Showing posts with label jd salinger. Show all posts
Showing posts with label jd salinger. Show all posts

25 December 2020

JD Salinger: Ο Φύλακας στη Σίκαλη

Σε μια κλινική της Καλιφόρνια, ο δεκαεφτάχρονος Χόλντεν αφηγείται τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποβολή του από το περίβλεπτο σχολείο του στην Πεννσυλβάνια και την απόφασή του να φύγει νωρίτερα από την προγραμματισμένη μέρα, για να γυρίσει στη Νέα Υόρκη. Θέλοντας να αποφύγει την αντιπαράθεση με τους γονείς του, περιπλανιέται στην χειμωνιάτικη πόλη όπου διάφορες συναντήσεις ανασκαλεύουν αναμνήσεις από το παρελθόν, γίνονται αφορμή για δυσάρεστα επεισόδια και αινιγματικές εξομολογήσεις, φέρνουν στην επιφάνεια άγχη και αγωνίες, αλλά πάνω απ’ όλα σκιαγραφούν την δική του ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία. Ο Χόλντεν έρχεται από μία ευκατάστατη οικογένεια, με πατέρα μεγαλοδικηγόρο· έχει μια μικρότερη αδερφή, τη Φοίβη, κι έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Ντι Μπι, που είναι επιτυχημένος συγγραφέας. Είχε κι έναν μικρότερο αδελφό, τον Άλλι, που πέθανε από λευχαιμία τρία χρόνια πριν. Η μόνη πραγματική του φίλη είναι η Τζέιν, έχει όμως πολύ καιρό να τη δει. Ο Χόλντεν σκοπεύει να πάει να ζήσει με τον Ντι Μπι στην Καλιφόρνια όταν θα βγει από την κλινική, για να ξεφύγει από όλα όσα τον βασανίζουν: βιώνει μια μακρά περίοδο πένθους μετά τον θάνατο του Άλλι, κατατρύχεται από εφιάλτες του παρελθόντος, φοβάται να συμφιλιωθεί με την σεξουαλικότητά του, ενώ προσπαθεί απεγνωσμένα να διαφυλάξει όση αθωότητα του έχει απομείνει, αρνούμενος να προχωρήσει προς μια επώδυνη ενηλικίωση. 

Γραμμένο το 1951, το μυθιστόρημα του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» έχει ταυτιστεί κυρίως με την επαναστατικότητα της εφηβείας - αυτός όμως ο χαρακτηρισμός είναι εξαιρετικά μονομερής, τόσο για την πολυεπίπεδη ιστορία του όσο και για τον ακόμα πιο περίπλοκο (αντι)ήρωά του. Εξάλλου ο Σάλιντζερ, παρά την νεαρή ηλικία του πρωταγωνιστή του, δεν προόριζε το βιβλίο του για το εφηβικό κοινό. Κι αν ο Χόλντεν Κόλφιλντ θεωρείται σύμβολο της ανήσυχης εφηβείας, ο χαρακτήρας του είναι τόσο πολυσύνθετος που πραγματικά θα τον αδικούσε η κατάταξη σε μία μόνο κατηγορία λογοτεχνικού ήρωα. Και η ιστορία του είναι μια αγωνιώδης διαδρομή, με πρώτο επίπεδο το κυριολεκτικό ταξίδι από την Πεννσυλβάνια στη Νέα Υόρκη και τέλος στην Καλιφόρνια, και δεύτερο και πιο σημαντικό το μεταφορικό τρενάκι του τρόμου όπου οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και οι ψυχολογικές εντάσεις εναλλάσσονται με αναμνήσεις που δεν λένε να τον αφήσουν ήσυχο.

Ο Σάλιντζερ είχε μια ιδιότυπη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και έναν τρόπο γραφής εξαιρετικά μοντέρνο για τον καιρό του. Στον «Φύλακα στη Σίκαλη» ακολουθεί μια ιδιόμορφη συνειρμική μορφή αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, με τον νεαρό πρωταγωνιστή και αφηγητή να χρησιμοποιεί αφειδώς  την αργκό και γενικότερα ένα ύφος πολύ προχωρημένο για τα δεδομένα της λογοτεχνίας της εποχής. Ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα και του χάρισε αναπάντεχη δημοσιότητα, η οποία δεν ήταν πάντα θετική και τον έκανε να απομακρυνθεί από τον κόσμο και να αρνείται οποιουδήποτε είδους προβολή πέρα από την δημοσίευση των έργων του. Ένα κομμάτι του εαυτού του σίγουρα υπάρχει μέσα στον Χόλντεν – είχα πάντα την αίσθηση ότι έτσι κι αλλιώς ήταν ο αγαπημένος του ήρωας: αντικοινωνικός, βαριεστημένος και κυνικός στην επιφάνεια, στην ουσία όμως είναι ένα παιδί ευαίσθητο, τρομοκρατημένο και μπερδεμένο, που επιλέγει επίτηδες ακατάλληλα άτομα για παρέα, ανεγκέφαλους ανθρώπους που δεν τον καταλαβαίνουν, ακριβώς γιατί δυσκολεύεται να εξωτερικεύσει ό,τι πραγματικά τον βασανίζει.

Ο Χόλντεν Κόλφιλντ, με το εμβληματικό κόκκινο κυνηγετικό καπέλο, είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς χαρακτήρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ψυχογραφημένος υποδειγματικά από τον ιδιοφυή Σάλιντζερ. Είναι αντισυμβατικός, όχι όμως επειδή βιώνει μια δύσκολη εφηβεία – τουλάχιστον, όχι κυρίως γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα οικειοποιείται την περσόνα του επαναστατημένου έφηβου γιατί αυτή η ιδιότητα είναι κοινωνικά αποδεκτή. Προβάλλει δηλαδή αυτή την εικόνα γιατί μπορεί εύκολα να κρυφτεί πίσω της. Είναι όλο αντιφάσεις και η σκέψη του κάνει συνεχώς άλματα. Αν και ανήκει στη μεγαλοαστική τάξη, ζει οριακά στο περιθώριο της κοινωνίας και την παρατηρεί από μακριά. Είναι ευφυέστατος στον τρόπο που επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του, είναι διανοούμενος αλλά αρνείται να το παραδεχτεί. Υποτίθεται ότι μισεί τους ανθρώπους, ωστόσο αποζητά τη συντροφικότητα. Δέχεται να να τον επισκεφθεί μια κοπέλα ελαφρών ηθών, όμως η παρουσία της του προκαλεί αποστροφή. Εκνευρίζεται με τον φαντασμένο συγκάτοικό του στο σχολείο, ταυτόχρονα όμως τον τραβάει το ωραίο παρουσιαστικό του. Παραδέχεται πως είναι ψεύτης, προειδοποιώντας έμμεσα πως όσα αφηγείται μπορούν ίσως και να ερμηνευθούν πέρα και πίσω από το προφανές.

Ο «Φύλακας στη Σίκαλη» κινείται σε ρεαλιστικά μονοπάτια, ωστόσο οι προεκτάσεις της ιστορίας του πάνε πολύ μακριά. Ξεκάθαρες εικόνες εναλλάσσονται με σύμβολα και αλληγορίες, κομμάτια της αφήγησης μοιάζουν με κλειδιά για την αποκρυπτογράφηση ενός γρίφου. Στον τίτλο του βιβλίου, ο Σάλιντζερ παίζει με την ορολογία του μπέιζμπολ, κι αυτός ο συσχετισμός μόνο τυχαίος δεν είναι. Ο «φύλακας» της ελληνικής απόδοσης είναι ο «catcher» στο πρωτότυπο, όρος του μπέιζμπολ που σημαίνει τον λήπτη, τον πιο σημαντικό αμυντικό παίκτη που φυλάει την αρχική βάση και πιάνει τις ρίψεις με ένα ειδικό γάντι. Ένα τέτοιο γάντι είχε και ο Άλλι, που ήταν λήπτης στη δική του ομάδα, και συνήθιζε να γράφει στίχους από ποιήματα στο εσωτερικό μέρος. Από τότε που ο Άλλι πέθανε, ο Χόλντεν το έχει συνεχώς μαζί του. Όχι μόνο επειδή δεν έχει ξεπεράσει τον θάνατο του αδελφού του, αλλά και γιατί ο Άλλι συμβολίζει τη δική του χαμένη αθωότητα. Φαντάζεται ότι στέκεται στην άκρη ενός γκρεμού ενώ μπροστά του απλώνεται ένα χωράφι με σίκαλη όπου, σαν σε μια ονειρική αναπαράσταση ενός αγώνα μπέιζμπολ, παίζουν ανέμελα πολλά μικρά παιδιά. Μόλις κάποιο πάει να πέσει στον γκρεμό, εκείνος επεμβαίνει και το σώζει την τελευταία στιγμή. Σημειολογικά, ο Χόλντεν είναι εξ ορισμού ο φύλακας των παιδιών: το επίθετό του στα αγγλικά (Caulfield) είναι σύνθεση των λέξεων caul, που είναι ο υμένας που προστατεύει τα έμβρυα, και field που σημαίνει χωράφι. Ταυτίζεται, δηλαδή, κατά μία έννοια με τον Άλλι ο οποίος ήταν λήπτης στο μπέιζμπολ και «έσωζε» τις ρίψεις όπως ο ίδιος σώζει τα παιδιά, αλλά στην ουσία είναι και ο Χόλντεν ένα από τα παιδιά αυτά, και ο δικός του φύλακας είναι ο Άλλι.

Η εξέλιξη της αφήγησης του Χόλντεν είναι περίπλοκη: σκέψεις μπλέκονται με αναμνήσεις, εικόνες γύρω του γεννούν συνειρμούς. Κάνει αναδρομές στο παρελθόν, θυμάται πρόσωπα από τα οποία έχει απομακρυνθεί, όπως η Τζέιν, η καλή του φίλη που θα μπορούσε να είναι η θηλυκή εκδοχή του. Βλέπει γνωστούς, πιάνει κουβέντα με αγνώστους, συναντάει τη Φοίβη κρυφά από τους γονείς του γιατί έχει ανάγκη την ανεπιτήδευτη σοφία της. Η εικόνα του χωραφιού της σίκαλης με τα παιδιά είχε προκύψει όταν παρερμήνευσε ένα ερωτικό ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς σαν παιδικό τραγουδάκι. Δηλαδή η παιδική αθωότητα έρχεται σε αντιπαράθεση με τη σεξουαλική αφύπνιση η οποία, για τον Χόλντεν, φαίνεται να έχει τελεστεί προ πολλού με κάθε άλλο παρά ειδυλλιακό τρόπο. Όταν λοιπόν φοράει το κόκκινο κυνηγετικό καπέλο, έχει διττή υπόσταση: είναι μεν το παιδί με την αθωότητά του, αλλά ταυτόχρονα ενδύεται τον φύλακα και αποκτά μια άτυπη υπερδύναμη που τον κάνει συναισθηματικά άτρωτο. Το καπέλο άλλωστε, σαν αντικείμενο αλλά και λόγω χρώματος, παραπέμπει στην Κοκκινοσκουφίτσα, αρχετυπική αλληγορία για την απειλή της αθωότητας. Ωστόσο ο Χόλντεν είναι την ίδια στιγμή και ο κυνηγός του παραμυθιού που έρχεται να σώσει τον συναισθηματικά (και ίσως και σωματικά) κακοποιημένο εαυτό του από κάθε λογής «λύκους». Στο παρελθόν, είχε γίνει μάρτυρας μιας τραγωδίας όταν ένας συμμαθητής του έπεσε από το παράθυρο ύστερα από ένα επεισόδιο με κάποιους νταήδες, μια ανάμνηση που ενισχύει ακόμα περισσότερο το θέμα της πτώσης παιδιών στο κενό. Στο παρόν, γλιτώνει ο ίδιος την τελευταία στιγμή από έναν επίδοξο «λύκο» που έχει τη μορφή ενός παλιού του καθηγητή. 

Η ιστορία του «Φύλακα στη Σίκαλη» είναι μια εξομολογητική αφήγηση με άπειρες νοηματικές αφετηρίες και ακόμα περισσότερες διακλαδώσεις και απολήξεις. Και στην ουσία δεν έχει κατάληξη· είναι μια εκτεταμένη εισαγωγή, γεμάτη γρίφους και αινίγματα, γι’ αυτό που πρόκειται ν’ ακολουθήσει όταν ο Χόλντεν βγει από την κλινική. Παράλληλα είναι μια κατάδυση στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής που τελικά παραμένει ανεξιχνίαστη. Κάθε φορά που ανατρέχεις στην ιστορία του Χόλντεν, σε διαφορετικές περιόδους και ηλικίες της ζωής σου, σίγουρα θα ανακαλύπτεις και κάτι καινούριο, κάτι που δεν αντιλήφθηκες παλιότερα, κάτι που το προσπέρασες κι όμως είχε μεγάλη σημασία. Στην καινούρια αυτή έκδοση, η Αθηνά Δημητριάδου, με την έξοχη μετάφρασή της, έχει αποδώσει άψογα το ιδιαίτερο ύφος του βιβλίου, περίτεχνα όπου χρειάζεται και λιτά όπου η περίσταση το επιβάλλει, με την αμεσότητα της αυθόρμητης αφήγησης να κυριαρχεί μεν, αλλά σε απόλυτη ισορροπία με τη ροή και την ουσία του κειμένου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTXO τον Δεκέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/15496-filakas-sikali

20 January 2020

JD Salinger: Η Φράννυ και ο Ζούι

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έγραψε το διήγημα «Φράννυ» το 1955 και τη νουβέλα «Ζούι» το 1957. Οι δύο ιστορίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην εφημερίδα New Yorker τις αντίστοιχες χρονιές, ενώ το 1961 εκδόθηκαν για πρώτη φορά μαζί ως βιβλίο με τον τίτλο «Η Φράννυ και ο Ζούι». Οι δύο χαρακτήρες του τίτλου είναι τα μικρότερα παιδιά των Γκλας, μιας φανταστικής πολυμελούς οικογένειας που εμφανιζόταν συχνά σε διηγήματα του Σάλιντζερ και αποτελούνταν από τους γονείς, πρώην φίρμες του βαριετέ, και εφτά παιδιά με κοινό χαρακτηριστικό την εξαιρετικά υψηλή ευφυΐα τους. 

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο καταλαμβάνει η σύντομη ιστορία της Φράννυ, η οποία είναι φοιτήτρια και έρχεται να συναντήσει τον Λέιν, τον φίλο της, για να περάσουν μαζί ένα σαββατοκύριακο. Η πρώτη και τελευταία τους στάση είναι ένα εστιατόριο, όπου τα σχέδια του Λέιν για ένα ήρεμο διήμερο με το κορίτσι του που, ιδανικά, θα περιλαμβάνει και την παρακολούθηση ενός αγώνα στο γήπεδο, αρχίζουν να καταρρέουν όταν η Φράννυ, φαινομενικά από το πουθενά, αρχίζει να τα βάζει με τους ψευτοδιανοούμενους καθηγητές του πανεπιστημίου της και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να εκνευρίσει και να φέρει σε δύσκολη θέση τον Λέιν κριτικάροντας την υποκρισία και την ασχετοσύνη των πάντων. Στην κορύφωση αυτής της αλλόκοτης συνάντησης, που κάθε άλλο παρά ρομαντικό ραντεβού θυμίζει, η Φράννυ καταλήγει να πέσει κάτω λιπόθυμη, ματαιώνοντας οριστικά τα σχέδια του Λέιν.

Στο δεύτερο μέρος, το οποίο περιλαμβάνει την πολύ εκτενέστερη ιστορία του Ζούι, μεταφερόμαστε στο διαμέρισμα των Γκλας όπου, ουσιαστικά, η δράση χωρίζεται σε τρεις σκηνές. Στην πρώτη, ο Ζούι, ανερχόμενος ηθοποιός, τον οποίο χαρακτηρίζουν η εκπληκτική ομορφιά και ο ανυπόφορος κυνισμός, έχει μια εκτενή συζήτηση με τη μητέρα του όπου, κατά τη συνήθειά του όπως φαίνεται, της απευθύνεται με οξυδερκείς ειρωνικές ατάκες, γυρίζοντας ανάποδα ό,τι και αν του λέει εκείνη. Παρά τις συνεχείς αντιδράσεις του, ωστόσο, ακούει τα παρακάλια της και πηγαίνει να μιλήσει στην Φράννυ, η οποία βρίσκεται πλέον στο σπίτι, κουκουλωμένη κάτω από μια κουβέρτα στον καναπέ του καθιστικού, παρέα με τον τεράστιο, ακοινώνητο γάτο της οικογένειας. Εκεί ξεκινάει και η δεύτερη σκηνή, όπου ο Ζούι υποτίθεται ότι προσπαθεί να μάθει τι συμβαίνει με την αδερφή του, αλλά στην πραγματικότητα δεν την αφήνει σε χλωρό κλαρί βασανίζοντάς την με φιλοσοφικές αναλύσεις, μέχρι που στο τέλος την κάνει να ξεσπάσει σε κλάματα. Η αναπάντεχη εξέλιξη της ιστορίας καλύπτει την τρίτη και τελευταία σκηνή, όπου ο Ζούι επιχειρεί, με τον δικό του ασυνήθιστο τρόπο, να επανορθώσει για ό,τι προηγήθηκε.

Ιδιόρρυθμος και μοναχικός, ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (1919-2010), πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μια ηθελημένη απομόνωση από τον κόσμο και τις κοινωνικές σχέσεις, κάτι για το οποίο ευθυνόταν σε πολύ μεγάλο μέρος η ανεξέλεγκτη – και όχι πάντα θετική – δημοσιότητα που του είχε φέρει το αριστούργημά του, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» (1951). Σ’ αυτές εδώ τις ιστορίες, λοξοδρομεί φαινομενικά από τα θέματα του «Φύλακα», ωστόσο και πάλι, μέσα από τους πρωταγωνιστικούς του χαρακτήρες, ασκεί κριτική στα πνευματικά ήθη της εποχής, τους ψευτοκουλκτουριάρηδες διανοούμενους, την υποκρισία της κοινωνίας και της (μεγαλο)αστικής τάξης. Στοιχεία από τον Χόλντεν, τον ήρωα και αφηγητή του «Φύλακα», βρίσκουμε τόσο στον Ζούι όσο και στη Φράννυ, εδώ όμως η έμφαση δίνεται στις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στα περιορισμένα πλαίσια ενός τυπικού νεοϋορκέζικου διαμερίσματος και τους διαταραγμένους δεσμούς ανάμεσα στα αδέλφια της οικογένειας Γκλας. Κατά τον χρόνο δράσης των δύο ιστοριών, δύο από τα εφτά παιδιά των Γκλας έχουν ήδη πεθάνει, και όπως είναι φυσικό αυτές οι δύο απώλειες στοιχειώνουν ακόμα την οικογένεια, ωστόσο αυτό το καταφέρνουν και κάποιοι που είναι ζωντανοί, με ύπουλο τρόπο. «Δε με πολυνοιάζει να με στοιχειώνει ένα πεθαμένο φάντασμα, αλλά απεχθάνομαι όσο ο διάολος το λιβάνι να με στοιχειώνει ένα μισοπεθαμένο», λέει ο Ζούι αναφερόμενος αρχικά στον Σίμουρ, που έχει αυτοκτονήσει εδώ και εφτά χρόνια, και στη συνέχεια στον Μπάντι, τον απόντα – παρόντα μεγαλύτερο εν ζωή αδελφό, ο οποίος, μαζί με τον Σίμουρ, είχε αναλάβει την πνευματική καθοδήγηση του Ζούι και της Φράννυ χρόνια πριν. 

Τόσο ο Ζούι όσο και η Φράννυ θεωρούν ότι είναι φρικιά, και ότι υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι ο Σίμουρ και ο Μπάντι με την περίπλοκη φιλοσοφική – θρησκευτική εκπαίδευση που τους έδωσαν. Έχουν πολλά κοινά στοιχεία, άλλες τόσες, όμως, διαφορές. Είναι και οι δύο πανέξυπνοι και ικανοί να εξοντώσουν όποιον έχουν απέναντί τους με τα λόγια, ωστόσο η Φράννυ είναι ανοιχτό βιβλίο ενώ ο Ζούι είναι πραγματικός αχαρτογράφητος λαβύρινθος. Και οι δύο, όμως, ο καθένας με τον τρόπο του, παραμένουν αινιγματικοί σαν χαρακτήρες. Όπως και στην ιστορία του Χόλντεν, χρειάζεται κανείς να διαβάσει πίσω από τις λέξεις για να αποκρυπτογραφήσει τον Σάλιντζερ. Οι αρχικές αδιαθεσίες και η λιποθυμία της Φράννυ, ας πούμε, σε κάνουν να υποψιαστείς ότι ίσως βρίσκεται στα πρώτα στάδια μιας εγκυμοσύνης. Όμως μιλάμε για τον Σάλιντζερ, επομένως πρέπει να έχουμε κατά νου ότι συνήθως αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Ίσως η Φράννυ να είναι όντως έγκυος, ίσως πάλι όχι. Ίσως «απλώς» - και είναι το πιο πιθανό – δεν άντεξε άλλο την πνευματική πίεση από τη δική της υπερανεπτυγμένη ευφυΐα σε συνδυασμό με την αδαημοσύνη όσων την περιτριγύριζαν, συμπεριλαμβανομένου και του ανυποψίαστου Λέιν, αλλά και με την σύγχυση που της έχει προκαλέσει η πολύχρονη «διδασκαλία» των μεγαλύτερων αδελφών της σχετικά με τις προσευχές και τις ανατολίτικες θρησκευτικές αναζητήσεις. Ο Ζούι, από την άλλη, μοιάζει να έχει υιοθετήσει το ζεν στοιχείο της Ανατολής – τίποτα δεν είναι ικανό να τον ταράξει ή να τον θορυβήσει. Παράλληλα ωστόσο έχει το ταλέντο να βγάζει τους άλλους από τα ρούχα τους και να τους φέρνει στα όριά τους, ξεστομίζοντας με θαυμαστή ευφράδεια τις δηλητηριώδεις ατάκες του. Ουσιαστικά βέβαια αυτό που συμβαίνει στον Ζούι και τη Φράννυ είναι ότι δεν χωράνε στον εαυτό τους, «καταδικασμένοι» να βλέπουν αναγκαστικά αφ’ υψηλού όσους δεν διαθέτουν τη δική τους υψηλή νοημοσύνη και αντίληψη. 

Ο Σάλιντζερ, με τη μοναδική του ευστροφία, ρίχνει μέσα στην αφήγηση πολλά και διαφορετικά στοιχεία τα οποία από τη μια εικονογραφούν με ακρίβεια και ευστοχία το πλαίσιο δράσης – όπως, για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή της διακόσμησης στο καθιστικό των Γκλας ή η τελετουργία του Ζούι στο μπάνιο – από την άλλη, πάλι, ίσως και να αποτελούν «κλειδιά» για την αποκρυπτογράφηση των θεμάτων και των χαρακτήρων. Είτε σαν καυστικά σχόλια για την κοινωνική και πνευματική – ακαδημαϊκή ζωή της εποχής, είτε σαν πράξεις μια μικρής ενδοοικογενειακής αστικής τραγικωμωδίας, οι αλληλένδετες ιστορίες της Φράννυ και του Ζούι συναποτελούν ένα πολύ ιδιαίτερο ανάγνωσμα, που κάθε φορά που το διαβάζεις, η αίσθηση που σου αφήνει είναι διαφορετική και κάθε φορά παρατηρείς και άλλα πράγματα. Η πολύ καλή μετάφραση στη συγκεκριμένη έκδοση, που στέκεται με πιστότητα και σεβασμό απέναντι στο πρωτότυπο κείμενο, είναι της Αθηνάς Δημητριάδου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020