα τη γλώσσα μέχρι και τα 30 μου και νόμιζα ότι την κατέχω επαρκώς, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Απέχει μίλια η χρήση μιας ξένης γλώσσας, ακόμα και άριστη, από τη συγγραφή σε ξένη γλώσσα! Έτσι επανήλθα στα ελληνικά με μεγάλη μου ανακούφιση. Ο τίτλος ξέμεινε εκεί. Μου άρεσε η γραμματοσειρά και προτού το καταλάβω είχαν κυκλοφορήσει στο εμπόριο - εκεί μετά το 2015 - και κάποια προϊόντα μου με την επωνυμία "Angel Eyes Fantasy Art", οπότε και έγινε κάτι σαν brand. Και ένα τέτοιο σήμα το οποίο τυγχάνει αναγνωρισιμότητας, δεν το αλλάζει κανείς δίχως να σκεφτεί δεύτερη φορά! Δεν με ανησυχεί που είναι αγγλικός ο τίτλος. Το ελληνικό κοινό, ειδικά το νεανικό στο οποίο απευθύνομαι είναι super στα Αγγλικά! Αλλά και γενικά η Ελλάδα σαν χώρα μαθαίνει ίσως περισσότερο από κάθε άλλη παγκοσμίως ξένες γλώσσες. Σκέφτομαι τον τίτλο της σειράς στα Ελληνικά... "Αγγελικά Μάτια" ή "Τα Μάτια των Αγγέλων"... Υπάρχουν πλέον τόσοι τίτλοι με αγγέλους που μοιάζουν μεταξύ τους. Ναι, χαίρομαι τελικά που ξέμεινα με τον ξένο τίτλο!

Κάνετε κάτι πολύ πρωτότυπο: γράφετε μυθιστόρημα το οποίο εικονογραφείτε η ίδια. Το ύφος των εικόνων σας παραπέμπει σε κόμικ. Θα μπορούσατε να φανταστείτε τις ιστορίες σας σε μορφή graphic novel αντί για καθαρά μυθιστορηματική, έτσι ώστε να αναδειχθεί περισσότερο η εικόνα, μια και το στυλ της ζωγραφικής σας είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα;

Ναι, το ύφος της εικονογράφησής μου παραπέμπει στο ιαπωνικό manga-anime στυλ με ολοένα και περισσότερα στοιχεία ημιρεαλισμού όσο εκπαιδεύεται το χέρι. Και ναι, θα μπορούσα να φανταστώ το Angel Eyes σαν graphic novel, manga ή ακόμα και anime σειρά, όμως επιλέγω να αναβιώσω με τον τρόπο μου το χαμένο είδος του illustrated novel (εικονογραφημένο μυθιστόρημα), όπου το λογοτεχνικό κείμενο κυριαρχεί, για λόγους μεγέθους κυρίως. Η ιστορία είναι μεγάλη. Και δεν έχω ιδέα αν θα ήταν εφικτό καν να πάρει υπόσταση σε κάποια άλλη μορφή. Αλλά επίσης υπάρχει και άλλος ένας λόγος αρκετά σοβαρός που επέλεξα το εικονογραφημένο μυθιστόρημα ως μέσον έκφρασής μου και αυτός είναι ο εξής: να είναι τα βιβλία μου προσβάσιμα και στο κοινό που δεν διαβάζει graphic novels ή κόμικ και να φτάσει η ιστορία μου να διαβαστεί από ακόμα μεγαλύτερο πλήθος ανθρώπων. Όχι για χάρη των αριθμών βέβαια, αλλά για να μοιραστώ τον ονειρόκοσμό μου με περισσότερους συνανθρώπους μου!

Οι ήρωές σας κινούνται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Θα λέγατε ότι έχουν περισσότερα ρεαλιστικά ή φανταστικά στοιχεία;

Ναι, οι ηρωές μου κινούνται μεταξύ φυσικού πεδίου και αστρικού πεδίου, όμως θα έλεγα ότι το φανταστικό στοιχείο υπερισχύει. Μπορεί μετά από κάμποση ανάγνωση για παράδειγμα ο Φύλακας-άγγελος ή ο Φύλακας-δαίμονας της ιστορίας να μοιάζουν στον αναγνώστη σαν άτομα χειροπιαστά με τα οποία συναναστρέφεται η πρωταγωνίστριά μου, όμως δεν είναι! Τρανταχτό παράδειγμα ο Σεντ - ο δαίμονας του Angel Eyes που συμβολίζει το νου. Δρα στα διαυγή όνειρα της Αμόρια. Σαν φαντασίωση. "Όλα είναι μέσα στο νου σου", της λέει πολλές φορές χαρακτηριστικά, "αλλά ο νους είναι που τα κάνει και πραγματικότητα..." Είναι αλλόκοτο πράγματι το πώς μπλέκεται ο υλικός κόσμος με το φανταστικό στο Angel Eyes. Μόνο το χειροπιαστό είναι αληθινό; Το φαντασιακό είναι πράξη ή μόνο σκέψη; Ελπίζω το αναγνωστικό κοινό να παραμείνει στην ιστορία μου μέχρι το τέλος και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό στην ιδιαιτερότητα του ύφους σας; Τα βιβλία σας διαβάζονται κυρίως από φίλους του συγκεκριμένου είδους, ή έχετε κερδίσει και αναγνώστες με προηγουμένως διαφορετικά ενδιαφέροντα;

Αρχικά, ναι, το κοινό του φανταστικού κυρίως, αλλά και της αρκετά δυνατής manga-anime ελληνικής κοινότητας ήταν που αγκάλιασε με αγάπη τα βιβλία μου και τους ευχαριστώ από καρδιάς γι' αυτό. Όμως έχω feedback εξαιρετικά ευοίωνο και από ανθρώπους που απείχαν από αυτά τα ενδιαφέροντα. "Δεν ήξερα ότι είχα ανάγκη να διαβάσω κάτι τέτοιο", είπαν κάποιοι και άλλοι: "Ένιωσα ανακούφιση που ταξίδεψα σε έναν κόσμο φαντασίας". Με συγκίνησαν και με συγκινούν ακόμα έντονα τέτοιες ανατροφοδοτήσεις. Όταν ένα βιβλίο βγαίνει από το συρτάρι, ποτέ δεν ξέρεις μέχρι ποιον αναγνώστη θα "πετάξει" και τι θα έχει να του προσφέρει. Υπάρχουν άτομα ανάμεσα στους αναγνώστες μου που είναι καθηλωμένα στο κρεβάτι λόγω ασθένειας και βρίσκουν παρηγοριά στην ιδέα του ότι έχουμε μια ουσία, ένα αστρικό σώμα άφθαρτο που μπορεί να δράσει σε μια παράλληλη διάσταση... Γι' αυτό και μόνο είναι τόσο κρίμα να βάλω ταμπέλα στο κοινό μου.

Τι γνώμη έχετε για τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα σήμερα;

Η φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα... Αυτό το ερώτημα μού έχει τεθεί αρκετές φορές και πάντα αναρωτιέμαι με μια σχετική λύπη το ίδιο ακριβώς πράγμα: Πώς κατέληξε η φαντασία και η λογοτεχνία της στη χώρα μας να είναι μια πορεία μόχθου για τους συγγραφείς του είδους; Πώς είναι δυνατόν να πασχίζουμε για την αναγνώριση; Πώς είναι δυνατόν να είμαστε στην προσπάθεια εδραίωσης ενός είδους που θεωρώ απόλυτα συνυφασμένο με τον ελλαδικό χώρο; Μοιάζουμε σαν να αντιγράφουμε μια τάση του εξωτερικού, ενώ στην πραγματικότητα το φανταστικό υπάρχει μέσα μας από τα αρχαία χρόνια. Η πλούσια ελληνική μυθολογία, οι τοπικοί παραδοσιακοί μύθοι, ακόμα και οι απλές αλλόκοτες ιστορίες που μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας στα χωριά τι είναι, αν όχι φανταστικό; Τα τελευταία χρόνια που παρακολουθώ τα πράγματα από κοντά, όμως, διαπιστώνω με μεγάλη μου χαρά ότι το φανταστικό ως είδος στην Ελλάδα παίρνει σιγά σιγά, χάρη και στο μεράκι και την αγάπη των φίλων του, τη θέση που πρέπει να έχει. Μεγαλώνει, σαν υπέροχο παιδί που είχε βάναυσα ξεχαστεί και γίνεται όμορφο και αξιαγάπητο από όλους... Και αποχαιρετώντας σας, θα αφήσω και ένα από τα αγαπημένα μου παιδιά να σας πει κάτι, γιατί τα λέει καλύτερα! "Ξέχνα το φυσιολογικό που προσπαθούν να σε κάνουν και γίνε το ασύλληπτο για το οποίο προορίζεσαι."

Ευχαριστούμε πολύ!

Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά.


Η συνέντευξη παραχωρήθηκε δι' αλληλογραφίας από τη Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου στη Μάριον και τη Βερίνα Χωρεάνθη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal (26.12.18).


2 February 2018

Σάντρα Ελευθερίου: Ο φύλακας του οκτώ - Η Αρχή

Η σύνθεση μιας ιστορίας φαντασίας είναι πρόκληση για έναν συγγραφέα, από πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς έχουμε να κάνουμε με ένα πεδίο όπου υπάρχει, εκ των πραγμάτων, πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, σε σχέση με τη ρεαλιστική λογοτεχνία, όσον αφορά τόσο τον χώρο και τον χρόνο δράσης, όσο και την επιλογή και τις ιδιότητες των χαρακτήρων – χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι και μέσα σε μια ρεαλιστική ιστορία δεν μπορούν ωραιότατα να ενταχθούν στοιχεία μεταφυσικά, ακόμα και υπερφυσικά, δοσμένα με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να δένουν με το σύνολο.

Στις κατ’ εξοχήν ιστορίες φαντασίας, ωστόσο, ακόμα και αν υπάρχει το ρεαλιστικό στοιχείο, εκείνο που αναπόφευκτα κυριαρχεί είναι το φανταστικό. Ακόμα και αν οι πράξεις των ηρώων και τα γεγονότα που τους αφορούν είναι οικεία, υπάρχει κάτι που σχετίζεται με όλα αυτά, το οποίο υπαινίσσεται ή και καταδεικνύει την όποια μεταφυσική διάσταση.

Η ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο στοιχεία μέσα σε μια ιστορία φαντασίας είναι πολύ λεπτή. Το πλαίσιο όπου εξελίσσεται η πλοκή, αν και ελεύθερο, έχει τους δικούς του ιδιαίτερους περιορισμούς εφόσον τις περισσότερες φορές αποτελεί εφεύρημα του συγγραφέα, ο οποίος, προσδιορίζοντάς το και δίνοντάς του μορφή, του προσδίδει και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Μια φανταστική χώρα, ας πούμε, έχει συγκεκριμένο, μέσα στη μυθοπλασία, ιστορικό παρελθόν το οποίο την ορίζει. Ένας χαρακτήρας με υπερφυσικές ικανότητες ανταποκρίνεται σε ένα μοντέλο δράσης που κινείται πάνω σε προκαθορισμένες από τον συγγραφέα γραμμές.

Το μυθιστόρημα φαντασίας της πολύ καλής εικονογράφου Σάντρας Ελευθερίου ‘Ο Φύλακας του Οκτώ – Η Αρχή’, που απευθύνεται κυρίως στο εφηβικό και νεανικό κοινό, είναι το πρώτο από μια σειρά βιβλίων με κεντρικό ήρωα τον Αιμίλιο Τράι, ένα παιδί που, αρχικά, φαίνεται πως διαθέτει το χάρισμα της οξυμένης διαίσθησης, καθώς και της συναισθησίας. Έχοντας εγκαταλειφθεί, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, στην πόρτα ενός ορφανοτροφείου όταν ήταν μωρό, υιοθετείται κάποια στιγμή στην παιδική του ηλικία από ένα ζευγάρι και γίνεται, χωρίς να το ξέρει, μέρος ενός σατανικού σχεδίου το οποίο, ωστόσο, αποτυγχάνει παταγωδώς. Στη συνέχεια, εγκαταλείπεται και από τους θετούς του γονείς, και βρίσκει καταφύγιο σε ένα τσίρκο, όπου, χάρη στις ιδιαίτερες ικανότητές του, αποκτά ξεχωριστή θέση μέσα στον θίασο και γίνεται αστέρι πρώτου μεγέθους στις παραστάσεις.

Αυτό είναι, με δυο λόγια, το ρεαλιστικό υπόβαθρο της ιστορίας, το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης και διαδραματίζεται σε έναν τόπο που δεν κατονομάζεται, αλλά θα μπορούσε να είναι μια περιοχή όπως η Ισμαηλία στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, αν κρίνουμε από την πολυπολιτισμικότητα των χαρακτήρων (Έλληνες, Γάλλοι, Άγγλοι, Γερμανοί) αλλά και τις περιγραφές των τοπίων. Ο χρόνος δράσης, εξίσου απροσδιόριστος, παραπέμπει σε παλιότερες εποχές, καθώς απουσιάζει εντελώς η τεχνολογία. Η συγγραφέας, υποθέτω εσκεμμένα, δεν δεσμεύει χωροχρονικά την ιστορία της ώστε να της δώσει διαχρονικό και, κατά συνέπεια, αλληγορικό χαρακτήρα. Επίσης η συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών εθνοτήτων που, προφανώς, μιλούν την ίδια γλώσσα, υπονοεί ότι η ιστορία ξεπερνάει σύνορα και άλλους παρόμοιους περιορισμούς: θα μπορούσε να αφορά ένα οποιοδήποτε μέρος, μια οποιαδήποτε χρονική στιγμή, μια οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων.

Αυτή η αχρονική και παγκόσμια διάσταση συνδέεται άμεσα με το φανταστικό / μεταφυσικό κομμάτι του βιβλίου, το οποίο με τη σειρά του αφορά την αιώνια πάλη του καλού με το κακό, ένα θέμα εξαιρετικά δημοφιλές στη λογοτεχνία φαντασίας (και όχι μόνο). Ο τρόπος που η συγγραφέας επιλέγει να συσχετίσει τα δύο αυτά στοιχεία – το ρεαλιστικό και το φανταστικό – και να τα συνδέσει μεταξύ τους, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η ζωή του Αιμίλιου διαγράφει μια συγκεκριμένη πορεία και τα γεγονότα που την απαρτίζουν φαίνονται τυχαία, αλλά δεν είναι. Διάφορα πρόσωπα που συναντάει κατά καιρούς παίζουν έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο, και όλα οδηγούν σε μια κατάληξη που φαίνεται να είναι ήδη καθορισμένη, εν αγνοία του.

Παρ’ όλα αυτά, στο ρεαλιστικό κομμάτι της ιστορίας δίνονται πολύ λίγα στοιχεία που να οδηγούν σε μια μεταφυσική ερμηνεία. Καθώς ξετυλίγεται το νήμα της ζωής του Αιμίλιου, η πραγματικότητα που τον αφορά είναι σε γενικές γραμμές οικεία – πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια που η ιδιαίτερη προσωπικότητά του επιτρέπει. Το ορφανοτροφείο, η υιοθεσία, οι ίντριγκες της μητριάς του, παραπέμπουν σε μια τυπική δραματική ιστορία με κοινωνικό χαρακτήρα. Κατόπιν βρίσκουμε τον Αιμίλιο να έχει αποδεχτεί τις ξεχωριστές του ικανότητες και να ζει μια σχετικά ήρεμη ζωή μέσα στο τσίρκο με τους εκκεντρικούς αλλά συμπαθείς συναδέλφους του. Υπάρχουν σημάδια, τα βλέπει, αλλά, φυσικά, δεν μπορεί να φανταστεί πού τον οδηγούν.

Η ανατροπή γίνεται λίγες σελίδες πριν το τέλος, όπου το παρελθόν του Αιμίλιου επιστρέφει και ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με εκκρεμότητες για τις οποίες, ωστόσο, και πάλι δεν φέρει ευθύνη. Παράλληλα ανακαλύπτει ότι τόσο η ζωή του όσο και το πεπρωμένο του είναι συνδεδεμένα με γεγονότα πολύ πιο πέρα και πάνω από αυτόν, και δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποδεχτεί τη μοίρα του, να αναλάβει δράση και να φέρει εις πέρας την αποστολή του.

Κι εδώ γίνεται η επίσημη μετάβαση στο φανταστικό κομμάτι, η οποία σηματοδοτείται από μια αλλαγή στο κλίμα, αλλά, ως ένα σημείο, και στο ύφος της αφήγησης, μάλλον προετοιμάζοντας το έδαφος για το δεύτερο βιβλίο της σειράς. Η ιστορία μεταφέρεται σε μια παράλληλη πραγματικότητα, όπου οι υπερφυσικές δυνάμεις είναι δεδομένες και επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον ρεαλιστικό άξονα δράσης.

Η ιδέα της παράλληλης πραγματικότητας, του παράλληλου σύμπαντος, είναι κι αυτή ευρέως διαδεδομένη στη λογοτεχνία φαντασίας. Η ύπαρξη ενός κόσμου φανταστικού που υφίσταται σε ένα επίπεδο το οποίο άλλοτε είναι αόρατο από τους πολλούς αλλά αντιληπτό από κάποιους που έχουν το χάρισμα να το βλέπουν, και άλλοτε θεωρείται δεδομένη και γενικά αποδεκτή συνθήκη, είναι ένα στοιχείο στο οποίο βασίζονται πάρα πολλά μυθιστορήματα του είδους, εφηβικής και ενήλικης λογοτεχνίας (πχ: Χάρι Πότερ της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του Τζ. Ρ. Τόλκιν, Game of Thrones του Τζορτζ Μάρτιν, Αστερόσκονη του Νιλ Γκέιμαν, Ιστορία Χωρίς Τέλος του Μίκαελ Έντε, Το Χρονικό της Νάρνια του Κ. Σ. Λιούις, I am Legend του Ρίτσαρντ Μάθεσον – αναφέρω ενδεικτικά μόνο ορισμένα βιβλία, στο καθένα από τα οποία η παράλληλη πραγματικότητα έχει διαφορετικές εκφάνσεις). Στον ‘Φύλακα του Οκτώ’, η παράλληλη πραγματικότητα τοποθετείται σε μια συνάρτηση χώρου - χρόνου που έχει στοιχεία από διάφορες μυθολογίες, καθώς και επιρροές από δημοφιλή μυθιστορήματα και κινηματογραφικές ταινίες, και προφανώς θα αποτελεί μια από τις πρώτες ύλες στα επόμενα βιβλία.

Σαν μία πρώτη γνωριμία με τον κόσμο του Αιμίλιου Τράι, στο πρώτο αυτό βιβλίο η έμφαση δίνεται στη ρεαλιστική διάσταση της ιστορίας, η οποία ξεδιπλώνεται με γλαφυρότητα και, κάποιες φορές, με χιούμορ, μέσα από μια σειρά από σκηνές που συμπληρώνουν αποτελεσματικά η μία την άλλη. Η ζωή στο καραβάνι του τσίρκου αποδίδεται με ζωηρές περιγραφές, και τα κεφάλαια που εστιάζονται σ’ αυτό το θέμα είναι αυτά που ξεχωρίζουν και δίνουν το στίγμα και την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Από εκεί και πέρα, ο συμβολισμός του καλού και του κακού, προτού πάρει συγκεκριμένη ταυτότητα στο τέλος, εκφράζεται με διάφορους έμμεσους ή άμεσους τρόπους και μέσα από διάφορα πρόσωπα τα οποία, ως επί το πλείστον, αντιπροσωπεύουν κάτι που συνδέεται με την παράλληλη φανταστική πραγματικότητα. Τα στοιχεία της φύσης, συγκεκριμένα το νερό και η φωτιά, παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο ως φυσικές, αν και όχι και τόσο τυχαίες, δυνάμεις όσο και ως σύμβολα, και φαίνεται να συνδέονται σε πολύ μεγάλο βαθμό με σημαντικούς σταθμούς στη ζωή του Αιμίλιου. Όσον αφορά το φανταστικό κομμάτι, όπως αυτό αναπτύσσεται προς το τέλος του βιβλίου, προς το παρόν αποτελεί μια γέφυρα προς την αινιγματική συνέχεια και μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2018
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/9019-filakas-8

23 November 2017

Λιλή Μαυροκεφάλου: Τότε που το νερό πολεμούσε τη φωτιά...

Ο μύθος της Ατλαντίδας και η Τιτανομαχία ζωντανεύουν και ερμηνεύονται με έναν τρόπο ιδιαίτερο στο βιβλίο της Λιλής Μαυροκεφάλου ‘Τότε που το νερό πολεμούσε τη φωτιά…’. Πρόκειται για ένα νεανικό μυθιστόρημα φαντασίας με ελληνική θεματολογία, εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία, απόδειξη πως η παρακαταθήκη των αρχαίων μύθων, όπως και των λαϊκών παραμυθιών, προσφέρει πλούσιο υλικό για τη σύνθεση μιας πλοκής μέσα στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας, με όλα τα συστατικά που μπορούν να την κάνουν συναρπαστική.

Η Λιλή Μαυροκεφάλου έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, σύγχρονα και ιστορικά, νεανικά αλλά και για ενήλικες, ανάμεσά τους το ιστορικό νεανικό μυθιστόρημα ‘Άγης’ (1977) που αφορά τον βασιλιά της Σπάρτης, το επίσης νεανικό ιστορικό ‘Κλεομένης’ που αναφέρεται στον Κλεομένη Γ’ της Σπάρτης (1981) και το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας για νέους ‘Το Άλλο’ (1985).

Στο ‘Τότε που το νερό πολεμούσε τη φωτιά…’, στήνει μια εναλλακτική φανταστική πραγματικότητα που συνδέει γεγονότα, μυθολογικές προσωπικότητες και ιδιότητες με τρόπο ευφάνταστο και περίτεχνο. Παραλλάσσει ονόματα και ονομασίες ή χρησιμοποιεί εναλλακτικές μορφές τους με σκοπό, όπως αναφέρει και η ίδια στην πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή της, «να κερδίσουν τόποι και πρόσωπα καινούρια ζωή και φρεσκάδα, να έρθουν πιο κοντά στον αναγνώστη».

Η Μακαρία (όπως ‘βαφτίζεται’ στο βιβλίο η Ατλαντίδα) είναι ένα νησιωτικό βασίλειο χωρισμένο σε μικρότερες διοικητικές επικράτειες. Η πιο ισχυρή από αυτές, η Κρόνια, δίνει την εντύπωση της ευημερίας και του πλούτου – αυτή ωστόσο είναι η επιφάνεια, γιατί η πραγματικότητα της καθημερινότητας εκεί είναι πολύ διαφορετική. Ευημερεί μόνο μια ολιγάριθμη κάστα, ενώ τα περισσότερα πλούτη που διαθέτει προέρχονται από κατακτητικούς πολέμους στις γύρω περιοχές και συγκαλυμμένες ληστείες. Ο Κρόνος, που τη διοικεί και είναι ταυτόχρονα και βασιλιάς όλης της Μακαρίας, είναι ένας δυνάστης που επιστρατεύει τη γοητεία και την ευφράδειά του για να πείθει τους υποτακτικούς αλλά και μέλη της οικογένειάς του και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να είναι ο ‘Υπέρτατος’ όπως αποκαλεί τον εαυτό του και θέλει (ή μάλλον επιβάλλει) να τον αποκαλούν:

« […]  Εξαφάνισε τον σμαραγδένιο νόμο, καθώς και τα ιστορικά αρχεία μας. Έχει βάλει γραφιάδες να τα ξαναγράφουν όπως τον συμφέρει. Θάβει γεγονότα, εφευρίσκει άλλα, διαστρεβλώνει…» (σ. 58)

Και με αυτές τις μεθόδους και ανάλογες στρατηγικές, ασκεί την πολιτική του, με επίκεντρο τον εαυτό του. Στο παρελθόν έριξε τα παιδιά του στα Τάρταρα για να είναι σίγουρος ότι η εξουσία του δεν πρόκειται να απειληθεί από πουθενά. Περιστοιχίζεται από κόλακες και συμβούλους που υποκρίνονται ότι είναι με το μέρος του, ωστόσο στην πραγματικότητα τον υπονομεύουν. Μια τέτοιου είδους εξουσία σαν αυτή που ασκεί ο Κρόνος τρέφεται και συντηρείται από τέτοιες συμπεριφορές, αλλά για τους ίδιους ακριβώς λόγους είναι σαθρή και μπορεί να καταρρεύσει από τη μια στιγμή στην άλλη.

Αυτή είναι η μία παράμετρος της ιστορίας. Η άλλη αφορά ένα παιδί από μια πρωτόγονη φυλή, τον Ίνα, ο οποίος πιάνεται αιχμάλωτος από τους στρατιώτες της Κρόνιας και, παριστάνοντας τον πεθαμένο, καταφέρνει να τους ξεγελάσει και, στη συνέχεια, να τους ξεφύγει. Βρίσκει καταφύγιο στην επικράτεια της Εσπερίας, που διοικείται από τον Έσπερο ο οποίος διαθέτει θεραπευτικές ικανότητες. Ο Έσπερος είναι αδερφός του Κρόνου, αλλά οι δυο τους είναι κυριολεκτικά η μέρα με τη νύχτα: ο Έσπερος είναι δίκαιος, πονετικός και φιλόξενος, και ο λαός του ζει ειρηνικά, διάγοντας μια απλή ζωή βασισμένη στη γεωργία και την αλληλοϋποστήριξη. Κοντά τους, ο Ίνας πλάθει την προσωπικότητά του, μαθαίνει καινούρια πράγματα, αναπτύσσει ικανότητες. Ο Ίνας απασχολεί ένα μεγάλο μέρος της πλοκής, καθώς αντιπροσωπεύει και συμβολίζει τον κάθε απλό άνθρωπο και κατ’ επέκταση τον απλό λαό που υπομένει τα πάνδεινα αλλά καταφέρνει με λογική σκέψη και ευρεσιτεχνία να βρίσκει λύσεις και να ξεπερνάει εμπόδια.

Έχοντας διατάξει να ρίξουν τα παιδιά του στα Τάρταρα, ο Κρόνος είναι ήσυχος για την εξουσία του. Δεν απειλείται από πουθενά καθώς δεν ξέρει ότι η γυναίκα του Ρέα είχε γεννήσει κρυφά ένα παιδί του στην Κρήτη. Ήταν φυσικά ο Δίας, που εδώ για τις ανάγκες της μυθοπλασίας ονομάζεται Ζήνας. Ο Ζήνας – Δίας μεγαλώνει στην Κρήτη αγνοώντας τη βασιλική καταγωγή του, ωστόσο ένα γύρισμα της μοίρας θα τον φέρει στο παλάτι του πατέρα του. Και θα είναι αυτός που, με τη βοήθεια του Ίνα, του Έσπερου και άλλων ‘καλών πνευμάτων’, θα ξεκινήσει μια περιπετειώδη και εξαιρετικά επικίνδυνη εκστρατεία για να ελευθερώσει τα αδέρφια του από τα Τάρταρα, να τα πάρει με το μέρος του και όλοι μαζί να δώσουν ένα τέλος στην τυραννική εξουσία του Κρόνου.

Ξεκινάνε από τη βάση κατακτώντας τα Τάρταρα. Αποδυναμώνοντας τα θεμέλια, η κορυφή δεν έχει πού να σταθεί. Αργά ή γρήγορα, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που αντιπροσωπεύονται από το νερό και τη φωτιά, παλεύουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν για το ποια θα υπερισχύσει, ωστόσο ο μόνος τρόπος για να λήξει οριστικά αυτή η κατάσταση, είναι η σχεδόν απόλυτη καταστροφή. Η Μακαρία – Ατλαντίδα αναπόφευκτα βυθίζεται και σβήνεται από τον χάρτη. Οι ‘καλοί’ βρίσκονται μόνοι τους μετά τη νίκη, σε έναν σχεδόν άδειο κόσμο, αποφασισμένοι ωστόσο να ξαναρχίσουν από την αρχή, ξεκινώντας ούτε λίγο ούτε πολύ από το μηδέν. Σε κάποιους απ’ αυτούς άλλωστε κάτι τέτοιο δεν φαντάζει και τόσο απίθανο να συμβεί: τα αδέρφια του Ζήνα που ζούσαν στα Τάρταρα είχαν ανακαλύψει και μηχανευτεί διάφορους τρόπους για να επιβιώσουν εκεί. Μέσα σ’ εκείνες τις αντίξοες συνθήκες, είχαν καταφέρει να φτιάξουν κήπους, να καλλιεργούν φρούτα. Αν και είχαν απώλειες, δεν αφανίστηκαν. Κι εδώ έρχεται και δένει το αισιόδοξο μήνυμα της ιστορίας, πως από τις στάχτες η ζωή μπορεί να ξαναγίνει:

«Τα δεντράκια μας τα λένε Ελπίδες. Και τους καρπούς τους ελπιδάκια.» (σ.165)

Όπως από το κουτί της Πανδώρας, μαζί με τις συμφορές ξεπετάχτηκε και η Ελπίδα, κάπως έτσι κι εδώ, μέσα από το σκοτάδι και την ερημιά μπορεί να γεννηθεί κάτι νέο, κάτι θετικό.

Με καλοδουλεμένες γλαφυρές και ατμοσφαιρικές περιγραφές που ζωντανεύουν λεπτομερείς εικόνες, η έμπειρη συγγραφέας ανασυνθέτει μια εποχή τόσο μακρινή που μόνο με τη φαντασία μας μπορούμε να αναπαραστήσουμε. Και το κάνει αυτό με επιτυχία, άλλοτε με γήινες εκφράσεις και άλλοτε με λόγο αριστοτεχνικό. Το ύφος παραπέμπει σε κλασικά αναγνώσματα, διατηρώντας μια ιδιότυπη νεανικότητα. Η συγγραφέας δεν φοβάται να χρησιμοποιεί περίτεχνες λέξεις και εκφράσεις, εντάσσοντάς τες στο κείμενό της όπου χρειάζεται, ενώ συχνά παρεμβάλλονται εξαιρετικά ποιητικά κομμάτια με έντονο συμβολισμό:

« […] Κάθε άστρο και μια άξια ψυχή ή ίσως και περισσότερες που είχαν υπάρξει αγαπημένες στη γη. Μάτια της νύχτας φαντάζουν οι αστροψυχές που κάπου κάπου κατεβαίνουν στη γη για να ντυθούνε σάρκα και να βοηθήσουν τους ανθρώπους. Μα όχι σπάνια, η φορεμένη σάρκα παραπλανά την ψυχή με χίλια δυο τεχνάσματα. Την παγιδεύει και, αντί για υπηρέτριά της, γίνεται αφέντρα και φυλακή της. Κλαίει τότε η ψυχή, ασφυκτιά, ταρακουνάει τη φυλακή να ξεφύγει. Κι ο κόσμος αυτό το λέει τρέλα…» (σ.199)

Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, αλλά κατά διαστήματα περνάει σε πρώτο πρόσωπο, καθώς παίρνει το λόγο ο Ίνας, ο οποίος, μέσω ενός είδους εσωτερικών μονολόγων απευθύνεται στην ψυχή της μητέρας του, εξιστορώντας της διάφορα γεγονότα που του συμβαίνουν ή βλέπει να διαδραματίζονται, αλλά στην ουσία για να παίρνει δύναμη να συνεχίσει. Είναι επίσης ένα έξυπνο τέχνασμα το οποίο η συγγραφέας επιστρατεύει για να περιγράψει κάποια από τα γεγονότα που αφορούν τη ροή της ιστορίας, από την οπτική του ήρωά της.

Οι χαρακτήρες είναι χτισμένοι με συνέπεια, ολοκληρωμένοι. Δίνονται γι’ αυτούς τόσα στοιχεία όσα χρειάζονται ώστε η προσωπικότητά τους να σκιαγραφείται με σφαιρικότητα. Τελικά ο πρωτόγονος Ίνας και ο θεός Ζήνας δεν διαφέρουν και τόσο. Στην αποστολή τους, είναι συνοδοιπόροι, κατανοούν ο ένας τον άλλο, και οι όποιες διαφορές τους εκμηδενίζονται, γιατί και οι δύο δίνουν βάση στην ουσία και όχι στην επιφάνεια. Με σκηνές προσεκτικά τοποθετημένες μέσα στη δράση, φωτίζεται η ανθρώπινη πλευρά των θεών, τόσο η καλή (Ζήνας) όσο και η κακή (Κρόνος), και αντίστοιχα αναδεικνύεται η ‘θεϊκή’ πλευρά των ανθρώπων (Ίνας) – με την έννοια ότι όλοι μέσα μας διαθέτουμε ψυχική δύναμη που όταν την επιστρατεύσουμε και πιστέψουμε σ’ αυτήν, μπορούμε να καταφέρουμε ακόμα και το αδύνατο. 



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/8391-nero-fotia-momentum

11 October 2017

Neil Gaiman: Ποτέ και Πουθενά

Ο Ρίτσαρντ στη Χώρα των Θαυμάτων

Υπάρχει μια πολύ διακριτική αναλογία (που, ωστόσο, γίνεται ιδιαίτερα έντονη μόλις την αντιληφθείς) ανάμεσα στο ‘Ποτέ και Πουθενά’ του Νιλ Γκέιμαν και την ‘Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων’: όπως η Αλίκη συναντάει το λευκό κουνέλι και το ακολουθεί για να μεταφερθεί σε έναν παράλληλο, φανταστικό κόσμο, έτσι και ο Ρίτσαρντ, ο ήρωας του Γκέιμαν, βρίσκει την Ντορ, μια μυστηριώδη τραυματισμένη κοπέλα, και την ακολουθεί σε μια παράλληλη πραγματικότητα, σε ένα Λονδίνο διαφορετικό, μια πόλη κάτω από την πόλη. Στη συνέχεια, τόσο η Αλίκη όσο και ο Ρίτσαρντ συναντούν μια σειρά από αλλόκοτους χαρακτήρες από τους οποίους άλλοι γίνονται σύμμαχοι και άλλοι εχθροί τους. Αυτή η κοινή συνισταμένη δεν είναι τυχαία. Όπως λέει ο ίδιος ο Γκέιμαν στην εισαγωγή του: «Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που θα ήταν για τους μεγάλους αυτό που ήταν για μένα τα βιβλία που είχα αγαπήσει παιδί, βιβλία σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων ή την Τριλογία της Νάρνια ή τον Μάγο του Οζ.»

Και ουσιαστικά αυτό είναι το ‘Ποτέ και Πουθενά’: ένα σύγχρονο ενήλικο παραμύθι που μεταφέρει το χώρο δράσης από τις κλασικές τοποθεσίες των παραμυθιών στη μοντέρνα μεγαλούπολη και μας οδηγεί σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου όλα όσα ξέραμε φαίνονται διαφορετικά. Το υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο του Λονδίνου, με τα δαιδαλώδη τούνελ, τις μυστηριώδεις στοές, τις εγκαταλελειμμένες αποβάθρες και τις γοητευτικές ονομασίες των σταθμών αποτελεί το ιδανικό σκηνικό μιας περιπέτειας που ισορροπεί ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, το πραγματικό και το μεταφυσικό. Ο Ρίτσαρντ Μέιχιου είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, ένας αρχικά μάλλον αφανής νεαρός, ο οποίος ωστόσο διαθέτει πολλή περισσότερη γοητεία απ’ όσο αντιλαμβάνεται (παρεμπιπτόντως, Ρίτσαρντ είναι και το δεύτερο όνομα του Γκέιμαν, ενώ όταν περιγράφει τον ήρωά του, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ σαν να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη). Ένα βροχερό βράδυ, προσφέρει την ομπρέλα του σε μια φτωχή ηλικιωμένη γυναίκα η οποία, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της, προσφέρεται να του πει τη μοίρα. «Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου […] δρόμο που αρχίζει με πόρτες», του λέει κρυπτικά, και η συνέχεια έρχεται να τη δικαιώσει.

Η Ντορ μπαίνει στη ζωή του με παράξενο τρόπο – τη βλέπει μισολιπόθυμη στην άκρη του δρόμου, χτυπημένη και γεμάτη αίματα. Παρά τις αντιρρήσεις της αρραβωνιαστικιάς του, θυσιάζει το επαγγελματικό δείπνο στο οποίο θα πήγαιναν μαζί, για να βοηθήσει το κορίτσι. Η Ντορ, που το εντελώς συμβολικό και διόλου τυχαίο όνομά της σημαίνει ‘πόρτα’, δεν είναι μια συνηθισμένη κοπέλα. Είναι η τελευταία απόγονος μιας αριστοκρατικής γενιάς με σπάνια χαρίσματα και προέρχεται κυριολεκτικά από έναν άλλο κόσμο, στον οποίο έχει τη δυνατότητα να μπαίνει και να βγαίνει, δημιουργώντας πόρτες σε κάθε λογής συμπαγείς επιφάνειες.

Ο κόσμος της Nτορ είναι το Κάτω Λονδίνο – είναι οι υπόγειες διαβάσεις, οι υπόνομοι και οι γραμμές του μετρό κάτω από τη γη. Εκεί ζει και δραστηριοποιείται μια ολόκληρη κοινωνία από παράξενους ανθρώπους και πλάσματα, που φέρουν περίεργες ιδιότητες και ασυνήθιστα ονόματα: οι Ποντικομίλητοι, η Σερπεντάιν (Οφιοειδής), το Σφουγγαρόπανο Χωρίς Όνομα, η Αναισθησία, η Χάντερ (Κυνηγός), και φυσικά ο επιβλητικός και ιδιόρρυθμος Μαρκήσιος ντε Καραμπάς (που παραπέμπει απευθείας στο παραμύθι του ‘Παπουτσωμένου Γάτου’) είναι λίγοι μόνο από αυτούς τους αξέχαστους χαρακτήρες. Παράλληλα, μέσα από το πρίσμα του Κάτω Λονδίνου, τα πάντα θεωρούνται από μια διαφορετική οπτική. Οι σταθμοί του μετρό, ας πούμε, αντικατοπτρίζουν αυτό που λέει το όνομά τους σε απόλυτη κυριολεξία – στη γέφυρα Μπλακφράιαρς (Μαύροι Καλόγεροι) υπάρχει όντως ένα μοναστήρι με μαύρους καλόγερους. Αυτή η κυριολεκτική απεικόνιση μεταφορικών εννοιών και εκφράσεων είναι ένα εύρημα που έχει τις απαρχές του στην αρχετυπική Αλίκη του Λιούις Κάρολ, και το συναντάμε και σε άλλα βιβλία του Γκέιμαν.

Από τη στιγμή που ο Ρίτσαρντ πηγαίνει στο Κάτω Λονδίνο, γίνεται πρακτικά αόρατος στον πάνω κόσμο. Αυτό που λέμε πολλές φορές ότι ‘μια εμπειρία με έκανε άλλο άνθρωπο’, στον Ρίτσαρντ συμβαίνει στην κυριολεξία. Το διαμέρισμά του δεν του ανήκει πια, στη δουλειά του δεν τον αναγνωρίζουν, η αρραβωνιαστικιά του τον βλέπει στο δρόμο και απλά της φαίνεται αμυδρά γνωστός. Μην έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάζεται να επιστρέψει στο υπόγειο Λονδίνο και σταδιακά, χωρίς κι εκείνος να το συνειδητοποιεί, αρχίζει να προσαρμόζεται στις πρωτόγνωρες γι’ αυτόν συνθήκες. Η αλλαγή του Ρίτσαρντ ξεκινά από μέσα, αλλά επεκτείνεται σε όλη την ύπαρξη και την προσωπικότητά του. Σιγά σιγά αρχίζει ν’ αποκτά ιδιότητες που ούτε καν τις φανταζόταν. Επιδεικνύει γενναιότητα, αντιμετωπίζει τους τρομακτικούς αιμοσταγείς δολοφόνους Κρουπ και Βάντεμαρ που καταδιώκουν λυσσαλέα τη Ντορ για να τη σκοτώσουν, παλεύει με το Θηρίο του Λονδίνου που στοιχειώνει τους υπονόμους της πόλης, αναπτύσσει το ένστικτό του και στο τέλος αποκτά κι εκείνος την ικανότητα να δημιουργεί και να ανοίγει πόρτες.

Το ‘Ποτέ και Πουθενά’ είναι ένα εξελικτικό μυθιστόρημα αστικής φαντασίας (Bildungsroman / urban fantasy), το οποίο ο Γκέιμαν έγραψε αρχικά σαν σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά του BBC. Καθώς πολλές από τις σκηνές του απορρίπτονταν, του ήρθε η ιδέα να γράψει το βιβλίο. Η τελική εκδοχή εκδόθηκε το 1996, ενώ ακολούθησαν κάποιες άλλες τα επόμενα χρόνια, ανάμεσα στις οποίες κι αυτή στην οποία βασίστηκε η πολύ καλή ελληνική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και που περιέχει διάφορα πρώτα σχεδιάσματα, καθώς και κομμάτια από την αμερικανική έκδοση. Περιλαμβάνει επίσης το διήγημα ‘Πώς ξαναπήρε ο μαρκήσιος το παλτό του’, ένα υπέροχο σκοτεινό παραμύθι με εξίσου ονειρική και αναπάντεχη ιστορία, με πρωταγωνιστή τον μαρκήσιο ντε Καραμπάς.

Η πρώτη μου επαφή με το ‘Ποτέ και Πουθενά’ ήταν πριν από μια δεκαπενταετία περίπου – τότε ο Γκέιμαν δεν ήταν τόσο δημοφιλής εδώ, και αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο από το πρωτότυπο, με κύριο έναυσμα τις αναφορές σε αυτό σε ένα βιντεοπαιχνίδι. Μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν το βιβλίο που καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντίληψή μου και, δικαιώνοντας το θέμα του και την υπέροχη αντι-ηρωίδα του, μού άνοιξε μία ‘πόρτα’ σε πολλά δημιουργικά μονοπάτια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι είναι ένα υπόδειγμα σύγχρονης γραφής, από τη μία με διαλόγους ολοζώντανους και με την απαραίτητη δόση χιούμορ όπου χρειάζεται, και από την άλλη με τη σύνθεση και περιγραφή υποβλητικών εικόνων, σκηνών αλλά και προσώπων. Τόσο από λογοτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, αγγίζει την τελειότητα.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Οκτώβριο του 2017
http://fractalart.gr/pote-kai-pouthena/


1 August 2017

Σπύρος Γιαννακόπουλος: Νάνσι

Η ιστορία της ‘Νάνσι’ του Σπύρου Γιαννακόπουλου ξεκινάει σαν ένα εικονογραφημένο παραμύθι: μέσα από εννιά ασπρόμαυρες εικόνες, διανθισμένες με κόκκινες λεπτομέρειες, και τις λεζάντες που τις συνοδεύουν, μαθαίνουμε περιληπτικά πώς ο κακός μαύρος δράκος εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο παλάτι, απήγαγε την ξακουστή για την ομορφιά της πριγκίπισσα Νάνσι και την φυλάκισε στον πύργο του, και πώς στη συνέχεια, από τους τρεις ιππότες που ξεκίνησαν για να την ελευθερώσουν, μόνο ένας κατάφερε να φτάσει εγκαίρως, ο λευκός ιππότης, ο οποίος έτρεψε σε φυγή το δράκο και ελευθέρωσε την πριγκίπισσα, κερδίζοντας το έπαθλο, δηλαδή ένα βασιλικό γάμο μαζί της.

Η συνέχεια ωστόσο κάθε άλλο συμβατικό παραμύθι θυμίζει. Μέσα στις πυκνογραμμένες σελίδες του μυθιστορήματος που ακολουθεί, συμβαίνουν τα πάντα, με τις αναπάντεχες εξελίξεις να διαδέχονται η μία την άλλη, αφού η Νάνσι, παρ’ όλο που φαινομενικά είναι απλά μια κλασική όμορφη και ντελικάτη πριγκίπισσα, στην πραγματικότητα ελάχιστα ανταποκρίνεται σ’ αυτή την εικόνα και στα στερεότυπα που σχετίζονται μαζί της. Η πριγκίπισσα Νάνσι ζει στο τυπικό παλάτι του παραμυθιού, μαζί με τους βασιλιάδες γονείς της, την πιστή της γκουβερνάντα, υπηρετικό προσωπικό και δεκάδες φρουρούς. Ωστόσο τίποτα σε σχέση με την ίδια και το περιβάλλον της δεν είναι συνηθισμένο.

Κατ’ αρχάς, η ίδια δεν είναι μια συνηθισμένη, προβλέψιμη πριγκίπισσα. Αυτό είναι κάτι που φαίνεται έτσι κι αλλιώς από το, όχι και τόσο αναμενόμενο για πριγκίπισσα, όνομά της. Δυσανασχετεί με τον επικείμενο γάμο της με τον λευκό ιππότη που την έσωσε από το δράκο, αλλά δεν είναι μόνο ότι δεν θέλει τον συγκεκριμένο άντρα για σύζυγο γιατί είναι ερωτευμένη με άλλον – δε θέλει ακόμα να παντρευτεί. Αρνείται να μπει σε καλούπια, ερωτεύεται τον Δαμιανό, που είναι ο ταπεινός βασιλικός κηπουρός και δεν ανήκει στην τάξη της, μαθαίνει κρυφά ξιφομαχία και κάνει βόλτες στην πόλη κρυμμένη κάτω από μια κουκούλα για να μην την αναγνωρίσουν.

Οι γονείς της, παρ’ όλο που είναι εγκλωβισμένοι στα στερεότυπα και τους είναι πάρα πολύ δύσκολο ν’ απαλλαγούν απ’ αυτά, είναι ωστόσο και οι ίδιοι αντισυμβατικοί, αν και μάλλον δεν το έχουν συνειδητοποιήσει: η βασίλισσα λατρεύει το χορό και τις αυθόρμητες διασκεδάσεις (ένα από τα πιο αστεία και διασκεδαστικά κεφάλαια είναι εκείνο όπου το βασιλικό ζεύγος διεξάγει ακροάσεις για να επιλέξει το συγκρότημα που θα παίξει μουσική στο γάμο της Νάνσι, με τη βασίλισσα να κλέβει την παράσταση με τις αντιδράσεις της), ο βασιλιάς ασχολείται περισσότερο με θεωρίες συνωμοσίας και με το τι θα γεμίσει την κοιλιά του παρά με το τι γίνεται πραγματικά στο παλάτι του. Και η γκουβερνάντα «για όλες τις δουλειές», ένας χαρακτήρας που έξυπνα κρατείται σε δεύτερο – αλλά σταθερό – πλάνο σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας κυνηγώντας τη Νάνσι με το νυφικό στο ένα χέρι και τα σύνεργα της ραπτικής στο άλλο για να της κάνει τις τελευταίες πρόβες πριν το γάμο, θα είναι ο καταλύτης στην πιο κρίσιμη καμπή.

Στον αντίποδα, οι τρεις ιππότες είναι εξίσου ανατρεπτικοί και τα κίνητρα του καθενός  είναι πολύ διαφορετικά. Ο Βίκτωρας, ο λευκός ιππότης, είναι αυτός που σώζει τη Νάνσι από το δράκο και που, παραδοσιακά, πρόκειται να την παντρευτεί σαν ανταμοιβή για τη γενναία του πράξη, αλλά όπως θα φανεί στην πορεία, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα στη δική του περίπτωση. Ο βαρύς κι ασήκωτος κόκκινος ιππότης Ιάσονας Μπρουτ – όνομα και πράγμα, αφού «brute» σημαίνει άξεστος, κτηνώδης, αλλά με καλή καρδιά κατά βάθος – που προδόθηκε από την αδυναμία του στο κρασί και δεν έφτασε έγκαιρα στον πύργο όπου ο δράκος κρατούσε φυλακισμένη τη Νάνσι, έβλεπε την αναμέτρηση με το θηρίο σαν ένα προσωπικό στοίχημα, για τους δικούς του λόγους. Ο μαύρος ιππότης, που καλύπτεται από πυκνό μυστήριο για αρκετό καιρό και επίσης δεν πρόλαβε την αναμέτρηση γιατί υπερίσχυσε η ρομαντική πλευρά του και σταμάτησε να κόψει λουλούδια για να τα προσφέρει στην πριγκίπισσα, έβλεπε την όλη υπόθεση με άλλη οπτική και προσέγγιζε το θέμα της μάχης με το δράκο με πιο εγκεφαλικό τρόπο. Ωστόσο τα γεγονότα δείχνουν ότι τόσο ο κόκκινος ιππότης με την τεχνική υπεροχή όσο και ο μαύρος ιππότης, που μελετούσε τρόπους για να οργανώσει αποτελεσματικές στρατηγικές, θα κατάφερναν να νικήσουν το δράκο, αν είχαν την ευκαιρία – ο καθένας με τα μέσα του. Αν δηλαδή δεν τους είχε προλάβει ο λευκός ιππότης, ο οποίος δε βασίστηκε ούτε στην εμπειρία, ούτε στη γνώση, ούτε στην τεχνική, ούτε στη στρατηγική για να κατατροπώσει το δράκο, αλλά σε άλλες τεχνικές, όχι και τόσο έντιμες.

Η τετραπέρατη Νάνσι δε θ’ αργήσει να καταλάβει τι παιχνίδι παίζεται πίσω από την πλάτη τη δική της και των γονιών της, και φυσικά δε θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια, αφού εκτός από την ίδια και την οικογένειά της, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο και κάποιος για τον οποίο νοιάζεται ιδιαίτερα. Στην πραγματικότητα, αν όταν την είχε απαγάγει ο δράκος, είχε τα μέσα και τον τρόπο να τον αντιμετωπίσει μόνη της, θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι, τώρα που της δίνεται η ευκαιρία να δράσει με δική της πρωτοβουλία, επιστρατεύει την εξυπνάδα της για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της. Κι αν της λείπει η απαραίτητη μυϊκή δύναμη και η εμπειρία για να στεφθεί η επιχείρησή της με απόλυτη επιτυχία, γρήγορα θα βρει το αντίβαρο, ζητώντας τη βοήθεια κάποιου που διαθέτει και τα δύο αυτά στοιχεία που της λείπουν και στο πρόσωπο του οποίου θα βρει έναν αναπάντεχο πιστό σύμμαχο και συνεργάτη.

Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος στήνει ένα καλοκουρδισμένο και ευφάνταστο παραμύθι με παραδοσιακά συστατικά αλλά πέρα για πέρα ανατρεπτική διεκπεραίωση. Διαβάζοντας τη ‘Νάνσι’, θα εντοπίσει κανείς αναφορές σε πολλά λαϊκά και κλασικά παραμύθια – στοιχεία εντεταγμένα ωστόσο με τέτοιο τρόπο μέσα στην ιστορία ώστε να λειτουργούν σε απόλυτη αρμονία με το αντισυμβατικό πνεύμα αυτού του πρωτότυπου παραμυθιού. Σε κάποιο σημείο, η Νάνσι και ο συνεργάτης της συναντάνε μια μάγισσα στο δάσος, η οποία τους δίνει τρία μαγικά φίλτρα για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Αυτό το στοιχείο με τα τρία μαγικά υλικά είναι από τα πλέον διαδεδομένα στα λαϊκά παραμύθια – συνήθως όταν η ηρωίδα το σκάει από τα δεσμά της και την κυνηγάνε, η καλή μάγισσα την προμηθεύει με ανάλογα φίλτρα που άλλοτε ορθώνουν αγκαθωτούς θάμνους πίσω της, άλλοτε εμφανίζουν απάτητες λίμνες, έτσι ώστε να καθυστερήσει όσο μπορεί αυτούς που θέλουν να την πιάσουν. Στην ιστορία της Νάνσι, ωστόσο, τα φίλτρα δεν είναι πάντα τόσο συνεργάσιμα. Άλλο θέλει ειδική προετοιμασία για να δουλέψει, άλλο θέλει το χρόνο του. Έτσι οι δύο συνεργάτες θα χρειαστεί να βασιστούν πολύ περισσότερο στις δικές τους δυνάμεις και στο μυαλό τους και λιγότερο στα μαγικά, και τελικά το φίλτρο που θα δουλέψει υπέρ τους θα είναι το πιο απλό, κλασικό και δοκιμασμένο με εγγυημένα αποτελέσματα. Κι έχουμε εδώ άλλη μια ανατροπή που κλείνει το μάτι στα κλασικά παραμύθια, με τρόπο διακριτικό, έξυπνο και δημιουργικό.

Και φυσικά οι ανατροπές δεν περιορίζονται σ’ αυτά τα στοιχεία μόνο. Δεν ανατρέπονται μόνο οι καταστάσεις, αλλά και οι ‘ρόλοι’. Δεν είναι μόνο οι πριγκίπισσες που κινδυνεύουν από τους δράκους, και δεν είναι μόνο οι ιππότες αρμόδιοι και ικανοί να τα βάζουν κάθε φορά με τα θηρία. Ένα κοφτερό σπαθί δε φτάνει για να εξουδετερωθεί ο δράκος – χρειάζεται ένας συνδυασμός από τεχνικές, στρατηγική, αντιπερισπασμός, αντανακλαστικά, συνεργασία και το τελικό χτύπημα την πιο κατάλληλη στιγμή.

Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας δεν είναι συγκεκριμένοι, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα παραμύθια παγκοσμίως, αν και αναφέρονται ονόματα και τοπωνύμια που παραπέμπουν σε μέρη υπαρκτά. Άλλωστε αυτές οι δύο παράμετροι αποκτούν εντελώς διαφορετική υπόσταση και έννοια μέσα σ’ ένα παραμύθι, κι αυτό είναι που τονίζει τη διαχρονική του αξία. Ανέκαθεν τα παραμύθια κινούνταν σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου όλα ήταν δυνατά και το υπερφυσικό στοιχείο ήταν μέρος της ζωής. Η Νάνσι θα μπορούσε να είναι η κάθε μία από όλες τις γνωστές πριγκίπισσες των παραμυθιών, καθώς και ένας συνδυασμός όλων τους και μια σύγχρονη, άκρως φεμινιστική εκδοχή τους, σε ένα ακόμα πιο παράλληλο σύμπαν – για την ακρίβεια, σε ένα παράλληλο σύμπαν του παράλληλου σύμπαντος των κλασικών και των λαϊκών παραμυθιών. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η ‘Νάνσι’ του Σπύρου Γιαννακόπουλου είναι ένα μετα-παραμύθι, ένα μυθιστόρημα φαντασίας που ενώ πατάει γερά σε κλασικές συνταγές, τις ανατρέπει με χιούμορ και φρεσκάδα.

H χρήση κοφτών, σύντομων φράσεων σε κάποια σημεία προσδίδει στις σκηνές ένα στακάτο, ατακαριστό και, κατά συνέπεια, ταιριαστό με το κλίμα ύφος και μια αίσθηση συνεχούς κινητικότητας. Το κείμενο στο σύνολό του είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο – αναλυτικό όπου χρειάζεται, πιο περιεκτικό σε άλλα σημεία – διαθέτει έμπνευση, ζωντάνια, ζωηρές εναλλαγές, διασκεδαστικές σκηνές δράσεις, όμορφες περιγραφές τόπων και χαρακτήρων. Είναι εξαιρετικά ευχάριστο και ανεπιτήδευτα πρωτότυπο, διασκεδαστικό αλλά χωρίς να λείπουν και βαθύτεροι προβληματισμοί που ωστόσο περνάνε διακριτικά και μέσα από το φίλτρο του χιούμορ και της φαντασίας. Σε ανάλογο πνεύμα, οι εισαγωγικές εικόνες του Πέτρου Χριστούλια, ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει και το πολύ χαριτωμένο εξώφυλλο, συνδυάζουν εύστοχα το ύφος των εικονογραφήσεων του παλιού καιρού και των κλασικών εικονογραφημένων με τα σύγχρονα κόμικς και graphic novels (γραφικά μυθιστορήματα) και συμβάλλουν με μοναδικό τρόπο στο σπιρτόζικο και ενίοτε κινηματογραφικό ύφος του μυθιστορήματος.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Αύγουστο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7565-nancy