Showing posts with label δισκοκριτική. Show all posts
Showing posts with label δισκοκριτική. Show all posts

28 November 2021

Τάσος Γκρους - Μαρία Λαλιώτη: Τι να πάρω μαζί μου

Συνθέτης με διακριτική παρουσία αλλά πλούσιο και ιδιαίτερα αξιόλογο έργο, ο Τάσος Γκρους έχει βάλει τη μουσική του σφραγίδα σε ορισμένα από τα πιο όμορφα, αξιομνημόνευτα και ξεχωριστά τραγούδια των τελευταίων τριάντα χρόνων. Πρωτοεμφανίστηκε στη μουσική σκηνή το 1986, με τη συμμετοχή του στον 5ο Διαγωνισμό Ιθάκης, όπου διακρίθηκε με το 1ο βραβείο σύνθεσης. Έχει κυκλοφορήσει ως τώρα 8 προσωπικούς δίσκους (ανάμεσά τους και το «Λέξεις Μυστικές» του 1991 από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι) και έχει συμμετάσχει με τα τραγούδια του σε προσωπικά άλμπουμ ερμηνευτών όπως ο Μανώλης Λιδάκης και η Αργυρώ Καπαρού. Κατά τη μακρόχρονη και εξαιρετικά δημιουργική πορεία του συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς στιχουργούς αλλά και ερμηνευτές, ενώ έχει μελοποιήσει και ποιήματα Ελλήνων και ξένων ποιητών (Ελύτη, Βαλαωρίτη, Βάρναλη, Καρυωτάκη, Καβάφη, Γιάννη Ρίτσου, Νερούδα, Ελυάρ, Χικμέτ, Μπρεχτ, μεταξύ άλλων). Η μουσική του χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα, ευαισθησία και αισθαντικότητα, αλλά και δυναμισμό όταν χρειάζεται, πότε ακολουθώντας πιο λαϊκότροπα μονοπάτια και πότε πιο έντεχνους και λυρικούς δρόμους. 

Τα στοιχεία αυτά τα διακρίνουμε και στην τελευταία του συλλογή τραγουδιών, σε στίχους της Μαρίας Λαλιώτη, κάτω από τον γενικό τίτλο: «Τι να πάρω μαζί μου». Τα τραγούδια του άλμπουμ εικονογραφούν τις εναλλαγές της ζωής: χαρά, μελαγχολία, λύπη, ευδαιμονία, απογοητεύσεις, εξομολογήσεις, προβληματισμοί, τα γυρίσματα της τύχης, τα πάντα έχουν θέση στον κόσμο και είναι κομμάτια της ζωής. Οι εναλλαγές της ζωής, πάλι, όπως και οι φάσεις του φεγγαριού, διαδέχονται η μία την άλλη ακατάπαυστα και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες, τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες των ανθρώπων. Το γέλιο εναλλάσσεται με το δάκρυ, η καλή τύχη δίνει τη θέση της στην αναποδιά, ωστόσο τίποτα δεν κρατάει για πάντα, κι όπως μετά από μια περίοδο ευημερίας μπορεί να έρθει το σκοτάδι, έτσι και το σκοτάδι κάποια στιγμή θα διαλυθεί και θα λάμψει και πάλι το φως.

Μετά το συναισθηματικά φορτισμένο «Ό,τι αγαπάς, υπάρχει» (2018), το «Τι να πάρω μαζί μου» έρχεται σαν μια μορφή απολογισμού, που μπορεί να είναι κυριολεκτικός αλλά και συμβολικός, εξίσου προσωπικός και σε ευρύτερη κλίμακα. Οι στίχοι των τραγουδιών διακρίνονται από μουσικότητα και ποικιλία στη θεματολογία τους, η οποία είναι βαθιά ανθρωποκεντρική: εστιάζει στον ανθρώπινο στοιχείο, τις σχέσεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις ανησυχίες, τις προσδοκίες. Υπάρχει διάχυτος λυρισμός, που πότε διοχετεύεται από τη μουσική στον στίχο και πότε έχει ως αφετηρία την αφήγηση και ξεδιπλώνεται μέσα από τη μελωδία. Μια επερχόμενη οριστική αποχώρηση, που ίσως δεν είναι πάντα για κακό (Τι να πάρω μαζί μου), η ελπίδα που πάντα υπάρχει (Όπου τελειώνει η θάλασσα), οι αναμνήσεις, οι παλιές αγάπες (Συνήθειες), η αναμονή για την καινούρια μέρα (Με τον άνεμο), η δύναμη της αγάπης (Τα ανθρώπινα, Η αγάπη σου είναι θάλασσα), η καθημερινότητα, η αξία των απλών πραγμάτων (Πριν ο ήλιος βγει), η πίκρα για πράγματα που δεν ειπώθηκαν, η νοσταλγία για όσα χάθηκαν, η μάταιη αναμονή για ό,τι προσμένουμε αλλά δεν πρόκειται να έρθει ποτέ (Η λέξη, Του ονείρου τα τρένα), οι ανοιχτές πληγές που αφήνουν πίσω τους οι αδικίες, οι ανεκπλήρωτες αγάπες που όμως μπορεί κάποτε να ευοδωθούν (Όνειρο, Το άδικο) είναι τα θέματα που, μέσα από τα τραγούδια, εξελίσσονται σαν μικρές, καθημερινές ιστορίες με τις οποίες ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί. Αυτή άλλωστε είναι και η μεγάλη αξία της τέχνης: ότι δημιουργείται σε στιγμές έμπνευσης, σε συνδυασμό με ερεθίσματα από προσωπικά βιώματα, αλλά τα αποτελέσματα, εν προκειμένω τα τραγούδια, έχουν αποδέκτες όλους.

Τα τραγούδια ερμηνεύουν καταξιωμένοι τραγουδιστές: ο Μανώλης Μητσιάς, η Αργυρώ Καπαρού, η Ελένη Νόνη, ο Ανδρέας Σμυρνάκης, η Χρυσούλα Κεχαγιόγλου, αφήνοντας ο καθένας το δικό του προσωπικό στίγμα, προσαρμόζοντας τις εκφραστικές τους ερμηνείες στο ύφος του κάθε κομματιού. Ο Νίκος Βελώνιας υπογράφει την ενορχήστρωση των τραγουδιών, η οποία με ευελιξία αναδεικνύει τη χαρακτηριστική υφή του καθενός από αυτά: άλλοτε με έμφαση στο λαϊκό στοιχείο, άλλοτε πιο παραδοσιακή, κάποιες φορές πιο λιτή και άλλες πιο πλούσια. Δύο από τα κομμάτια (Το άδικο, Με τον άνεμο), υπάρχουν και σε ορχηστρική μορφή η οποία προβάλλει και μια διαφορετική πτυχή τους. Το CD συνοδεύεται από ένα καλαίσθητο βιβλίο που περιλαμβάνει τους στίχους των τραγουδιών και σημειώματα του συνθέτη και της στιχουργού, εικονογραφημένο με έργα του ζωγράφου Ηλία Λαλιώτη. Οι πολύχρωμες, ζωηρές εικόνες, συνδυάζοντας το αφαιρετικό, ονειρικό στοιχείο με το ρεαλιστικό, διαλέγονται με τα τραγούδια με έναν τρόπο μοναδικό: μελωδίες, στίχοι και εικόνες αλληλοσυμπληρώνονται και εμπλουτίζουν ακόμα περισσότερο την ακουστική εμπειρία. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/17338-paro-mazi-mou


26 September 2021

Γιώργος Σταυριανός: Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;

Ο Γιώργος Σταυριανός γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στο Νανσύ της Γαλλίας, στη Σχολή Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών, και κατέχει πτυχία ελληνικής και γαλλικής φιλολογίας. Έχει διδακτορικό στην φιλοσοφία και διδάσκει ως Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Εικαστικών & Εφαρμοσμένων Τεχνών στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1982 με την «Έρημη πόλη», συλλογή τραγουδιών με ερμηνευτικές συμμετοχές της Μαρίας  Δημητριάδη, του Ανδρέα Μικρούτσικου και του Κώστα Θωμαΐδη. Κυκλοφόρησε στη  συνέχεια σειρά από δίσκους, στους οποίους συνεργάστηκε με γνωστούς τραγουδιστές, ενώ έχει μελοποιήσει στίχους καταξιωμένων στιχουργών της εποχής μας. Κάποια από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του είναι τα «Φόβοι του Μεσημεριού» (1986), «Άνεμος είναι» (1990), «Καθαρός Ουρανός» (1991). Παράλληλα με την μακρόχρονη και αξιόλογη πορεία του στην μουσική, ασχολείται και με τη συγγραφή. Έχει εκδώσει έως τώρα τα βιβλία «Μητροπόλεις» (1996), «Το τρυφερό παραμύθι του κόσμου» (1998), «Πόρτες μισάνοιχτες» (2003), «Η αλήθεια της νύχτας» (2014), «Η δυναμική των πολιτισμών» (2007), «Η νέα αφήγηση του κόσμου» (2012) και «Απαγορευμένες περιοχές» (2018). Το «Λύκε, λύκε είσαι εδώ;» είναι η πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά του, η οποία, όσον αφορά το πνεύμα και, εν μέρει, τη θεματολογία, έρχεται σαν συνέχεια της «Πηγής των θαυμάτων» που είχε κυκλοφορήσει το 2017. 

Τη μουσική του Γιώργου Σταυριανού χαρακτήριζαν πάντα ο λυρισμός και η αισθαντικότητα, μαζί με μια αύρα νοσταλγίας και μια διάχυτη μελαγχολία. Αυτά τα στοιχεία ωρίμασαν με το πέρασμα του χρόνου, καθώς προσαρμόζονταν στο πνεύμα της εκάστοτε εποχής. Στο «Λύκε, λύκε είσαι εδώ;», ο συνθέτης καταθέτει τις σκέψεις του μέσα από ένα σύντομο συνοδευτικό σημείωμα όπου εκφράζει τους προβληματισμούς του για την πορεία του σύγχρονου και του μελλοντικού κόσμου. Ο τίτλος του CD δίνει κατά κάποιο τρόπο το στίγμα αυτών των προβληματισμών, αφού ο λύκος, ο γνωστός μας λύκος των παραμυθιών, αποτελεί το αρχέγονο σύμβολο του φόβου για το άγνωστο. Από την άλλη, είναι παράλληλα και μια οικεία μορφή, και πάλι εξαιτίας της παρουσίας του στα παραμύθια: η συμβολική, αλληγορική του έκφανση, ακόμα κι αν τις περισσότερες φορές ταυτίζεται με το κακό, προέρχεται από ένα πεδίο που όλοι μας το γνωρίζουμε καλά, και αποτελεί ένα σημείο αναφοράς το οποίο πάντα κάτι έχει να πει στον καθένα από μας.

Άλλωστε και στο τραγούδι που έδωσε και τον τίτλο στο CD, σε στίχους του ίδιου του συνθέτη, ο αφηγητής είναι σαν να ταυτίζεται με τον λύκο, ο οποίος ίσως και να μην είναι τελικά – ή να μην είναι πάντα – η ακαθόριστη εξωτερική απειλή, αλλά η κακή πλευρά του κάθε ανθρώπου, ένας εαυτός που ίσως όλοι έχουμε και που, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, δεν εκδηλώνεται, ή τουλάχιστον δεν εκδηλώνεται στον βαθμό που μπορεί να γίνει αντιληπτός σε όλη του την έκταση. «Μόνο που ο λύκος ήταν πάντα εδώ», καταλήγει το τραγούδι με μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη διαπίστωση, ενώ σε ανάλογο μελαγχολικό μοτίβο το «Τραγούδι μου απόψε», πάλι σε στίχους του συνθέτη, η αφήγηση γίνεται πιο προσωπική, σε συνάρτηση πάντα με τον περιβάλλοντα κόσμο. Στις «Βουβές χοροεσπερίδες», σε στίχους του Κωνσταντίνου Μουδάτσου, κυριαρχεί η ερωτική διάθεση μέσα από μια σύντομη εξομολόγηση, ενώ το «Ήρθε ο πατέρας μου», σε στίχους του Μάκη Τσίτα, εκφράζει με λιτότητα και απέριττη ομορφιά την επιθυμία του αφηγητή να επανασυνδεθεί με ένα αγαπημένο πρόσωπο που έχει φύγει από τη ζωή. Το στοιχείο της προσωπικής εξομολόγησης συνεχίζεται και στο «Βαλς της λήθης», σε στίχους Πάνου Μπούσαλη, όπου ο αφηγητής, απομακρυσμένος από τον κόσμο, αναζητά τη συντροφικότητα ενώ παράλληλα δείχνει να θέλει να ξεχάσει όλα εκείνα που τον έχουν πληγώσει. Λίγο πριν το τέλος, ο «Αμαρτωλός», σε στίχους του συνθέτη, κάνει τον απολογισμό του και καταλήγει και πάλι μόνος του, «σα φεγγάρι γυμνό σ’ άδειο ουρανό». 

Οι μελωδίες του Γιώργου Σταυριανού είναι γεμάτες γλυκύτητα και μελωδικότητα σε πρώτο επίπεδο, ωστόσο οι λιτές ενορχηστρώσεις αναδεικνύουν μαγικά την περιπλοκότητα και την δυναμικότητά τους. Σαν εκφραστές της δικής του εσωτερικής φωνής, ο συνθέτης έχει επιλέξει τέσσερις εξαιρετικούς τραγουδιστές: ο Βασίλης Γισδάκης, ο Δώρος Δημοσθένους, ο Παντελής Θαλασσινός και ο Πάνος Μπούσαλης ερμηνεύουν με ευαισθησία, εκφραστικότητα και παραστατικότητα τα τραγούδια του CD, ενώ ανάμεσα στα τραγούδια παρεμβάλλονται υπέροχα ορχηστρικά κομμάτια που «εικονογραφούν» μελωδικά τις ιστορίες που αφηγούνται. Ο «αφηγητής» που ανέφερα παραπάνω είναι και δεν είναι ο ίδιος σε όλα τα τραγούδια: από τη μια είναι ο ίδιος, καθώς εκφράζει σκέψεις, ανησυχίες, επιθυμίες που είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους, από την άλλη πάλι δεν είναι ο ίδιος, αφού ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Ωστόσο τόσο οι στιχουργοί όσο και οι ερμηνευτές μοιάζουν να ταυτίζονται με τον συνθέτη και ο καθένας, αξιοποιώντας τα εκφραστικά μέσα του άλλου – ή και των άλλων – συμπληρώνει το μεγάλο παζλ που είναι τα ανθρώπινα συναισθήματα και η υπόσταση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/16943-like-like

1 February 2020

Θοδωρής Γκόνης – Φώτης Σιώτας: Τα δεύτερα, γιατί κουράστηκαν τα πρώτα

«Τώρα μόνο τα δεύτερα θέλω να τραγουδώ / δεν είναι που τρελάθηκα / είναι που σε ζητώ». Μόνο τα δεύτερα, λοιπόν, γιατί κουράστηκαν τα πρώτα: τα δεύτερα λόγια, οι δεύτερες σκέψεις, οι συλλογισμοί στο πίσω μέρος του μυαλού, οι αγωνίες της καρδιάς. Έρχεται το συναίσθημα και περνάει μπροστά από τη λογική. Ο άλλος μας εαυτός, ο κρυφός, οι μύχιες επιθυμίες. Όλα όσα ήταν στο παρασκήνιο, όσα λούφαζαν σε κάποια γωνιά της ψυχής και του μυαλού, περιμένοντας να έρθει η δική τους ώρα για να βγουν στην επιφάνεια. Λέξεις, επικλήσεις, αναμνήσεις, αναπολήσεις – κομμάτια από την πορεία της ζωής μας με τις καλές και τις κακές στιγμές της.

Η συλλογή τραγουδιών του Φώτη Σιώτα σε στίχους του Θοδωρή Γκόνη «Τα δεύτερα (γιατί κουράστηκαν τα πρώτα)» ξεκινάει με ένα υποβλητικό ορχηστρικό κομμάτι όπου κυριαρχούν στοιχεία της δυτικής μουσικής αλλά στην κατάληξη γεμίζει με ανατολίτικα γυρίσματα. Αυτό είναι και το γενικότερο κλίμα των τραγουδιών, που είναι μεν λαϊκότροπα, με ρυθμούς και μελωδίες με χρώμα γνήσια ελληνικό, αλλά η ορχήστρα που συνοδεύει στο φόντο διαθέτει έναν χαρακτήρα βαθιά λυρικό, χάρη στις λεπτοδουλεμένες ενορχηστρώσεις και την άρτια συμμετοχή λαϊκών και παραδοσιακών οργάνων.

Ο Θοδωρής Γκόνης, ποιητής και πεζογράφος με μακρά θητεία στον χώρο της λογοτεχνίας, αλλά και στιχουργός και σκηνοθέτης με πλούσιο και ιδιαίτερα σημαντικό έργο, έγραψε τους στίχους αυτούς στον δρόμο, όπως λέει χαρακτηριστικά στο σημείωμά του, «αποθηκευμένα στη μνήμη ενός οδοιπόρου που γράφει ό,τι ακούει, ό,τι βλέπει και καταλαβαίνει ζωντανά, με το αυτί, με την καρδιά και με το μάτι και όχι πάνω στο χαρτί.» Εμπειρίες λοιπόν, εικόνες περαστικές, διαπιστώσεις υπαρξιακές, συνθέτουν ένα σύνολο όπου κυριαρχεί η αρμονία και η ισορροπία. Αρμονία όχι μόνο με την κυριολεκτική σημασία, την αρμονία της μουσικής, αλλά και όσον αφορά την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα που βγάζουν τα τραγούδια αυτά. Και ισορροπία επίσης συναισθηματική, αλλά και από άποψη τεχνική: τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο σαν κεφάλαια ενός βιβλίου, όπου στο καθένα μπορεί να αλλάζει το κλίμα αλλά υπάρχει ο κοινός παρονομαστής, ο οποίος στην περίπτωση αυτή είναι η ομάδα των δημιουργών, των ερμηνευτών και των μουσικών – ένα άρτιο σύνολο που τα μέλη του αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν με τον παραδοσιακό τρόπο – η ορχήστρα έπαιζε ζωντανά στο στούντιο συνοδεύοντας τους τραγουδιστές. Αυτό ήταν και το όνειρο του Φώτη Σιώτα, και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Δεξιοτέχνης βιολιστής, μουσικός με δυνατό ένστικτο και μεγάλο ταλέντο, ο Φώτης Σιώτας είναι επίσης εξαιρετικός τραγουδιστής. Όντας για χρόνια συνεργάτης του Μανώλη Φάμελλου, έχει ερμηνεύσει μοναδικά τραγούδια με ιδιαίτερο ηχόχρωμα, όπως είναι το παραδοσιακό «Καληνύχτα» από την Κάτω Ιταλία και οι συμμετοχές του στη «Μαύρη Αγάπη» του Φάμελλου. Εδώ ωστόσο μοιράζεται το ερμηνευτικό κομμάτι και με άλλους τραγουδιστές που επίσης ξεχωρίζουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Την Ιουλία Καραπατάκη με τη γνήσια αλλά καλοδουλεμένη λαϊκή χροιά, τον Γιάννη Διονυσίου με την εκφραστικότητα και το βάθος της ερμηνείας που ξεδιπλώνει εντυπωσιακά στον αμανέ τού «Ο περιττός ο άνθρωπος», τη Δήμητρα Γαλάνη με τη γλυκιά, υποβλητική φωνή της, τον Σωκράτη Μάλαμα με τον χαρακτηριστικό αντρίκειο δυναμισμό που θυμίζει άλλες εποχές.

Τραγούδια – μικρές ιστορίες που μιλούν στον καθένα με τρόπο διαφορετικό, τραγούδια – μυστικά που προσφέρονται για εξομολόγηση σε κάποιον αγαπημένο («Να είν’ ο κόσμος δροσερός / να καίει σαν καμίνι / το ξέρω απ’ την αγάπη μας /η στάχτη μας θα μείνει», Να είμαι κάτω απ’ τη μουριά), πότε μελαγχολικά («Έχω αγιάτρευτη πληγή / και περπατώ μαζί της / πάντα μαζί μα μοναχή / λέει την προσευχή της», Προσευχή), πότε παιχνιδιάρικα («Η Καρδίτσα όταν κλειδώσει / μη φοβάσαι να σε δώσει / αποκλείεται / Είναι νόμος είναι κράτος / είναι καιομένη βάτος / ετελείωσε», Στην Καρδίτσα), εξέχουσα θέση έχει ωστόσο το θαλασσινό στοιχείο, το τόσο χαρακτηριστικό αυτό ελληνικό θέμα, είτε με την κυριολεκτική είτε με την αλληγορική του σημασία («Καβούρι είμαι στο βράχο / και μαύρος αχινός / τ’ αγκάθι μου για σένα / λουλούδι και ανθός», Μαύρος αχινός, «Αν είν’ η ανάμνηση νησί / εσύ είσαι το νησί μου / το κάστρο μου είσαι το κλειδί / η θέα, η μουσική μου», Το νησί μου).

Αξίζει ωστόσο να σταθούμε και στη σημειολογία του πολύ ιδιαίτερου εξωφύλλου, και τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου Σηργάνου. Μέσα σε μια κουζίνα που παραπέμπει είτε σε παλιότερες δεκαετίες είτε σε επαρχιακό σπίτι, ο Φώτης Σιώτας και η Ιουλία Καραπατάκη κάθονται σε ένα άδειο τραπέζι, ντυμένοι με τα ίδια ρούχα, ανέκφραστοι με την πρώτη ματιά αλλά, αν τους παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, με μια αδιόρατη αύρα μελαγχολίας. Μοιάζουν ακινητοποιημένοι, παγωμένοι στον χρόνο. Αυτή η εικόνα σε συνδυασμό με το «σπάσιμο» του τίτλου – οι δύο πρώτες λέξεις (τα δεύτερα) είναι τοποθετημένες κάτω από τη φωτογραφία μαζί με έναν αστερίσκο που παραπέμπει στο οπισθόφυλλο όπου ο υπόλοιπος τίτλος (γιατί κουράστηκαν τα πρώτα), με πλάγια γράμματα, σαν υποσημείωση, συνυπάρχει με τα περιεχόμενα και μια λεπτομέρεια που φαίνεται και δεν φαίνεται στην φωτογραφία του εξωφύλλου – είναι σαν να εικονογραφεί τη «δήλωση» του τίτλου. Οι πρωταγωνιστές της εικόνας είναι σαν ρέπλικες του εαυτού τους, οι εναλλακτικές, δεύτερες (με την καλή έννοια) εκδοχές τους που αναλαμβάνουν δράση όταν οι ίδιοι «αποσύρονται». Ή πάλι θα μπορούσε να είναι και το ακριβώς αντίθετο: να είναι αυτοί που βλέπουμε οι αυθεντικοί που περιμένουν στην αναμονή όσο οι εναλλακτικοί τους εαυτοί τους εκπροσωπούν στον κόσμο.

Κάπως έτσι υποδηλώνεται και η διττή υπόσταση των τραγουδιών, η λαϊκή / παραδοσιακή και η έντεχνη. Και κάπως έτσι τα δεύτερα γίνονται πρώτα και εκφράζουν τα πιο βαθιά, τα πιο ουσιαστικά συναισθήματα.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/13618-deytera

9 June 2019

Τάσος Γκρους: Ό,τι αγαπάς, υπάρχει

Συναισθηματικά φορτισμένα, αφήνοντας ωστόσο μια αίσθηση κάθαρσης, τα τραγούδια της πρόσφατης δουλειάς του Τάσου Γκρους συμπληρώνουν ένα παζλ αναμνήσεων, σαν αναθήματα που κρατούν τις μνήμες αναλλοίωτες στον χρόνο. Άλλωστε ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα της τέχνης είναι η δημιουργία, μέσα από την οποία ο πόνος, όπως εξάλλου και η χαρά, μετουσιώνεται σε έργο διαχρονικό που μένει στην αθανασία. Αυτό είναι που διαχωρίζει ουσιαστικά τους καλλιτέχνες από τον υπόλοιπο κόσμο: ότι έχουν την ικανότητα να διοχετεύουν τα συναισθήματά τους μέσα από τα έργα που δημιουργούν, και να τα μοιράζονται έτσι με τους άλλους με έναν τρόπο που εμπεριέχει ταυτόχρονα και το προσωπικό στοιχείο αλλά και την παράμετρο της εξοικείωσης: το κοινό αντιλαμβάνεται την προσωπική ματιά του καλλιτέχνη, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να κατανοήσει την κατάσταση που αποτέλεσε το κίνητρο για ένα έργο, να την ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο και να ταυτιστεί με τον δημιουργό, συμπάσχοντας μαζί του.

Ό, τι αγαπάς υπάρχει, είναι ο τίτλος της συλλογής, και αποδεικνύει ότι όντως ό, τι συνεχίζουμε να θυμόμαστε και να αγαπάμε, δεν χάνεται ποτέ. Είναι τραγούδια αφιερωμένα στον αγαπημένο γιο του Τάσου Γκρους που έφυγε πρόωρα και άδικα από τη ζωή το 2017. Τραγούδια από παλιά, ορισμένα γραμμένα πρόσφατα, όλα όμως με το ίδιο έντονο συναίσθημα: τη συγκίνηση, τη νοσταλγία, την αγάπη που έχει μείνει κάπου και περιμένει να εκφραστεί με κάποιον τρόπο για να περάσει τα όρια της ανθρώπινης υπόστασης και να φτάσει σ’ εκείνον που έφυγε, αλλά η αίσθηση της παρουσίας του εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στους αγαπημένους του.

Αν η μνήμη ήταν μουσική, θα έκλεινε μέσα στις νότες κομμάτια από τις εικόνες των αγαπημένων μας προσώπων που δεν είναι πια μαζί μας. Ίσως γι’ αυτό και να μας συγκινούν τόσο πολύ κάποιες  μελωδίες: γιατί γίνονται φορείς των συναισθημάτων εκείνων που τις εμπνεύστηκαν και τους έδωσαν πνοή. Αντίστοιχα και τα ποιήματα, που μέσα σε λίγους στίχους εκφράζουν τόσα πολλά, καταφέρνουν και μιλάνε στις καρδιές των ανθρώπων.

Γραμμένα σε διαφορετικές συγκυρίες και με διαφορετικές αφορμές, τα ποιήματα των Γκύντερ Γκρας, Alice Tori, Θοδωρή Γκόνη, Πάμπλο Νερούδα, Ιωάννη Βηλαρά, Βαγγέλη Κάσσου, Ηλία Γκρη, Θανάση Βενέτη, Ηλία Κατσούλη, Βαγγέλη Βελώνια, Πωλ Ελυάρ, Γιώργου Μπασδέκη, Ηλία Τσέχου, Ιωάννη Πανουτσόπουλου, με θεματολογία άλλοτε τρυφερή, άλλοτε βαθιά συγκινητική, άλλοτε πιο αποστασιοποιημένη, έχουν μελοποιηθεί από τον Τάσο Γκρους, ο οποίος έχει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της πολύχρονης και αξιόλογης πορείας του καταπιαστεί με την μελοποίηση ποιημάτων.

Περιβεβλημένα με αφοπλιστική ευαισθησία, μέσα σε μια, κοινή σε όλα, εύθραυστη ατμόσφαιρα μελαγχολίας που είναι διάχυτη στις μελωδικές τους αλληλουχίες, στο τέλος η ακρόασή τους καταλήγει απελευθερωτική και λυτρωτική, γιατί η έκφραση μέσα από τη μουσική ξεπερνάει τα φυσικά σύνορα έτσι κι αλλιώς. Αγαπημένοι καλλιτέχνες που έχουν δώσει και συνεχίζουν να δίνουν το δικό τους στίγμα στη μουσική ζωή του τόπου μας, όπως η Αργυρώ Καπαρού, ο Γιώργος Μεράντζας, η Καλλιόπη Βέττα, ο Αλέξανδρος Καψοκαβάδης, η Μάρθα Φριντζήλα, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Γιάννης Παλαμίδας, η Φωτεινή Βελεσιώτου, ερμηνεύουν τα τραγούδια, ο καθένας με τα δικά του μοναδικά εκφραστικά μέσα, σε ένα σύνολο που δένει αρμονικά, μιας και υπάρχει πάντα ο κοινός παρονομαστής – ο πόνος της απώλειας. Οι ερμηνείες συμπληρώνονται από την απαγγελία του Βαγγέλη Βελώνια στο τελευταίο κομμάτι (Κόκκινο τριαντάφυλλο) και την δωρική, σχεδόν αφηγηματική συμβολή του ίδιου του Τάσου Γκρους στο σπαρακτικό Έτσι θα φύγεις; - την πιο άμεσα προσωπική στιγμή του άλμπουμ.

“Όποιος κλαίει εδώ μπορεί και να πιστεύει / ότι με τα κλάματα το χώμα ημερεύει”, λέει ο Γκύντερ Γκρας στο Παιδικό τραγούδι (σε απόδοση Βαγγέλη Κάσσου), και μήπως δεν είναι αλήθεια αυτό; Η αυθόρμητη εκδήλωση της συγκίνησης φέρνει πολλές φορές την κάθαρση ως ένα βαθμό, τουλάχιστον για εκείνη τη στιγμή που εκφράζεται. Η γοργόνα, το “ξύλινο κορίτσι” του Πάμπλο Νερούδα στη Γοργόνα Πλώρης, “έστεκε εκεί κοιτώντας τις ανοιχτές ζωές μας, / το είμαι, το φεύγω, το έρχομαι, το πάω πάνω στη γη” γιατί “δεν ήξερε αν υπάρχουμε ή είμαστε τ’ όνειρό της”. Και η διαπίστωση ότι “δε χάθηκε δεν έφυγε κάπου ψηλά πετάει / κάπου τα πίνει μόνος του και μας χαμογελάει” (Κάπου τα πίνει μόνος του, του Ιωάννη Πανουτσόπουλου) έρχεται σαν επιστέγασμα, εκφράζοντας την ελπίδα ότι οι άνθρωποι που χάνονται από τη ζωή μας, υπάρχουν κάπου αλλού, σε κάποια άλλη διάσταση, αόρατη σε μας. Κάτι που, νωρίτερα, στο συγκλονιστικό Εμπιστευτικό (Alice Tori) κατά κάποιον τρόπο είχε ήδη επιβεβαιωθεί, με τον αποχωρήσαντα να κάνει τον απολογισμό του, φέρνοντας στο νου τη μάνα του μέσα από εικόνες που θυμίζουν τα παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια. “Να περνούν φαντάσματα, να περνώ κι εγώ”, καταλήγει, σαν ένα αντίστροφο μοιρολόι: αυτό του νεκρού, που άφησε πίσω τους αγαπημένους του και ίσως μπορεί να τους δει από εκεί που βρίσκεται, αλλά αδυνατεί να επικοινωνήσει άμεσα μαζί τους γιατί εκείνοι δεν είναι σε θέση να τον δουν – απλώς κάποιες φορές μπορεί και να αισθάνονται την παρουσία του.

Η πολύ ξεχωριστή αυτή συλλογή, η τόσο σημαντική, κυκλοφορεί με τη μορφή βιβλίου – cd όπου περιλαμβάνονται και τα ποιήματα – στίχοι των τραγουδιών, ένα συγκινητικό σημείωμα του Βαγγέλη Βελώνια και μια συνταρακτική κατάθεση ψυχής του Τάσου Γκρους, ενώ τις σελίδες κοσμούν υπέροχα, τρυφερά σχέδια της Αλέξιας Γκρους, πραγματικά κοσμήματα, που με τα έντονα χρώματά τους εκφράζουν απόλυτα τη δύναμη της μνήμης και της ελπίδας, με την έμφαση στο γαλάζιο και το κόκκινο να συμβολίζει την αγάπη που δεν πεθαίνει ποτέ.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούνιο του 2019
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/12315-oti-agapas-yparxei

24 March 2019

Τίτος Πατρίκιος – Ανδρέας Κατσιγιάννης: Πολιορκημένος χρόνος

Η ποίηση πάντα ήταν και θα είναι η αδελφή της μουσικής. Είτε έμμετρα είτε ελευθερόστιχα, τα ποιήματα εμπεριέχουν ρυθμό και μελωδία και η μετατροπή τους σε τραγούδια είναι κάτι σαν μια φυσική εξέλιξη. Ένα ποίημα είναι σαν μια πεταλούδα. Γεννιέται μέσα στο κουκούλι – το μυαλό του ποιητή. Όταν έρχεται η στιγμή να πάρει τον δρόμο της έκφρασής του, σπάει το κουκούλι και αποτυπώνεται στο χαρτί. Από εκεί και πέρα “ανεξαρτητοποιείται”, φεύγει από τον δημιουργό του και πετάει ελεύθερο, όπως η πεταλούδα. Όμως, σε αντίθεση με την πεταλούδα, ένα ποίημα δεν είναι εφήμερο. Μπορεί να ζήσει στην αιωνιότητα – ακόμα και να έχει πολλές ζωές. Μια από αυτές τις πολλές ζωές είναι η μελοποιημένη μορφή του. Όταν ένα ποίημα γίνεται τραγούδι, είναι σαν να ξαναγεννιέται. Ό,τι έχει εκφράσει ο ποιητής με τη γραφή του, το εξελίσσει ο συνθέτης εντάσσοντάς το μέσα σε μια μελωδία. Και στη συνέχεια έρχεται ο ερμηνευτής, σαν συνδετικός κρίκος, να τραγουδήσει το ποίημα ενώνοντάς το με την μουσική έκφανσή του.

Το βιβλίο-cd “Πολιορκημένος Χρόνος” αποτελεί μια ευτυχή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συγκυρία όπου ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς, ο Τίτος Πατρίκιος, συναντά έναν νέο συνθέτη, τον Ανδρέα Κατσιγιάννη. Μια παρέα εκλεκτών ερμηνευτών, οι Γιάννης Κότσιρας, Γιώργος Περρής, Γιώργος Νταλάρας, Μίλτος Πασχαλίδης, Φοίβος Δεληβοριάς, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και Απόστολος Μόσιος, συμπληρώνουν αυτή την εξέχουσα συνάντηση, την τόσο ιδιαίτερη και πολυεπίπεδη.

Ο Τίτος Πατρίκιος καλύπτει με τη ζωή και τη δημιουργία του ένα μεγάλο κομμάτι του 20ου αιώνα και συνεχίζει και τώρα στον 21ο να είναι ακμαίος και παραγωγικός. Γεννημένος Ιωάννης-Βαπτιστής το 1928, αποκτώντας στη συνέχεια το όνομα Βαπτιστής-Τίτος, μεγάλωσε μέσα σε καλλιτεχνική οικογένεια: οι νησιώτες γονείς του αλλά και οι παππούδες από την πλευρά της μητέρας του ήταν ηθοποιοί. Είναι από τους ανθρώπους εκείνους που τα έχουν δει όλα και τα έχουν ζήσει όλα, έχουν βιώσει από πρώτο χέρι γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας. Αλλά και το μακρινό του παρελθόν έχει μεγάλη σημασία: όπως διαβάζουμε στο εξαιρετικό σημείωμα της Ελένης Αντωνιάδου που περιλαμβάνεται στο βιβλίο-cd, ο Κεφαλλονίτης προπάππους του μετέφερε με το καράβι του εφόδια στους πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια η ζωή του σηματοδοτείται από αλλεπάλληλα γεγονότα που αφήνουν αναπόφευκτα το στίγμα τους. Αντίσταση, εξορίες, διωγμοί, ακραίες καταστάσεις (είχε καταδικαστεί σε θάνατο το 1944 από συνεργάτες των Γερμανών, με την εκτέλεσή του να ματαιώνεται την τελευταία στιγμή), έντονη πολιτική δραστηριότητα, αλλά και μια γεμάτη ζωή, κοινωνικά και δημιουργικά, διαμόρφωσαν και εξακολουθούν να χρωματίζουν τον καμβά της ζωής του. Όλη αυτή η πλούσια εμπειρία, το παρελθόν, όλα όσα έζησε, περνούν άλλοτε πιο άμεσα και άλλοτε πιο φιλτραρισμένα στην ποίησή του.

Ο Ανδρέας Κατσιγιάννης, μουσικός με σημαντική προσωπική δισκογραφία και πολλές συμμετοχές, μελοποιεί εφτά ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου, που καλύπτουν ένα ευρύτατο χρονικό φάσμα, ενώ άλλα οχτώ τα απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής με τον συνθέτη να αυτοσχεδιάζει στο πιάνο. Είτε πρόκειται για πολιτικό σχόλιο, είτε για ερωτική εξομολόγηση, είτε για αναδρομή στο παρελθόν, είτε για κοινωνικό προβληματισμό, το κάθε ποίημα και το κάθε τραγούδι προσθέτει κάτι ακόμα στη συνολική σύνθεση η οποία, όταν ολοκληρώνεται, φωτίζεται από όλα αυτά τα τόσο σημαντικά, αναπόσπαστα στοιχεία της και είναι σαν να συμπληρώνεται ένας χάρτης – ο χάρτης της ανθρώπινης ψυχής, της ανθρώπινης νόησης.

Οι επτά ερμηνευτές που έχουν αναλάβει να καλύψουν το τραγουδιστικό μέρος δεν προέρχονται όλοι από τον ίδιο χώρο, ούτε ανήκουν και στην ίδια γενιά. Αυτή η διαφοροποίηση συμβάλλει στο να τονίζεται κάθε φορά και κάτι διαφορετικό μέσα από το εκάστοτε μελοποιημένο ποίημα. “Ένα ποίημα”, λέει ο Ρόμπερτ Φροστ, “ξεκινάει σαν ένας κόμπος στο λαιμό, μια αίσθηση ενοχής, μια νοσταλγία, μια ερωτική απουσία”. Έτσι λοιπόν κι εδώ φωτίζεται πότε μια πιο ευαίσθητη πλευρά (“Έφερες ξανά τις μπόρες / Του θαλασσινού φθινοπώρου / που ξέπλεναν την σκόνη / Από το πρόσωπό μου”, Γυναίκα, με τον Γιώργο Περρή), πότε μια πιο εξομολογητική (“Κάθε που θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου / Λιγοστεύω τις φορές που σε κοιτώ”, Πρόφαση, με τον Μίλτο Πασχαλίδη), πότε μια πιο αισθαντική (“Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει / Το πρόσωπο με τ’ ατίθασα μαλλιά του”, Υμνώ το σώμα, με τον Φοίβο Δεληβοριά). Κυριαρχεί η αίσθηση της αναπόλησης στο Τρεις Πόλεις (Γιάννης Κότσιρας): “Με γυναίκες σε τρεις πόλεις μίλησα με γλώσσες που ήξερα ή μάθαινα / Γυναίκες που έριχναν το φως τους / Την κάθε πόλη βύθιζαν στην ερημιά / Την κάθε πόλη σκοτεινή την έκαναν”. Σαν να είχε προβλέψει το μέλλον, σχολιάζει επίσης: “Δεν ξέρω μουσική, μονάχα να μιλώ” - και να που τα λόγια του τώρα βρήκαν τη μουσική. Η διάθεση γίνεται ελαφρώς σαρκαστική στις Συνεπαφές (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας): “Όταν οι άνθρωποι δεν έχουν άλλα πια ν’ αποκαλύψουν / Άπληστο κι έρημο προφασίζονται το σμίξιμο σωμάτων”. Όπως και στο Έρωτας και πολιτική (Απόστολος Μόσιος): “Η πιο δημοκρατική στιγμή / είναι του αμοιβαίου / ελάχιστα ετεροχρονισμένου οργασμού”. Στο γραμμένο στην εξορία Τέλος του καλοκαιριού (Γιώργος Νταλάρας) συνδέεται η αγωνία με τη νοσταλγία για τον άνθρωπο που έμεινε πίσω (“Δεν βλέπεις τον δρόμο που ξεκινάει πριν από μας / Που συνεχίζεται πέρα από μας / Ζούμε σε μια φωτιά που καίει και μέσα και έξω”). Η μεταμόρφωση των ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου σε τραγούδια από τον Ανδρέα Κατσιγιάννη είναι μοναδική. Οι εξαίσιες μουσικές αγκαλιάζουν τα υπέροχα ποιήματα λες και ήταν αυτός εξαρχής ο προορισμός και των δύο.

Ανάμεσα στα τραγούδια, οι δωρικές απαγγελίες του ποιητή συγκινούν με την αυθεντικότητα και την ειλικρίνειά τους – είναι σαν να παρακολουθείς έναν γονιό να παίρνει στην αγκαλιά του το παιδί του, με μιαν αγάπη απλή, απεριόριστη, πρωτογενή. Η ποίηση του Τίτου Πατρίκιου είναι υψηλή, αλλά γραμμένη με λόγια απλά, απόλυτα κατανοητά – γι’ αυτό άλλωστε είναι και τόσο προσιτή. Αυτή είναι μία από τις τόσο σημαντικές αρετές της. Στα κομμάτια αυτά, ο Ανδρέας Κατσιγιάννης παίζει στο πιάνο αυθόρμητες, θαυμάσιες μελωδίες, συνοδεύοντας διακριτικά αλλά ιδανικά τον λόγο που άλλοτε σχολιάζει την μυθολογία και την ιστορική μνήμη (Η πύλη των λεόντων), άλλοτε τη σημασία της στιγμής, της μνήμης που μένει και συντηρείται (Υπόγειο τραίνο), την αληθινή ομορφιά που παραμένει στις αναμνήσεις όσο κι αν η επιφάνεια φθείρεται (Ρόδα αειθαλή), μια απλή αλλά τόσο ουσιαστική διαπίστωση (“Πάντα μπορεί κανείς να ερωτεύεται / Το δύσκολο είναι ν’ αγαπάς”, Το δύσκολο), οικείες ή αναπάντεχες καλοκαιρινές εικόνες, με περιπαιχτική, ακόμα και αυτοσαρκαστική διάθεση (“Έτσι καθώς το πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι / λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα / για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά - / άσε να δούμε και για παραπέρα”, Άλλο ένα καλοκαίρι), τη δυσκολία των αποχωρισμών κάθε είδους (Οδός Δερβενίων), τη ματαιότητα της ύπαρξης (Πολιορκημένος χρόνος), τις απώλειες και τις συνέπειές τους (“Πίσω απ’ την πλάτη μου / στέκεται ακοίμητος και μ’ ελέγχει / των πρώτων χρόνων μου ο εαυτός”, Οι μάρτυρες).

“Ζω όσο έχω και μια μέρα μέλλον. / Παίζω με κάποια δόση σιγουριάς / ακόμα και για μετά τον θάνατό μου.” Τα τόσο σημαντικά αυτά λόγια του Τίτου Πατρίκιου μοιάζουν να συνοψίζουν την πορεία της ζωής του. Βλέπω στο βιβλίο τη φωτογραφία του στην τρυφερή ηλικία των έξι χρόνων και αναρωτιέμαι αν αυτό το παιδί με τα φωτεινά χαμογελαστά μάτια μπορούσε να φανταστεί έστω και στο ελάχιστο την μετέπειτα εξέλιξή του. Η εικόνα αυτή τραβάει αμέσως το βλέμμα και αυτόματα θέτει σε μία εντελώς διαφορετική βάση το πώς θα αντιληφθεί κανείς την μελωδική αλληλουχία των ποιημάτων που ακολουθούν το ένα το άλλο, με το τραγούδι να διαδέχεται την απαγγελία σε έναν αρμονικό, λυρικό διάλογο. Έχω την αίσθηση πως αυτό το χαμογελαστό παιδί με την τόσο δυνατή παρουσία υπάρχει ακόμα μέσα στον ποιητή και είναι αυτό που τον παρακινεί συνεχώς να δημιουργεί, να ταξιδεύει, να ονειρεύεται.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2019
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/11853-patrikios-katsigiannis-xronos

5 February 2019

Γιώργος Καγιαλίκος - Δημήτρης Λέντζος: Μισοφέγγαρο Κυδώνι

Όπως το παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού, έτσι και το Μισοφέγγαρο κυδώνι συνδέεται με μνήμες από το παρελθόν, φέρνει αρώματα και ήχους από περασμένα χρόνια, θυμίζει τα αξεπέραστα τραγούδια της λαϊκής μας παράδοσης. Λίγο σαν ονειροφαντασίες, λίγο σαν τις ιστορίες που αφηγούμαστε γύρω από μια φωτιά κάτω από το φεγγάρι, με τις σκιές ολόγυρα να δίνουν σχήμα και μορφή στα πλάσματα των ονείρων και των θρύλων που χορεύουν πάνω στις μελωδίες ή κρύβονται μέσα στους στίχους, τα τραγούδια του Γιώργου Καγιαλίκου και του Δημήτρη Λέντζου δημιουργούν εικόνες ατμοσφαιρικές, μαγικές σαν τα παραμύθια, γλυκιές σαν το γλυκό κυδώνι, που είναι σαν μικρό μισοφέγγαρο, σαν τις μυρωδιές και τις γεύσεις της μυστηριακής ελληνικής υπαίθρου.

Ο Αθηναίος Γιώργος Καγιαλίκος πρωτοεμφανίστηκε στην δισκογραφία το 2011 με το άλμπουμ Εννέα Κρυμμένα Τραγούδια και από τότε έχει μια πολύ ξεχωριστή παρουσία στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς ερμηνευτές της νεότερης γενιάς, και όχι μόνο. Με τον Δημήτρη Λέντζο, στιχουργό και ποιητή από την Ηλεία, έχουν συναντηθεί δισκογραφικά άλλη μία φορά, στο άλμπουμ Αιώνια Μέθη.

Τα τραγούδια που συμπεριλαμβάνονται στο Μισοφέγγαρο κυδώνι έχουν πολύ ιδιαίτερη ταυτότητα, τόσο στιχουργικά όσο και συνθετικά. Κινούνται στα όρια ενός  κόσμου ονειρικού όπου όλα μπορούν να συμβούν: η επικοινωνία με τη φύση είναι άμεση, η ερωτική εξομολόγηση παίρνει τη μορφή μιας μαγικής τελετής, τα αντικείμενα αποκτούν υπερφυσικές ιδιότητες, οι άνθρωποι το ίδιο. Υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία, μια έντονη νοσταλγία στο Μισοφέγγαρο κυδώνι. Με έμπνευση και οδηγό το δημοτικό τραγούδι και τα παραμύθια, δεν θα μπορούσε να είναι το κλίμα διαφορετικό: οι λαϊκές ιστορίες είναι πολλές φορές δραματικές, δίνουν έμφαση στη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων. Από την άλλη, μέσα από την ομορφιά των στίχων και την αυθόρμητη συγκίνηση που προκαλούν, έρχεται η κάθαρση, η ψυχική ανάταση. Σε αναλογία, λοιπόν, οι στίχοι ισορροπούν ιδανικά ανάμεσα στην παραδοσιακή στιχουργική και τα μοντέρνα εκφραστικά μέσα. Η ποιητικότητα του λόγου βρίσκεται σε διαρκές παιχνίδι με το παραμυθικό / αφηγηματικό στοιχείο. Η λιτή ενορχήστρωση, βασισμένη στο βιολί, το μαντολίνο και το πιάνο, στο κλαρινέτο, το φλάουτο, τα κρουστά και τη φυσαρμόνικα, όργανα παιγμένα όλα από δεξιοτέχνες μουσικούς, αφήνει να ξεδιπλωθούν οι μελωδίες, θέτοντάς τις σε πρώτο πλάνο.

Όλο αυτό το άρτιο σύνολο αποδίδεται άψογα από δύο ερμηνευτές με αξιοπρόσεκτη παρουσία στην ελληνική μουσική σκηνή: την Ιφιγένεια Κορολόγου, η οποία έχει συνεργαστεί με τον Σταμάτη Κραουνάκη και έχει λάβει το Βραβείο Κοινού στους Α΄ Αγώνες Δημιουργίας Ελληνικού Τραγουδιού της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών για το τραγούδι της Κορμί μου αντέχεις (2011), και τον Γιώργο Φλωράκη, πρώην τραγουδιστή του εμβληματικού ελληνικού χαρντ ροκ συγκροτήματος Raw Silk, με πολλές αξιόλογες συμμετοχές και μια σημαντική συνεργασία με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και τον Διονύση Καψάλη στο άλμπουμ Οι Μπαλάντες της Οδού Ατθίδων (2016). Και οι δύο καλλιτέχνες διαθέτουν πολύ όμορφες, εκφραστικές φωνές και μια διακριτική θεατρικότητα στην ερμηνεία τους, κάτι που ακούμε σε απόλυτη αρμονία στο τραγούδι Στο όνειρό μου είδα, το οποίο τραγουδούν μαζί και κλείνει το άλμπουμ. Στο πρώτο κομμάτι, το Δεντράκι μου χωρίς κλαριά συμμετέχει με τρόπο συγκινητικό και απόλυτα ταιριαστό η παιδική χορωδία του Ωδείου Μυθωδία της Μαρουλίας Κοντού.

Ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ποιητής της νέας γενιάς, στιχουργός και ζωγράφος, έχει φιλοτεχνήσει το έργο του εξωφύλλου που απεικονίζει ένα κυδώνι και μια φέτα από τον καρπό του φρούτου με τη χρυσαφένια φλούδα, ίδια με μισό φεγγάρι πάνω στο σκούρο μπλε φόντο που προσομοιάζει στον ουρανό. Εικονογραφεί, δηλαδή, ρεαλιστικά τον τίτλο του έργου, αποδίδοντας παράλληλα την ποιητική αλλά και την αλληγορική διάστασή του. Το κυδώνι είναι συνυφασμένο με την παράδοση και τη μυθολογία, είναι σύμβολο του έρωτα, είναι το “χρυσό μήλο”. Παράγει κρασί, άρα είναι και μεθυστικό. Κάποιοι πιστεύουν πως το χρυσό μήλο που έδωσε ο Πάρης στην Ωραία Ελένη ήταν ένα κυδώνι. Είναι λοιπόν ένας καρπός του οποίου ο συμβολισμός έχει πολύπλευρη σημειολογία. Φορτισμένο με ακόμα πιο πολλούς αλλά και έντονους συμβολισμούς, το φεγγάρι πάντα ασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία στον άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίο το ότι το συναντάμε τόσο συχνά στα δημοτικά τραγούδια. Σαν ‘μισοφέγγαρο’ στον τίτλο, με τη μορφή δηλαδή που έχει σε μια φάση του η οποία είναι και η πιο μαγική για τον άνθρωπο αλλά και η πιο αγαπητή μαζί με εκείνη της πανσελήνου, φέρνει μαζί του όλες τις μυστηριακές δυνάμεις των παραμυθιών και των θρύλων.

Τα τραγούδια στο Μισοφέγγαρο κυδώνι είναι τρυφερά αλλά και σκοτεινά, όπως και οι άνθρωποι, όπως και η ίδια η ζωή. Το κάθε ένα είναι μια ιστορία αλλά και όλα συνδέονται μεταξύ τους όπως οι κορδέλες από το γαϊτανάκι γύρω από το κοντάρι. Mου έρχεται στο μυαλό ένα παιχνίδι που παίζαμε παλιότερα, που φτιάχναμε ιστορίες χρησιμοποιώντας στίχους  τραγουδιών. Θα μπορούσε να πάει κάπως έτσι με το Μισοφέγγαρο κυδώνι: “Τις ρίζες σου ρίξε βαθιά δεντράκι μου μες την καρδιά”, εκεί όπου “η αγάπη λένε […] ζει στον κόσμο δυο φορές” και θέλει δώρα μεγάλα όπως “βανίλια γλυκό κερασάκι, μια διάφανη μπίλια με μπλε καραβάκι […], μια στάλα φεγγάρι και μέλι”. Ίσως γι’ αυτό και τα αγόρια κοιτάζουν τη μυλωνού και βλέπουν να “έχει στα μαλλιά της τις πυγολαμπίδες” - ρίχνουν λοιπόν ένα βότσαλο μες τη λίμνη και λένε “να γίνει μια πέτρινη καρδιά”. Κάπου αλλού, μια μικρή βασιλοπούλα “χαρτί παίρνει και φτιάχνει βαρκούλα και πανιά” που “έμοιαζε με άχνη στη μαύρη σκοτεινιά”, μέσα στη “μάγισσα θάλασσα”, ενώ “ένα αστέρι νιόφωτο […] ξαγρυπνάει στα νερά για μια μικρή νεράιδα”. Κι αν “στον κόσμο […] μια φορά σμίγει η λύπη κι η χαρά”, ωστόσο στα όνειρα ο μικρός αητός “πετάει μόνος […], τραγουδάει και κλαίει και μοιρολογεί” πάνω από ένα “κόκκινο ποτάμι αίμα σκοτεινό”, το “όνειρο που βγήκε […] αληθινό” - γιατί δεν βγαίνουν πάντα αληθινά μόνο τα ευχάριστα όνειρα, αλλά πολλές φορές και τα δυσοίωνα.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2019
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/11545-lentzos-kagialikos

6 January 2019

Ηλίας Μάστορης: Τα βελούδινα σκοτάδια

Μια ιδιαίτερα σημαντική και αξιόλογη στιγμή στην καλλιτεχνική πορεία του Ηλία Μάστορη, μουσικού και στιχουργού από τη Βοιωτία, είναι το άλμπουμ Τα Βελούδινα Σκοτάδια. Είχε προηγηθεί το θαυμάσιο ορχηστρικό ταξίδι Ο Ήχος της Πόλης, όπου ο Ηλίας Μάστορης, με την ιδιότητα του συνθέτη, απέδωσε με μελωδίες την ψυχή πόλεων του κόσμου με ιδιαίτερη σημασία. Στα ‘Βελούδινα Σκοτάδια’ περιορίζει τον εαυτό του κυρίως στον ρόλο του στιχουργού: έχει γράψει τη μουσική σε τρία από τα δεκατέσσερα κομμάτια και εμπιστεύεται τη μελοποίηση των υπόλοιπων στίχων του στον Μιχάλη Τερζή, τον Νεοκλή Νεοφυτίδη, τον Μανόλη Ανδρουλιδάκη, τον Στάθη Γκότση, τον Κώστα Τρουμπούκη, τον Γιώργο Ζωγράφο και τον Αντώνη Παπαγγελή.

Είναι πολύ ενθαρρυντικό το ότι εξακολουθούν να πέφτουν στα χέρια μας ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές. Όσο ωραίο και αυτόνομο και αν είναι ένα μεμονωμένο κομμάτι, αποκτά άλλη διάσταση αν το δούμε μέσα στο σύνολο από το οποίο προέρχεται. Ένα CD μουσικής είναι όπως ένα βιβλίο – αφηγείται μία ή περισσότερες ιστορίες. Πολλές φορές οι ιστορίες αυτές αλληλοσυμπληρώνονται ή απαντούν η μία στην άλλη. Οι ιστορίες που ξεδιπλώνονται μέσα από τα Βελούδινα σκοτάδια έχουν ως κοινό παρονομαστή τον στιχουργό – αφηγητή, ο οποίος κάθε φορά αλλάζει υπόσταση: ο Μανώλης Μητσιάς, η Ηρώ Σαϊα, ο Χάρης Μακρής, ο Πάνος Παπαϊωάννου, η Σοφία Παπάζογλου, ο Θανάσης Βούτσας, η Ρίτα Αντωνοπούλου, η Ερωφίλη, ο Δημήτρης Μπάκουλης και ο Γιάννης Λεκόπουλος ερμηνεύουν υπέροχα τις μουσικές ιστορίες του Ηλία Μάστορη, ιστορίες γεμάτες ευαισθησία, συγκίνηση αλλά και προβληματισμούς.

Σαν μια συλλογή μουσικών αφηγημάτων λοιπόν, τα Βελούδινα Σκοτάδια κεντρίζουν το ενδιαφέρον από εκεί που πέφτει πρώτα το μάτι: την εικόνα του εξωφύλλου. Η φωτογραφική σύνθεση της Μαρίας Κοσσυφίδου, με την ασπρόμαυρη φιγούρα ενός κοριτσιού που παίζει με ένα τόπι – φεγγάρι μέσα σε ένα πρασινοκίτρινο εξοχικό τοπίο, θυμίζει τα όνειρα που βλέπουμε, όπου οι μορφές και τα σχήματα δεν είναι ξεκάθαρα και μπορούν να ερμηνευθούν με διάφορους τρόπους. Πολλές φορές χρειάζεται να ανατρέξουμε σε μνήμες, σε εικόνες από το παρελθόν για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε τα όνειρά μας. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τα βελούδινα σκοτάδια. Είναι, ουσιαστικά, τα σκοτάδια της ψυχής. Δεν ξέρουμε τι κρύβουν, ωστόσο τα νιώθουμε τόσο οικεία – γι’ αυτό άλλωστε είναι και βελούδινα. Είναι η εντελώς δική μας ‘κρυψώνα’ όπου βρισκόμαστε με τον εαυτό μας, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ αυτόν, εκφραζόμαστε ελεύθερα, κάνουμε τις εσωτερικές μας αναζητήσεις. Εκεί κρύβονται οι φόβοι, οι επιθυμίες, τα ανομολόγητα μυστικά. Οι έρωτες του παρελθόντος, οι αγωνίες, οι ανησυχίες μας. Ίσως και πράγματα που μας πονάνε, αλλά κι αυτά είναι μέρος της βιωμένης μας ζωής. Τίποτα απ’ αυτά δεν μπορεί να απορριφθεί, καθώς όλα μαζί μάς πάνε μπροστά, μας εξελίσσουν. 

Μας προδιαθέτει το εξώφυλλο για τραγούδια – ιστορίες που προσφέρονται για πολλές ακροάσεις και απευθύνονται σε πολλές και διαφορετικές διαθέσεις. Λαϊκά ή λαϊκότροπα κατά βάση, αφήνουν ωστόσο χώρο και για πιο λυρικές, έντεχνες στιγμές. Το πολυσύνθετο Του σχοινοβάτη η αγωνία που ξεκινάει το CD, φόρος τιμής στην ρεμπέτικη κληρονομιά μας, είναι σε πρώτο επίπεδο ένα καθαρόαιμο λαϊκό κομμάτι, ωστόσο μέσα στους στίχους του, αλλά και στον τίτλο, γίνεται αναφορά στην Μαρίκα Νίνου η οποία ήταν ακροβάτις προτού γίνει ‘τρανή αρτίστα’. Αναπάντεχα το δεύτερο κομμάτι στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση, μιλάει για την ‘άλλη πλευρά του φεγγαριού’ που δεν έχει ζωή: οι Ανθρώπινες Πλημμύρες είναι ένας αργός, υποβλητικός μονόλογος για όλες εκείνες τις κρυφές γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης όπου σχεδόν ποτέ δεν πέφτει ούτε το ελάχιστο φως. Αρχίζει από κει και πέρα η έκφραση να γίνεται πιο προσωπική, πιο εξομολογητική, πιο περίπλοκη (Το δωμάτιο, Στη μοιρασιά του κούκου, Κρυφή μου παραζάλη), ενώ σε δευτερεύοντα ρόλο παρεμβάλλονται και γενικότεροι προβληματισμοί (Στην άδεια πόλη). Η εξέλιξη των τραγουδιών φτάνει σε ένα εντυπωσιακό, δυναμικό κρεσέντο στο Ενός λεπτού φασαρία, ένα επιβλητικό εμβατηριακό βαλς με απαισιόδοξη, ελαφρώς (αυτο)σαρκαστική διάθεση αλλά όχι χωρίς ένα θετικό μήνυμα στο τέλος: ‘Τούτη τη νύχτα μη μασάς / θα φύγει θα περάσει / τις Θερμοπύλες να κρατάς / και ας σε έχουνε κουράσει’. Στη συνέχεια έρχονται στο προσκήνιο οι αναμνήσεις (Της μνήμης τα θλιμμένα) και οι ενδόμυχες σκέψεις (Η Γέννα, Οι θυρίδες του δόλου, Σπασμένα μου φτερά). Και λίγο πριν την κατάληξη, ο αφηγητής κάνει έναν απολογισμό ζωής με άξονα την καλλιτεχνική αναζήτηση η οποία δεν τελειώνει ποτέ (Η δική μου Μούσα). Στης Ήττας τα τοπία είναι που ο αφηγητής κατονομάζει ευθέως τα βελούδινα σκοτάδια, κι εκεί συνεχίζει την αναζήτηση η οποία ωστόσο περνάει πια και σε έναν άλλο, καλά προφυλαγμένο νοητό χώρο συναισθημάτων, για να κλείσει, στον Απόμαχο, μέσα σε τρεις στίχους, τους δικούς του δαίμονες που τον γυρνάνε πίσω σε κάποια ακαθόριστη παιδική ηλικία – εν μέρει πραγματική, κυριολεκτική, η οποία στ’ αλήθεια υπήρξε, ωστόσο υφίσταται και σε ένα επίπεδο συμβολικό – συναισθηματικό: ‘Μικρός κρυβόμουν στα καλάμια / για να γλιτώσω από τη Λάμια / την παιδική μου την ψυχή’.

Τα Βελούδινα Σκοτάδια του Ηλία Μάστορη συνδιαλέγονται με ήχους και εικόνες, συνθέτουν μουσικά τοπία άλλοτε οικεία και άλλοτε πρωτόγνωρα. Δημιουργούν μια ατμόσφαιρα πολύ ξεχωριστή και συναισθηματική, μια διαδρομή με πολλά και διαφορετικά μονοπάτια. Καταλήγουν ωστόσο αναπόφευκτα στο φως, στην κάθαρση που φέρνει η έκφραση μέσα από την τέχνη, την καλλιτεχνική δημιουργία. Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι και η παραγωγή, και εξαιρετική η ομάδα των μουσικών που συνοδεύουν τους ερμηνευτές.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2019https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/11331-mastoris-beloudina-skotadia-xwreanthi

17 November 2018

Νατάσσα Μποφίλιου, Θέμης Καραμουρατίδης, Γεράσιμος Ευαγγελάτος: Μπελ Ρεβ Live

Το διπλό CD “Μπελ Ρεβ” της Νατάσσας Μποφίλιου αποτελεί την δισκογραφική κατάθεση μιας σειράς ζωντανών μουσικών παραστάσεων με τον ίδιο τίτλο, που η αξιόλογη τραγουδίστρια πραγματοποίησε μαζί με τους μόνιμους συνεργάτες της Θέμη Καραμουρατίδη και Γεράσιμο Ευαγγελάτο μέσα στο 2017 και το 2018. Οι παραστάσεις ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2017 στο Διογένης Studio, ωστόσο η συγκεκριμένη ηχογράφηση είναι από την περασμένη άνοιξη (συγκεκριμένα από τις 24 και 31 Μαρτίου), οπότε και πραγματοποιήθηκαν για έναν περιορισμένο αριθμό ημερομηνιών στο Gazi Live.

Αναμφισβήτητα μια από τις πιο χαρισματικές ερμηνεύτριες της νέας γενιάς, η Νατάσσα Μποφίλιου έχει την ικανότητα να ξεδιπλώνει το ταλέντο της με εντυπωσιακή άνεση και αμεσότητα στις ζωντανές εμφανίσεις και τις συναυλίες. Κάποιοι τραγουδιστές αποδίδουν καλύτερα στο στούντιο, άλλοι είναι καλύτεροι στο live, η Νατάσσα Μποφίλιου, ωστόσο, είναι εξίσου εξαιρετική και στα δύο. Αυτό οφείλεται φυσικά στην δυνατή, εκφραστική φωνή της με το σπάνιο ηχόχρωμα, στην συναισθηματική συμμετοχή της στα τραγούδια που ερμηνεύει, στην θεατρικότητα της ερμηνείας της. Γεννημένη στην Αθήνα, με σπουδές στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών της Νομικής αλλά και κάτοχος πτυχίου πιάνου και θεωρίας από το Εθνικό Ωδείο, ξεκίνησε την καριέρα της συμμετέχοντας σε συναυλίες του Χρόνη Αηδονίδη. Το 2005 παρουσίασε την πρώτη δική της προσωπική δισκογραφική δουλειά (“Εκατό μικρές ανάσες”), και αμέσως έκανε αίσθηση τόσο με τον τρόπο με τον οποίο συμμετείχε συναισθηματικά στις ερμηνείες της, αλλά και με την ποιότητα των τραγουδιών της. Εξακολουθεί μέχρι σήμερα, ύστερα από εννιά προσωπικούς δίσκους, πολλές συμμετοχές και αξιομνημόνευτες live εμφανίσεις και συναυλίες, να διαθέτει ένα φανατικό κοινό και να συγκινεί με τις μοναδικές της ερμηνείες.

Τα τραγούδια της, τα περισσότερα σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη, πάντα μελωδικά και αισθαντικά, συνήθως μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγίας και αστικής μελαγχολίας, συνδυάζουν την αμεσότητα με την υψηλή αισθητική, τόσο όσον αφορά τους στίχους όσο και τη μουσική. Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, ταλαντούχος στιχουργός με σπουδές στο θέατρο, έχει συνδέσει την καλλιτεχνική του πορεία με την Νατάσσα Μποφίλιου και έχει γράψει γι’ αυτήν στίχους που έχουν ένα ξεχωριστό ύφος και στίγμα. Αντίστοιχα και ο Θέμης Καραμουρατίδης, συνθέτης με πλούσιο βιογραφικό του οποίου οι συνθέσεις διαθέτουν ένα ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο ύφος και πάντα βρίσκουν την ιδανική ερμηνεύτρια στη φωνή και το πρόσωπο της Νατάσσας Μποφίλιου, συνεργάζεται με την τραγουδίστρια από την αρχή σχεδόν της καριέρας της. Οι τρεις τους έχουν δημιουργήσει, ουσιαστικά, ένα μουσικό συγκρότημα το οποίο μοιάζει περισσότερο σαν μια παρέα καλών φίλων που συζητάνε, γελάνε, αναπολούν, συγκινούνται, θυμώνουν, χαίρονται, μελαγχολούν, και όλα αυτά τα εκφράζουν μέσα από τα τραγούδια τους και τα μοιράζονται με το κοινό. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και το μεγάλο ταλέντο τους, δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκαν τόσο πολύ από το κοινό. Εκπέμπουν μια οικειότητα, μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα αλλά από περιωπής – είναι κάτι που το αντιλαμβάνεται κανείς όχι μόνο αν έχει την τύχη να τους παρακολουθήσει σε ζωντανή εμφάνιση, αλλά και απλώς ακούγοντας τα τραγούδια τους.

Στο κυρίως υλικό του “Μπελ Ρεβ” ακούμε την Νατάσσα Μποφίλιου σε κάποια από τα σημαντικότερα και δημοφιλέστερα τραγούδια της καριέρας της, χάρις στα οποία το κοινό την γνώρισε και την αγάπησε (Το μέτρημα, Οι μέρες του φωτός, Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει, Βαβέλ, Οι τελευταίες μέρες, Εν λευκώ, μεταξύ άλλων), ενώ αποδίδει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο το Nel giardino dell’ amore του Χοσέ Φελισιάνο, που έρχεται από τέλη της δεκαετίας του ‘60, γεφυρώνοντας έτσι το παρελθόν με το παρόν στο μουσικό αυτό ταξίδι. Τα κομμάτια έχουν επιλεγεί με γνώμονα την δυναμική τους σε μια ζωντανή παράσταση και λειτουργούν άψογα και σαν συνολικό ακρόαμα, ξεκινώντας με τις αργές, υποβλητικές ρετρό νότες του intro Belle Reve, το οποίο σύντομα δίνει τη σκυτάλη στο τρυφερά αισιόδοξο, αντίστοιχό του, Όμορφο Όνειρο, ένα τραγούδι που δημιουργεί το πιο κατάλληλο κλίμα για τις μελωδικές ιστορίες που διαδέχονται η μια την άλλη στη συνέχεια, άλλες πιο χαρούμενες, άλλες κάπως θλιμμένες, αλλά όλες εξίσου γοητευτικές, δημιουργημένες και ερμηνευμένες με ταλέντο, κέφι και αγάπη.

Στο CD συμπεριλαμβάνεται και η ενότητα Diesi In Concert, με εφτά κομμάτια, κυρίως διασκευές, που ηχογραφήθηκαν στο στούντιο του Δίεση 101,3 στις 22 Φεβρουαρίου 2018, στα πλαίσια του εορτασμού του ραδιοφωνικού σταθμού για τα 20 χρόνια παρουσίας του στα ερτζιανά. Το Χάθηκε το φεγγάρι του Σταύρου Ξαρχάκου και το Μάημ’ Μάημ’ του Πάνου Τζαβέλα είναι δύο στιγμές που αξίζει να προσεχτούν περισσότερο, καθώς αναδεικνύουν με έναν τρόπο διαφορετικό την εκφραστικότητα και το εύρος της ερμηνευτικής της γκάμας της Μποφίλιου.

Οι ενορχηστρώσεις είναι του Θέμη Καραμουρατίδη, ο οποίος συνοδεύει την Νατάσσα Μποφίλιου παίζοντας πιάνο, μαζί με μια ομάδα εξαιρετικών μουσικών και την υπέροχη Ορχήστρα Εγχόρδων “Μπελ Ρεβ”.


Η κριτική δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2018
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/10972-karamouratidhs-mpifiliou

28 October 2018

Φοίβος Δεληβοριάς: Η Ταράτσα του Φοίβου

Μετά από μια σειρά επιτυχημένων παραστάσεων πέρυσι και φέτος που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό, ο Φοίβος Δεληβοριάς παρουσιάζει και την δισκογραφική εκδοχή της Ταράτσας του, σε ένα απολαυστικό CD που περιλαμβάνει χαρακτηριστικές στιγμές από το μουσικό πολυθέαμά του, με συμμετοχές από αγαπημένους του φίλους οι οποίοι έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί μαζί του στην “Ταράτσα του Φοίβου” της Ιεράς Οδού.

Ο Φοίβος Δεληβοριάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973, μεγάλωσε στην Καλλιθέα, και είχε για δάσκαλό του στην κιθάρα τον Ορφέα Περίδη. Είναι ένας καλλιτέχνης που από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση καθιέρωσε ένα πολύ ιδιαίτερο μουσικό στίγμα και αποτελεί έναν από τους πιο αγαπητούς και αντιπροσωπευτικούς τραγουδοποιούς της γενιάς του. Από το 1989 που κυκλοφόρησε, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών, τον πρώτο του δίσκο, την “Παρέλαση”, στον ιστορικό “Σείριο” του Μάνου Χατζιδάκι, έχουν περάσει πολλά χρόνια και έχουν αλλάξει και πολλά, ωστόσο ο εμπνευσμένος τραγουδοποιός μένει πιστός στα αρχετυπικά σημεία αναφοράς του (τον Ζορζ Μπρασένς, τον Διονύση Σαββόπουλο μεταξύ άλλων) και με το ξεχωριστό συνθετικό – ερμηνευτικό ύφος του, βασισμένο στην μπαλάντα και την παρλάτα, αφηγείται με αυτοσαρκασμό, καυστικό χιούμορ αλλά και την ευαισθησία και την οικειότητα που μεταδίδει με τόση φυσικότητα η όμορφη φωνή του, ιστορίες καθημερινές βασισμένες σε εμπειρίες δικές του ή των φίλων του, σε θέματα που του κινούν το ενδιαφέρον, σε ό,τι παρατηρεί να συμβαίνει στον κόσμο γύρω του.

Με ιδιαίτερη ματιά στο στιχουργικό κομμάτι, στις μελωδίες που επιλέγει για να επενδύσει τους χαρακτηριστικούς στίχους του και στην αμεσότητα με την οποία τους ερμηνεύει, και το ανήσυχο πνεύμα του να μην περιορίζεται, έχει εκφραστεί καλλιτεχνικά μέσα από προσωπικές δουλειές αλλά και συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως τα Ημισκούμπρια, η Αρλέτα, ο Παύλος Παυλίδης (πρώην frontman του συγκροτήματος Ξύλινα Σπαθιά), αλλά και ο Θανάσης Βέγγος. 

Βασική του έμπνευση για την υλοποίηση της πρωτότυπης ιδέας που πήρε μορφή κάτω από την γενική ονομασία “Η Ταράτσα του Φοίβου”, ήταν τα παλιά αναψυκτήρια και η μαγευτική ποικιλία των θεαμάτων που προσέφεραν. Ο Φοίβος οραματίστηκε ένα ιδανικό αναψυκτήριο, όπως θα ήθελε να το δει να ζωντανεύει, όπου “μια χορεύτρια αλλάζει μπροστά σου καθώς προχωράς, […] ένας κωμικός πίνει μελαγχολικός ένα ηδύποτο πριν βγει να κάνει να γελάσει το θηρίο που ‘χει μέσα του, […] οι μουσικοί παίζουν επίτηδες αλλιώς μια κατάληξη για να εκνευρίσουνε τη ντίβα […]”, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στο βιβλιαράκι του CD, ανασυνθέτοντας με την περιγραφή αυτή το κλίμα ενός πάρκου αναψυχής που έρχεται από περασμένες δεκαετίες. Είναι εικόνες που ανήκουν σε άλλες εποχές – ο Φοίβος ομολογεί ότι δεν τις έχει δει με τα μάτια του, ωστόσο με τη δύναμη της καλλιτεχνικής δημιουργίας μπορεί όχι μόνο να τις φανταστεί αλλά και να τις αναδημιουργήσει από την αρχή, έτσι όπως τις ονειρεύεται. Αυτός άλλωστε είναι και ο βασικός ρόλος του καλλιτέχνη, του κάθε δημιουργού, να πραγματοποιεί τις σκέψεις του, να δίνει ζωή στη φαντασία του, να υλοποιεί τα όνειρά του, όλα εκείνα που όσοι δεν έχουν αυτή την ικανότητα, τα αφήνουν απλώς μέσα στο μυαλό τους.

Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν καλεί τους φίλους του – τραγουδιστές, τραγουδοποιούς, μουσικούς, ηθοποιούς – και στήνει παραστάσεις – γιορτές μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγίας και κεφιού. Από την vintage αισθητική των αφισών, που παραπέμπουν στα πόστερς των περιπλανώμενων θιάσων και θυμίζουν τα καραβάνια των θαυματοποιών και των μάγων, μέχρι το στήσιμο των παραστάσεων και τις επιλογές των τραγουδιών, το όλο εγχείρημα είναι μια πρόποση στις απαρχές των μουσικών θεαμάτων της σύγχρονης εποχής, και την ίδια στιγμή ένα μεγάλο πάρτι, αφορμή για αναμνήσεις και αναπολήσεις. 

Αν και οπωσδήποτε μια μουσική παράσταση λειτουργεί διαφορετικά στον φυσικό της χώρο, όπου ο θεατής απολαμβάνει τις μελωδίες και τις ερμηνείες σε συνδυασμό και με το θέαμα, με το CD μπορεί, ως ακροατής αποκλειστικά, να επικεντρωθεί στο ηχητικό κομμάτι και να αφήσει τη φαντασία του να δημιουργήσει εικόνες – αυτό δηλαδή που έκανε αρχικά και ο Φοίβος Δεληβοριάς, όταν οραματιζόταν το “χειροποίητο πολυθέαμά” του. 

Το χορταστικό CD που έχουμε στα χέρια μας μάς βάζει στην ατμόσφαιρα των παραστάσεων αυτών με επιλογές από τις μουσικές συναντήσεις του Φοίβου. Τραγούδια δικά του, ερμηνευμένα από τον ίδιο μαζί με συναδέλφους του (το “Θέλω να σε ξεπεράσω” με την Μαρίνα Σάττι και τις Fones της), αναπάντεχες διασκευές παλιών λαϊκών κομματιών (η τζαζ εκτέλεση του “Άνοιξε κι άλλη μπουκάλα” από την Ελεωνόρα Ζουγανέλη), πρωτότυπα τραγούδια από νέους, πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες στους οποίους ο Φοίβος Δεληβοριάς έδινε βήμα καθ’ όλη τη διάρκεια των παραστάσεων, συμμετοχές βετεράνων του χώρου (Δήμητρα Γαλάνη, Διονύσης Σαββόπουλος, Αργύρης Μπακιρτζής) απρόβλεπτα ντουέτα (το “Atene” του Ρενάτο Καροζόνε με τον Φοίβο και τον Λάκη Παπαδόπουλο) – απ’ όλα έχει η “Ταράτσα του Φοίβου”, μαζί και ένα χιουμοριστικό medley, συγκινητικό φόρο τιμής στις αξέχαστες, παλιές διαφημίσεις της ελληνικής τηλεόρασης, με τον τίτλο, τι άλλο, “Διάλειμμα για διαφημίσεις”.

Στο CD συμμετέχουν επίσης οι: Κωστής Μαραβέγιας, Άγγελος Παπαδημητρίου, Σπύρος Γραμμένος, Μάρθα Φριντζήλα, Δημήτρης Μυστακίδης, Γιώτα Νέγκα, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Πάνος Μουζουράκης, Νατάσσα Μποφίλιου, Αλεξάνδρα Μαρκοπούλου, Ελβίρα Δαλόγλου, Άννη Θεοχάρη, Έλσα Λουμπαρδιά, Νεφέλη Φασούλη, και μια μεγάλη ομάδα ταλαντούχων μουσικών, καλλιτεχνικών και τεχνικών συντελεστών.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2018
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/10835-taratsa-foivou2

13 October 2018

Στέφανος Κορκολής: Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω

“Σαν έξαφνα, / ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί / αόρατος θίασος να περνά / με μουσικές εξαίσιες, με φωνές...” - στίχοι του Κωνσταντίνου Καβάφη που πλέον θεωρούνται – και είναι – εμβληματικοί, έρχονται από τα περασμένα και συναντούν την καλλιτεχνική ευφυΐα του Στέφανου Κορκολή, σε μια συγκινησιακή, αρμονική συνύπαρξη ποίησης και μουσικής.

Είναι μεγάλη πρόκληση για έναν μουσικοσυνθέτη να καταπιαστεί με το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη, ενός ποιητή του οποίου η ιδιομορφία της έκφρασης, σε συνδυασμό με την θεματολογία του αλλά και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο την αναπτύσσει, τον έχουν κατατάξει σε μία ξεχωριστή θέση, όχι μόνο όσον αφορά την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, αλλά και παγκοσμίως.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το sui generis πνεύμα του Αλεξανδρινού συνδέεται με μια σύγχρονη μουσική προσέγγιση. Ο Καβάφης έχει μελοποιηθεί πολλές φορές στο παρελθόν – από τον Μάνο Χατζιδάκι μέχρι τον Γιάννη Σπανό και από την Λένα Πλάτωνος μέχρι τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, οι συνθέτες από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα μέχρι και σήμερα έχουν κατά καιρούς επενδύσει μουσικά την ποίησή του. Ωστόσο το έργο του Στέφανου Κορκολή “Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω” είναι μία από τις ελάχιστες φορές όπου η ποίηση του Καβάφη αντιμετωπίζεται σαν πρωτογενές υλικό προς μελοποίηση, με απόλυτο σεβασμό πάντα προς το ιδιάζον ύφος του, και έμφαση στην ανασύνθεση μιας περασμένης εποχής, με αποτέλεσμα τα τραγούδια που προκύπτουν να είναι ακριβώς αυτό: τραγούδια με όλη τη σημασία της λέξης, με μελωδίες υψηλών προδιαγραφών, οι οποίες εντούτοις σου μένουν στο μυαλό και σε παρακινούν να τις σιγοτραγουδήσεις.

Ο Στέφανος Κορκολής έχει κατά καιρούς πειραματιστεί με πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής. Έχοντας από μικρός επιδείξει το εξαιρετικό του ταλέντο στο πιάνο, απομνημονεύοντας και στη συνέχεια αναπαράγοντας κομμάτια κλασικής μουσικής από τα τέσσερά του μόλις χρόνια, εμπλούτισε στη συνέχεια τις γνώσεις του με σπουδές που περιελάμβαναν το περίφημο Conservatoire de Paris, καθώς και την παρακολούθηση σεμιναρίων από συνθέτες του βεληνεκούς του Άστορ Πιατσόλα.

Η μουσική του παιδεία καλύπτει ένα ευρύτατο πεδίο ειδικοτήτων, όπως ενορχήστρωση, διεύθυνση ορχήστρας, σύνθεση μουσικής κινηματογράφου, με την δεξιότητά του στο πιάνο να κυριαρχεί σε όλες τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες. Έχει έως τώρα ηχογραφήσει προσωπικούς δίσκους με δικές του συνθέσεις, σε πολλούς από τους οποίους έχει και τον ρόλο του ερμηνευτή ή συνερμηνευτή, και εκτελέσεις κλασικών έργων, έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες από διαφορετικούς χώρους και έχει γράψει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές ταινίες.

Με το “Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω” στρέφεται στην μελοποιημένη ποίηση, επιλέγοντας ως πρώτη ύλη τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Τα δύο CD που αποτελούν αυτό το πολύ προσεγμένο και καλαίσθητο άλμπουμ φιλοξενούν 22 συνολικά κομμάτια – 13 τραγούδια και 9 ορχηστρικά – στα οποία οι μουσικές γραμμές συνδυάζουν τη ρετρό μελωδία με τη σύγχρονη, το κλασικό στοιχείο εναλλάσσεται με το λαϊκό, και παρελθόν και παρόν συναντώνται σε ένα νοητό σημείο, εκεί όπου η υψηλή τέχνη υφίσταται χωρίς χωροχρονικούς περιορισμούς.

Ο Στέφανος Κορκολής, με την άνεση και την ευχέρεια που του προσφέρει η αξιοθαύμαστη καλλιτεχνική του παιδεία, παίζει κυριολεκτικά στα δάχτυλα το κάθε μουσικό ύφος και δεν διστάζει να πειραματιστεί. Τα 12 ποιήματα που έχει μελοποιήσει στο πρώτο CD, συν μία εναλλακτική εκδοχή του ενός από αυτά, αποκαλύπτουν έναν μουσικό που έχει το σπάνιο ταλέντο να εκφράζεται  μέσα από μια πολυσχιδή συνθετική προσωπικότητα.

Κάποτε επιλέγει τον κλασικό ρυθμό των τριών τετάρτων, όπως στο δραματικό “Μακριά”, το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ, που λειτουργεί σαν εισαγωγή συνδέοντας το τότε με το τώρα. Άλλοτε επιστρατεύει το τανγκό, όπως στην περίπτωση του δωρικού “Κρυμμένα”, με την λιτή ενορχήστρωση να αφήνει τον στίχο να κυριαρχεί. Αποτίει ωστόσο φόρο τιμής και στο καθαρόαιμα λαϊκό ζεϊμπέκικο, όπως συμβαίνει στο “Ένας Γέρος”, με τα εννέα όγδοα του ρυθμού να εικονογραφούν το ποίημα, χρωματίζοντας την ασπρόμαυρη αφήγηση, με το “σχέδιο” σιγά σιγά να αποκτά στέρεα περιγράμματα και να μετατρέπεται σε ταμπλό βιβάν όπου, καθώς η ορχήστρα εναλλάσσεται με το δραματικό πιάνο, σαν να διακρίνουμε ανεπαίσθητες κινήσεις – στο τέλος η παγωμένη εικόνα ίσως και να ζωντανέψει.

Εξίσου δυναμική και υποβλητική με τη μουσική, η ερμηνεία της Σοφίας Μανουσάκη χαρίζει στα ποιήματα – τραγούδια την ευαισθησία και τον λυρισμό που πολλές φορές υπάρχει στην ποίηση του Καβάφη αλλά δεν φαίνεται πάντα με την ανάγνωσή της.

Η Σοφία Μανουσάκη, μια πολύ νέα τραγουδίστρια με εντυπωσιακό, ωστόσο, βιογραφικό – έχει ερμηνεύσει τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, συνοδευόμενη από το πιάνο του Στέφανου Κορκολή, σε δύο άλμπουμς που κυκλοφόρησαν το 2015 και το 2016 – διαθέτει μια ιδιαίτερη, αναγνωρίσιμη χροιά, και η φωνή της, ζεστή και ταυτόχρονα ρωμαλέα, δίνει έναν διακριτικά θεατρικό τόνο που ταιριάζει απόλυτα στο αφηγηματικό / παραστατικό ύφος του Καβάφη. Χαρακτηριστικά δείγματα της ερμηνείας της, οι δύο διαφορετικές εκδοχές του “Επέστρεφε” όπου αναδεικνύονται οι ερμηνευτικές της αποχρώσεις, με τη φωνή της πότε να αφήνει χώρο στην ορχήστρα και πότε να της επιβάλλεται, ανάλογα με το συναίσθημα του κάθε στίχου.

Εμπνευσμένα από τις ιστορίες που αφηγούνται τα αντίστοιχα ποιήματα, τα ορχηστρικά του δεύτερoυ CD είναι, κατά κάποιον τρόπο, η μουσική έκφανσή τους. “Η μουσική είναι η λογοτεχνία της καρδιάς. Αρχίζει εκεί που τελειώνει ο λόγος”, είχε πει ο Λαμαρτίνος. Κάπως έτσι λοιπόν οι μελωδίες που κατακλύζουν το δεύτερο CD μοιάζουν να απαντούν στα ποιήματα που καλούνται να αποδώσουν με τις νότες. Αποδεσμεύοντας τις συνθέσεις του από τους περιορισμούς που αναπόφευκτα επιβάλλει η παρουσία των στίχων, ο Κορκολής επιδεικνύει κι εδώ μια πολύπλευρη μουσική ταυτότητα, ανάλογη με εκείνη του πρώτου CD.

Στους “Τρώες” το επικό κλίμα βρίσκεται σε αρμονία με τις ανατροπές στα γυρίσματα και την ευφυή χρήση της χορωδίας σε συνοδευτικό ρόλο. Στις  “Φωνές” κυριαρχεί το στοιχείo της μελαγχολίας που τονίζεται από το σόλο του πιάνου. Το δραματικά νοσταλγικό “Μέρες του 1903” κορυφώνεται νότα με τη νότα. Στο “Ιωνικόν”, η υπέροχη μελωδία μοιάζει να είναι μια ευφυής μείξη παραδοσιακής μουσικής και μελωδίας αρχαιοελληνικού τύπου, με τον απόηχό της να βρίσκεται σε διάλογο με τον “Εφιάλτη της Περσεφόνης” του Μάνου Χατζιδάκι. Ένα σημείωμα του Καβάφη παραμονές του θανάτου του γίνεται η αφορμή για μια υποβλητική ελεγεία, για τον ύστατο αποχαιρετισμό στο “29 / 4 / 1933”.

Ο Στέφανος Κορκολής, ως εκπρόσωπος της εποχής μας, συνομιλεί με τον ποιητή από το παρελθόν, με τα διαφορετικά στοιχεία της μουσικής του να συναντούν όλα τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Καβάφη: την ελληνικότητα, το κοσμοπολίτικο υπόβαθρο, τον ιδιαίτερο ερωτισμό, τους εθνικούς προβληματισμούς, τα αρχαιοελληνικά μοτίβα. Η σύγχρονη ματιά και αντίληψη του συνθέτη ενισχύει την άφθαρτη αξία του ποιητή, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και την διαχρονικότητα του συνολικού αυτού μουσικού έργου και αφήνοντάς το ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.

Στο άλμπουμ συμμετέχουν η Καμεράτα του Δημοτικού Ωδείου Βόλου υπό τη διεύθυνση του Ιωακείμ Μπαλτσαβιά, η Συμφωνική Ορχήστρα Λάρισας υπό την διεύθυνση του Χρήστου Κτιστάκη, η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Σάββα Ρακιντζάκη, το Φωνητικό Σύνολο En-Chor, η Πολυφωνική Χορωδία Πάτρας υπό την διεύθυνση του Σταύρου Σολωμού και της Αρετούσας Νικολοπούλου και η Παιδική – Νεανική Χωρωδία “Μουσικοί Ορίζοντες” υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Μπέλας Λιονάκη.

Το συνοδευτικό βιβλίο του άλμπουμ περιλαμβάνει τα ποιήματα στο πρωτότυπο και σε αγγλική μετάφραση των Έντμουντ Κίλι, Ρέι Ντάλβεν και Φίλιπ Σέραρντ, σημειώματα του συνθέτη, της ερμηνεύτριας, του παραγωγού Αντώνη Παπαβομβολάκη, του κριτικού και ιστορικού μουσικής Γιώργου Β. Μονεμβασίτη και του ποιητή και βιβλιογράφου Δημήτρη Δασκαλόπουλου.


Η κριτική δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2018
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/10731-kavafhs-korkolhs

2 July 2015

Θεοδώρα Τζίτα: Όσα Ξέρουν Οι Χαμένοι

Μια μικρή γεύση μόνο της ερμηνευτικής ικανότητας και του ταλέντου της Θεοδώρας Τζίτα μπορούμε να πάρουμε από το mini cd «Όσα ξέρουν οι χαμένοι», ωστόσο καταφέρνει στα πέντε κομμάτια του να αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις με την ευαισθησία, την ευελιξία και την αμεσότητα της φωνής της. Έχοντας ήδη αρκετή εμπειρία στον χώρο, με αξιόλογες συνεργασίες στο ενεργητικό της, παρουσιάζει τώρα την πρώτη της δισκογραφική εμφάνιση, σε μουσική του Τάκη Σούκα και σε στίχους Δημήτρη Λέντζου, Μάκη Τσίτα, Κώστα Μπαλαχούτη και Γιώργου Μίτσιγκα.

Το άλμπουμ κινείται γενικά σε λαϊκούς δρόμους, με ρυθμούς και μελωδίες που παραπέμπουν στο κλασικό ρεμπέτικο και το καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι. Παρ’ όλα αυτά, είναι εύστοχη η ένταξη και κομματιών με διαφορετικό ύφος, καθώς δίνουν τη δυνατότητα στην καλλιτέχνιδα να αναδείξει μια ακόμα ξεχωριστή πτυχή της φωνής της.

Το ομώνυμο τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ είναι ένα δυνατό ζεϊμπέκικο με έντονο λαϊκό στοιχείο και φιλοσοφημένους στίχους. Οι λαϊκοί ρυθμοί, εξάλλου, στην πρωτογενή και αγνή τους μορφή, είναι το κατεξοχήν υπόβαθρο για την έκφραση συναισθημάτων πέρα και έξω από κάθε τι τετριμμένο και καθημερινό. Η στιβαρότητα του ζεϊμπέκικου δένει απόλυτα με την δωρική, επιβλητική ερμηνεία της Θεοδώρας Τζίτα και βάζει γρήγορα τον ακροατή μέσα στο κλίμα και το πνεύμα της θεματολογίας του άλμπουμ.

Στη συνέχεια το «Όταν θα φύγω ένα πρωί» κινείται στην ίδια ατμόσφαιρα με το προηγούμενο, αλλά ενώ υπάρχει στο τραγούδι αυτό ο λαϊκός απόηχος που το συνδέει με τα υπόλοιπα, φλερτάρει περισσότερο με το λεγόμενο έντεχνο και τονίζει ορισμένα στοιχεία στη φωνή της Θεοδώρας Τζίτα που δείχνουν ότι θα είχε ενδιαφέρον να την ακούσουμε και σε κομμάτια μπλουζ ή τζαζ. Άλλωστε η μουσική αυτή έχει πολλά κοινά στοιχεία με το ελληνικό ρεμπέτικο, ιδίως με τα γνήσια, αυθεντικά μπλουζ. Το τραγούδι αυτό είναι αργό, με μια διάχυτη μελαγχολία, που εκφράζεται πιο έντονα χάρη στην ευαίσθητη ερμηνεία, με τα δυνατά αλλά ταυτόχρονα και εύθραυστα γυρίσματα της φωνής.

Το τρίτο κομμάτι, «Άιντε εβίβα», είναι ένα ακόμα ζεϊμπέκικο, αλλά σε γρήγορο ρυθμό, την ίδια στιγμή μελαγχολικό και ανεβαστικό. Δεν είναι αντιφατικά αυτά τα δύο στοιχεία, πολλές φορές στη μουσική κομμάτια που, τεχνικά, διαθέτουν περισσότερα δραματικά στοιχεία λόγω του κυρίαρχου μινόρε τόνου τους, είναι στο βάθος και στην ουσία τους λυτρωτικά, ενώ άλλα, σε χαρούμενο τόνο, είναι στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο τραγικά απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Ακολουθεί το «Της Ανατολής παλάτια», ένα καθαρόαιμο τσιφτετέλι, με ατμόσφαιρα και συναίσθημα Ανατολής, που δικαιώνει τον τίτλο του απ’ όλες τις απόψεις. Η λιτή ενορχήστρωση αφήνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη φωνή η οποία γίνεται ένα μουσικό όργανο από μόνη της και κυριαρχεί. Εννοώ μ’ αυτό ότι αναλαμβάνει να τραγουδήσει τη μελωδία χωρίς να συνοδεύεται από κάποιο όργανο που να κάνει το ίδιο, με αποτέλεσμα η μουσικότητα της φωνής να έχει τον πρώτο λόγο, βάζοντας ουσιαστικά τον ακροατή μέσα στο κομμάτι. Αυτό ισχύει και για τα προηγούμενα κομμάτια, αλλά γίνεται πιο εμφανές εδώ, γιατί ενώ το κομμάτι αυτό έχει τόσο έντονο ρυθμό, σε συνδυασμό με τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση και την επιβλητική, απέριττη ερμηνεία, το αποτέλεσμα είναι υποβλητικό και ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό.

Το προτελευταίο κομμάτι με τίτλο «Ξεμυαλισμένος ουρανός» είναι ένα παιχνιδιάρικο ορχηστικό που συνδυάζει το λαϊκό ηχόχρωμα με μοντέρνα στοιχεία στην ενορχήστρωση.

Στο τραγούδι που κλείνει το άλμπουμ, «Βροχή τα παράπονα», η απόλυτη έλλειψη οργάνων δίνει την ευκαιρία στη φωνή της ερμηνεύτριας να αναδειχτεί ακόμα περισσότερο, υπογραμμίζοντας την έμφυτη μελωδικότητα, την αμεσότητα και την αρμονία της, εύθραυστη αλλά παράλληλα αγέρωχη και δυναμική.

Το cd κυκλοφορεί από το diastixo.gr, με καλαίσθητο artwork και συνοδεύεται από κατατοπιστικό βιβλιαράκι με τους στίχους όλων των τραγουδιών και φωτογραφίες.


Δημοσιεύτηκε στο έντυπο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣτ. 56, Απρίλιος-Ιούνιος 2015