Showing posts with label ξένος κινηματογράφος. Show all posts
Showing posts with label ξένος κινηματογράφος. Show all posts

28 August 2019

David Pastor & Alex Pastor: Οι τελευταίες μέρες

Οι τελευταίες μέρες της Γης

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ
(LOS ÚLTIMOS DÍAS / THE LAST DAYS, 2013)
Σενάριο και σκηνοθεσία: Νταβίντ Παστόρ & Άλεξ Παστόρ


Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί, σαν θεατές ή αναγνώστες, ελκυόμαστε τόσο πολύ από τις μετα-αποκαλυπτικές ιστορίες, και τι είναι αυτό που ωθεί τους δημιουργούς να καταπιάνονται με ανάλογα θέματα. Ίσως δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό, ίσως δεν υπάρχει καν απάντηση, ίσως πάλι η αιτία να πηγαίνει πολύ βαθιά πίσω στους αιώνες, στην κοινή ιστορία που δένει αναπόφευκτα το ανθρώπινο είδος από τις πρώτες μέρες της ζωής του πάνω στη Γη. Όπως και η επιστημονική φαντασία, έτσι και το θέμα μιας γενικευμένης καταστροφής που οδηγεί στο τέλος του πολιτισμού όπως το ξέρουμε, γοητεύει και θα γοητεύει τους ανθρώπους παγκοσμίως – και δεν αναφέρω τυχαία αυτές τις δύο θεματικές: τόσο το άγνωστο σύμπαν όσο και η πιθανότητα μιας επανεκκίνησης από το μηδέν της ζωής πάνω στη Γη είναι ζητήματα που τρομάζουν και συναρπάζουν ταυτόχρονα.

Στην ισπανική ταινία “Οι τελευταίες μέρες”, η ιστορία ξεκινάει in medias res, με τον πρωταγωνιστή, τον Μαρκ, νεαρό προγραμματιστή σε μια μεγάλη εταιρεία της Βαρκελώνης, να σκάβει ένα υπόγειο τούνελ μαζί με άλλους ανθρώπους. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, αγχωτική. Είναι προφανές ότι κάτι έχει συμβεί και ο μόνος τρόπος διαφυγής είναι αυτό το τούνελ που σκάβουν όλοι μαζί, σχεδόν με νύχια και με δόντια. Όταν επιτέλους καταφέρνουν να σπάσουν τον τοίχο, διαπιστώνουν με ενθουσιασμό ότι μόλις απέκτησαν πρόσβαση στο υπόγειο δίκτυο του μετρό, γιατί όπως φαίνεται μόνο υπογείως μπορούν να κινηθούν.


Παράλληλα μέσα από φλας μπακ, παρακολουθούμε στιγμιότυπα από τη ζωή του Μαρκ – τη συμβίωσή του με την αγαπημένη του Χούλια, τον τρόμο του μπροστά στο ενδεχόμενο απόκτησης ενός παιδιού που τον φέρνει σε αντιπαράθεση μαζί της, την ανήσυχη περιέργειά του απέναντι στην παράξενη συμπεριφορά ενός γείτονα που έχει μήνες να βγει από το διαμέρισμά του, την αγωνία του για την επαναλαμβανόμενη αποτυχία στη διόρθωση ενός σφάλματος στον κώδικα που προσπαθεί να συντάξει στη δουλειά του, τη συνάντησή του με τον Ενρίκε, τον επονομαζόμενο “Εξολοθρευτή”, έναν ειδικό στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, που έχει έρθει στην εταιρεία για να αποφασίσει ποιος πρέπει να παραμείνει και ποιος να απολυθεί.


Τα πάντα ανατρέπονται όταν αρχίζει και επιβεβαιώνεται μέσω της τηλεόρασης η φήμη ότι μια παράξενη πανδημία έχει ήδη αρχίσει να χτυπάει τον πληθυσμό της Γης με τη μορφή, αρχικά, μιας ιδιαίτερα σφοδρής κρίσης πανικού που κάνει τον εκάστοτε φορέα αυτού του αδιευκρίνιστου ιού να αναπτύσσει μια ακραία αγοραφοβία η οποία έχει σαν συνέπεια τον σχεδόν ακαριαίο θάνατό του με το που θα βρεθεί σε εξωτερικό χώρο. Καθώς τα κρούσματα του “Πανικού”, όπως βαφτίζεται η πανδημία, αρχίζουν να εκδηλώνονται στο κοντινό του περιβάλλον, ο Μαρκ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα προβλήματα της δουλειάς και τη ρήξη στη σχέση του με τη Χούλια ενώ παράλληλα ζει με το άγχος μην τυχόν ο “Εξολοθρευτής” αποφασίσει την απόλυσή του. Αναπάντεχα, ωστόσο, πέφτει και ο ίδιος θύμα του ιού ενώ βρίσκεται στην εταιρεία, και παγιδεύεται εκεί μαζί με άλλους συναδέλφους του αλλά και τον Ενρίκε, που είχαν την ίδια ατυχία.


Η αρχική αντιπάθεια ανάμεσα στον Μαρκ και τον Ενρίκε παραμερίζεται προσωρινά όταν αποφασίζουν να συνεργαστούν καθώς ο πρώτος έχει στη διάθεσή του έναν φακό και ο δεύτερος ένα GPS, απαραίτητα εξαρτήματα για να μπορέσουν μαζί να διασχίσουν το δαιδαλώδες υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο και να φτάσουν ο Μαρκ στο διαμέρισμά του για να βρει τη Χούλια και ο Ενρίκε σε κάποιον άλλον προορισμό για τον οποίο μιλάει αόριστα προς το παρόν. Ενώ από πάνω τους η Βαρκελώνη ερημώνει και διαλύεται και ο κόσμος, που έχει εγκλωβιστεί στα υπόγεια, στα διαμερίσματα και στα εμπορικά κέντρα, αγριεύει όλο και περισσότερο, η αναγκαστική συμπόρευση του Μαρκ και του Ενρίκε περνάει από σαράντα κύματα, ωστόσο, καθώς αναγκάζονται να αγωνιστούν για την επιβίωσή τους, μια πολύ δυνατή σχέση φιλίας αρχίζει να ανθίζει ανάμεσά τους.


“Οι τελευταίες μέρες” δεν είναι μια συνηθισμένη δυστοπική ταινία. Δεν έχει τέρατα, μεταλλαγμένους εχθρούς, όπλα μαζικής καταστροφής ή ατρόμητους πολεμιστές. Εδώ, η αιτία που προκαλεί την καταστροφή του πλανήτη είναι η ακραία μορφή μιας ανθρώπινης αντίδρασης που όμως αποκλείει κάθε παραγωγική ή δημιουργική δραστηριότητα και απαγορεύει την επαφή με τον έξω κόσμο. Οι άνθρωποι αναγκάζονται να παραμείνουν κλεισμένοι μέσα, σε όποιο μέρος τους χτύπησε ο ιός ή στον κοντινότερο κλειστό χώρο που μπόρεσαν να εντοπίσουν. Είναι πλέον αναγκασμένοι να αντικρίζουν τον ήλιο μόνο μέσα από παράθυρα, αφού η άμεση έκθεση στο φως του είναι θανατηφόρα. Αυτό σημαίνει ότι το εξωτερικό περιβάλλον εγκαταλείπεται στην τύχη του και η πόλη παύει να υφίσταται με την οικεία της μορφή. Στους δρόμους της Βαρκελώνης περιφέρονται ελάφια ανάμεσα σε τρακαρισμένα ή παρατημένα αυτοκίνητα, αρκούδες κόβουν βόλτες μέσα σε εκκλησίες. Οι άνθρωποι χάνουν σταδιακά την συνείδησή τους και την συναίσθηση της υπόστασής τους και δεν διστάζουν να καταφύγουν στην ακραία βία προκειμένου να κρατήσουν για τον εαυτό τους προμήθειες, πολύτιμα εργαλεία ή καταφύγια που δεν είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν με άλλους.


Η αρχοντική Βαρκελώνη μετατρέπεται σε ένα απέραντο νεκροταφείο έμψυχων όντων και άψυχων αντικειμένων, παραδομένη στα στοιχεία της φύσης και τις εναλλαγές των εποχών. Η πόλη που άλλοτε έσφυζε από ζωή είναι πια σαν ένα βομβαρδισμένο τοπίο όπου η ανθρώπινη ζωή παύει να έχει αξία. Πρώην φιλήσυχοι πολίτες οργανώνονται σε συμμορίες που ληστεύουν και λεηλατούν. Τα υλικά αγαθά δεν έχουν πια λόγο ύπαρξης, ενώ απλά αντικείμενα όπως ο φακός ή το GPS, τα οποία, στην συνηθισμένη καθημερινότητα, μπορεί να μην υπολογίζονται καν ή να θεωρούνται δεδομένα, γίνονται ξαφνικά εργαλεία ζωτικής σημασίας, που αξίζει ακόμα και να σκοτώσει κανείς για να τα διεκδικήσει.


Μέσα σ’ αυτές τις ασυνήθιστα επικίνδυνες συνθήκες, ο Μαρκ προσπαθεί να διατηρήσει την ανθρωπιά και την ψυχραιμία του απέναντι στις ακρότητες που συναντάει στο δύσκολο ταξίδι του. Ο Ενρίκε, από την άλλη, αποστασιοποιείται σταδιακά από τον ρόλο του ψυχρού “Εξολοθρευτή” και αφήνει να βγει στην επιφάνεια ο αληθινός, καλός εαυτός του. Οι δυο τους ανακαλύπτουν στην πορεία ότι όχι μόνο μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να δολοφονήσουν ο ένας τον άλλον, αλλά και ότι η σχέση τους εξελίσσεται ολοένα και προς το καλύτερο, σαν μια σύνδεση πατέρα – γιου ή μεγαλύτερου – μικρότερου αδερφού, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον άτυπο εμφύλιο που φουντώνει καθημερινά γύρω τους.


Όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές μετα-αποκαλυπτικές ταινίες, έτσι και στις “Τελευταίες μέρες” ο ψυχολογικός τρόμος υπερισχύει, αν και δεν λείπουν ορισμένες πραγματικά αξέχαστες σκηνές δράσης και αγωνίας. Η ταινία είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένη, με έμφαση στα μουντά χρώματα που θυμίζουν ξεβαμμένες φωτογραφίες. Το υποβλητικό της κλίμα ενισχύεται από τις καθηλωτικές εικόνες της κατεστραμμένης Βαρκελώνης και από τη συναισθηματική ένταση των δύο πρωταγωνιστών, τον νεαρό Κιμ Γκουτιέρεθ και τον βετεράνο Χοσέ Κορονάδο, που έχουν απίστευτη χημεία μεταξύ τους. Οι σκηνές στο υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο, πνιγμένες στο σκοτάδι, αναδίδουν έναν εφιαλτικό αέρα αβεβαιότητας που δεν είναι μια απλή, γενική αίσθηση αλλά οφείλεται στις εχθρικές διαθέσεις άλλων εγκλωβισμένων που καραδοκούν με τα όπλα στα χέρια.


Πέρα από τα δευτερεύοντα θέματα που θίγονται με τρόπο αλληγορικό στην ταινία, όπως είναι η οικολογική καταστροφή που ο ίδιος ο άνθρωπος προκαλεί συνεχώς στο περιβάλλον με ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες επανόρθωσης ή η έλλειψη επικοινωνίας, η ιστορία εστιάζει κυρίως και με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό στις ανθρώπινες σχέσεις, τη δύναμη της φιλίας και της αγάπης. Ο Μαρκ και ο Ενρίκε καταφέρνουν να μην αλλοτριωθούν, και το ίδιο διαπιστώνουμε αργότερα και για τη Χούλια. Κάπου μέσα στην καταστροφή, ανθίζει δειλά η ελπίδα ότι ο κόσμος μπορεί να ξαναφτιαχτεί από την αρχή. Με μεγάλο κόστος βέβαια, και αργούς ρυθμούς, αλλά τελικά δεν χάθηκαν όλα. Με τα τελευταία συγκινητικά πλάνα αντιλαμβανόμαστε ότι, καθώς αγωνιζόμαστε για το παρόν, πάντα πρέπει να έχουμε τα μάτια μας στραμμένα στο μέλλον, γιατί εκεί κρύβεται το κλειδί για την αναγέννησή μας.


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Αύγουστο του 2019
https://www.fractalart.gr/oi-teleytaies-meres-tis-gis/

20 August 2019

Jordan Scott: Το παιχνίδι της αποπλάνησης

Το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι ο πόθος

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗΣ
(CRACKS, 2009)
Σενάριο: Μπεν Κουρτ, Καρολάιν Ιπ, Τζόρνταν Σκοτ
Σκηνοθεσία: Τζόρνταν Σκοτ


Σ’ ένα απομονωμένο οικοτροφείο της δεκαετίας του ‘30, στην ειδυλλιακή ορεινή ύπαιθρο ενός μικρού νησιού της Βρετανίας, η χαρισματική και εκκεντρική δεσποινίς Γκρίμπεν (Εύα Γκριν), ή δεσποινίς Τζι, όπως την αποκαλούν χαϊδευτικά οι μαθήτριές της, έχει αναλάβει μια επίλεκτη ομάδα κοριτσιών τα οποία προπονεί στις καταδύσεις στην κοντινή λίμνη. Η Πόπι (Ίμοτζεν Πουτς), η Λίλι (Έλι Ναν), η Ρόζι (Ζόι Κάρολ), η Φάζι (Κλέμι Νταγκντέιλ), η Λόρελ (Αντέλ Μακ Καν) και, κυρίως, η Ντάι (Τζούνο Τεμπλ), αρχηγός της ομάδας και αγαπημένη μαθήτρια της δεσποινίδας Τζι, έχουν έναν πολύ δυνατό συναισθηματικό δεσμό με την καθηγήτριά τους, την οποία λατρεύουν τυφλά, ενώ εκείνη φαίνεται ότι είναι σε θέση να τις χειραγωγεί με το γάντι, με προκάλυμμα την ποιητική ευφράδεια και την αιθέρια εμφάνισή της. Η δεσποινίς Τζι δεν εκπαιδεύει απλώς τα κορίτσια στις καταδύσεις, τους μιλάει για τη φιλοσοφία, τον έρωτα, τις εμπειρίες της ζωής. Μέσα στο περιορισμένο περιβάλλον που ζουν, η καθηγήτρια με το ελεύθερο πνεύμα και τις τολμηρές απόψεις είναι η μοναδική τους χαραμάδα προς τον έξω κόσμο (εδώ εντοπίζουμε και την πιο προφανή από τις πολλές ερμηνείες που έχει και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, που σημαίνει χαραμάδες, ρωγμές, ραγίσματα). Τις διδάσκει ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι ο πόθος κι ότι μέσω αυτού μπορούν να κατακτήσουν τον κόσμο. Οι καταδύσεις, τους λέει, είναι σαν το πέταγμα - ας σπάσουν λοιπόν τα δεσμά τους και ας αφήσουν μόνο τον αέρα να τις συγκρατεί.


Η ιδιότυπη αυτή σχέση εξάρτησης διαταράσσεται με την άφιξη της Φιάμα (Μαρία Βαλβέρδε), μιας κοπέλας από την Ισπανία, που πρόκειται να ενταχθεί στην ομάδα καταδύσεων και την οποία τα κορίτσια παίρνουν ρητή εντολή από την διευθύντρια να καλοδεχτούν. Η Φιάμα είναι αριστοκράτισσα, με μια ιδιαίτερη ομορφιά και εκλεπτυσμένους τρόπους. Παρ’ όλο που είναι πέρα για πέρα προσγειωμένη, καλοσυνάτη και προσιτή, τα κορίτσια την παίρνουν με στραβό μάτι από την πρώτη στιγμή. Στη συνάντηση ωστόσο της ομάδας για την προπόνηση στις όχθες της λίμνης, η Φιάμα αποδεικνύεται μεγάλο ταλέντο στις καταδύσεις καταφέρνοντας έτσι να εντυπωσιάσει τα κορίτσια, τα μικρότερα από τα οποία φτάνουν στο σημείο ακόμα και να την συμπαθήσουν.


Αμετακίνητη στην άποψή της, φαινομενικά τουλάχιστον, παραμένει η Ντάι, γιατί έχει έναν πολύ σοβαρό προσωπικό λόγο: με το ταλέντο και την ανεπιτήδευτη γοητεία της, η Φιάμα δεν εντυπωσίασε μόνο τα κορίτσια, αλλά και τη δεσποινίδα Τζι, η οποία αρχίζει να δείχνει όλο και μεγαλύτερη εύνοια στη νεοφερμένη κοπέλα. Παρ’ όλο που ουσιαστικά δεν αδικεί καμία από τις άλλες, η συναισθηματική μετατόπιση της αδυναμίας της στη Φιάμα έχει σαν αποτέλεσμα να νιώσει η Ντάι θιγμένη και παραγκωνισμένη, με την απλή αντιπάθεια που ένιωθε αρχικά για τη Φιάμα να δίνει τη θέση της προοδευτικά στο μίσος, πυροδοτώντας μια σειρά από γεγονότα με τραγική κατάληξη.


Σκηνοθετημένο αριστοτεχνικά από την Τζόρνταν Σκοτ (είναι η κόρη του Ρίντλεϊ Σκοτ στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο), το “Cracks” βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Σίλα Κόλερ, διατηρώντας το δυνατό κεντρικό θέμα και ευτυχώς αφαιρώντας διάφορα στοιχεία που το αποδυναμώνουν, όπως τις χρονικές μεταπηδήσεις που απουσιάζουν εντελώς από την ταινία (στο βιβλίο συναντάμε τις ηρωίδες ενήλικες πια, και η αφήγηση της ιστορίας γίνεται με τη μορφή των αναδρομών στο παρελθόν).


Ο βασικός χώρος δράσης, το οικοτροφείο, είναι ένα επιβλητικό κτίριο μέσα σε μια καταπράσινη εξοχή. Είναι ένα ίδρυμα που διοικείται με αυστηρότητα, κάτι που δεν είναι τόσο εμφανές στη γενικότερη εικόνα ή στις καθημερινές δραστηριότητες όπου φαίνεται να υπάρχει μια σχετική ελευθερία κινήσεων, όσο στις ψυχαναγκαστικές λεπτομέρειες. Πρέπει, ας πούμε, όλοι, από τις μαθήτριες μέχρι το προσωπικό, να έχουν μόνο πέντε αντικείμενα πάνω στα κομοδίνα τους. Τα κορίτσια που μένουν εκεί υποτίθεται πως έχουν έρθει για λίγο, όμως όλες τους με τον καιρό μένουν στα αζήτητα. Αποκαλύπτεται σιγά σιγά ότι είναι παιδιά ανεπιθύμητα για τον έναν ή τον άλλο λόγο, που οι οικογένειές τους τα παράτησαν εκεί και σύντομα ξέχασαν την ύπαρξή τους. Οι πιο τυχερές μπορεί και να λάβουν κανένα πακέτο με δώρα αραιά και πού, ενώ περιμένουν μάταια τους δικούς τους να έρθουν να τις πάρουν ή έστω να τις επισκεφθούν.


Το οικοτροφείο είναι ένα είδος καθαρτηρίου για τα κορίτσια – όπως και για τη δεσποινίδα Τζι της οποίας το αδιευκρίνιστο και μάλλον όχι και τόσο καθαρό παρελθόν φαίνεται πως είναι στενά συνδεδεμένο με αυτό το μέρος. Βρίσκονται εκεί σε μια κατάσταση επίπλαστης αρμονίας και αδράνειας, περιμένοντας κάτι που, ουσιαστικά, δεν ξέρουν καν τι είναι και που για τις περισσότερες μάλλον δεν πρόκειται να έρθει ποτέ. Σ’ αυτό το κλειστοφοβικό περιβάλλον, που ενισχύεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το οικοτροφείο βρίσκεται πάνω σε ένα νησί, άρα απομακρυσμένο από την βρετανική ενδοχώρα, άρα χωρίς άμεσες ευκαιρίες διαφυγής, η Ντάι έχει διεκδικήσει και αποκτήσει αδιαμφισβήτητη εξουσία, ούσα η αρχηγός της ομάδας καταδύσεων και η αγαπημένη μαθήτρια της δεσποινίδας Τζι. Στην πραγματικότητα ωστόσο είναι ένα κορίτσι εξαιρετικά ανασφαλές και ευαίσθητο, κάτι που κρύβει εντέχνως ακόμα και από τις πιο κοντινές της φίλες, και αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχει μάθει για να επιβάλλεται αλλά και να επιβιώνει.


Στο αντίθετο άκρο, η Φιάμα είναι ήρεμη και ισορροπημένη, ξεχωριστή χωρίς να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο. Ουσιαστικά είναι το πνεύμα της που την κάνει να διαφέρει, κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη συμπεριφορά της. Τα κορίτσια δεν μπορούν να το κατανοήσουν, όμως το αντιλαμβάνονται με το ένστικτο κι αυτό ασυναίσθητα γεννά μέσα τους τη ζήλια και την αντιπάθεια. Η δεσποινίς Τζι, από την άλλη, το κατανοεί απόλυτα και δεν αργεί να γοητευτεί από τη Φιάμα. Υπάρχουν αρκετές αναλογίες ανάμεσα στο “Cracks” και τον “Άρχοντα των Μυγών” του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ, με πιο κυρίαρχο το θέμα της στοχοποίησης και απομόνωσης του διαφορετικού ατόμου. Μόνο που στον “Άρχοντα των Μυγών” ο διαφορετικός ήταν ο παχουλός και ατσούμπαλος Πίγκι, τον οποίο χλεύαζαν τα άλλα παιδιά λόγω της αστείας, κατά τη γνώμη τους, όψης του, ενώ εδώ η όμορφη και χαρισματική Φιάμα γίνεται αντικείμενο ζήλιας και μίσους όχι τόσο λόγω της εμφάνισής της αλλά κυρίως λόγω της εσωτερικής της γοητείας που την κάνει να ξεχωρίζει και να κερδίζει τις εντυπώσεις.


Όμως έχει κι αυτή την αδυναμία της: υποφέρει από οξύ άσθμα, και είναι καταδικασμένη να πηγαίνει παντού με την εισπνευστική συσκευή κρεμασμένη στο λαιμό της. Ωστόσο ούτε κι αυτό είναι αρκετό για να της προσδώσει, στα μάτια των άλλων κοριτσιών, έστω και την παραμικρή υποψία “θνητότητας”. Εξακολουθούν να την βλέπουν σαν ένα πλάσμα ανώτερο απ’ αυτές, και γι’ αυτό επιδιώκουν συνεχώς να την ταπεινώνουν ή να την περιγελούν. Από την άλλη η Φιάμα φαίνεται να βρίσκει ευχαρίστηση σε μικρά πράγματα που για τις άλλες ήταν πάντα δεδομένα, αλλά που εκείνη είχε στερηθεί λόγω των απαιτήσεων που υπαγόρευε η κοινωνική της θέση: ένας πίνακας ή ένα βάζο με λουλούδια είναι αρκετά για να την κάνουν να χαμογελάσει. Αυτό δηλαδή που ουσιαστικά ξενίζει στη συμπεριφορά της Φιάμα είναι ότι δεν έχει καμία προσποίηση. Αν και ήταν ένα μικρό σκάνδαλο που την έφερε στο οικοτροφείο, είναι διάφανη σαν καθρέφτης και τα όποια μυστικά της δε φαίνεται να έχουν επηρεάσει στο ελάχιστο την καθαρότητα της ψυχής της. Και είναι η ίδια ένας καθρέφτης, μέσα στον οποίο οι άλλοι βλέπουν την αλήθεια για τον εαυτό τους, κάτι που δεν είναι πάντα και για όλους ευχάριστο.

Το όνομά της, άκρως συμβολικό, σημαίνει φλόγα, θέτοντάς την αυτόματα σε αντίθεση με το στοιχείο στο οποίο ξεδιπλώνει το ταλέντο της: το νερό. Η Φιάμα αγαπάει το νερό, ωστόσο βουτώντας στην παγωμένη λίμνη το άσθμα της χειροτερεύει, όπως σε αντιστοιχία η φλόγα σβήνει όταν έρθει σε επαφή με το νερό. Παρεμπιπτόντως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και η σημειολογία των ονομάτων γενικότερα: το όνομα της Ντάι ακούγεται ακριβώς όπως το ρήμα die (πεθαίνω). Τα άλλα κορίτσια λέγονται Ρόζι (τριαντάφυλλο), Πόπι (παπαρούνα), Λόρελ (δάφνη), Λίλι (κρίνο) – ονόματα λουλουδιών και φυτών. Το κανονικό όνομα της Φάζι είναι Περσεφόνη, που κι αυτό σχετίζεται με τα λουλούδια αφού η συνονόματή της ηρωίδα της ελληνικής μυθολογίας απήχθη από τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου ενώ μάζευε λουλούδια και στη συνέχεια καθιερώθηκε ως θεά της Άνοιξης, μεταξύ άλλων.


Ο ερχομός της Φιάμα στο οικοτροφείο γίνεται η αφορμή για ν’ αρχίσει να ραγίζει και η αψεγάδιαστη εικόνα που είχαν τα κορίτσια για την δεσποινίδα Τζι (άλλη μία από τις ερμηνείες που έχει ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας): οι εξωτικές περιπέτειες που τους εξιστορούσε σαν εμπειρίες της ζωής της αποδεικνύεται ότι ήταν αποσπάσματα από βιβλία που είχε μάθει απ’ έξω, ενώ δεν είχε ποτέ σκοπό να στείλει την καταδυτική ομάδα της να αγωνιστεί απέναντι σε άλλες. Ζει τη δική της προσωπική απελευθέρωση μέσα από τα μαθήματα των καταδύσεων, ωστόσο παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στα στενά όρια του οικοτροφείου εξαιτίας της δειλίας και της αγοραφοβίας της, ενώ η επαναστατική της διάθεση εξαντλείται στο να πηγαίνει κρυφά τα κορίτσια για νυχτερινό κολύμπι. Όταν μπαίνει στο προσκήνιο η Φιάμα, η εμμονή που η δεσποινίς Τζι αποκτά μαζί της ξυπνάει μέσα της συναισθήματα που αδυνατεί να διαχειριστεί και την οδηγεί στο να χάσει τον έλεγχο του εαυτού της, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Φτάνει στο σημείο να διαβάλλει το κορίτσι, για να κατευθύνει τις εξελίξεις όπως την εξυπηρετεί καλύτερα. Στο ολέθριο αυτό σχέδιο εμπλέκει και την Ντάι, η οποία, αφοσιωμένη απόλυτα στην καθηγήτριά της, ούτε κατά διάνοια δεν την αμφισβητεί – κι όταν η αλήθεια λάμψει μπροστά της, δυστυχώς θα είναι πια πολύ αργά.

Το “Cracks” είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ κατά βάση, αψεγάδιαστο τόσο αισθητικά όσο και τεχνικά, ιδιαίτερα φορτισμένο συναισθηματικά από την αρχή μέχρι το τέλος, με μια εμβυθιστική ατμόσφαιρα την οποία υποστηρίζουν στο έπακρο οι τρεις βασικές πρωταγωνίστριες (Έβα Γκριν, Τζούνο Τεμπλ, Μαρία Βαλβέρδε) με τις τόσο διαφορετικές αλλά απόλυτα εναρμονισμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις τους, σε εξαιρετικό συντονισμό μεταξύ τους. Τα κοντινά κάδρα τους είναι σαν ζωντανοί πίνακες, από όπου περνούν δεκάδες αποχρώσεις συναισθημάτων. Οι ηρωίδες δεν θα μπορούσαν να βρουν τελειότερες ενσαρκώσεις, ιδίως όσον αφορά τη Τζούνο Τεμπλ, κόρη του Άγγλου σκηνοθέτη Τζούλιεν Τεμπλ, που γίνεται η Ντάι με μια ανατριχιαστική ακρίβεια, αλλά και την Έβα Γκριν που όσο πανέμορφη είναι, άλλο τόσο τρομακτική φαίνεται καθώς η δεσποινίς Τζι φλερτάρει συνεχώς και όλο και περισσότερο με την παράνοια. Κανένα πλάνο δεν πάει χαμένο, οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη σαν κομμάτια ενός λεπτοδουλεμένου κεντήματος. Οι εξωτερικές λήψεις είναι ονειρικές αλλά έχουν μονίμως έναν δυσοίωνο αέρα, προμηνύοντας με μια διακριτική επιμονή τις επερχόμενες δραματικές εξελίξεις.


Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να αδικήσω το βιβλίο, αλλά και σε σχέση με όσα ανέφερα γι’ αυτό παραπάνω, η ταινία είναι κατά πολύ ανώτερη, σε βαθμό μάλιστα που να μπορεί να σταθεί εντελώς αυτόνομα σαν πρωτότυπο έργο. Εννοείται φυσικά ότι ένα καλό αποτέλεσμα βασίζεται σε μια καλή πρώτη ύλη (υπάρχουν στο βιβλίο σκηνές μεγάλης δυναμικής, συμπεριλαμβανομένης και κάποιας που έχει αποδοθεί διαφορετικά στην ταινία και που δεν αναφέρω σ’ αυτό το άρθρο γιατί είναι από τις πιο κρίσιμες όσον αφορά τις ανατροπές της ιστορίας), ωστόσο αυτό που έκανε η Τζόρνταν Σκοτ με τη συγκεκριμένη κινηματογραφική διασκευή, και με τη συνδρομή φυσικά των σεναριογράφων της, είναι ότι εντόπισε και συγκέντρωσε τα πιο δυνατά, τα πιο σκοτεινά, τα πιο ουσιαστικά και περίπλοκα στοιχεία του βιβλίου και πάνω σ’ αυτά έστησε το έργο της με υψηλή καλλιτεχνική άποψη, χωρίς καμία επιτήδευση. Οι ηρωίδες απέκτησαν νέα υπόσταση μέσα από την αναζωογονητική οπτική της, κυρίως επειδή αποδεσμεύτηκαν εντελώς από τον ενήλικο εαυτό τους που βλέπουμε στο βιβλίο, ενώ ακριβώς χάρις σ’ αυτήν την αποδέσμευση το τελευταίο μέρος μένει πιο ελεύθερο, πιο ανοιχτό σε πιθανές εξελίξεις, αλλά και πολύ πιο δυνατό και συγκλονιστικό από μόνο του σαν κατάληξη.


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Αύγουστο του 2019
https://www.fractalart.gr/cracks/

17 July 2019

Dominique Rocher: Το βράδυ που έφαγε τον κόσμο

Στο Παρίσι των Ζωντανών Νεκρών

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΕΦΑΓΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
(THE NIGHT EATS THE WORLD / LA NUIT A DÉVORÉ LE MONDE, 2018)
Σενάριο: Ζερεμί Γκε, Γκιγιόμ Λεμάν, Ντομινίκ Ροσέ (από το ομώνυμο βιβλίο του Μαρτέν Παζ)
Σκηνοθεσία: Ντομινίκ Ροσέ


Σε κάποια γειτονιά του Παρισιού, ο Σαμ, νεαρός μουσικός, πηγαίνει στο διαμέρισμα της Φάνι, της πρώην κοπέλας του, για να πάρει κάποια πράγματα που είχε αφήσει εκεί από τον καιρό που οι δυο τους ήταν ακόμα μαζί. Εκείνο το βράδυ η Φάνι τυχαίνει να κάνει στο σπίτι της πάρτι με πάρα πολύ κόσμο και ο Σαμ, που δεν ξέρει κανέναν από τους καλεσμένους και θέλει απλώς να πάρει τα πράγματά του και να φύγει, αναγκάζεται να αποσυρθεί σ’ ένα απομονωμένο γραφείο του διαμερίσματος, μέχρι να αρχίσει να αραιώνει ο κόσμος για να μπορέσει να φύγει. Κλειδώνει την πόρτα του δωματίου για να μην τον ενοχλήσει κανείς, και όπως κάθεται μόνος του στο μισοσκόταδο, τον παίρνει ο ύπνος. Ξυπνάει αρκετές ώρες αργότερα για να διαπιστώσει πως στο σπίτι επικρατεί τώρα μια ύποπτη ησυχία. Βγαίνοντας από την κρυψώνα του, αντικρίζει μέσα στο διαμέρισμα ένα βομβαρδισμένο τοπίο: αναποδογυρισμένα έπιπλα, σπασμένα πράγματα και τζάμια, αίματα στους τοίχους και τα πατώματα. Πιστεύοντας πως κάποιος μανιακός επιτέθηκε στους καλεσμένους του πάρτι, αρπάζει το πρώτο πράγμα που βρίσκει μπροστά του και θα μπορούσε να χρησιμέψει για όπλο άμυνας (ένα τασάκι!) και κατευθύνεται προς την έξοδο. Αυτό ωστόσο που αντικρίζει στο διάδρομο της πολυκατοικίας είναι κάτι που δεν περίμενε ποτέ να δει: η Φάνι και κάποιοι από τους καλεσμένους της έχουν γίνει ζόμπι και μόλις αντιλαμβάνονται τον Σαμ, τρέχουν προς το μέρος του για να του επιτεθούν. Τρομοκρατημένος ο Σαμ ξαναγυρίζει στο διασμέρισμα της Φάνι και κλειδαμπαρώνεται μέσα. Ρίχοντας ματιές από τα παράθυρα του σπιτιού, διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι της πόλης έχουν όλοι γίνει ζόμπι και περιφέρονται στους δρόμους όπου πλέον επικρατεί το χάος και η καταστροφή.


Διαπιστώνοντας γρήγορα ότι είναι πιο ασφαλής μέσα στο κτίριο όπου έχει παγιδευτεί, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να διατηρήσει την ασφάλεια μέσα σ’ αυτό το, έστω και προσωρινό, καταφύγιο. Αρχίζει να περιπλανιέται στην πολυκατοικία, μαζεύοντας προμήθειες και όπλα από τα εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα και εγκαθίσταται στο σπίτι του Άλφρεντ, ενός γιατρού, ο οποίος επίσης έχει γίνει ζόμπι και βρίσκεται παγιδευμένος μέσα στο σταματημένο ασανσέρ. Ο Σαμ φυλακίζει τον Άλφρεντ εκεί μέσα και, καθώς περνάει ο καιρός, αναπτύσσει έναν ιδιότυπο κώδικα επικοινωνίας μαζί του καθώς ο Άλφρεντ φαίνεται να διατηρείται σε μια σχετικά ήρεμη κατάσταση, προφανώς λόγω της απομόνωσής του – σε αντίθεση με τις ομάδες των ζόμπι έξω στο δρόμο, που η μαζική συνύπαρξή τους τα θέτει αναπόφευκτα σε μια φάση ανεξέλεγκτης αγέλης. Ένα βράδυ εμφανίζεται με επεισοδιακό τρόπο στην πολυκατοικία μια κοπέλα, η Σάρα, η οποία έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να επιβιώσει περνώντας από ταράτσα σε ταράτσα χάρις στον ορειβατικό εξοπλισμό που κουβαλάει μαζί της. Η εμφάνιση της Σάρα σηματοδοτεί και μια μεγάλη, σχεδόν σοκαριστική, ανατροπή που αλλάζει τα πάντα.


Ξεφεύγοντας από το πνεύμα των αμερικανικών ταινιών και σειρών με ζόμπι, όπου οι ήρωες παίρνουν τα όπλα και αντιμετωπίζουν τους νεκροζώντανους εχθρούς κατά πρόσωπο, η γαλλική παραγωγή “To Βράδυ Που Έφαγε Τον Κόσμο” παρουσιάζει μια διαφορετική πτυχή μιας μετα-αποκάλυψης, όπου ωστόσο ο καθένας από μας είναι πολύ πιο εύκολο να ταυτιστεί με τον ήρωα: ο Σαμ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος που δεν έχει σχέση με τα όπλα και προφανώς δεν είχε ποτέ μέχρι τότε έρθει στη δυσάρεστη θέση να χρειαστεί να επιστρατεύσει μια ακραία επιθετική συμπεριφορά. Επιπλέον είναι καλλιτέχνης, άρα ευαίσθητη ψυχή, με φιλειρηνικές διαθέσεις. Μόλις συνειδητοποιεί τι συμβαίνει γύρω του, ψάχνει να βρει τρόπους για να επιβιώσει. Αυτή είναι η βασική του μέριμνα και ελάχιστα τον απασχολεί, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, τι μπορεί να προκάλεσε αυτή την κατάσταση. Μας έχουν συνηθίσει οι γαλλικές ταινίες στις ατέλειωτες σιωπές και τα πλάνα χωρίς δράση, ωστόσο εδώ η σιωπή είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και αναγκαία: ο παραμικρός ήχος μπορεί να προσελκύσει τα ζόμπι προς το καταφύγιο του ήρωα, απειλώντας, ίσως και μοιραία, την έτσι κι αλλιώς επισφαλή ασφάλειά του. Όσον αφορά τη δράση, γίνεται αθόρυβα σχεδόν – εκτός από τις φάσεις εκείνες όπου ο Σαμ, μην αντέχοντας άλλο την έλλειψη επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους, παίζει όσο πιο δυνατά μπορεί με τα ντραμς που βρίσκει σε κάποιο δωμάτιο του διαμερίσματος του γιατρού (προφανώς ανήκαν σε κάποιο παιδί του Άλφρεντ). Ο ιδιαίτερα δυνατός αυτός συνεχόμενος ήχος κάνει τα ζόμπι να τρέξουν προς την πολυκατοικία και να μαζευτούν απ’ έξω χτυπώντας τους τοίχους και επιχειρώντας να σκαρφαλώσουν στα μπαλκόνια, από τη μια δίνοντας στον Σαμ την ψευδαίσθηση ότι έχει γύρω του ανθρώπους, από την άλλη κάνοντάς τον να σκέφτεται ότι ίσως η ηθελημένη παράδοσή του στα ζόμπι θα ήταν προτιμότερη από τις συνθήκες αυτοφυλάκισης όπου ζει.


Λιγότερο οι κλασικές ταινίες με ζόμπι και περισσότερο η πρωτοποριακή νουβέλα του Ρίτσαρντ Μάθεσον “I am Legend” (1954) φαίνεται να ήταν κυρίως η επιρροή για τον Μαρτέν Παζ, τον συγγραφέα στο ομώνυμο βιβλίο του οποίου βασίστηκε το “Βράδυ Που Έφαγε Τον Κόσμο” του Ντομινίκ Ροσέ. Όπως ο Ρόμπερτ Νέβιλ, ο ήρωας του Μάθεσον, μένει μόνος του ως η τελευταία ανθρώπινη ύπαρξη σ’ έναν κόσμο που έχει καταληφθεί από βρικόλακες και προσπαθεί να επιβιώσει, παραμένοντας κλεισμένος στο σπίτι του τη νύχτα, όταν οι αιμοδιψείς εχθροί του ξυπνούν και περιφέρονται στην πόλη, και τριγυρίζοντας στους έρημους δρόμους την ημέρα αναζητώντας εφόδια και τρόφιμα και σκοτώνοντας όσους βρικόλακες τύχει να συναντήσει, καθώς είναι αδρανοποιημένοι στο φως της μέρας, κάπως έτσι και ο Σαμ βρίσκεται αντιμέτωπος με ορδές από ζόμπι και η μόνη του επιλογή είναι να μείνει ταμπουρωμένος στο καταφύγιό του. Ο Σαμ δεν μπορεί καν να ξεμυτίσει από το κτίριο, και η μόνη φορά που το τολμάει είναι όταν βλέπει μια γάτα να γυρίζει έξω στο δρόμο. Κάτι που επίσης παραπέμπει στη νουβέλα του Μάθεσον, καθώς κι εκεί ο ήρωας εντόπισε μια μέρα έναν σκύλο και προσπάθησε να τον φέρει κοντά του. Έτσι και ο Σαμ, απελπισμένος για μια ζωντανή παρουσία δίπλα του, παίρνει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο βγαίνοντας έξω στο δρόμο για βρει τη γάτα. Καταλήγει ωστόσο και πάλι να γυρίσει στην πολυκατοικία τρέχοντας μέσα στον πανικό, με τα ζόμπι σε απόσταση αναπνοής πίσω του.


Αν και το διαλογικό κομμάτι είναι εύλογα και δικαιολογημένα περιορισμένο, η φαινομενικά συγκρατημένη αλλά γεμάτη εσωτερική ένταση ερμηνεία του Νορβηγού ηθοποιού Άντερς Ντάνιελσεν Λίε στον ρόλο του Σαμ γεμίζει τις σιωπηλές σκηνές και τονίζει ακόμα περισσότερο την τραγικότητα της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο ήρωας. Στον ρόλο του Άλφρεντ, του ζόμπι που δείχνει να εξανθρωπίζεται ως ένα βαθμό χάρη στην συναναστροφή του με τον Σαμ, βλέπουμε τον Ντενί Λαβάν, τον αλλόκοτο κύριο Όσκαρ από το “Holy Motors” του Λεός Καράξ και στον σύντομο ρόλο – κλειδί της Σάρα την Ιρανή ηθοποιό Γκολσιφτέ Φαραχανί, ωστόσο η ταινία δικαιωματικά ανήκει στον πρωταγωνιστή της, ο οποίος ξεδιπλώνει καλοζυγισμένα όλα τα συναισθήματα και τις διαθέσεις που εναλλάσσονται στον χαρακτήρα του με το πέρασμα των ημερών: πανικός, απελπισία, τρόμος, παραίτηση, οργή, ελάχιστα διαλείμματα με μια υποψία αισιοδοξίας, και πάλι από την αρχή.


Το τέχνασμα με τον ήρωα που ξυπνάει μέσα σε μια μετα-αποκάλυψη όπου ο κόσμος έχει κυριευθεί από ζόμπι το έχουμε δει κι άλλες φορές στο παρελθόν – το είδαμε στο “28 Μέρες Αργότερα” του Ντάνι Μπόιλ, στο “Ξύπνημα των Νεκρών” του Ζακ Σνάιντερ, το είδαμε και στη σειρά “The Walking Dead”, μάλιστα σε μια από τις ωραιότερες εναρκτήριες σεκάνς. Αυτό το τέχνασμα έχουμε κι εδώ, και είναι ένας απλός μεν αλλά ιδιαίτερα έξυπνος τρόπος για να τονιστεί η αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει κάτι που ξεφεύγει δραματικά από την καθημερινότητά του. Αν αναλογιστούμε, για παράδειγμα, τις διάφορες παγκόσμιες επιδημίες που εμφανίζονται κατά καιρούς, κανείς ποτέ δεν ξέρει με βεβαιότητα πώς ακριβώς προέκυψαν – ακόμα κι αν εντοπιστεί ο λεγόμενος “ασθενής μηδέν”, ο πρώτος δηλαδή που βρέθηκε να έχει μολυνθεί με τον εκάστοτε ιό, δεν γίνεται ποτέ γνωστό πώς γεννήθηκαν οι ασθένειες αυτές και πώς εισχώρησαν στις κοινωνίες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο κάθε άνθρωπος δυνητικά μπορεί να υπάρξει θύμα, και έχει να κάνει με έναν εχθρό που είναι αόρατος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ταινίες με ζόμπι, από μια πλευρά (γιατί αν καθίσει κανείς να τις αναλύσει, τουλάχιστον τις πιο ψαγμένες από αυτές, μπορεί να βρει πάρα πολλούς συμβολισμούς, αλληγορίες και παραλληλισμούς με τη σύγχρονη πραγματικότητα) κατά κάποιον τρόπο προσωποποιούν αυτόν τον αόρατο εχθρό και τον τρόμο του ανθρώπου μπροστά σε έναν κίνδυνο που μπορεί πάρα πολύ εύκολα να του αφαιρέσει τη ζωή ή, ακόμα χειρότερα, να μετατρέψει και τον ίδιο σε τέρας – είτε επειδή μπορεί να γίνει ζόμπι, είτε επειδή στον αγώνα για επιβίωση αναπόφευκτα θα έρθουν στην επιφάνεια τα πιο πρωτόγονα και επικίνδυνα ένστικτά του.

Το “Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο” είναι μια ιδιότυπη ταινία τρόμου που δεν πρέπει να τη δει κανείς επιφανειακά. Έχουμε δει πολλές μετα-αποκαλυπτικές ταινίες δράσης τα τελευταία χρόνια, αλλά όσο κι αν μας αρέσουν και όσο συναρπαστικές και αν είναι, έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν έχουμε να κάνουμε με εναλλακτικές, τρόπον τινά, εκδοχές αυτού του είδους. Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτές προέρχονται από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο – ένα επιπλέον στοιχείο που κάνει τις συγκεκριμένες ταινίες, με τις όποιες τυχόν ατέλειές τους, ακόμα πιο ενδιαφέρουσες και σαν θέαμα αλλά και σαν αυτόνομα καλλιτεχνικά έργα.


Η αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή έχει παράδοση σε ταινίες καταστροφής με μετα-αποκαλυπτική θεματολογία, και μας έχει δώσει αξέχαστα έργα, ωστόσο ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος είναι λογικό να το βλέπει το θέμα λίγο διαφορετικά, και λόγω καταβολών του είδους αλλά και λόγω της ανθρωπογεωγραφίας και του ιστορικού παρελθόντος της Γηραιάς Ηπείρου. Στην ταινία του, ο Ντομινίκ Ροσέ επιτυγχάνει μια υποβλητική ατμόσφαιρα μελαγχολίας στις εξωτερικές λήψεις, που συμπληρώνει ιδανικά το κλειστοφοβικό κλίμα που επικρατεί στις σκηνές μέσα σε κλειστούς χώρους. Ο μουντός ουρανός του Παρισιού, με τα εμβληματικά μνημεία να υπενθυμίζουν την παρουσία τους ακόμα και μέσα σε μια τέτοια καταστροφή, οι ρημαγμένοι δρόμοι με τα κτίρια υπό διάλυση γύρω τους, τα ζόμπι που περιφέρονται με αργούς ρυθμούς στην πόλη, έτοιμα ωστόσο να κατασπαράξουν κάθε ζωντανή ύπαρξη, και από την άλλη το καταφύγιο του Σαμ που όχι μόνο καταρρέει σιγά – σιγά αλλά όλα δείχνουν ότι με κάθε μέρα που περνάει γίνεται όλο και λιγότερο ασφαλές – ένα εφιαλτικό σκηνικό όπου ο ήρωας προσπαθεί – αλλά φυσικά είναι αδύνατο – να προσαρμοστεί στις νέες, πρωτόγνωρες συνθήκες, και το οποίο ελάχιστες εξόδους διαφυγής έχει να προσφέρει, κι αυτές πάλι με σχεδόν μηδαμινές πιθανότητες σωτηρίας. Το τέλος φαίνεται ξεκάθαρο, αφήνει ωστόσο περιθώρια και για διαφορετικές ερμηνείες, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του κάποια συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν προηγηθεί.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Ιούλιο του 2019
https://www.fractalart.gr/the-night-eats-the-world/

10 April 2019

Dario Argento: Opera

Μην κλείσεις τα μάτια!

ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΠΕΡΑ
(OPERA, 1987)
Σενάριο & σκηνοθεσία: Ντάριο Αρτζέντο


Η Μπέτι (Κριστίνα Μαρσιγιάχ), ανερχόμενη τραγουδίστρια της όπερας, έχει την ευκαιρία της ζωής της όταν καλείται να αναλάβει τον ρόλο της Λαίδης Μάκβεθ, αντικαθιστώντας τη Μάρα, την αλαζονική ντίβα συνάδελφό της η οποία τραυματίστηκε ενώ έφευγε σε έξαλλη κατάσταση από το θέατρο μετά από έντονη λογομαχία με τον σκηνοθέτη της παράστασης όπου θα πρωταγωνιστούσε. Ο Μάρκο (Ίαν Τσάρλσον), σκηνοθέτης του κινηματογράφου, έχει αναλάβει την παρουσίαση της όπερας Μάκβεθ του Βέρντι σε μία μοντέρνα, αβανγκάρντ εκδοχή που περιλαμβάνει μέχρι και κοράκια που πετάνε ελεύθερα πάνω στη σκηνή. Φοβισμένη αρχικά τόσο εξαιτίας της βαρύτητας του ρόλου αλλά και επειδή  το συγκεκριμένο έργο έχει τη φήμη ότι φέρνει κακή τύχη, η Μπέτι πανικοβάλλεται και σκέφτεται να αρνηθεί, όμως ο Μάρκο, που πιστεύει στο ταλέντο της, και η Μίρα (Ντάρια Νικολόντι), η ατζέντισσα και φίλη της, καταφέρνουν τελικά να την πείσουν. Η εμφάνιση της Μπέτι σημειώνει τεράστια επιτυχία, ωστόσο η κοπέλα έχει ήδη γίνει στόχος ενός μυστηριώδους μανιακού διώκτη με μαύρη κουκούλα, που εισβάλλει στο θέατρο κατά τη διάρκεια της πρεμιέρας και προκαλεί, χωρίς να το έχει σκοπό ακριβώς, μια μεγάλη αναστάτωση σκοτώνοντας έναν μηχανικό σκηνής που έτυχε να τον δει. Εξαιτίας αυτής της δολοφονίας, ο αστυνομικός επιθεωρητής Άλαν Σαντίνι (Ουμπέρτο Μπαρμπερίνι) αναλαμβάνει να ερευνήσει την υπόθεση, παρ’ όλα αυτά ο μανιακός καταφέρνει να εισβάλει στη συνέχεια και στη ζωή της Μπέτι, αιφνιδιάζοντάς την σε ανύποπτες στιγμές.

Η μέθοδος των επιθέσεών του είναι ιδιαίτερα σαδιστική αλλά και ασυνήθιστη: δένει τη Μπέτι ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει και κολλάει με ταινία κάτω από τα μάτια της βελόνες ραψίματος. Αν η Μπέτι επιχειρήσει να κλείσει τα μάτια της, οι βελόνες θα τα διαλύσουν, έτσι είναι αναγκασμένη να τα κρατάει ανοιχτά όσο ο διώκτης της δολοφονεί με ιδιαίτερα άγριο τρόπο ανθρώπους μπροστά της. Οι επιλογές των θυμάτων του φαίνονται τυχαίες, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πλάνο δράσης. Αρχικά σκοτώνει τον Στέφανο (Γουίλιαμ ΜακΝαμάρα), διευθυντή σκηνής της παράστασης και παρ’ ολίγον ερωτικό παρτενέρ της Μπέτι, και στη συνέχεια τη Τζούλια (Κοραλίνα Κατάλντι – Τασόνι), υπεύθυνη του βεστιαρίου, που βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή και πλήρωσε με τη ζωή της μια πράξη απίστευτης γενναιότητας. Αυτό που δείχνει να τον ενδιαφέρει κυρίως είναι η αντίδραση της Μπέτι ενώ παρακολουθεί τις φρικιαστικές δολοφονίες με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια.


Η πρωτοποριακή, φαντασμαγορική Όπερα του Ντάριο Αρτζέντο (ο ελληνικός τίτλος ήταν Τρόμος στην Όπερα), που πολλοί θεωρούν το τελευταίο αριστουργηματικό έργο του, δεν θα μπορούσε να είναι μια συμβατική ταινία τρόμου. Γεννημένος στη Ρώμη το 1940, ο Ντάριο Αρτζέντο ήταν αρχικά κριτικός κινηματογράφου, και στη συνέχεια ξεκίνησε να γράφει σενάρια. Ήταν, μαζί με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ένας από τους σεναριογράφους του Κάποτε στη Δύση του Σέρτζιο Λεόνε. Η πρώτη δική του ταινία ήταν το Πουλί με τα Κρυστάλλινα Φτερά (1970), μια καθαρόαιμη αστυνομική ιστορία μυστηρίου με στοιχεία giallo, είδους θρίλερ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με το ψυχολογικό θρίλερ και το μεταφυσικό στοιχείο και δίνει έμφαση στις ιδιαίτερα έντονες αιματηρές σκηνές. Η λέξη σημαίνει στην κυριολεξία “κίτρινο” στα ιταλικά και σαν καλλιτεχνικός όρος πρωτοεμφανίστηκε τον 20ό αιώνα για να περιγράψει, αρχικά, βιβλία (και στη συνέχεια και ταινίες) με παρόμοια θεματολογία που τα εξώφυλλά τους είχαν κίτρινο χρώμα. Μετέπειτα ο Αρτζέντο έστρεψε το ενδιαφέρον του κυρίως στη δημιουργία ταινιών τρόμου και σύντομα έγινε ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος του giallo. Συνεργάστηκε επίσης με τον Τζορτζ Α. Ρομέρο για την ταινία του Dawn of the Dead (Ζόμπι, το ξύπνημα των νεκρών). Τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80 γύρισε μια σειρά από αξεπέραστες ταινίες – Suspiria, Φαινόμενα, Inferno (Οι Τρεις Πύλες της Κολάσεως), Η Γάτα με τις Εννιά Ουρές, Βαθύ Κόκκινο, Tenebre (Ο Παρανοϊκός Δολοφόνος) – μοναδικές για την αισθητική τους, την υποβλητική ατμόσφαιρα, την έμφαση στα χρώματα και τα σκηνικά, την χρήση μουσικής hard rock και heavy metal σαν σάουντρακ για τις φρικιαστικές σκηνές, και την σύλληψη χαρακτήρων, τόσω καλών όσο και κακών, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.


Μπορεί η Όπερα να θυμίζει το Φάντασμα της Όπερας λόγω του χώρου δράσης, μπορεί να έχει στοιχεία, εικόνες, ατάκες που να είναι αναφορές στο κλασικό έργο του Γκαστόν Λερού, ωστόσο οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Από το πρώτο κιόλας πλάνο, που δείχνει το άδειο θέατρο να καθρεφτίζεται μέσα στο μάτι ενός κορακιού, ο δαιμόνιος Αρτζέντο καθιστά σαφές ότι η ιστορία που θα δούμε έχει πολλά και διαφορετικά επίπεδα και εξίσου πολλές και διαφορετικές οπτικές. Καθώς η Μάρα, της οποίας το πρόσωπο δεν βλέπουμε ποτέ, κάνει την τελευταία της πρόβα, τα κρωξίματα των κορακιών συνοδεύουν την άριά της σε μια αρμονική παραφωνία, όχι απλώς οριοθετώντας το πλαίσιο της δράσης αλλά και προειδοποιώντας για τον επερχόμενο κίνδυνο. Στην επόμενη σκηνή, η ντίβα βγαίνει έξαλλη από το θέατρο και την χτυπάει ένα αυτοκίνητο, ενώ ένας άγνωστος τηλεφωνεί στη Μπέτι και την ενημερώνει ότι ο ρόλος της Λαίδης Μάκβεθ είναι δικός της. Όλα συμβαίνουν με μεγάλη ταχύτητα, τόσο γρήγορα και αναπάντεχα ώστε η Μπέτι να μην μπορεί να τα διαχειριστεί. Είναι προφανές ότι ο διώκτης της βιάζεται, θέλει όσο πιο σύντομα γίνεται να δηλώσει στην Μπέτι την παρουσία του. Η κίνηση της κάμερας του Αρτζέντο μας υπενθυμίζει ότι η βασική οπτική της ταινίας είναι μέσα από τα μάτια του δολοφόνου, όχι μέσα από τα μάτια της Μπέτι. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για το πώς μπορούμε να ερμηνεύουμε τις παραισθησιακές εικόνες που παρεμβάλλονται αναπάντεχα και που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρο ποιος από τους δύο χαρακτήρες – η Μπέτι ή ο διώκτης της – τις φέρνει στο μυαλό του.


Η Μπέτι μοιάζει σαν ένας συνδυασμός δύο ηρωίδων από παλιότερες ταινίες του Αρτζέντο, της Σούζι από το Suspiria και της Τζένιφερ από τα Φαινόμενα: καλλιτέχνις σαν τη Σούζι και αλαφροϊσκιωτη σαν την Τζένιφερ. Είναι αγνή, μοναχική, οριακά ιδόρρυθμη αλλά αξιαγάπητη. Κρατάει αποστάσεις από όλους, ακόμα και από εμάς, τους θεατές. Οι μόνοι άνθρωποι που είναι κοντά της είναι ο Μάρκο και η Μίρα. Ζει σε ένα παλιό κτίριο, κάτι που έχει μια ιδιαίτερα δυνατή συμβολική σημασία για τη Μπέτι: είναι εγκλωβισμένη στο παρελθόν εξαιτίας των βασανιστικών αναμνήσεων που έχουν μπερδευτεί με τα όνειρά της και δεν ξέρει πια πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο. Όπως στα περισσότερα έργα του Αρτζέντο, έτσι κι εδώ τόσο οι χώροι δράσης όσο και η εικονοπλασία είναι μελετημένα με μαθηματική ακρίβεια. Η είσοδος της πολυκατοικίας της Μπέτι, οι σειρές από θεωρεία στο θέατρο, οι ενδείξεις της έντασης του ήχου στο στερεοφωνικό, οι γρίλιες του αγωγού εξαερισμού, η σκάλα που οδηγεί στην αποθήκη του θεάτρου, θυμίζουν σαν εικόνα τις βελόνες που κολλάει ο δολοφόνος κάτω από τα μάτια της Μπέτι.

Τα μάτια σε διάφορες εκδοχές – τα μάτια των κορακιών, που με το άγρυπνο βλέμμα τους παρακολουθούν τα πάντα, που έχουν δυνατό μνημονικό και εκδικούνται, τα μάτια του δολοφόνου που φαίνοναι μέσα από τη μαύρη κουκούλα, τα μάτια της Μπέτι πίσω από τις βελόνες, τα ‘ματάκια’ στις πόρτες – αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, που κλείνει το μάτι στο Peeping Tom (Ο Ηδονοβλεψίας) του Μάικλ Πάουελ και θέτει την αίσθηση της όρασης σε πρώτο πλάνο. Ο δολοφόνος αναγκάζει τη Μπέτι να γίνει μια ιδιότυπη ηδονοβλεψίας, θεωρώντας ο ίδιος ότι αυτό που βλέπει πρέπει να την ευχαριστεί. Δένοντάς την και κολλώντας τις βελόνες κάτω από τα μάτια της, τη βάζει σε μια θέση αδράνειας, εξαναγκάζοντάς την σε μια παθητική συμπεριφορά που είναι ασύμβατη με την δική της ψυχοσύνθεση. Θέλει να πείθει κάθε φορά τον εαυτό του ότι η Μπέτι απολαμβάνει να τον βλέπει να κάνει τις δολοφονίες. Δικαιώνει έτσι τον εαυτό του, μπαίνοντας στη θέση του θύματος. Και είναι όντως θύμα, αλλά όχι ακριβώς όπως το αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Καθώς τίποτα στα έργα του Αρτζέντο δεν είναι τυχαίο, έτσι κι εδώ η επιλογή του “Μάκβεθ” είναι εσκεμμένη. Η αδίστακτη Λαίδη Μάκβεθ ώθησε τον άντρα της σε ακραίες πράξεις, όπως και ο διώκτης της Μπέτι και επίδοξος εραστής ή δολοφόνος της (επίτηδες δεν διασαφηνίζεται ο σκοπός του, καθώς είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε ψυχολογική, συναισθηματική και πνευματική σύγχυση) είχε εγκλωβιστεί στο παρελθόν, σε πολύ νεαρή ηλικία, σε μια αρρωστημένη σχέση που τον ωθούσε σε σαδιστικές ενέργειες, αλλοτριώνοντάς τον.


Καθόλου τυχαία δεν είναι και η επιλογή των ονομάτων – είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Αρτζέντο έχει αδυναμία στους γρίφους. Τέσσερα πρόσωπα της ιστορίας που με τον δικό τους τρόπο επηρεάζουν τη ζωή και την καριέρα της Μπέτι έχουν ονόματα που ακούγονται σαν παραλλαγές στο ίδιο θέμα: Μίρα, Μάρκο, Μάρα, Μάριον. Το ηχητικό παιχνίδι των ονομάτων θυμίζει τα αντίστοιχα του Σέξπιρ: φτάνει να θυμηθούμε την Ολίβια και τη Βιόλα από τη Δωδέκατη Νύχτα, ή τον Μαλβόλιο και τον Μπενβόλιο, από τη Δωδέκατη Νύχτα και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, αντίστοιχα. Κάποια από τα ονόματα αυτά παραπέμπουν στον Χίτσκοκ: Μάριον λέγεται η ηρωίδα του Ψυχώ, Μαρκ είναι το όνομα του συμπρωταγωνιστή της Μάρνι. Μαρκ επίσης λέγεται και ο ήρωας του Peeping Tom. Από την άλλη, το όνομα της Μπέτι, ως υποκοριστικό του ονόματος Ελιζαμπέτα / Ελίζαμπεθ / Ελισάβετ θα μπορούσε να αντιστοιχεί στην Ελισάβετ Μπάθορι, την αιμοβόρα Ουγγαρέζα αριστοκράτισσα που αιχμαλώτιζε και βασάνιζε νεαρές κοπέλες κατά συρροή και θρυλείται ότι έπινε το αίμα τους και έκανε μπάνιο μέσα σ’ αυτό για να παραμείνει νέα και όμορφη. Μπορεί η Μπέτι του Αρτζέντο να μην έχει πρακτικά σχέση με την Μπάθορι, ωστόσο άθελά της υποκινεί τις εγκληματικές πράξεις του διώκτη της. Και έχουμε και την Άλμα, τη μικρή γειτόνισσα της Μπέτι, της οποίας η κρίσιμη παρέμβαση κάποια στιγμή είναι κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας. Άλμα σημαίνει ψυχή, και η Άλμα είναι κάτι σαν την ενσάρκωση της παιδικής ψυχής / ηλικίας της Μπέτι. Σώζοντας η Άλμα τη Μπέτι, είναι σαν να της δίνει ένα κλειδί για τη λύση του μυστηρίου: η απάντηση βρίσκεται χαμένη κάπου βαθιά στην παιδική της ηλικία.

Παρά το σκοτεινό και περίπλοκο θέμα, οι εικόνες είναι φωτεινές και τα χρώματα έντονα. Θυμίζει τα πολύχρωμα έργα του Φελίνι, όπως η Ιουλιέτα των Πνευμάτων ή το Σατυρικόν. Φυσικά το χρώμα που κυριαρχεί είναι το κόκκινο, όχι μόνο ως το αυτονόητο σύμβολο του αίματος, αλλά και ως αγαπημένο χρώμα του Αρτζέντο και άλλο ένα κλείσιμο του ματιού, αυτή τη φορά στο δικό του Βαθύ Κόκκινο και όχι τυχαία, αφού κι εκεί έπαιζε το θέμα των εφιαλτικών αναμνήσεων από την παιδική ηλικία. Το κόκκινο χρώμα υπάρχει σχεδόν σε όλες τις σκηνές, σε διάφορες μορφές. Στο θέατρο, είναι οι κουρτίνες, τα καθίσματα και τα κόκκινα χαλιά, στο δωμάτιο της Μπέτι είναι το φως από τη λάμπα, στο βεστιάριο του θεάτρου είναι ένα τόπι υφάσματος. Πολύχρωμη και φωτεινή είναι και η τελική σεκάνς που διαδραματίζεται στις  Άλπεις και αρχίζει ξαφνικά ενώ όλοι, και εμείς και η Μπέτι, πιστεύουμε ότι όλα έχουν πια τελειώσει. Η σκηνή αυτή έχει διττή αναφορικότητα: ο Αρτζέντο αποτίνει φόρο τιμής στα Φαινόμενα, τη δική του αγαπημένη ταινία, παραθέτοντας στοιχεία πολύ συγκεκριμένα (οι Άλπεις, η εξοχή, το έντομο που φαίνεται μέσα από τον φακό της κάμερας), και ταυτόχρονα σκηνοθετεί μια αιματηρή και φρενήρη παραλλαγή της Μελωδίας της Ευτυχίας, του κλασικού μιούζικαλ του Ρόμπερτ Γουάιζ – όλο αυτό το κομμάτι είναι γυρισμένο στην ίδια τοποθεσία στις Άλπεις.


Η Όπερα είναι μια ταινία για την τέχνη: χρησιμοποιεί την τέχνη για να μιλήσει για την τέχνη. Η τέχνη είναι το κίνητρο, το εργαλείο, το αποτέλεσμα. Η όπερα έχει τον δικό της ρόλο μέσα στην ταινία και η ταινία είναι διαμορφωμένη με κεντρικό άξονα την όπερα. Σε πρώτο επίπεδο είναι η ταινία σαν κινηματογραφικό έργο, σε δεύτερο η ταινία σαν μυθοπλασία, σε τρίτο η όπερα σαν το έργο μέσα στο έργο, σε τέταρτο η όπερα σαν αυτόνομη μυθοπλασία, σε πέμπτο το παρασκήνιο της όπερας. Από εκεί και πέρα, από κάθε επίπεδο ξεκινάνε δεκάδες άλλα επιμέρους υπο-επίπεδα που άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε διακλαδώνονται σε άλλα. Κάπου μέσα σε όλα αυτά, ανάμεσα στις αιματηρές σκηνές (σχετικά ήπιες, είναι η αλήθεια, και λίγες, για τα δεδομένα του Αρτζέντο), τις δεκάδες αναφορές, το μυστήριο, τον τρόμο, ο Αρτζέντο σχολιάζει με υπόγειο χιούμορ την αντίληψη που επικρατεί στον καλλιτεχνικό χώρο ότι ο Μάκβεθ είναι ένα έργο που φέρνει κακή τύχη, βάζοντας την Μπέτι να ζει έναν εφιάλτη πρωταγωνιστώντας σε μια παράσταση καταραμένη. Ο Μάρκο, ο οραματικός σκηνοθέτης, είναι το alter ego του Αρτζέντο, καθώς και εκείνος είναι σκηνοθέτης ταινιών τρόμου. Ο ίδιος ο Αρτζέντο είχε επιχειρήσει στο παρελθόν να σκηνοθετήσει όπερα με μοντέρνα προσέγγιση, ένα εγχείρημα που τότε δεν πραγματοποιήθηκε. Όσο για την Μπέτι, αρχίζουμε να τη γνωρίζουμε λίγο καλύτερα στο τέλος, όταν εξομολογείται ότι θέλει να την αφήσουν στην ησυχία της, γιατί είναι διαφορετική: “Μου αρέσει ο άνεμος, οι πεταλούδες, τα λουλούδια, τα φύλλα, τα έντομα, η βροχή, τα σύννεφα...” - μέσω της Μπέτι, ο Αρτζέντο περιγράφει λίγο και τον εαυτό του. Και η Μπέτι, τελικά, είναι εν μέρει το alter ego του.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Απρίλιο του 2019
https://www.fractalart.gr/opera/

30 June 2018

Wim Wenders: Στο Βαθύ Γαλάζιο


Στο βυθό της θάλασσας, η Ντάνι παρατηρεί μικρο-οργανισμούς, μέσα από την απομόνωση που της προσφέρει το σκάφανδρό της. Παράλληλα, σε κάποια ταραγμένη παραθαλάσσια περιοχή της Σομαλίας, ο Τζέιμς περνάει εφιαλτικές μέρες και νύχτες κλεισμένος μέσα σε ένα στενό κελί χωρίς παράθυρα έχοντας σαν μοναδική επαφή με τον έξω κόσμο ένα άνοιγμα στον τοίχο όπου ίσα που χωράει το χέρι του. 

Η Ντάνι είναι ωκεανολόγος βιο-μαθηματικός και προετοιμάζεται για μια σημαντική αποστολή στον Βόρειο Ατλαντικό όπου πρόκειται να κατεβεί με βαθυσκάφος στον βυθό για να μελετήσει υδρόβιους μικρο-οργανισμούς οι οποίοι μπορεί και να δώσουν απαντήσεις σχετικά με την προέλευση της ζωής. Ο Τζέιμς είναι κατάσκοπος ο οποίος είχε επιχειρήσει, παριστάνοντας τον αναλυτή νερού, να εισχωρήσει σε μια περιοχή που ελεγχόταν από Τζιχαντιστές με σκοπό να εντοπίσει τη βάση τους, αλλά κάπου κάτι πήγε στραβά με την κάλυψή του, θεωρήθηκε ύποπτος και πιάστηκε αιχμάλωτος υπομένοντας απάνθρωπα βασανιστήρια, με τον θάνατο γύρω του να απειλεί τους πάντες, τα πάντα αλλά και τον ίδιο ανά πάσα στιγμή.

Στην ιδιότυπη απομόνωσή τους, μίλια μακριά ο ένας από τον άλλον, η Ντάνι και ο Τζέιμς θυμούνται την αναπάντεχη γνωριμία τους σε ένα ειδυλλιακό ξενοδοχείο της Νορμανδίας λίγο πριν ξεκινήσουν ο καθένας για την αποστολή του, αναπολούν τη αμοιβαία συμπάθεια και στη συνέχεια την ερωτική και βαθιά συναισθηματική σχέση που τους έφερε κοντά καθώς και τον πόνο που τους προκάλεσε ο αναγκαστικός αποχωρισμός ενώ είχαν καταλάβει ότι ήταν πλασμένοι ουσιαστικά ο ένας για τον άλλον.

Έχοντας στα χέρια του ένα, κατά γενική ομολογία, αδύναμο σενάριο της Έριν Ντίγκναμ, παραδόξως βασισμένο σε ένα πολύ καλό βιβλίο του πολεμικού ανταποκριτή Τζ. Μ.Λέντγκαρντ, ο Γερμανός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς στην τελευταία του ταινία Submergence, που ψιλοθάφτηκε από πολλούς κριτικούς και αποδόθηκε μάλλον άστοχα στα ελληνικά ως ‘Στο Βαθύ Γαλάζιο’, δείχνει μια να τον βρίσκει και μια να τον χάνει τον παλιό καλό του εαυτό. Ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης, οραματικός, που συνηθίζει να μιλάει με εικόνες, επιστρατεύει και πάλι το σουρεαλιστικό / ονειρικό στοιχείο, που είναι από τα αγαπημένα του, χωρίς ωστόσο εδώ να το αφήνει να ‘βγάζει μάτι’ και να κυριαρχεί. 

Αυτό, στην περίπτωση του Βέντερς, δεν είναι απαραίτητα καλό. Περιμένεις από έναν σκηνοθέτη της δικής του ‘σχολής’ να ρίχνει άφοβα στα πλάνα του λεπτομέρειες που ξεχωρίζουν και κάνουν τη διαφορά και θα μετέτρεπαν μια κλασική ιστορία για χαμένες αγάπες σε κάτι πιο πρωτότυπο και με ιδιαίτερο τρόπο συναισθηματικό. Το κάνει και εδώ αυτό, αλλά είναι σα να περνάει σε ένα δεύτερο επίπεδο. Όχι πως λείπει το συναίσθημα από την ταινία. Υπάρχουν σκηνές πολύ δυνατές και συγκινητικές. Τα πολύ όμορφα πλάνα της παραθαλάσσιας εξοχής είναι μοναδικά, το ίδιο και η υπέροχη μουσική του Φερνάντο Βελάθκεθ. Εκεί που σκαλώνει είναι στο ελαφρώς αποσυντονισμένο σενάριο που κάποιες φορές μοιάζει να κινείται, οριακά, σε άλλο μήκος κύματος από το έργο στο σύνολό του, παρ’ όλο που οι πρωταγωνιστές, ο Τζέιμς Μακ Αβόι και η Αλίσια Βικάντερ, είναι και οι δύο εξαιρετικοί. 

Δεν είναι ούτε καταγγελία για την τρομοκρατία ούτε ρομάντζο το Submergence – μιλάμε φυσικά πάντα για την κινηματογραφική του εκδοχή. Τόσο η πολιτικο-κοινωνική όσο και η αισθηματική πτυχή λειτουργούν σαν ένα πλαίσιο για μία εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχή. Κι εδώ έρχεται και δένει και ο πρωτότυπος τίτλος, που σημαίνει ‘βύθιση’, ‘κατάδυση’, και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. «Θα βρεθούμε στον Άδη πνιγμένοι στη λησμονιά, να καταπίνουμε νερό σβήνοντας όλες τις μνήμες μας», λέει η Ντάνι σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη σκηνή. 

Και οι δύο ήρωες βιώνουν μια νοερή επιστροφή στο παρελθόν, στις μνήμες που τους κατατρέχουν – γιατί και οι όμορφες αναμνήσεις καμιά φορά καταντούν βασανιστικές. Είναι σαν να επικοινωνούν μέσα από τις κοινές τους μνήμες, αφού έχουν χάσει τα ίχνη ο ένας του άλλου και η Ντάνι, κυρίως, δεν ξέρει καν αν ο Τζέιμς είναι ακόμα ζωντανός. Παράλληλα το δίπτυχο της ζωής και του θανάτου είναι συνεχώς σε πρώτο πλάνο, με την Ντάνι να ερευνά, με την επιστήμη της, τη ζωή και τον Τζέιμς να βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο σε καθημερινή βάση.

Σε όλα αυτά πρωταρχικό ρόλο παίζει το νερό καθώς συνδέεται με την απαρχή και την πεμπτουσία της ζωής: ως έμβρυα είμαστε μέσα σε νερό, και από νερό αποτελείται το μεγαλύτερο ποσοστό του οργανισμού μας. Αλλά και στην όλη εξέλιξη της ιστορίας, το νερό είναι το βασικό στοιχείο: η Ντάνι ουσιαστικά ζει μέσα στο νερό, ο Τζέιμς συστήνεται ως αναλυτής νερού. Στο τέλος και οι δύο βρίσκονται στον βυθό της θάλασσας. Το νερό καταλήγει να είναι ο μόνος δρόμος για να βρεθούν ξανά, ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας που τους έχει απομείνει. Αυτή η ψυχολογική / συμβολική πλευρά της ιστορίας μπορεί να μην αποδίδεται με επιτυχία στο εκατό τοις εκατό, ωστόσο ακόμα κι έτσι, και με όλα της τα μικρά ή μεγάλα παραπατήματα, η ταινία του Βέντερς προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις.

Υπάρχει μια σκηνή σχετικά στην αρχή, μέρος του φλας μπακ του Τζέιμς, όπου ο ήρωας φέρνει στο μυαλό του το ξεκίνημα της μοιραίας αποστολής του. Έχει συναντηθεί με τους συνεργάτες του σε ένα μουσείο, ένα κτίριο ψυχρό και απρόσωπο, με λευκές αίθουσες, όπου οι πίνακες εκτίθενται μέσα χρυσές κορνίζες. Ανάλογες χρυσές κορνίζες πλαισιώνουν και τις πόρτες, δημιουργώντας ανά διαστήματα την οπτική ψευδαίσθηση ότι παρακολουθούμε σκηνές μέσα από καθρέφτες. 

Είναι μια σεκάνς με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ιδιαίτερο συμβολισμό για την ταινία συνολικά, ιδίως αν παρατηρήσουμε τους πίνακες μπροστά από τους οποίους περνάει ο Τζέιμς – και όχι μόνο: αναρωτιέμαι πόσοι πρόσεξαν εκεί το πλάνο του ‘Οδοιπόρου πάνω από τη θάλασσα της ομίχλης’, έναν ιδιότυπο ζωντανό πίνακα: μια εικόνα φευγαλέα ενός επισκέπτη του μουσείου που στέκει σε μια άκρη, ίδιος με τον άντρα που απεικονίζεται στον περίφημο πίνακα του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, και ο οποίος φεύγει από τη θέση αυτή δευτερόλεπτα αργότερα όταν το πλάνο αλλάζει γωνία (παρεμπιπτόντως έχω την εντύπωση ότι ο άντρας στον ρόλο αυτού του επισκέπτη είναι ο ίδιος ο Βέντερς). 


Όπως και να έχει, είναι μια σκηνή που ξεχωρίζει ανάμεσα στις υπόλοιπες, έχει διαφορετικό στήσιμο, διαφορετική ατμόσφαιρα, τα χρώματα επίσης είναι διαφορετικά. Από άποψη οπτική αλλά και αν λάβουμε υπ’ όψιν τις επιμέρους λεπτομέρειες, συνδέεται με το φινάλε, το οποίο επίσης είναι ανοιχτό σε περισσότερες από μία εκδοχές και ερμηνείες, ανάλογα με το πόσο διατεθειμένος είναι κανείς να το ‘διαβάσει’ πίσω από την άμεση, αν και όχι και τόσο προφανή τελικά, κυριολεξία του.

Η ταινία προβάλλεται από τις 7 Ιουνίου.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούνιο του 2018
https://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/10195-submergence

15 April 2018

John Krasinski: Ένα ήσυχο μέρος


Στο όχι και τόσο μακρινό 2020, η Γη έχει μετατραπεί σε ένα μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, όπου τερατόμορφα αιμοβόρα πλάσματα λυμαίνονται τις ερειπωμένες περιοχές, απειλώντας με αφανισμό κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Τα πλάσματα αυτά δεν βλέπουν αλλά έχουν πολύ ευαίσθητη ακοή, με αποτέλεσμα οι ελάχιστοι επιζήσαντες άνθρωποι να είναι αναγκασμένοι να κινούνται και να ζουν αθόρυβα και σιωπηλά έτσι ώστε να μην τους τραβήξουν την προσοχή. Ο Λι και η Έβελιν Άμποτ (Τζον Κραζίνσκι και Έμιλι Μπλαντ) αγωνίζονται να επιβιώσουν μαζί με τα παιδιά τους με όποιον τρόπο μπορούν, επικοινωνώντας μεταξύ τους με νοήματα και βλέμματα, ενώ γύρω τους επικρατεί εγκατάλειψη και μια ανατριχιαστική σιωπή.

Με μια εξαιρετική ιδέα, και ένα θέμα ίσως όχι και τόσο πρωτότυπο κατά βάση (τέρατα που ‘ξυπνάνε’ με τους ήχους έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές στη μυθοπλασία) αλλά δοσμένο εδώ με ύφος ιδιότυπα δεξιοτεχνικό, ο Τζον Κραζίνσκι, σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής και συν-σεναριογράφος της ταινίας τρόμου «Ένα ήσυχο μέρος» μας βάζει κατευθείαν και χωρίς περιστροφές μέσα στην καρδιά της ιστορίας του από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Οι ήρωές του περιφέρονται σαν σκιές ανάμεσα σε παρατημένα αυτοκίνητα και έρημα μαγαζιά, ενώ η εξοχή γύρω τους είναι τόσο όμορφη και επιβλητική όσο και απειλητική, αφού εκεί είναι που τα ανελέητα τέρατα καραδοκούν, περιμένοντας να ακούσουν έστω και τον παραμικρό ήχο για να επιτεθούν.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, η καθημερινότητα είναι πολύ διαφορετική. Η επιβεβλημένη και αναγκαστική σιωπή στερεί την έκφραση συναισθημάτων όπως η θλίψη, ο φόβος ή ακόμα και η χαρά, αφού το κλάμα και το γέλιο ισοδυναμούν αυτόματα με θανατική καταδίκη. Η Ρίγκαν (Μίλισεντ Σίμονς), η κόρη του ζευγαριού, κωφή εκ γενετής, είναι η μόνη που δεν αντιλαμβάνεται απόλυτα την έννοια των ήχων και της επικινδυνότητας που συνδέεται με αυτούς, κάτι που έχει σαν συνέπεια να γίνει, άθελά της, η αιτία για τον χαμό του μικρότερου αδελφού της. Οι τύψεις γι’ αυτό το δραματικό περιστατικό δεν την αφήνουν να ησυχάσει, και ζει συνεχώς με την αμφιβολία για το αν οι γονείς της εξακολουθούν να την αγαπούν.

Ο αγώνας για επιβίωση εδώ δεν έχει να κάνει με τα είδη πρώτης ανάγκης. Οι Άμποτς έχουν βρει διάφορους τρόπους για να βγάζουν πέρα την κάθε μέρα, με ελάχιστα μέσα αλλά χωρίς να τους λείπει η εφευρετικότητα. Το βασικό πρόβλημα είναι το να μείνουν ζωντανοί. Τα τέρατα, που είναι φαινομενικά ανίκητα, επιτίθενται τόσο γρήγορα και αιφνιδιαστικά ώστε να αποκλείουν κάθε πιθανότητα αντίδρασης. Η ενότητα της οικογένειας παίζει τον πλέον σημαντικό ρόλο για την αντιμετώπιση αυτής της εφιαλτικής κατάστασης, κάτι που ωστόσο δεν κρατάει για πολύ.

Ο Λι αποφασίζει να δείξει στον γιο του Μάρκους (Νόα Τζουπ) κάποιες βασικές στρατηγικές για να είναι σε θέση να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του όσο και τη μητέρα του και την αδελφή του. Οι δυο τους φεύγουν για το δάσος, ενώ η Έβελιν, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, μένει στο σπίτι. Σ’ αυτό το σημείο, οι ρόλοι διαχωρίζονται και, ουσιαστικά, γυρίζουν πίσω στην αρχετυπική μορφή τους: η μητέρα προστατεύει το σπίτι, ενώ ο πατέρας βγαίνει έξω για να εξασφαλίσει ότι κανένας κίνδυνος δεν θα απειλήσει την οικογενειακή εστία. Ωστόσο από τη στιγμή που γίνεται αυτό, από τη στιγμή δηλαδή που η οικογένεια διασπάται, όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά γίνονται ευάλωτοι, εκτίθενται στους ανελέητους εχθρούς και καλούνται να επιβιώσουν, ο καθένας με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του. Και τότε ξεκινάει ένα τρομακτικό κυνήγι γάτας – ποντικιού, το οποίο θα έχει μεν τραγικές συνέπειες αλλά και ένα αναπάντεχο αισιόδοξο μήνυμα για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Η ταινία του Κραζίνσκι είναι, τυπικά, ένα θρίλερ επιβίωσης, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα μονοπάτια, περισσότερο ή λιγότερο ευκρινή. Οι οικογενειακές αξίες, το βάρος της αυτοθυσίας, το πόσο τραγικά γεγονότα του παρελθόντος καθορίζουν τη συμπεριφορά μας αλλά και τη σχέση μας με τους άλλους, είναι θέματα που εξετάζονται διακριτικά σε δεύτερο επίπεδο, ενώ σε πρώτο πλάνο κυριαρχεί το στοιχείο του αγώνα για ζωή σε έναν εχθρικό μετα-αποκαλυπτικό κόσμο.

Το σκηνικό της ιστορίας είναι καθηλωτικό, και η ατμόσφαιρα που επιτυγχάνεται μέσω αυτού αλλά και των εξαιρετικά εκφραστικών πρωταγωνιστών – μεγάλων και μικρών – δημιουργεί ένα κλίμα αγωνίας και ανασφάλειας ιδιαίτερα πειστικό. Αν και η έλλειψη ομιλίας είναι σχεδόν απόλυτη – με εξαίρεση πολύ συγκεκριμένες σκηνές -  οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τα εκάστοτε συναισθήματα των ηρώων με λιτότητα, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολές. Η μουσική του Μάρκο Μπελτράμι, λυρική και συχνά συγκινητική, έρχεται ηθελημένα σε αντίθεση με τις σκοτεινές, απαισιόδοξες εικόνες. Ωστόσο η βασική ηχητική υπόκρουση είναι που συμβάλλει περισσότερο στο γενικότερο κλίμα, με μια σειρά από οξείς, ανησυχητικούς ήχους που, από τη μια υπενθυμίζουν συνεχώς την ύπαρξη των επικίνδυνων ‘άλλων’, ενώ από την άλλη είναι σαν να αναπαριστούν τις ηχητικές διεργασίες που υφίστανται μέσα στο μυαλό των ηρώων, καθώς για τους ίδιους είναι απαγορευμένο να εκφραστούν χρησιμοποιώντας ανάλογα μέσα.

Ίσως σε όσους αρέσουν οι αμιγείς ιστορίες επιβίωσης, η ταινία να φανεί κάπως χαλαρή, και η αλήθεια είναι ότι, σε κάποια σημεία, θα μπορούσε να ‘μαζευτεί’. Από την άλλη, πάλι, με ένα τόσο αβανταδόρικο θέμα, θα περίμενε κανείς κάτι παραπάνω από μόλις 90 λεπτά δράσης. Είναι όμως από εκείνα τα έργα στα οποία αναπόφευκτα ξαναγυρνάς κάποια στιγμή για να δεις πάλι μια σκηνή, να παρατηρήσεις με περισσότερη προσοχή κάτι στο οποίο, σε πρώτη θέαση, δεν έδωσες και τόση σημασία – και έχει τόσα πολλά καλά στοιχεία, και από σκηνοθετική αλλά και από καλλιτεχνική άποψη, και τόσες ενδιαφέρουσες αναφορές που μπορεί κανείς να εντοπίσει με λίγη παρατηρητικότητα, που τελικά κερδίζει τις εντυπώσεις και με το παραπάνω.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Απριλίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Απρίλιο του 2018
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/9633-ena-isixo-meros


17 March 2018

Roar Uthaug: Tomb Raider - Lara Croft


Αν και έχουν περάσει 22 χρόνια από τότε που εμφανίστηκε το πρώτο βιντεοπαιχνίδι της σειράς Tomb Raider, η πρωταγωνίστριά του, η ατρόμητη αρχαιολόγος Λάρα Κροφτ, εξακολουθεί να έχει την ίδια δυναμική, ενώ από το 2000 και μετά, η φήμη της επεκτάθηκε και στον χώρο του κινηματογράφου, αλλά και της λογοτεχνίας. Από το 1996 έχουν κυκλοφορήσει 11 κύρια βιντεοπαιχνίδια (χωρίς να υπολογίζονται κάποιες συμπληρωματικές κυκλοφορίες και ειδικές εκδόσεις), με το δωδέκατο να αναμένεται τον Σεπτέμβριο του 2018, πέντε μυθιστορήματα και δύο ταινίες, το Lara Croft: Tomb Raider (2001) του Σάιμον Ουέστ και το Lara Croft Tomb Raider: Το Λίκνο της Ζωής (2003) του Γιαν ντε Μποντ, και οι δύο με πρωταγωνίστρια την Αντζελίνα Τζολί.

Με κυρίαρχα τα στοιχεία της δράσης και της περιπέτειας, συνδυασμένα με γοητευτικές ιστορίες οι οποίες βασίζονται σε πηγές υπαρκτές και μυθολογικές, με σκηνικά δράσης αρχαιολογικούς, ιστορικούς αλλά και σύγχρονους χώρους οι οποίοι απεικονίζονται με απόλυτη πιστότητα (η χαμένη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ο ναός του Άνγκορ Βατ στο Βιετνάμ, το υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο του Λονδίνου), και έμφαση σε ευρήματα με ανυπολόγιστη αξία (το πηνίο του Νίκολα Τέσλα, το Ημερολόγιο των Μάγιας, το ξίφος του βασιλιά Αρθούρου), και, κυρίως, με μια ηρωίδα συναρπαστική και δημοφιλή, η οποία στις τελευταίες ιστορίες έδειξε την πιο ανθρώπινη και ευαίσθητη πλευρά της, τα παιχνίδια της σειράς Tomb Raider αποτελούν μια εξαιρετική πρώτη ύλη για κινηματογραφική μεταφορά. Το φετινό Tomb Raider: Lara Croft του Νορβηγού Ρορ Ουθάγκ (Το Κύμα) με πρωταγωνίστρια την Σουηδή Αλίσια Βικάντερ (Το Κορίτσι από τη Δανία, Το Φως Ανάμεσα Στους Ωκεανούς) αποτελεί την τρίτη συνάντηση της ψηφιακής ηρωίδας με τη μεγάλη οθόνη. Βασισμένη κατά κύριο λόγο στο ομώνυμο βιντεοπαιχνίδι του 2013, και παίρνοντας ορισμένα στοιχεία και από το τελευταίο ως τώρα της σειράς, το Rise of the Tomb Raider του 2015, η ταινία του Ουθάγκ μας συστήνει ουσιαστικά από την αρχή τη Λάρα Κροφτ, τοποθετώντας την στις απαρχές του μύθου της.

Η ανανεωμένη Λάρα Κροφτ ζει στο Λονδίνο και εργάζεται ως κούριερ για να βγάζει τα προς το ζην, ενώ η αρχαιολογία δεν είναι ακόμα στα σχέδιά της. Η Λάρα είναι κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, την οποία ωστόσο δεν μπορεί να πάρει ακόμα στα χέρια της καθώς αρνείται να υπογράψει τα χαρτιά που ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι ο πατέρας της είναι νεκρός. Ο Ρίτσαρντ Κροφτ ήταν αρχαιολόγος και κατά την τελευταία του αποστολή σε ένα μυστηριώδες νησί στην Ιαπωνία, χάθηκαν ξαφνικά τα ίχνη του με αποτέλεσμα, εφτά χρόνια αργότερα, να θεωρείται επίσημα νεκρός. Με αφορμή ένα ατυχές περιστατικό, και με την παρότρυνση της Άννα Μίλερ, συνεταίρου του πατέρα της, η Λάρα αναγκάζεται να προχωρήσει σ’ αυτό που απέφευγε τόσον καιρό ελπίζοντας στην επιστροφή του, ωστόσο ενώ είναι έτοιμη να βάλει την υπογραφή της, κάνει μια πολύ σημαντική ανακάλυψη που αφορά την αποστολή του Ρίτσαρντ Κροφτ στην Ιαπωνία. Λύνοντας έναν γρίφο και, στη συνέχεια, ακολουθώντας τις σημειώσεις του πατέρα της, φτάνει στον Χονγκ Κονγκ όπου, με τη βοήθεια του καπετάνιου Λου Ρεν, αρχίζει την αναζήτηση του μυστηριώδους νησιού στα ανοιχτά της Ιαπωνίας. Μια άγρια θαλασσοταραχή την οδηγεί κατευθείαν στον προορισμό της, όπου θα έρθει αντιμέτωπη με μια συνταρακτική αποκάλυψη και μια σειρά καθηλωτικών εξελίξεων που θα την κάνουν να συνειδητοποιήσει τη δύναμη της ψυχής, του μυαλού και της θέλησής της αλλά και την δική της προσωπική αξία.

Αν και κατά βάση πρόκειται για μια περιπέτεια με έντονη δράση, το Tomb Raider: Lara Croft είναι παράλληλα ένα ταξίδι συναισθηματικής ενηλικίωσης της ηρωίδας του μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων που την ωριμάζουν απότομα, αλλά και της δίνουν σημαντικά μαθήματα ζωής, ενώ και οι άλλοι χαρακτήρες, δευτερεύοντες αλλά εξόχως σημαντικοί, αναπτύσσονται παράλληλα με την πρωταγωνίστρια τόσο όσο χρειάζεται ώστε να έχουν βαρύτητα και εκτόπισμα στον άξονα της δράσης τους. Η Λάρα είναι από την αρχή υπεύθυνη και συνειδητοποιημένη, ωστόσο μέσα από αυτήν την περιπέτεια ανακαλύπτει τον εαυτό της και το ψυχικό της σθένος. Ελέγχει τις αποφάσεις της και σκέφτεται λογικά και ψύχραιμα ακόμα και μέσα στο χάος. Νιώθει απέχθεια για τον Ματίας Βόγκελ, τον κακό της ιστορίας, αλλά στην τελική μάχη ανάμεσά τους τον αντιμετωπίζει με ανωτερότητα με αποτέλεσμα και εκείνος να την βλέπει απέναντί του σαν ίση.

Η Αλίσια Βικάντερ, αν και είχε αντιμετωπιστεί με δυσπιστία όταν ανακοινώθηκε η επιλογή της, είναι μια εξαιρετική Λάρα Κροφτ και πάρα πολύ κοντά στην εικόνα της ηρωίδας: είναι όμορφη, με ευγενική φυσιογνωμία, εκφραστική και πολύ γήινη. Αποδίδει τη Λάρα Κροφτ με εσωτερικότητα και έχει την ικανότητα να επικοινωνεί με τον θεατή, μεταδίδοντάς του κάθε φορά τα συναισθήματά της. Νιώθεις το ίδιο έντονα το δέος της μπροστά στη συνειδητοποίησή της ότι μόλις σκότωσε έναν άνθρωπο – έστω κι αν ήταν ένας αιμοσταγής μισθοφόρος που παραλίγο να γίνει ο δικός της δολοφόνος – αλλά και την απίστευτη αποφασιστικότητα που της δίνει η οργή της απέναντι στον Βόγκελ, ο οποίος έγινε η αιτία να χάσει για δεύτερη φορά κάτι ανεκτίμητο. Ο Βόγκελ, πάλι, τον οποίο ερμηνεύει πολύ πειστικά ο Ουόλτον Γκόγκινς (Django ο Τιμωρός), εμφανίζεται εντελώς αλλοτριωμένος από το περιβάλλον, τις συνθήκες στο νησί αλλά και την εμμονή του για την ολοκλήρωση της αποστολής του εκεί, σε βαθμό που να έχει χάσει τον εαυτό του και να μην μπορεί να δει τίποτα καθαρά. Αντίθετα ο Λου Ρεν (Ντάνιελ Γου, πιο γνωστός από την ταινία Ο Άνθρωπος με τις Σιδερένιες Γροθιές), τον οποίο η Λάρα βρίσκει μεθυσμένο και σε άθλια κατάσταση πριν το κοινό τους ταξίδι, γίνεται κύριος του εαυτού του και κλείνει κι αυτός δικούς του παλιούς λογαριασμούς. Ο Ρίτσαρντ Κροφτ (θαυμάσιος ο Ντόμινικ Ουέστ από τη σειρά The Affair) έχει μια πολύ καίρια παρουσία που δρα καταλυτικά σε περισσότερα από ένα επίπεδα, ενώ ουσιαστικά αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, τουλάχιστον όσον αφορά τη Λάρα. Στον μικρό αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο της αινιγματικής Άννα Μίλερ εμφανίζεται η Κριστίν Σκοτ Τόμας (Ο Άγγλος Ασθενής), ενώ κάνει ένα πέρασμα και ο βετεράνος Ντέρεκ Τζάκομπι (Εγώ ο Κλαύδιος, Νεκροί Ξανά).

Οι σκηνές δράσεις είναι καλοκουρδισμένες και αληθοφανείς, με δυνατά εφέ και συνεκτικό, επιβλητικό ρυθμό. Η μουσική υπόκρουση από τον Ολλανδό Τομ Χόλκενμποργκ (Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής) είναι σε αρμονικές δόσεις επική και συνοδευτική. Πολύ φροντισμένη και η φωτογραφία του Τζορτζ Ρίτσμοντ (Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία), προσδίδει ατμόσφαιρα στις εξωτερικές σκηνές και υποβλητικότητα στους κλειστούς χώρους στο νησί, όπου κυριαρχούν το μυστήριο και η αγωνία. Ο Ουθάγκ, όντας και ο ίδιος λάτρης των παιχνιδιών της σειράς, έχει εντάξει στην ταινία του λεπτομέρειες, αναφορές αλλά και ολόκληρες σκηνές που θα φανούν ιδιαίτερα οικείες σε όσους τα ξέρουν. Ωστόσο η ταινία είναι με τέτοιον τρόπο στημένη και χορογραφημένη ώστε να είναι το ίδιο απολαυστική και για όσους από εμάς έχουμε αγαπήσει τη Λάρα Κροφτ μέσα από τα βιντεοπαιχνίδια, αλλά και για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι μαζί της. Το τελευταίο πλάνο είναι ουσιαστικά ένα δώρο στους φίλους των βιντεοπαιχνιδιών της σειράς, στους οποίους κλείνει το μάτι με μια έξυπνη και συγκινητική αναφορά σε ένα σήμα κατατεθέν της ηρωίδας.

Η ταινία παίζεται στους κινηματογράφους από τις 15 Μαρτίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2015
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/9395-tomb-raider

10 January 2018

Stephen Chbosky: Θαύμα


Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο της Ρ. Τζ. Παλάσιο, η ταινία ‘Θαύμα’ του Στίβεν Τσμπόσκι, δημιουργού της πιο πρόσφατης κινηματογραφικής απόδοσης του παραμυθιού ‘Η Ωραία και το Τέρας’, είναι ένα συναισθηματικό ταξίδι, που με συγκινησιακή φόρτιση και απλά μέσα έκφρασης μέσα από ένα άμεσο σκηνοθετικό ύφος, αναδεικνύει την αναγκαιότητα της αποδοχής του διαφορετικού, θέτοντας σαν πλαίσιο τις οικογενειακές αξίες.

Κεντρικός άξονας της δράσης είναι ο Όγκι Πούλμαν, ένα παιδί που είχε την ατυχία να γεννηθεί με πολλαπλές παραμορφώσεις στο πρόσωπο. Ο Όγκι, ερμηνευμένος με ευαισθησία και εκφραστικότητα, παρά το έντονο και ιδιαίτερα ρεαλιστικό μακιγιάζ, από τον εντεκάχρονο Τζέικομπ Τρεμπλέι, πάσχει από το το σύνδρομο Treacher-Collins, μια σπάνια ασθένεια που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι μια σειρά από δυσμορφίες σε όλο το κεφάλι (αυτιά, μάτια, ζυγωματικά, σαγόνι), αν και δεν κατονομάζεται στην ταινία ούτε και στο βιβλίο. Το αποτέλεσμα είναι η όψη του Όγκι να καθίσταται αποθαρρυντική για τον κοινωνικό περίγυρο και να μεταμορφώνεται σε έναν τοίχο τον οποίο κανείς δεν είναι διατεθειμένος να γκρεμίσει για να δει αυτό που πραγματικά είναι ο Όγκι: ένα πανέξυπνο παιδί με χρυσή καρδιά που δεν διαφέρει σε τίποτα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του.

Αφού πέρασε σχεδόν όλη του την παιδική ηλικία μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού του, με την μητέρα του Ίζαμπελ (υπέροχη όπως πάντα η Τζούλια Ρόμπερτς) να του παρέχει όλη την απαραίτητη μόρφωση, φτάνει κάποια στιγμή η μέρα που ο Όγκι πρέπει να πάει στο σχολείο. Επομένως, να βγει στην κοινωνία, να συγχρωτιστεί με άλλους ανθρώπους, με άτομα της ηλικίας του, να ζήσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Είναι όμως έτοιμη η κοινωνία να αποδεχτεί το διαφορετικό; Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για κάτι τόσο εμφανές. Ο Όγκι πρέπει να καταβάλει διπλή και τριπλή προσπάθεια για να γίνει συμπαθής, καθώς όλοι τον λένε ‘τέρας’ και ‘πανούκλα’. Πράγματα αυτονόητα για τα άλλα παιδιά, ο Όγκι είναι αναγκασμένος να τα αποδεικνύει καθημερινά (π.χ., ότι είναι καλός μαθητής ή ότι του αρέσει ο ‘Πόλεμος των Άστρων’).

Στον αντίποδα του Όγκι βρίσκεται η αδερφή του Βία (τον ρόλο της αποδίδει με τρυφερότητα η δεκαεξάχρονη Ιζαμπέλα Βίντοβιτς), ένα κορίτσι στην εφηβεία που λατρεύει τον αδερφό της και ενώ συνειδητοποιεί πολλές φορές ότι οι γονείς της στρέφουν όλη τους την προσοχή σ’ εκείνον δίνοντας ελάχιστη σημασία στις δικές της ανάγκες, δεν ένιωσε ποτέ μνησικακία για τον Όγκι. Αναγκασμένη να ζει σε ιδιάζουσες συνθήκες από πολύ μικρή – από τότε δηλαδή που γεννήθηκε ο Όγκι – η Βία αναγκαζόταν να παίρνει αποφάσεις μόνη της, κάτι που την βοήθησε να ωριμάσει πολύ νωρίς. Ήταν πάντα ‘το κοριτσάκι με τη μεγαλύτερη κατανόηση’, όπως της έλεγαν οι γονείς της.

Οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί των Πούλμαν έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στο να μεγαλώσει ο Όγκι σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Έχοντας και τη συνεχή, ουσιαστική στήριξη του πατέρα του Νέιτ (ο μάλλον υποτιμημένος Όουεν Ουίλσον είναι εδώ σε πολύ καλή φάση κι έχει εξαιρετική χημεία με τα υπόλοιπα μέλη της κινηματογραφικής του οικογένειας), περιβαλλόταν πάντα από αγάπη και στοργή. Τα δύσκολα αρχίζουν όταν πηγαίνει στο σχολείο, και καλείται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της συναναστροφής με άλλα παιδιά, τα οποία δεν είναι πάντα διατεθειμένα να τον αντιμετωπίσουν φιλικά. Η ζωή στο σχολείο δεν θα είναι εύκολη, ωστόσο μετά από μια σειρά δοκιμασίες, πρακτικές και συναισθηματικές, ο Όγκι θα γίνει όχι μόνο αποδεκτός, αλλά και ιδιαίτερα αγαπητός γι’ αυτό που είναι.

Αφήνοντας χώρο και (κινηματογραφικό) χρόνο τόσο στους κεντρικούς του ήρωες όσο και στους εξίσου σημαντικούς δευτεραγωνιστές του, ο Τσμπόσκι (ο οποίος, σημειωτέον, εκτός από σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι και συγγραφέας) πετυχαίνει και διατηρεί μέχρι το τέλος τις ισορροπίες σε όλα τα επίπεδα της ταινίας. Βασικό του σημείο αναφοράς είναι βέβαια ο Όγκι και η εξέλιξη της δικής του ιστορίας, ωστόσο ρίχνει το βλέμμα του και σε όλους εκείνους τους χαρακτήρες που συνδέονται μαζί του άμεσα ή έμμεσα και που τον επηρεάζουν ή επηρεάζονται απ’ αυτόν. 

Έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε πώς είναι η καθημερινότητα της Βία και όλα τα θέματα που αντιμετωπίζει – την καλή της φίλη Μιράντα (Ντανιέλ Ρόουζ Ράσελ) που ξαφνικά σταμάτησε να της μιλάει χωρίς λόγο, τον Τζάστιν (Νάτζι Τζέτερ), έναν συμμαθητή της με καλλιτεχνική φύση που της ξυπνάει το ερωτικό συναίσθημα – καθώς επίσης και να γνωρίσουμε καλύτερα τον σχολικό περίγυρο του Όγκι που αποτελείται από τον ελαφρώς εκκεντρικό αλλά καλοσυνάτο και δίκαιο διευθυντή κύριο Κωλαράκη (Μάντι Πατίνκιν), τους καθηγητές, με βασικότερο συμπαραστάτη του Όγκι τον αντισυμβατικό κύριο Μπράουν (Νταβίντ Ντιγκς) και, κυρίως, τους συμμαθητές του: καλοπροαίρετα παιδιά που παραμένουν ανεπηρέαστα από προκαταλήψεις και επιδιώκουν να γίνουν φίλοι του, αλλά και τους αναπόφευκτους νταήδες που τον κοροϊδεύουν και τον προσβάλλουν με κάθε ευκαιρία. 

Τα στιγμιότυπα που αφορούν κάποια από αυτά τα πρόσωπα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς δείχνουν ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τα ζόρια και τα μυστικά του, τα οποία κουβαλάει συνεχώς και πολλές φορές αναγκάζεται να καλύπτει είτε πίσω από μια προσποιητή συμπεριφορά είτε με ψέματα. Ο κακομαθημένος Τζούλιαν (Μπράις Γκέισαρ) που δεν αφήνει τον Όγκι σε χλωρό κλαρί, είναι στην ουσία θύμα της συμπεριφοράς της αυταρχικής και υπερφίαλης μητέρας του. Ο λόγος που η Μιράντα αποφεύγει τη Βία σχετίζεται με ένα δικό της σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα το οποίο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε προσπαθήσει να καλύψει λέγοντας ψέματα, και στη συνέχεια εγκλωβίστηκε σ’ αυτά και δεν είχε πώς να απαλλαγεί. Ο Τζακ Ουίλ (Νόα Τζουπ), που από την αρχή δείχνει τον καλό και ειλικρινή του χαρακτήρα, πέφτει κι αυτός κάποια στιγμή θύμα των περιστάσεων, βάζοντας σε κίνδυνο τη φιλία του με τον Όγκι. 

Κοντολογίς, όλοι έχουν προβλήματα, όπως και ο Όγκι – η μόνη διαφορά είναι ότι το πρόβλημα του Όγκι είναι προφανές, κι ενώ οι άλλοι μπορούν απλά να κρύβουν ό,τι τους απασχολεί με το να μην αναφέρονται σ’ αυτό, η μόνη λύση που έχει ο Όγκι για να καλύψει το πρόβλημά του είναι να φοράει το αγαπημένο του κράνος του αστροναύτη, και όταν περπατάει στην αυλή του σχολείου και όλοι τον κοιτάζουν και τον σχολιάζουν κοροϊδευτικά, να φαντάζεται ότι γυρίζει από μια διαστημική αποστολή και το πλήθος τον ζητωκραυγάζει. 

«Μπορείς να καταλάβεις πολλά για έναν άνθρωπο από τα παπούτσια του», λέει σε κάποια από τις πρώτες σκηνές της ταινίας. Ο Όγκι πάντα κοιτούσε χαμηλά, και παρατηρούσε πράγματα που για τους άλλους ήταν αδιάφορα. Όμως τα μάτια της καρδιάς και του μυαλού του πάντα ήταν στραμμένα ψηλά – εξ ου και η αγάπη του για το διάστημα. Ο Όγκι βρήκε το θάρρος και βγήκε στην κοινωνία, είδε και την καλή και την άσχημη πλευρά της, μπορεί κάποια στιγμή να απογοητεύτηκε και να έχασε την πίστη του στον εαυτό του και τους ανθρώπους, ωστόσο με υπομονή και επιμονή κατάφερε να επιβληθεί με την προσωπικότητά του αδιαφορώντας για ο,τιδήποτε θα τον κρατούσε δέσμιο των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων.

Το ‘Θαύμα’ είναι μια ταινία που συγκινεί βαθιά σχεδόν από το πρώτο λεπτό, και σε αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση αισιοδοξίας. Περνάει τα τόσο σημαντικά και θετικά μηνύματά της διακριτικά και με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να βρει κανείς σημεία ταύτισης, ανεξάρτητα από το αν το θέμα τον αφορά ή όχι, είτε σε προσωπικό είτε σε ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 28 Δεκεμβρίου. Το ομώνυμο βιβλίο της Ρ. Τζ. Παλάσιο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος. 



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2018
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/8781-wonder