Showing posts with label παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label παραμύθι. Show all posts

27 April 2021

Κι αυτό θα περάσει - Ένα περσικό παραμύθι

Από την ανεξάντλητη παγκόσμια δεξαμενή της λαϊκής σοφίας, η φράση «κι αυτό θα περάσει» ίσως είναι από τις πιο σοφές, αν και τόσο απλές, ρήσεις. Ο άνθρωπος, από τη στιγμή που καλλιέργησε τη λογική και το συναίσθημά του αιώνες πριν, είχε και εξακολουθεί να έχει πάντα την τάση από τη μια να ενθουσιάζεται με ό,τι του προκαλεί ευδαιμονία και από την άλλη να απογοητεύεται με τις αναποδιές, τις περισσότερες φορές χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να εκλογικεύσει ούτε τη μία περίπτωση, ούτε την άλλη. 

Το αποτέλεσμα συνήθως είναι το ίδιο, καθώς τόσο ο άμετρος ενθουσιασμός όσο και η ολοκληρωτική απογοήτευση οδηγούν στην αδράνεια και την στασιμότητα. Ο ενθουσιασμός δίνει μια ψευδαίσθηση απόλυτης ευτυχίας, και η απογοήτευση την εντύπωση ότι όλα έχουν τελειώσει. Το υπερβολικά θετικό συναίσθημα κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει ότι θα παραμείνει πανευτυχής για όλη του τη ζωή επομένως παύει να προσπαθεί για το καλύτερο, από την άλλη το βαθιά αρνητικό συναίσθημα τον κάνει απαισιόδοξο και αδιάφορο για το μέλλον. Ωστόσο και οι δύο αυτές ακραίες καταστάσεις, όσο έντονες κι αν είναι κάποιες φορές, δεν παύουν να είναι εφήμερες. Όση κι αν είναι η διάρκειά τους, έχουν ημερομηνία λήξης, και αποδεικνύεται συνεχώς από καθημερινά παραδείγματα, ότι η λύπη διαδέχεται τη χαρά και το αντίστροφο σε μια αδιάκοπη λούπα.

Η φράση «κι αυτό θα περάσει» έχει τις ρίζες της στα βάθη της Περσίας, αν και ρήσεις με παρόμοιο νόημα συναντάμε και στην Αρχαία Ελλάδα, την βουδιστική φιλοσοφία, αλλά και στην εβραϊκή παράδοση. Όπως διαβάζουμε στο κατατοπιστικό επίμετρο της παρούσας έκδοσης, οι πρώτες αναφορές εντοπίζονται, με μικρές παραλλαγές, σε έργα Περσών ποιητών του 11ου, 12ου και 13ου μ.Χ. αιώνα.

Ένας βασιλιάς ζητάει από τους σοφούς του παλατιού του να του βρουν το πιο πολύτιμο μήνυμα, που να είναι όμως αρκετά σύντομο ώστε να χωράει στο εξίσου πολύτιμο πετράδι που κοσμεί το δαχτυλίδι του. Καθώς κανένας από τους σοφούς δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι για την περίσταση, ο βασιλιάς στρέφεται στον γέρο υπηρέτη του ο οποίος τον ήξερε από μικρό παιδί. Εκείνος του δίνει το μήνυμά του, μαζί με τη συμβουλή να το διαβάσει μόνο όταν δεν θα έχει καμία άλλη διέξοδο. 

Πράγματι ο βασιλιάς διαβάζει το μήνυμα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, και όντως αμέσως αρχίζει να διαφαίνεται μια αχτίδα φωτός. Σύντομα έρχονται ευτυχισμένες μέρες, και τότε ο υπηρέτης παροτρύνει τον βασιλιά να διαβάσει ξανά το μήνυμα. Ο βασιλιάς ξαφνιάζεται, παρ’ όλα αυτά ακολουθεί τη συμβουλή του υπηρέτη του και συνειδητοποιεί την πεμπτουσία αυτού του μηνύματος: όπως και το κακό, έτσι και το καλό είναι εξίσου εφήμερο, και ο άνθρωπος δεν πρέπει ούτε να επαναπαύεται αλλά ούτε και να απελπίζεται, παρά να αντιμετωπίζει τη ζωή με ψυχραιμία, καθαρό μυαλό και ελπίδα.

Ο βασιλιάς και ο σοφός υπηρέτης θα μπορούσαν να είναι εκφάνσεις του ίδιου ανθρώπου – η πλευρά που λειτουργεί με το συναίσθημα σε αντιδιαστολή με εκείνη που κινείται βάσει της λογικής. Αυτά τα δύο τόσο βασικά και αναπόσπαστα στοιχεία της ανθρώπινης υπόστασης θα πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία, ώστε να μην επικρατεί το ένα σε βάρος του άλλου στις περιπτώσεις εκείνες που απαιτούν ξεκάθαρες σκέψεις και αποφάσεις. Από την άλλη πάλι, ο σοφός υπηρέτης, με την πείρα της ζωής που κουβαλάει, αντιπροσωπεύει τη λαϊκή σοφία η οποία είναι μια σταθερή αξία όσοι αιώνες κι αν περάσουν, και αποτελεί πάντα μια πηγή γνωστικού πλούτου, ξεπερνώντας σύνορα και χρονικούς περιορισμούς. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, για παράδειγμα, οι παροιμίες που έχουν γεννηθεί τόσα χρόνια πριν, όχι μόνο χρησιμοποιούνται ακόμα στην καθημερινότητα, αλλά και βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή, και περιγράφουν με ακρίβεια καταστάσεις που ζούμε ακόμα και σήμερα. Η ρήση «κι αυτό θα περάσει», απλή κι όμως βαθιά ουσιαστική και με πολύ μεγάλη σημασία, λειτουργεί, τόσο μέσα στην ιστορία, όσο και στην πρακτική της χρήση, σαν ένα μάντρα: μια μαγική φράση που την λες μέσα σου σαν ένα είδος προσευχής που σε προστατεύει και σου δίνει δύναμη, θυμίζοντάς σου παράλληλα ότι όλα είναι περαστικά.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο από τις εκδόσεις “Αιώρα”, με ωραία μετάφραση από την Νικολέττα Σαρρή. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα πολύ όμορφα σχέδια του Παναγιώτη Σταυρόπουλου που συνοδεύουν το κείμενο: διακριτικά, ασπρόμαυρα, με λεπτές γραμμές, άλλοτε πιο λιτά και άλλοτε με έμφαση στη λεπτομέρεια (όπως το εκπληκτικό αρχίγραμμα στο ξεκίνημα της ιστορίας), θυμίζουν φιλιγκράν και γκραβούρες – κοσμήματα παλιών εκδόσεων.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Απρίλιο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/16187-ki-auto-tha-perasei

1 August 2017

Σπύρος Γιαννακόπουλος: Νάνσι

Η ιστορία της ‘Νάνσι’ του Σπύρου Γιαννακόπουλου ξεκινάει σαν ένα εικονογραφημένο παραμύθι: μέσα από εννιά ασπρόμαυρες εικόνες, διανθισμένες με κόκκινες λεπτομέρειες, και τις λεζάντες που τις συνοδεύουν, μαθαίνουμε περιληπτικά πώς ο κακός μαύρος δράκος εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο παλάτι, απήγαγε την ξακουστή για την ομορφιά της πριγκίπισσα Νάνσι και την φυλάκισε στον πύργο του, και πώς στη συνέχεια, από τους τρεις ιππότες που ξεκίνησαν για να την ελευθερώσουν, μόνο ένας κατάφερε να φτάσει εγκαίρως, ο λευκός ιππότης, ο οποίος έτρεψε σε φυγή το δράκο και ελευθέρωσε την πριγκίπισσα, κερδίζοντας το έπαθλο, δηλαδή ένα βασιλικό γάμο μαζί της.

Η συνέχεια ωστόσο κάθε άλλο συμβατικό παραμύθι θυμίζει. Μέσα στις πυκνογραμμένες σελίδες του μυθιστορήματος που ακολουθεί, συμβαίνουν τα πάντα, με τις αναπάντεχες εξελίξεις να διαδέχονται η μία την άλλη, αφού η Νάνσι, παρ’ όλο που φαινομενικά είναι απλά μια κλασική όμορφη και ντελικάτη πριγκίπισσα, στην πραγματικότητα ελάχιστα ανταποκρίνεται σ’ αυτή την εικόνα και στα στερεότυπα που σχετίζονται μαζί της. Η πριγκίπισσα Νάνσι ζει στο τυπικό παλάτι του παραμυθιού, μαζί με τους βασιλιάδες γονείς της, την πιστή της γκουβερνάντα, υπηρετικό προσωπικό και δεκάδες φρουρούς. Ωστόσο τίποτα σε σχέση με την ίδια και το περιβάλλον της δεν είναι συνηθισμένο.

Κατ’ αρχάς, η ίδια δεν είναι μια συνηθισμένη, προβλέψιμη πριγκίπισσα. Αυτό είναι κάτι που φαίνεται έτσι κι αλλιώς από το, όχι και τόσο αναμενόμενο για πριγκίπισσα, όνομά της. Δυσανασχετεί με τον επικείμενο γάμο της με τον λευκό ιππότη που την έσωσε από το δράκο, αλλά δεν είναι μόνο ότι δεν θέλει τον συγκεκριμένο άντρα για σύζυγο γιατί είναι ερωτευμένη με άλλον – δε θέλει ακόμα να παντρευτεί. Αρνείται να μπει σε καλούπια, ερωτεύεται τον Δαμιανό, που είναι ο ταπεινός βασιλικός κηπουρός και δεν ανήκει στην τάξη της, μαθαίνει κρυφά ξιφομαχία και κάνει βόλτες στην πόλη κρυμμένη κάτω από μια κουκούλα για να μην την αναγνωρίσουν.

Οι γονείς της, παρ’ όλο που είναι εγκλωβισμένοι στα στερεότυπα και τους είναι πάρα πολύ δύσκολο ν’ απαλλαγούν απ’ αυτά, είναι ωστόσο και οι ίδιοι αντισυμβατικοί, αν και μάλλον δεν το έχουν συνειδητοποιήσει: η βασίλισσα λατρεύει το χορό και τις αυθόρμητες διασκεδάσεις (ένα από τα πιο αστεία και διασκεδαστικά κεφάλαια είναι εκείνο όπου το βασιλικό ζεύγος διεξάγει ακροάσεις για να επιλέξει το συγκρότημα που θα παίξει μουσική στο γάμο της Νάνσι, με τη βασίλισσα να κλέβει την παράσταση με τις αντιδράσεις της), ο βασιλιάς ασχολείται περισσότερο με θεωρίες συνωμοσίας και με το τι θα γεμίσει την κοιλιά του παρά με το τι γίνεται πραγματικά στο παλάτι του. Και η γκουβερνάντα «για όλες τις δουλειές», ένας χαρακτήρας που έξυπνα κρατείται σε δεύτερο – αλλά σταθερό – πλάνο σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας κυνηγώντας τη Νάνσι με το νυφικό στο ένα χέρι και τα σύνεργα της ραπτικής στο άλλο για να της κάνει τις τελευταίες πρόβες πριν το γάμο, θα είναι ο καταλύτης στην πιο κρίσιμη καμπή.

Στον αντίποδα, οι τρεις ιππότες είναι εξίσου ανατρεπτικοί και τα κίνητρα του καθενός  είναι πολύ διαφορετικά. Ο Βίκτωρας, ο λευκός ιππότης, είναι αυτός που σώζει τη Νάνσι από το δράκο και που, παραδοσιακά, πρόκειται να την παντρευτεί σαν ανταμοιβή για τη γενναία του πράξη, αλλά όπως θα φανεί στην πορεία, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα στη δική του περίπτωση. Ο βαρύς κι ασήκωτος κόκκινος ιππότης Ιάσονας Μπρουτ – όνομα και πράγμα, αφού «brute» σημαίνει άξεστος, κτηνώδης, αλλά με καλή καρδιά κατά βάθος – που προδόθηκε από την αδυναμία του στο κρασί και δεν έφτασε έγκαιρα στον πύργο όπου ο δράκος κρατούσε φυλακισμένη τη Νάνσι, έβλεπε την αναμέτρηση με το θηρίο σαν ένα προσωπικό στοίχημα, για τους δικούς του λόγους. Ο μαύρος ιππότης, που καλύπτεται από πυκνό μυστήριο για αρκετό καιρό και επίσης δεν πρόλαβε την αναμέτρηση γιατί υπερίσχυσε η ρομαντική πλευρά του και σταμάτησε να κόψει λουλούδια για να τα προσφέρει στην πριγκίπισσα, έβλεπε την όλη υπόθεση με άλλη οπτική και προσέγγιζε το θέμα της μάχης με το δράκο με πιο εγκεφαλικό τρόπο. Ωστόσο τα γεγονότα δείχνουν ότι τόσο ο κόκκινος ιππότης με την τεχνική υπεροχή όσο και ο μαύρος ιππότης, που μελετούσε τρόπους για να οργανώσει αποτελεσματικές στρατηγικές, θα κατάφερναν να νικήσουν το δράκο, αν είχαν την ευκαιρία – ο καθένας με τα μέσα του. Αν δηλαδή δεν τους είχε προλάβει ο λευκός ιππότης, ο οποίος δε βασίστηκε ούτε στην εμπειρία, ούτε στη γνώση, ούτε στην τεχνική, ούτε στη στρατηγική για να κατατροπώσει το δράκο, αλλά σε άλλες τεχνικές, όχι και τόσο έντιμες.

Η τετραπέρατη Νάνσι δε θ’ αργήσει να καταλάβει τι παιχνίδι παίζεται πίσω από την πλάτη τη δική της και των γονιών της, και φυσικά δε θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια, αφού εκτός από την ίδια και την οικογένειά της, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο και κάποιος για τον οποίο νοιάζεται ιδιαίτερα. Στην πραγματικότητα, αν όταν την είχε απαγάγει ο δράκος, είχε τα μέσα και τον τρόπο να τον αντιμετωπίσει μόνη της, θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι, τώρα που της δίνεται η ευκαιρία να δράσει με δική της πρωτοβουλία, επιστρατεύει την εξυπνάδα της για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της. Κι αν της λείπει η απαραίτητη μυϊκή δύναμη και η εμπειρία για να στεφθεί η επιχείρησή της με απόλυτη επιτυχία, γρήγορα θα βρει το αντίβαρο, ζητώντας τη βοήθεια κάποιου που διαθέτει και τα δύο αυτά στοιχεία που της λείπουν και στο πρόσωπο του οποίου θα βρει έναν αναπάντεχο πιστό σύμμαχο και συνεργάτη.

Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος στήνει ένα καλοκουρδισμένο και ευφάνταστο παραμύθι με παραδοσιακά συστατικά αλλά πέρα για πέρα ανατρεπτική διεκπεραίωση. Διαβάζοντας τη ‘Νάνσι’, θα εντοπίσει κανείς αναφορές σε πολλά λαϊκά και κλασικά παραμύθια – στοιχεία εντεταγμένα ωστόσο με τέτοιο τρόπο μέσα στην ιστορία ώστε να λειτουργούν σε απόλυτη αρμονία με το αντισυμβατικό πνεύμα αυτού του πρωτότυπου παραμυθιού. Σε κάποιο σημείο, η Νάνσι και ο συνεργάτης της συναντάνε μια μάγισσα στο δάσος, η οποία τους δίνει τρία μαγικά φίλτρα για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Αυτό το στοιχείο με τα τρία μαγικά υλικά είναι από τα πλέον διαδεδομένα στα λαϊκά παραμύθια – συνήθως όταν η ηρωίδα το σκάει από τα δεσμά της και την κυνηγάνε, η καλή μάγισσα την προμηθεύει με ανάλογα φίλτρα που άλλοτε ορθώνουν αγκαθωτούς θάμνους πίσω της, άλλοτε εμφανίζουν απάτητες λίμνες, έτσι ώστε να καθυστερήσει όσο μπορεί αυτούς που θέλουν να την πιάσουν. Στην ιστορία της Νάνσι, ωστόσο, τα φίλτρα δεν είναι πάντα τόσο συνεργάσιμα. Άλλο θέλει ειδική προετοιμασία για να δουλέψει, άλλο θέλει το χρόνο του. Έτσι οι δύο συνεργάτες θα χρειαστεί να βασιστούν πολύ περισσότερο στις δικές τους δυνάμεις και στο μυαλό τους και λιγότερο στα μαγικά, και τελικά το φίλτρο που θα δουλέψει υπέρ τους θα είναι το πιο απλό, κλασικό και δοκιμασμένο με εγγυημένα αποτελέσματα. Κι έχουμε εδώ άλλη μια ανατροπή που κλείνει το μάτι στα κλασικά παραμύθια, με τρόπο διακριτικό, έξυπνο και δημιουργικό.

Και φυσικά οι ανατροπές δεν περιορίζονται σ’ αυτά τα στοιχεία μόνο. Δεν ανατρέπονται μόνο οι καταστάσεις, αλλά και οι ‘ρόλοι’. Δεν είναι μόνο οι πριγκίπισσες που κινδυνεύουν από τους δράκους, και δεν είναι μόνο οι ιππότες αρμόδιοι και ικανοί να τα βάζουν κάθε φορά με τα θηρία. Ένα κοφτερό σπαθί δε φτάνει για να εξουδετερωθεί ο δράκος – χρειάζεται ένας συνδυασμός από τεχνικές, στρατηγική, αντιπερισπασμός, αντανακλαστικά, συνεργασία και το τελικό χτύπημα την πιο κατάλληλη στιγμή.

Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας δεν είναι συγκεκριμένοι, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα παραμύθια παγκοσμίως, αν και αναφέρονται ονόματα και τοπωνύμια που παραπέμπουν σε μέρη υπαρκτά. Άλλωστε αυτές οι δύο παράμετροι αποκτούν εντελώς διαφορετική υπόσταση και έννοια μέσα σ’ ένα παραμύθι, κι αυτό είναι που τονίζει τη διαχρονική του αξία. Ανέκαθεν τα παραμύθια κινούνταν σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου όλα ήταν δυνατά και το υπερφυσικό στοιχείο ήταν μέρος της ζωής. Η Νάνσι θα μπορούσε να είναι η κάθε μία από όλες τις γνωστές πριγκίπισσες των παραμυθιών, καθώς και ένας συνδυασμός όλων τους και μια σύγχρονη, άκρως φεμινιστική εκδοχή τους, σε ένα ακόμα πιο παράλληλο σύμπαν – για την ακρίβεια, σε ένα παράλληλο σύμπαν του παράλληλου σύμπαντος των κλασικών και των λαϊκών παραμυθιών. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η ‘Νάνσι’ του Σπύρου Γιαννακόπουλου είναι ένα μετα-παραμύθι, ένα μυθιστόρημα φαντασίας που ενώ πατάει γερά σε κλασικές συνταγές, τις ανατρέπει με χιούμορ και φρεσκάδα.

H χρήση κοφτών, σύντομων φράσεων σε κάποια σημεία προσδίδει στις σκηνές ένα στακάτο, ατακαριστό και, κατά συνέπεια, ταιριαστό με το κλίμα ύφος και μια αίσθηση συνεχούς κινητικότητας. Το κείμενο στο σύνολό του είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο – αναλυτικό όπου χρειάζεται, πιο περιεκτικό σε άλλα σημεία – διαθέτει έμπνευση, ζωντάνια, ζωηρές εναλλαγές, διασκεδαστικές σκηνές δράσεις, όμορφες περιγραφές τόπων και χαρακτήρων. Είναι εξαιρετικά ευχάριστο και ανεπιτήδευτα πρωτότυπο, διασκεδαστικό αλλά χωρίς να λείπουν και βαθύτεροι προβληματισμοί που ωστόσο περνάνε διακριτικά και μέσα από το φίλτρο του χιούμορ και της φαντασίας. Σε ανάλογο πνεύμα, οι εισαγωγικές εικόνες του Πέτρου Χριστούλια, ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει και το πολύ χαριτωμένο εξώφυλλο, συνδυάζουν εύστοχα το ύφος των εικονογραφήσεων του παλιού καιρού και των κλασικών εικονογραφημένων με τα σύγχρονα κόμικς και graphic novels (γραφικά μυθιστορήματα) και συμβάλλουν με μοναδικό τρόπο στο σπιρτόζικο και ενίοτε κινηματογραφικό ύφος του μυθιστορήματος.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Αύγουστο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7565-nancy