Showing posts with label μεταφρασμένη λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label μεταφρασμένη λογοτεχνία. Show all posts

10 January 2022

Silvia Moreno - Garcia: Mexican Gothic

Το «Mexican Gothic» αυτοπροσδιορίζεται από τον τίτλο του σαν ένα γοτθικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο Μεξικό. Και είναι ακριβώς αυτό, αλλά δεν είναι μόνο αυτό: ξεκινά σε ανάλαφρο κλίμα, τονίζοντας έτσι την ανεμελιά και τον πρόσχαρο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, της νεαρής κοσμικής Νοεμί, για να μετατραπεί προοδευτικά και με εντυπωσιακή μαεστρία σε μια ανατριχιαστική, σκοτεινή ιστορία γεμάτη τρόμο, μυστήριο αλλά και ακαταμάχητη γοητεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 στο Μεξικό, η Νοεμί πηγαίνει να επισκεφθεί την Καταλίνα, την αγαπημένη της εξαδέλφη με την οποία μεγάλωσαν μαζί, ύστερα από ένα αινιγματικό και φαινομενικά ασυνάρτητο γράμμα της τελευταίας όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο άντρας της προσπαθεί να τη δηλητηριάσει. Η Καταλίνα είναι παντρεμένη με τον Βέρτζιλ Ντόιλ, αριστοκράτη βρετανικής καταγωγής, ο οποίος, μετά τον γάμο τους, την πήρε μαζί του στην απομονωμένη έπαυλη της οικογένειάς του, κόβοντας έμμεσα την επικοινωνία με τους δικούς της. Η έπαυλη, που ονομάζεται «Το Ψηλό Μέρος», βρίσκεται σε μια επαρχία ξεχασμένη από τον χρόνο, απομακρυσμένη από κάθε στοιχείο πολιτισμού, σε μια αφιλόξενη και αγχωτική ορεινή ύπαιθρο. Φτάνοντας εκεί, η Νοεμί θα γνωρίσει για πρώτη φορά τα τρία μέλη της οικογένειας του Βέρτζιλ – την αυστηρή και εμμονική με τους κανόνες αδερφή του Φλόρενς, τον υπερήλικα πατριάρχη Χάουαρντ και τον Φράνσις, τον μοναχικό και συνεσταλμένο γιο της Φλόρενς. Βρίσκοντας την Καταλίνα απόμακρη και καταβεβλημένη, η Νοεμί αποφασίζει να παρατείνει την παραμονή της στην έπαυλη, ενώ αρχίζουν να συμβαίνουν στο σπίτι πράγματα παράξενα, σχεδόν ανεξήγητα με τη λογική. Καθώς οι μέρες περνάνε και σιγά σιγά τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειας βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια, η Νοεμί έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με έναν κόσμο που της ήταν παντελώς άγνωστος μέχρι τότε, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό.

Γεννημένη το 1981 και μεγαλωμένη στο Μεξικό, η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία ζει στον Καναδά από το 2004. Έχει γράψει εφτά μυθιστορήματα και πάρα πολλά διηγήματα, κάποια από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές που έχει εκδώσει. Από τον 2019, γράφει για βιβλία στην εφημερίδα The Washington Post.

Με επιρροές από την κλασική γοτθική λογοτεχνία και τη μυθοπλασία τρόμου, το «Mexican Gothic» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που οφείλει μέρος της ομορφιάς και της μυστηριακής ατμόσφαιράς του στον τόπο καταγωγής της δημιουργού του. Το φολκλόρ της Κεντρικής Αμερικής, από τα πιο πλούσια και γοητευτικά παγκοσμίως, αν και δεν έχει, φαινομενικά, πρωταρχικό ρόλο, ενυπάρχει σε όλη την ιστορία με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η Νοεμί, για παράδειγμα, έχει Ινδιάνικη καταγωγή, από την πλευρά της μητέρας της. Κάτι που της προσδίδει ιδιότητες και χαρακτηριστικά, όχι μόνο όσον αφορά την εξωτερική της εμφάνιση, αλλά και την ψυχοσύνθεσή της: είναι δεκτική σε ερεθίσματα, επικοινωνεί με τον χώρο γύρω της με έναν ιδιαίτερο τρόπο. 

Ωστόσο είναι αυτός ο ακριβώς ο χώρος που παίζει τoν σημαντικότερο ρόλο και κυριαρχεί: ο ευρύτερος σκηνικός χώρος – το φυσικό τοπίο της μυστηριώδους υπαίθρου – και ο πιο συγκεκριμένος, το Ψηλό Μέρος, η βικτοριανής αισθητικής έπαυλη των Ντόιλ, που είναι και ο βασικότερος «χαρακτήρας» της ιστορίας, μαζί με ό,τι καραδοκεί στα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – θεμέλιά της: κάποτε ένα μεγαλοπρεπές αρχοντικό και πλέον άντρο παρακμής και αλλόκοτων συμβάντων, δρα και αντιδρά σαν ένας ζωντανός οργανισμός, του οποίου τα μέλη και τα ζωτικά όργανα είναι, εν μέρει, οι αινιγματικοί κάτοικοί του – και όχι μόνο, όπως θα αποκαλυφθεί στην πορεία. Εκεί μέσα η ηρωίδα καταδύεται σε μια Κόλαση που κρύβει ακόμα πιο φοβερά μυστικά, με την πραγματικότητα να διαστρεβλώνεται συνεχώς, σαν να παρεμβάλλονται στον χώρο και τον χρόνο της παραμορφωτικά κάτοπτρα. Το «Mexican Gothic» ακολουθεί μοτίβα που συναντάμε συχνά στη μυθοπλασία με διαφορετικές παραλλαγές – διαβάζοντάς το, έρχονται στο μυαλό εικόνες από κλασικά μυθιστορήματα (Ρεβέκκα της Δάφνης Ντι Μοριέ, Τζέιν Έιρ της Σαρλότ Μπροντέ, Μεγάλες Προσδοκίες του Τσαρλς Ντίκενς), από σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες (Πορφυρός Λόφος του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, Το Αντικλείδι του Ιέιν Σόφτλι) αλλά και βιντεοπαιχνίδια με συγγενικές θεματολογίες (Resident Evil 4, The Evil Within) – και μάς προσφέρει ένα υπέροχο θρίλερ με έντονο το στοιχείο του μεταφυσικού, με καθόλου τυχαίες αναφορές στη φύση (η Νοεμί παρομοιάζει μέλη της οικογένειας Ντόιλ με έντομα ή σαρκοβόρα φυτά, κάτι που, όπως αποδεικνύεται, είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό σχήμα λόγου), με μια πρωταγωνίστρια αξιολάτρευτη που εξελίσσεται κι εκείνη μέσα από τον εφιάλτη που βρέθηκε να ζει – και, υπό αυτό το πρίσμα, έχουμε να κάνουμε, εν μέρει και με ένα Bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), που εδώ ωστόσο αφορά την συναισθηματική και πνευματική ωρίμανση της ηρωίδας – και ένα σύνολο χαρακτήρων, πρωταγωνιστικών και δευτερευόντων, που μένουν όλοι πραγματικά αξέχαστοι.

Μέσα σε ένα κλίμα σχεδόν μονίμως οριακά ανησυχητικό, η Νοεμί διαπιστώνει κάθε μέρα και περισσότερο ότι η γενική «προσταγή» που την αφορά είναι να πλησιάζει όσο το δυνατόν λιγότερο την Καταλίνα. Προσπαθώντας αφενός να βοηθήσει την ξαδέρφη της και αφετέρου να λύσει το μυστήριο που μοιάζει να έχει δέσει την έπαυλη με κάτι που, αρχικά, εύκολα θα το ερμήνευε κανείς σαν στοίχειωμα ή μαγεία, ξεπερνάει συνεχώς τον εαυτό της και τα όριά της, ενώ σταδιακά αποκτά μια ζεστή, φιλική σχέση με τον Φράνσις. Από ένα σημείο και πέρα, η φιλία αυτή εξελίσσεται σε ένα τρυφερό, ερωτικό αίσθημα που προοδευτικά αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη για τις αποφάσεις αλλά και τις αντιδράσεις της Νοεμί, όταν πλέον το απίστευτο παρελθόν του πατριάρχη Χάουαρντ, μαζί με τα ανατριχιαστικά μυστικά της οικογένειας και τα εφιαλτικά σχέδιά της, αρχίζουν να έρχονται στο φως.

Η αφήγηση είναι γεμάτη ζωντάνια και γλαφυρότητα, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο στις σκηνές εκείνες όπου οι περιγραφές αφορούν εικόνες και καταστάσεις τρομακτικές. Η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία έχει πετύχει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο θρίλερ, το παραμύθι και τον ρεαλισμό, με τα τρία στοιχεία πότε να διαδέχονται το ένα το άλλο και πότε να μπλέκονται μεταξύ τους, καθιστώντας τα όρια ανάμεσά τους εσκεμμένα θολά και δυσδιάκριτα. Είναι δύσκολο – μέχρι και αδύνατο – να αφήσεις από τα χέρια σου το «Mexican Gothic» όταν αρχίσεις να το διαβάζεις. Σ’ αυτό συμβάλλει και η απολαυστική μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, η οποία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Στο εξώφυλλο (έχει διατηρηθεί το πρωτότυπο της ξένης έκδοσης), η ζωηρόχρωμη και ατμοσφαιρική εικόνα σε βάζει αμέσως στο κλίμα: θυμίζει πίνακες της Φρίντα Κάλο και «παίζει» με τα χρώματα του Μεξικού, στον βικτοριανό φόντο και το φόρεμα της γυναικείας φιγούρας που το κοσμεί, με την υποψία της παρακμής που αποτυπώνεται στο ελαφρώς ξεραμένο μπουκέτο που κρατάει στα χέρια της να προδίδει την αίσθηση της παρακμής και της αποσύνθεσης που αποπνέει το Ψηλό Μέρος. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2022

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17581-mexican-gothic

13 December 2021

Κιμ Μαν Τσουνγκ: Το νεφελώδες όνειρο των εννέα

Μέσα σ’ έναν κόσμο ονειρικό, στο μεταίχμιο ανάμεσα στη φαντασία και μια πραγματικότητα που κι εκείνη συμπεριέχει στοιχεία μυστηριακά και φαντασιακά, κινείται το «Νεφελώδες Όνειρο των Εννέα»,  γραμμένο από τον Κομφουκιανό λόγιο του 17ου αιώνα Κιμ Μαν Τσουνγκ. Εν μέρει παραμύθι, εν μέρει παραβολή, με στοιχεία φιλοσοφικά και υπαρξιακά, αφηγείται την ιστορία του Σονγκ-γι, ενός νεαρού βουδιστή μοναχού, ο οποίος, κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υποκύπτει σε δύο κοσμικούς πειρασμούς: πρώτα δέχεται να πιει κρασί, κάτι που του έχει απαγορευτεί ρητά, και στη συνέχεια ερωτοτροπεί με οχτώ νεράιδες που συναντάει στον δρόμο του. Αυτά τα δύο «παραπτώματα» οδηγούν στην αποπομπή του από το βουδιστικό τάγμα, και η τιμωρία που του επιβάλλεται είναι να ξαναγεννηθεί σαν κάποιος άλλος. Έτσι επιστρέφει στη γη ως  Σο-γιου, γιος ενός ερημίτη, ο οποίος μεγαλώνει και γίνεται ένας νέος πολύ όμορφος και πολύ χαρισματικός, μορφωμένος και ταλαντούχος, περιζήτητος γαμπρός που και ο ίδιος, ωστόσο, δεν μένει καθόλου ασυγκίνητος απέναντι στα θέλγητρα των κοριτσιών που γνωρίζει. Έχοντας την ευχέρεια, λόγω των ιδιοτήτων του αλλά και των ηθών της εποχής, να επιλέξει πάνω από μία συζύγους καθώς και ερωμένες, θα συνδεθεί διαδοχικά με οχτώ κοπέλες – υποψήφιες νύφες που προέρχονται από διαφορετικά μέρη και κοινωνικά στρώματα, όμως έχουν πολλά κοινά που τις συνδέουν. Η νέα του ζωή μοιάζει παραμυθένια, ωστόσο το γιατί του συμβαίνουν όλα αυτά και πού θα τον οδηγήσουν, θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να το ανακαλύψει.

Για να κατανοήσει κανείς το πνεύμα και τα βαθύτερα νοήματα του τόσο ξεχωριστού αυτού βιβλίου, πρέπει να λάβει καταρχάς υπόψη του την εποχή κατά τα την οποία γράφτηκε αλλά και την «καταγωγή» του. Η λογοτεχνία της Άπω Ανατολής χαρακτηρίζεται γενικά από τη βαθιά φιλοσοφική της φύση, η οποία ωστόσο διατρέχει τα κείμενα με απλότητα και πρωτογένεια, σαν ένα ακόμα κομμάτι της ζωής. Ο λυρισμός, οι ονειρικές περιγραφές, η έντονη, ανεπιτήδευτη ποιητικότητα είναι αναπόσπαστα στοιχεία της. Ο Κιμ Μαν Τσουνγκ ήταν Κορεάτης λόγιος και διανοούμενος και η ιστορία του βιβλίου του διαδραματίζεται στην Κίνα, σε έναν χωροχρόνο οριακά μυθικό, όπου οι άνθρωποι είναι σε συνεχή επικοινωνία με τη φύση και τον κόσμο των πνευμάτων. Οι κοπέλες που περιστοιχίζουν τον ήρωα του βιβλίου έχουν ονόματα πουλιών ή στοιχείων της φύσης (Χελιδόνα, Αγριόχηνα, Συννεφένια, Φεγγαρένια), και διαθέτουν διττή υπόσταση: παρουσιάζονται σαν πλάσματα που, πέρα από την ανθρώπινη οντότητά τους, έχουν και ιδιότητες που τις κατατάσσουν στον κόσμο των άυλων πλασμάτων. Αυτή η διττότητα άλλωστε εκφράζεται μέσα στο βιβλίο μέσα και από πολλές άλλες δυαδικότητες που αντικατοπτρίζουν την αρχέτυπη δυάδα γιν και γιανγκ με διάφορους τρόπους και εκφάνσεις. Πιο χειροπιαστά κατανοητές είναι οι δυαδικές σχέσεις που οι οχτώ κοπέλες συνάπτουν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ουσιαστικά τέσσερα «ζεύγη» από αγαπημένες φίλες, και στα οποία ζεύγη το ένα μέλος συμπληρώνει το άλλο, χωρίς κανένα από τα δύο να υστερεί σε κάτι ούτε να θεωρείται υποδεέστερο. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, ο Σονκ-γι και ο Σο-γιου (ο ήρωας και η μετενσάρκωσή του) αποτελούν μια βασική δυάδα, τα μέλη της οποίας ωστόσο συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο και δεν εμφανίζονται ποτέ μαζί. Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας, ωστόσο, ο Σο-γιου γίνεται για λίγο και ο ίδιος μέλος μιας ορατής δυάδας, όταν περνάει στο προσκήνιο ο πρίγκιπας αδελφός μιας από τις κοπέλες.

Σε άμεση συνάρτηση με το στοιχείο της δυαδικότητας, που εκ των πραγμάτων κυριαρχεί στην ιστορία, είναι και οι μεταμορφώσεις, μεταφορικές και κυριολεκτικές, που συντελούνται κατά τη διάρκειά της, με πρώτη απ’ όλες την αρχική, την μετενσάρκωση του Σονγκ-γι στον Σο-γιου, η οποία αποτελεί, από μόνη της, μια δοκιμασία εξέχουσας σημασίας για τον ήρωα και την εξέλιξή του. Οι οχτώ κοπέλες έχουν κι εκείνες περάσει από ένα στάδιο μεταμόρφωσης, κάτι που αποκαλύπτεται πολύ αργότερα μαζί με την πραγματική ταυτότητά τους. Βλέπουμε να γίνονται και άλλες μεταμορφώσεις, οι οποίες με μια πρώτη ματιά φαίνονται επιφανειακές: ο Σο-γιου μεταμφιέζεται σε ιέρεια για να μπορέσει να μπει στο σπίτι μιας κοπέλας και να τη δει από κοντά, μία από τις άλλες κοπέλες μεταμφιέζεται σε αγόρι για να τον πλησιάσει, κάποια άλλη υποδύεται την άλλη εκπρόσωπο της δικής της δυάδας. Ωστόσο και αυτές οι μεταμφιέσεις είναι μικρότερες δοκιμασίες, από τις οποίες περνάει ο ήρωας χωρίς πάντα να το αντιλαμβάνεται, και όλες μαζί λειτουργούν σαν επιμέρους εξεταστικές διαδικασίες μιας, πνευματικής κυρίως, τελετουργίας που διαρκεί πολλά χρόνια και εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της ζωής του. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορία του βιβλίου είναι και κατά ένα μεγάλο μέρος της μια πορεία συναισθηματικής και πνευματικής ενηλικίωσης, καθώς ο ήρωας γίνεται ολοένα και σοφότερος μαθαίνοντας πράγματα για τον εαυτό του, χωρίς να παραλείπει βέβαια να παίρνει και τα ανάλογα μαθήματα ζωής, συνέπειες και απόρροιες τόσο των αξιέπαινων ενεργειών όσο και των ατοπημάτων του. 

Οι μυστηριώδεις ιδιότητες της δυαδικότητας επεκτείνονται και στη γενικότερη χρήση των αριθμών ως μαγικών στοιχείων. Το δύο έτσι κι αλλιώς θεωρείται μαγικός αριθμός, όπως και το εννέα που επίσης έχει μεγάλη σημασία στην ιστορία: οι οχτώ νεράιδες και ο Σονγκ-γι, και στη συνέχεια οι οχτώ υποψήφιες νύφες και ερωμένες και ο Σο-γιου, απαρτίζουν δύο ομάδες που αποτελούνται από εννέα άτομα. Οχτώ παιδιά απέκτησε ο ήρωας, ένα με κάθε μία από τις κοπέλες, ενώ το βιβλίο ξεκινάει απαριθμώντας τα πέντε όρη της Ανατολικής Ασίας. Η φιλοσοφία επίσης παίζει σημαντικό ρόλο: εκτός από τον Βουδισμό, ο Κιμ Μαν Τσουνγκ μνημονεύει επίσης τον Ταοϊσμό και τον Κομφουκιανισμό ως σημαντικούς φιλοσοφικούς κλάδους, κάτι που αντικατοπτρίζεται και μέσα στην ιστορία μέσα από διάφορα στοιχεία, όπως την προαναφερθείσα χρήση των αριθμών.

Ο ήρωας, αλλά και τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας, μιλούν με πνευματικότητα όπως και ο αφηγητής, που χρησιμοποιεί όμορφες λέξεις, ποιητικές αλληγορίες και συχνές αναφορές στη φύση, τα πλάσματα και τα λουλούδια της. Τα σκηνικά είναι εξίσου ονειρικά: ανθισμένα λιβάδια, ηλιόλουστες βουνοκορφές, παλάτια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Το βιβλίο του Κιμ Μαν Τσουνγκ διαβάζεται εύκολα χάρη στη ρέουσα, ανάλαφρη γλώσσα του, εδώ σε πολύ καλή μετάφραση της Ελένης Κατσιώλη, που αφήνει στον αναγνώστη μια αίσθηση ευφορίας και ψυχικής ηρεμίας. Ωστόσο είναι γεμάτο περίπλοκες φιλοσοφικές σκέψεις και νοήματα που επιδέχονται πολλές ερμηνείες, μέσα από ένα πνεύμα πανανθρώπινο και διαχρονικό.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17450-nefelodes-oniro-ennea

22 October 2021

E.T.A. Hoffman: Τα ελιξίρια του διαβόλου

Αν και σαφώς επηρεασμένο από το κίνημα του ρομαντισμού και με προφανείς τις επιρροές από την γοτθική λογοτεχνία του ευρωπαϊκού βορρά, το σκοτεινό, μεταφυσικό και μυστηριακό μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α Χόφμαν «Τα Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ουσιαστικά μια φιλοσοφική μελέτη που διεισδύει στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Ο αδελφός Μεράρδος, κατά κόσμον Φραντς, κεντρικός ήρωας και βασικός αφηγητής, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είχε φαινομενικά όλες τις προδιαγραφές για να ζήσει μια φωτισμένη, εναρετη ζωή, ένας άνθρωπος χαρισματικός ο οποίος ωστόσο κουβαλάει στους ώμους του τη βαριά κληρονομιά των πράξεων των προγόνων του. Οι πράξεις αυτές επαναλαμβανονται από γενιά σε γενιά με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια και ο ήρωας, αδύναμος μπροστά στο προκαθορισμενο του πεπρωμένο, δεν μπορεί παρά να τις επαναλάβει με τη σειρά του και ο ίδιος.

Πολυπράγμων και πολυσχιδής, ο Έρνεστ Τέοντορ Αμαντεους Χόφμαν (1776-1822) ήταν, εκτός από λογοτέχνης, και νομικός, συνθέτης, σκηνογράφος, κριτικός μουσικής, διευθυντής ορχήστρας και δικαστής, μεταξύ άλλων. Προς τιμήν του Μότσαρτ, άλλαξε το όνομά του από Βίλχελμ σε Αμαντέους. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικους συγγραφείς του κινήματος του ρομαντισμού, καθώς επηρέασε και πολλούς μεταγενεστερους συγγραφείς, όπως τον Πόε, τον Μποντλέρ, τον Κάφκα, τον Ντίκενς και τον Ντοστογιεφσκι. Τα έργα του ενέπνευσαν συνθέσεις μπαλέτων όπως ο «Καρυοθραύστης» του Τσαϊκόφσκι και η «Κοπέλια» του Ντεμπισί, ενώ σε τρεις ιστορίες του βασίζεται η όπερα του Ζακ Όφενμπαχ «Τα παραμύθια του Χόφμαν» στην οποία μάλιστα πρωταγωνιστικός ήρωας είναι ο ίδιος ο Χόφμαν.

Τα «Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο και στην δομή του ακόμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Χωρίζεται σε δύο εκτενή μέρη, γραμμένα με αρκετή χρονική απόσταση μεταξύ τους, από τα οποία το πρώτο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και το δεύτερο από τρία. Έχουμε αφήγηση μέσα στην αφήγηση – ο κύριος όγκος είναι η εξιστόρηση του Μεράρδου σε πρώτο πρόσωπο, η οποία παρατίθεται από τον εκδότη του χειρογράφου του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αφήγησης του Μεράρδου, τόσο ο ίδιος όσο και άλλα ατομα που συναντάει και συναναστεφεται αφηγούνται ιστορίες, κατά κανόνα μακροσκελείς και με έμφαση στις λεπτομέρειες. Οι ιστορίες αυτές σχετίζονται άμεσα η έμμεσα με τον Μεράρδο, άλλοτε φωτίζοντας πτυχές της δικής του ιστορίας και άλλοτε προσθέτοντας επιπλέον μυστήριο σε καίρια γεγονότα της ζωής του. 

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα μοναστήρι προτού ακόμη αποφασίσει να γίνει μοναχός, ο Μεράρδος, στην πορεία της ζωής του, έρχεται συνεχώς αντιμέτωπος με ανατροπές, αποκαλύψεις και μοιραίες συναντήσεις με άτομα των οποίων η ζωή φαίνεται να συνδέεται με τη δική του με έναν μυστικό, άρρηκτο δεσμό. Η έννοια της μοίρας αλλά και του πεπρωμένου έπαιζε έτσι κι αλλιώς πολύ σημαντικό ρόλο στη λογοτεχνία του ρομαντισμού και ιδίως του σκοτεινού ρομαντισμού, του άμεσα επηρεασμένου από την γοτθική λογοτεχνία. Άλλωστε, και ο Χόφμαν είχε σαν αφετηρία για την σύνθεση της ιστορίας αυτής ένα παλιότερο κείμενο, τον «Καλόγερο», αρχετυπικό μυθιστόρημα γοτθικού τρόμου που ο συγγραφέας του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις είχε γράψει προτού καν κλείσει τα είκοσι. 

Από την αρχή της ζωής του, ο Μεράρδος είχε έντονη γύρω του την παρουσία της θρησκείας και των εκπροσώπων της. Στα 16 του αποφασίζει να ακολουθήσει την ιερατική σταδιοδρομία, όπου αποδεικνύεται ότι διαθέται έμφυτο ταλέντο. Γρήγορα εξελίσσεται σε χαρισματικό ρήτορα που συνεπαίρνει το ποίμνιό του, και είναι το καμάρι των ανωτέρων του στη μονή όπου ζει. Όλα αυτά μέχρι που μπαίνει στον πειρασμό και δοκιμάζει λίγο από το ελιξίριο του διαβόλου, ένα μυστηριώδες κρασί που φυλάσσεται στη μονή σαν κειμήλιο. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, αρχίζει η διαρκής αναμέτρησή του με την σκοτεινή πλευρά του. Από πιστός και αφοσιωμένος μοναχός και χαρισματικός ρήτορας, μετατρέπεται σε υποχείριο των πιο απαγορευμένων επιθυμιών του και εμπλέκεται σε μια αλυσίδα εγκληματικών και άνομων πράξεων από τις οποίες η παράξενη μοίρα του τον προστατεύει, απαλλάσσοντάς τον από την ενοχή του για ένα μεγαλο διάστημα. Ο Μεράρδος παίρνει διάφορες μορφές και ταυτότητες, όπως ο διάβολος. Άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, άλλοτε εξαιτίας μιας παρεξήγησης, πότε μόνος του και πότε με κάποιον ακούσιο βοηθό, υποδύεται πρόσωπα που, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει ακόμα, συνδέονται μαζί του με τους πιο στενούς δεσμούς αίματος. Το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειάς του, που ο ίδιος το αγνοεί, έρχεται σιγά σιγά στο προσκήνιο και αρχίζει να κατευθύνει και να καθορίζει τη ζωή του. Ταυτίζοντας τη θρησκευτική ευλάβεια με την ερωτική επιθυμία, ερωτεύεται την αθώα Αυρηλία η οποία, από ένα ειρωνικό γύρισμα της τύχης, μετατρέπεται, εν μέρει άθελά της, στη νέμεσή του. 

Ο Μεράρδος  και ο «κακός» εαυτός του είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυαδικότητας που παίζει εξέχοντα ρόλο στο μυθιστόρημα και πολλές φορές κυριαρχεί, και τυχαίνει να είναι και το πιο σύνθετο. Όταν αποφασίζει να γίνει μοναχός, αποκτά τη θρησκευτική έκφανση του εαυτού του, σε αντιδιαστολή με την ήδη υπάρχουσα κοσμική. Στη συνέχεια, όταν αναδύεται από τα υπόγεια του μυαλού του η σκοτεινή πλευρά του, διχάζεται και πάλι ανάμεσα στην ενάρετη υπόσταση του μοναχού και μια ύπουλη προσωπικότητα που φαινομενικά καθοδηγείται από τον διάβολο. Αργότερα, για να καλύψει κάποιες από τις πράξεις του, δανείζεται το όνομα του Λεονάρδου, του ηγούμενου της μονής του, ενώ, καθώς μια αποκάλυψη από το παρελθόν φέρνει στο προσκήνιο ένα πρόσωπο – κλειδί, ο Μεράρδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εκδοχή του εαυτού του που δεν περίμενε ποτέ να συναντήσει. Ανάλογες «δυάδες» συναντάμε και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία είτε πιο ξεκάθαρα είτε πιο κρυπτικά αντικατοπτρίζουν το ένα το άλλο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ένα από τα δύο είναι το ενάρετο, το «καθαρό», και το δεύτερο αποτελεί την κακή, ψυχικά και πνευματικά παραμορφωμένη εκδοχή του.

Χειμαρρώδες, συναρπαστικό, δαιδαλώδες και πολυεπίπεδο, το μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, εδώ σε εξαιρετική μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού, που υπογράφει και το ιδιαίτερα κατατοπιστικό Επίμετρο, αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής κατά την οποία γράφτηκε. Η δύναμη της θρησκευτικής εξουσίας, οι πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις, οι προλήψεις και οι δυσειδαιμονίες, η τυφλή πίστη στις άυλες δυνάμεις, καλές και κακές, όλα αυτά στον υπερθετικό βαθμό, σχολιάζονται μέσα από την ιστορία του καταραμένου ήρωα Μεράρδου, ο οποίος, εν τέλει, υπέκυψε όχι τόσο στον πειρασμό της σάρκας όσο σε εκείνον της υπέρμετρης αλαζονείας. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις πνευματικές του ικανότητες τον έκανε να θεωρεί ότι ήταν σε θέση να ελέγξει την επίδραση που θα είχε στο μυαλό και την ψυχή του του ελιξίριο του διαβόλου. Αλλά επρόκειτο όντως για ένα δαιμονικό ποτό; Ή τελικά ήταν απλά ένα παλιό κρασί που, μόνο και μόνο εξαιτίας της σκανδαλιστικής ονομασίας του, πρόσφερε σε όποιον το δοκίμαζε την ψευδαίσθηση ότι περιείχε κάτι ικανό να τον αλλάξει, δίνοντάς του έτσι το άλλοθι για να ακολουθήσει έναν δρόμο που, σε άλλη περίπτωση, θα δίσταζε να πάρει, έχοντας πλέον τη δικαιολογία ότι «δεν φταίω εγώ, ο διάβολος με παρέσυρε», θέτοντας παράλληλα σε δοκιμασία και την πίστη του; Όπως άλλωστε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πάπας σε μια συνομιλία του με τον ήρωα, «το αιώνιο πνεύμα δημιούργησε έναν γίγαντα που μπορεί να δαμάσει και να αλυσοδέσει εκείνο το τυφλό κτήνος που μαίνεται μέσα μας. Αυτός ο γίγαντας ονομάζεται συνείδηση και από την πάλη του με το κτήνος γεννιέται η ελεύθερη βούληση. Η νίκη του γίγαντα είναι η αρετή, η νίκη του κτήνους η αμαρτία».


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17119-elixiria-diavolou

21 September 2021

Katharina Bendixen: Το δέντρο με τα μπουκάλια του ουίσκι

Εγκλωβισμένοι στην καθημερινότητα, θύματα της ρουτίνας τις περισσότερες φορές, αλλά και δικών τους εμμονών και απωθημένων, οι ήρωες της Καταρίνα Μπέντιξεν μοιάζουν με μέλη ενός αλλόκοτου θιάσου, που κινούνται οριακά μεταξύ μιας ασφυκτικής πραγματικότητας και μιας ακόμα πιο νοσηρής, παράλογης φαντασίας. Ζουν καταστάσεις και γεγονότα τα οποία είναι, στη βάση τους, οικεία και συνηθισμένα, ωστόσο παίρνουν εξωπραγματικές, εξωφρενικές, ακόμα και εφιαλτικές προεκτάσεις ιδωμένα από απροσδόκητες, εντελώς αντισυμβατικές, οπτικές γωνίες. Αυτό ακριβώς είναι και το στίγμα των ιστοριών αυτών, που αποτελούν το συγγραφικό ντεμπούτο της Μπέντιξεν, κάτι που διαφαίνεται ήδη και από τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος είναι και ο τίτλος ενός από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται σ᾽αυτήν.

Η ολοένα αναβαλλόμενη επίσκεψη της κόρης που ζει στην Αφρική, η παρουσία παιδιών σε ένα σπίτι, η επιθυμία για απαλλαγή από μια κουραστική σχέση, η τραγική ανάμνηση ενός ατυχήματος, ο θάνατος μιας συναδέλφου στη δουλειά – πράγματα που μπορεί να τύχουν στον καθένα και που η απλή αναφορά και περιγραφή τους δεν έχει τίποτα το αξιοπερίεργο, εντάσσονται εδώ σε έναν κόσμο που μοιάζει να υφίσταται παράλληλα με τον «πραγματικό» και φαντάζει σαν μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της υπαρκτής καθημερινότητας. Σαν κάτι «κουνημένες» φωτογραφίες, όπου το περίγραμμα των ανθρώπων και των αντικειμένων είναι θολό, φαίνεται διπλό και τριπλό, και αλλοιώνει την αναμενόμενη και οικεία στο μάτι εικόνα που έχουμε για τον κόσμο γύρω μας. Παραδόξως, ωστόσο, μέσα από αυτή τη διαστρέβλωση, αποκαλύπτονται ανατριχιαστικές αλήθειες, και αναδεικνύεται η τραγικότητα και η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ζωής όταν αμφότερες γίνονται έρμαια ανεξέλεγκτων καταστάσεων αλλά και άλλων ανθρώπων.

«[…] Εν τω μεταξύ είχε γεμίσει και η τραπεζαρία με δέκα παιδιά, και τα παιδιά κατακτάνε το δωμάτιό μας. Στο πάτωμα σέρνονται ήδη είκοσι, και στις γωνιές του κρεβατιού μας τη νύχτα κοιμούνται άλλα πέντε. Μόνο κάποια μέρη του κρεβατιού μας έχουνε μείνει ακόμα. Τα παιδιά δεν μας αφήνουνε να σηκωθούμε, να φάμε, να κοιμηθούμε, είμαστ’ αναγκασμένοι να φυλάμε μικροσκοπικά κομμάτια των σεντονιών.» (Το στενόχωρο σπίτι μας)

Είναι πολύ λεπτό το όριο ανάμεσα στην τετριμμένη καθημερινότητα και την τρέλα. Οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες της Μπέντιξεν είναι μπλεγμένοι στα γρανάζια μιας ρουτίνας, ανίκανοι να αντιδράσουν σε ό,τι τους καταπιέζει. Άλλοτε πάλι, εμπειρίες και βιώματα από το παρελθόν έρχονται και γαντζώνονται πάνω τους σαν χαμοδράκια – δεν τους αφήνουν στιγμή σε ησυχία και από ένα σημείο και πέρα αποκτούν τερατώδεις διαστάσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, τύψεις για τυχόν λάθη εξογκώνονται, κυριαρχούν στις μνήμες τους και μοιάζουν να ορίζουν σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωή τους.

Η Μπέντιξεν εισχωρεί στο μυαλό των ηρώων της και καταγράφει επακριβώς τις βαθύτερες ανησυχίες και τα πιο καλά κρυμμένα συναισθήματα και μυστικά τους. Όλες οι ιστορίες είναι σε πρώτο πρόσωπο, και κάθε φορά ο αφηγητής είναι διαφορετικός. Οι σύντομες αφηγήσεις τους θυμίζουν τους βραχνάδες – εκείνα τα εγκλωβιστικά άσχημα όνειρα από τα οποία είναι πολύ δύσκολο να ξυπνήσεις. Άλλωστε κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους ανθρώπους αυτούς. Η ζωή τους, η καθημερινότητά τους, φτάνουν σ᾽ένα σημείο όπου είτε τους καταπίνουν, είτε τους «αναγκάζουν» να προβούν σε πράξεις παράτολμες και επικίνδυνες  που, σε ένα άλλο επίπεδο, θα τις έλεγε κανείς και εγκληματικές. Τρόπον τινά, δηλαδή, τους αναγκάζουν – εξ ου και τα εισαγωγικά – γιατί οι πράξεις αυτές είτε παραμένουν τελικά στη σφαίρα της φαντασίας τους, είτε, αν πράγματι τελούνται, είναι ενέργειες που εκείνοι πάντα ήθελαν να τις κάνουν, αλλά για τον ένα ή τον άλλο λόγο δείλιαζαν. Κυρίως από το φόβο του τι θα πει ο κόσμος. 

«[…] Πολύ σύντομα δεν άντεχα πια τα παρακάλια της, και δεν μου έμενε τίποτ’ άλλο απ’ το να εξαφανίσω τα παρακάλια μαζί μ’ εκείνη τη γυναίκα στην πρέσα σιδερώματος. Τύλιξα τη γυναίκα στο σιδερόπανο στο ρολό και τη γύρισα πέρα δώθε, λίγο αντιστάθηκε μόνο. Λιώμα από το βάρος των κυλίνδρων, κατέβηκε τρέμοντας από την πρέσα. Έπεσε κάποιες φορές πάνω στην κάσα της πόρτας κι ύστερα βγήκε έξω σκοντάφτοντας στο κατώφλι.» (Προς το παρόν δεν θέλω σκοτούρες)

Στην πρώτη της αυτή συλλογή διηγημάτων, η Καταρίνα Μπέντιξεν εναλλάσσει τον ωμό ρεαλισμό με τις σουρεαλιστικές περιγραφές, φέρνοντας έτσι στην επιφάνεια τον παραλογισμό της καθημερινότητας και φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές πτυχές του μυαλού και της ψυχής των ανθρώπων. Με γραφή άμεση, αυθόρμητη και συχνά – πυκνά ωμή και συνειρμική, η οποία έχει αποδοθεί εξαιρετικά στη γλώσσα μας από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, συνθέτει εικόνες οι οποίες, μέσα από τον αλληγορικό χαρακτήρα τους και τον δαιδαλώδη συμβολισμό τους, βγάζουν απόλυτα νόημα και βρίσκουν σημεία ταύτισης με στοιχεία της καθημερινότητας που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι ίσως περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε οικεία.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/16915-dentro-mpoukalia

15 September 2021

M.G. Leonard & Sam Sedgman: Ληστεία στο Χάιλαντ Φάλκον

Η περιπέτεια μυστηρίου «Ληστεία στο Χάιλαντ Φάλκον» ακολουθεί τη δομή ενός κλασικού παιδικού - εφηβικού βιβλίου του είδους, αλλά διαθέτει ένα πρωτότυπο χαρακτηριστικό: πρωταγωνιστής είναι, ουσιαστικά, ένα τρένο, μια ιστορική ατμομηχανή που πρόκειται να εκτελέσει το τελευταίο της δρομολόγιο σε μία πανηγυρική διαδρομή με υψηλούς προσκεκλημένους. Ο Χαλ Μπεκ, ο μικρός ήρωας της ιστορίας, βρίσκεται κι αυτός ανάμεσα στη λίστα των καλεσμένων κατ’ εξαίρεση, καθώς έχει δεχτεί να συνοδέψει στη διαδρομή αυτή τον θείο του, ο οποίος είναι διάσημος ταξιδιωτικός συντάκτης και συγγραφέας. Η αρχική δυσαρέσκεια του Χαλ για το επικείμενο ταξίδι αρχίζει σιγά σιγά να κάμπτεται καθώς ανακαλύπτει ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο τρένο. Η ατμομηχανή του κινείται με τρόπους παραδοσιακούς, κι επιπλέον όλη του η κατασκευή είναι ασυνήθιστη, εντυπωσιακή και συναρπαστική. Στη συνέχεια, θα γνωρίσει τη Λένι, την κόρη του μηχανοδηγού, η οποία έχει τρυπώσει κρυφά στο τρένο γιατί δεν ήθελε με τίποτα να χάσει αυτή την τελευταία διαδρομή, ενώ μια σειρά από ύποπτες ληστείες θα μετατρέψουν το ταξίδι σε μια άκρως ενδιαφέρουσα αστυνομική έρευνα για τα δύο παιδιά που, στο μεταξύ, έχουν γίνει φίλοι.

Η Μάγια Λέοναρντ, συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων από το 2016, συνεργάστηκε με τον συνάδελφό της Σαμ Σέτζμαν για τη δημιουργία αυτής της διασκεδαστικής περιπέτειας, όταν αποφάσισε να γράψει μια ιστορία που να είχε σχέση με τρένα. Η «Ληστεία στο Χάιλαντ Φάλκον» είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς «Στις ράγες του μυστηρίου», ενώ για τον Σέτζμαν ήταν και το πρώτο βιβλίο εφηβικής λογοτεχνίας που έγραψε. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει στο ενεργητικό του, πέρα από τις άλλες προηγούμενες ενασχολήσεις και δραστηριότητές του, την ίδρυση μιας εταιρείας που οργάνωνε, κατά παραγγελία, κυνήγια θησαυρού σχετικά με μυστηριώδη εγκλήματα για λογαριασμό κατοίκων του Λονδίνου που αγαπούσαν τις περιπέτειες, κάτι που διαφαίνεται και στο βιβλίο, όπου κυριαρχεί το στοιχείο της αναζήτησης και της ανακάλυψης. 

Το Χάιλαντ Φάλκον, το τρένο του τίτλου, είναι φανταστικό, ωστόσο αντιπροσωπεύει όλα εκείνα τα τρένα του παλιού καιρού που λειτουργούσαν χειροκίνητα, μέσω μιας σειράς αρκετά περίπλοκων και απαιτητικών βημάτων. Είναι μια διαδικασία που οι συγγραφείς έχουν την ευκαιρία να περιγράψουν λεπτομερώς σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, αποτίοντας έτσι έναν συγκινητικό φόρο τιμής στις ατμομηχανές που πλέον αποτελούν ένα ιστορικό, μουσειακό είδος.  Το όνομα που αποφάσισαν να δώσουν στο συγκεκριμένο τρένο δεν είναι τυχαίο: Χάιλαντ Φάλκον σημαίνει «Το γεράκι των Χάιλαντς» και παραπέμπει σε ένα συγκεκριμένο είδος πετρίτη που συναντάται στα υψίπεδα (highlands) της Σκοτίας και χαρακτηρίζεται από την εξαιρετικά εντυπωσιακή ταχύτητά του. Κάπως έτσι και η συγκεκριμένη ατμομηχανή μπορεί να τρέχει πολύ γρήγορα παρ’ όλο που βασίζεται αποκλειστικά σε ανθρώπινους χειρισμούς για να κινηθεί. Ιδιαίτερα εύστοχα, η πρόσοψη της ατμομηχανής έχει αποδοθεί από την εικονογράφο Ελίζα Παγκανέλι με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει ακριβώς γεράκι, ενώ εξίσου παραστατικά και με έμφαση στη λεπτομέρεια, τα σχέδια που συνοδεύουν το κείμενο μοιάζουν να έχουν βγει από μπλοκ ζωγραφικής – καθόλου τυχαία, καθώς ο μικρός ήρωας ζωγραφίζει συνεχώς στο τετράδιο που του έχει δώσει ο θείος του για να απασχολείται, αλλά δεν ζωγραφίζει τυχαία. Σκιτσάρει ό,τι βλέπει γύρω του: αξιοθέατα από τη διαδρομή, χαρακτηριστικά βαγόνια του τρένου, όπως το παρατηρητήριο με τα φυτά και το γυάλινο ταβάνι που θυμίζει θερμοκήπιο, αλλά και τους αξιοπερίεργους συνεπιβάτες του οι οποίοι περιφέρονται από βαγόνι σε βαγόνι, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, απαρτίζοντας έναν θίασο από ενδιαφέρουσες αλλά και μυστηριώδεις προσωπικότητες. 

Η αγάπη του Χαλ για το σχέδιο, αλλά και τα ίδια του τα σκίτσα θα αποτελέσουν ένα σημαντικό μέσο για την εξιχνίαση των παράξενων ληστειών, όταν κάποια στιγμή η αστυνομία, παραπλανημένη από ψεύτικες καταθέσεις, θα ρίξει την ευθύνη στον λάθος άνθρωπο. Έχοντας την τάση να απεικονίζει στο χαρτί σκηνές που εκτυλίσσονται μπροστά του, ο πρωταγωνιστής μας έχει άθελά του καταρτίσει έναν ιδιότυπο εικονογραφημένο οδηγό για τη λύση του μυστηρίου. Σίγουρος ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, ο Χαλ, με τη βοήθεια της Λένι, θα ξεκινήσει μια εξερεύνηση στα κρυφά, αναζητώντας απαντήσεις στα βαγόνια του τρένου όπου συνήθως δεν πατάει κανείς. Και όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αποδεικνύεται ότι ο πραγματικός ένοχος είναι αυτός που συγκεντρώνει τις λιγότερες υποψίες.

Αν και γραμμένη στο τρίτο πρόσωπο, η αφήγηση είναι από την πλευρά του Χαλ, καθώς παρακολουθούμε τα πάντα μέσα από το δικό του βλέμμα. Το κείμενο ρέει ευχάριστα, χάρις και στην καλή μετάφραση της Ευγενίας Κολυδά, ενώ αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής τα πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια που περιέχουν έξυπνα ενταγμένες σημαντικές πληροφορίες για τα τρένα και τις ατμομηχανές. Κυκλοφορεί επίσης και το δεύτερο βιβλίο της σειράς με τον τίτλο «Απαγωγή στο Καλιφόρνια Κόμετ».


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/efivika/16873-leonard-sedgman

6 March 2021

Το μέλλον είναι εδώ: Οι προφητικές δυστοπίες του Τζορτζ Όργουελ


Από την 1η Ιανουαρίου του 2021, τα βιβλία του Τζορτζ Όργουελ είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων, και με την ευκαιρία αυτή, κυκλοφόρησαν στη χώρα μας πολλές και διαφορετικές εκδόσεις των έργων του. Ανάμεσά τους φυσικά δεν θα μπορούσαν να μην είναι τα δύο πιο εμβληματικά, η νουβέλα Η Φάρμα των Ζώων και το μυθιστόρημα 1984, κλασικές αλληγορίες που τυχαίνει να είναι και πιο επίκαιρες από ποτέ.

Αν και τα δύο αυτά έργα γράφτηκαν μέσα σε συγκεκριμένες γεωπολιτικές – κοινωνικές συνθήκες, και με σκοπό να καυτηριάσουν στοχευμένα πολιτικές και καθεστώτα της εποχής, η αλληγορική τους δυναμική ξεπερνάει τυχόν χρονικά και τοπικά όρια και βρίσκει εφαρμογή και αντιστοιχία ακόμα και στις μέρες μας – και μάλιστα πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Άλλωστε δεν έχει και τόση σημασία ποιο είναι το εκάστοτε καθεστώς και πώς ονομάζεται, καθώς η ιστορία έχει δείξει – και συνεχίζει, δυστυχώς, να αποδεικνύει καθημερινά – ότι όποιος αναλαμβάνει μια θέση κυριαρχική, δεν αργεί να ξεχάσει τις τυχόν λαϊκές καταβολές του και την όποια ιδεολογία τον έσπρωξε αρχικά να επιδιώξει ένα υψηλό πολιτικό πόστο, και τελικά καταλήγει σχεδόν αντίγραφο αυτού τον οποίο ανέτρεψε, με τις συνέπειες να είναι πάντα εξίσου δυσάρεστες για την πλειονότητα των ανθρώπων οι οποίοι υφίστανται οποιασδήποτε μορφής και πολιτικής κατεύθυνσης απολυταρχική εξουσία.

Η Φάρμα των Ζώων διαδραματίζεται σε ένα αγρόκτημα, όπου τα ζώα, αγανακτισμένα από την κακομεταχείριση των ανθρώπων, αποφασίζουν να επαναστατήσουν. Η ανταρσία τους στέφεται με απόλυτη επιτυχία, οι άνθρωποι εκδιώκονται κακήν κακώς, και σύντομα αρχίζει στη φάρμα μια περίοδος ευημερίας όπου κυριαρχούν η ισότητα και η δικαιοσύνη. Όμως σύντομα οι μέχρι πρότινος πρωτεργάτες της επανάστασης καλομαθαίνουν στην εξουσία, αρχίζουν να κοιτάζουν το προσωπικό τους συμφέρον και να αδιαφορούν για τα υπόλοιπα ζώα, τα οποία από ένα σημείο και πέρα μετατρέπονται ξανά σε υποτελείς και επανέρχονται σε συνθήκες ζωής και εργασίας που ελάχιστα διαφέρουν από την εποχή που είχαν τους ανθρώπους πάνω από το κεφάλι τους. Οι νόμοι που είχαν συντάξει όλοι μαζί, για να τηρούνται ευλαβικά από το σύνολο της κοινωνίας της Φάρμας, προοδευτικά διαστρεβλώνονται συστηματικά και μεθοδικά, έτσι ώστε κανείς τελικά να μη θυμάται τι είχε αρχικά συμφωνηθεί. Τα ζώα χωρίζονται σιγά σιγά σε κοινωνικές τάξεις, με τους προνομιούχους αρχηγούς να υιοθετούν όλο και περισσότερες ανθρώπινες συνήθειες, να έρχονται όλο και πιο συχνά σε επικοινωνία με τους ανθρώπους και στο τέλος να γίνονται κυριολεκτικά ίδια μ’ αυτούς. 

Το 1984 περιγράφει μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, όπου η αστυνόμευση και ο έλεγχος έχουν μπει κυριολεκτικά μέσα στα σπίτια, και οι άνθρωποι απαγορεύεται να έχουν συναισθήματα, να διαβάζουν, να ψυχαγωγούνται, να ερωτεύονται. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού, ο οποίος παρακολουθεί τα πάντα ασταμάτητα μέσα από οθόνες που είναι τοποθετημένες σε κάθε σπίτι, η ζωή είναι απόλυτα κατευθυνόμενη. Οι πολίτες του Λονδίνου είναι απλά γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής, και όχι μόνο η ελεύθερη έκφραση, αλλά και η ελεύθερη σκέψη είναι αυστηρά απαγορευμένες. Το λεξιλόγιο έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες λέξεις, με προοπτική να συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο. Τόσο η μακρινή όσο και η σύγχρονη ιστορία διαστρεβλώνονται, η λογοτεχνία κατακρεουργείται από την λογοκρισία, κλασικά κείμενα ξαναγράφονται για να φύγει από τις σελίδες τους κάθε τι που θεωρείται επικίνδυνο ή απειλητικό για την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Παρόμοια μεταχείριση έχουν και οι ειδήσεις, οι οποίες κυριολεκτικά κόβονται και ράβονται, ανάλογα με την περίσταση. Οι μνήμες των ανθρώπων χάνονται μέσα σε παραπλανητικές και εσκεμμένα λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με το παρελθόν. Κόντρα σε όλα αυτά, ο Ουίνστον Σμιθ, ο ήρωας της ιστορίας, αρχικά μηχανεύεται έναν τρόπο ώστε η οθόνη παρακολούθησης που βρίσκεται στο διαμέρισμά του να μην μπορεί να τον δει κάθε στιγμή. Ανακαλύπτει ένα παλαιοπωλείο και αγοράζει ένα σημειωματάριο, όπου κρατάει ημερολόγιο. Αργότερα ερωτεύεται. Η Τζούλια, η κοπέλα με την οποία σχετίζεται ανήκει σε νεότερη γενιά κι έχει γαλουχηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την προπαγάνδα του συστήματος, παρ’ όλα αυτά, εκείνη είναι που πρώτη εκφράζει τα συναισθήματά της απέναντί του. Ο Ουίνστον σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Θεωρεί ότι βρίσκει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο του Ο’ Μπράιεν, ενός χαρισματικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος, στον οποίο είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη παρ’ όλο που είναι άνθρωπος του συστήματος, καθώς ασκεί επάνω του μια ανεξήγητη γοητεία. Όταν έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια, ο Ουίνστον μένει με ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης, αν και από την αρχή απόλυτη επίγνωση της έτσι κι αλλιώς προδιαγεγραμμένης εξέλιξης των πραγμάτων.

Η Φάρμα των Ζώων και το 1984 ολοκληρώθηκαν με σχετικά μικρή χρονική διαφορά – το πρώτο το 1945, και το δεύτερο τρία χρόνια αργότερα (αν και εκδόθηκε το 1949). Το κίνητρο για την σύνθεσή τους ήταν για τον Όργουελ πάνω – κάτω το ίδιο, τα έργα ωστόσο έχουν σημαντικές διαφορές, οι οποίες τα κάνουν να αλληλοσυμπληρώνονται: Η Φάρμα των Ζώων εστιάζει κυρίως στους εκπροσώπους της εξουσίας, ενώ το 1984 μεταφέρει τον βασικό χώρο δράσης του στα λαϊκά – εργατικά στρώματα. Επιπλέον, Η Φάρμα των Ζώων παρακολουθεί την «επανάσταση» από τη γέννησή της μέχρι και κάποια στάδια της εξέλιξής της, ενώ στο 1984 βλέπουμε τις συνέπειες μιας ανάλογης ενέργειας σε βάθος χρόνου. Τα στοιχεία του μύθου, του παραμυθιού και της παραβολής που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά στη Φάρμα των Ζώων (καθόλου τυχαία, ο Όργουελ συνόδευε αρχικά τον τίτλο του έργου με τον υπότιτλο «Ένα παραμύθι», ο οποίος στη συνέχεια απορρίφθηκε όταν ήταν να εκδοθεί το βιβλίο) μετεξελίσσονται στο απογυμνωμένο και αφιλόξενο δυστοπικό κλίμα του 1984. Από το ακαθόριστο τοπικά και χρονικά σκηνικό της Φάρμας των Ζώων, περνάμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο στο 1984, όπου η κοινωνική-πολιτική-γεωγραφική κατάσταση είναι πλέον παγιωμένη. Προφανώς το 1984 φάνταζε σαν πολύ μακρινό μέλλον στα τέλη της δεκαετίας του ‘40 (παρεμπιπτόντως υπάρχει η άποψη ότι ο Όργουελ επέλεξε αυτή τη χρονολογία σαν αριθμοπαίγνιο με το 1948, χρονιά που ολοκλήρωσε το 1984), αλλά δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι σχεδόν τα πάντα που περιγράφονται στο βιβλίο έχουν αποδειχτεί ανατριχιαστικά προφητικά. Όχι τόσο όσον αφορά την πολιτική πτυχή, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό την παγκόσμια κοινωνία όπως έχει διαμορφωθεί κυρίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Μέσα στη δεκαετία του ‘80 μπορούμε να εντοπίσουμε μεμονωμένα τις απαρχές των κοινωνικών φαινομένων που κυριαρχούν στις μέρες μας και που κατά κάποιον τρόπο δικαιώνουν τις δυστοπικές προβλέψεις του Όργουελ. Ο φόβος του αόρατου εχθρού, η υπερβάλλουσα πολιτική ορθότητα, ο αναθεωρητισμός που ουσιαστικά αναιρεί σημαντικό μέρος της κλασικής λογοτεχνίας και, κατ’ επέκταση, της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο συστηματικός έλεγχος και η έμμεση αστυνόμευση, όχι μόνο δεν προάγουν την ελεύθερη σκέψη αλλά την περιορίζουν σε εγκληματικό βαθμό, κάτι που έρχεται σε άκρα αντίθεση με την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας η οποία, υπό ιδανικές συνθήκες, θα εξέλισσε τον κάθε άνθρωπο σε ένα απόλυτα αυτόνομο, ανεξάρτητο και ελεύθερο άτομο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2021

9 February 2021

Georges Simenon: Ο πάτος του μπουκαλιού

Στην άγρια και αφιλόξενη έρημο της Αριζόνα, στα σύνορα με το Μεξικό, διαδραματίζεται το μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν “Ο πάτος του μπουκαλιού”, με κεντρικούς ήρωες δύο αποξενωμένα αδέρφια, τον Πατ και τον Ντόναλντ, που ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες και άκρως αγχωτικές. Ο Πατ, που προτιμά να τον φωνάζουν Π.Μ., έχει ένα ράντσο στην περιοχή, κληρονομιά της δεύτερης γυναίκας του, και είναι δικηγόρος και βοηθός σερίφη. Είναι ευκατάστατος και πηγαίνει πάντα με το γράμμα του νόμου, σε αντίθεση με τον Ντόναλντ, ο οποίος είναι άνθρωπος λαϊκός, οριακά φτωχός και πρόσφατα καταδικασμένος για απόπειρα δολοφονίας. Με τη βοήθεια της αδερφής τους, καταφέρνει να δραπετεύσει από τη φυλακή και καταφεύγει στο ράντσο του Π.Μ. με σκοπό να περάσει τα σύνορα και να φτάσει στο Μεξικό όπου βρίσκονται η γυναίκα και τα παιδιά του. Αν και πιστός τηρητής του νόμου και υπέρμαχος της κυριαρχίας των ισχυρών, ο Π.Μ. δέχεται να τον βοηθήσει, παρέχοντάς του καταφύγιο προσωρινά καθώς, εξαιτίας των αντίξοων καιρικών συνθηκών, ο ποταμός που πρέπει να διασχίσει ο Ντόναλντ για να περάσει στο Μεξικό είναι απροσπέλαστος. Στη γυναίκα του, που δεν ξέρει ότι ο άντρας της έχει αδελφό, αλλά και στους γείτονες, τον συστήνει σαν έναν παλιό του φίλο. Στο μεταξύ, η κακοκαιρία μαίνεται στην περιοχή, αναγκάζοντας τον Ντόναλντ να παραμείνει στο ράντσο, υπομένοντας την παρέα των εύπορων ντόπιων, στους οποίους ωστόσο γίνεται απροσδόκητα συμπαθής, και ιδιαίτερα στις γυναίκες, οι οποίες τον θεωρούν αδύναμο και απροστάτευτο, συγκινημένες από το θλιμμένο του βλέμμα. 

Πολυγραφότατος και με πολυτάραχη ζωή (έχει γράψει, μεταξύ άλλων, γύρω στα 200 μυθιστορήματα, πάνω από 150 νουβέλες, άρθρα, αυτοβιογραφικά κείμενα καθώς και λαϊκά αναγνώσματα με διάφορα ψευδώνυμα), ο Ζορζ Σιμενόν είναι κυρίως γνωστός στο ευρύτερο κοινό ως δημιουργός του Επιθεωρητή Μαιγκρέ και των αστυνομικών περιπετειών του. Στη λεγόμενη Αμερικανική περίοδό του ανήκει ο “Πάτος του Μπουκαλιού”, μαζί με άλλα έργα τα οποία έγραψε το διάστημα που είχε καταφύγει στην Αμερικανική Ήπειρο για να αποφύγει διάφορες παρενέργειες, απόρροια της αμφιλεγόμενης συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εποχή που έζησε στο Νογάλες, στα σύνορα της Αριζόνα με το Μεξικό, ενέπνευσε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σύλληψη της ιδέας για το βιβλίο αυτό, που είναι ένα ιδιότυπο είδος γουέστερν με έμφαση στον ψυχολογικό παράγοντα. Γράφτηκε το 1949, ενώ το 1956 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Χένρι Χάθαγουεϊ. Κυκλοφορεί σε ωραία μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ από τις εκδόσεις Άγρα, στη σειρά με τα έργα του Σιμενόν που ξεκίνησε το 2002 και περιλαμβάνει τα αστυνομικά με τον Επιθεωρητή Μαιγκρέ και τα “σκληρά” μυθιστορήματά του.

Μια κλειστή κοινωνία από χαρακτήρες με έντονη προσωπικότητα – ο καθένας με τον τρόπο του – απαρτίζουν το σύνολο των προσώπων που παίρνουν μέρος στην παράξενη αυτή ιστορία. Στο κέντρο είναι φυσικά τα δύο αδέρφια, σε άκρα αντίθεση μεταξύ τους, χωρίς τίποτα να τους συνδέει πέρα από τον δεσμό αίματος. Σαν ένας άλλος άσωτος υιός, ο παράνομος Ντόναλντ εισβάλλει στην ήρεμη ζωή του αδελφού του και την κάνει άνω-κάτω χωρίς ουσιαστικά να είναι αυτή η πρόθεσή του. Κερδίζει τη συμπάθεια όλων χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, ωστόσο εξαιτίας του ψέματος του Π.Μ. σχετικά με την ταυτότητά του αναγκάζεται να προσποιείται συνεχώς και να ανέχεται προσεγγίσεις που όχι μόνο δεν είναι του γούστου του, αλλά και για τις οποίες αδιαφορεί παντελώς στην πραγματικότητα. Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειονότητα των παράνομων που επιθυμούν να περάσουν από το Μεξικό στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ θέλει πάση θυσία να φύγει από τις ΗΠΑ για να φτάσει στο Μεξικό. Από μόνο του αυτό το γεγονός τον κάνει να διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο. Μοναδικός του στόχος είναι να ξανασμίξει με την οικογένειά του, η οποία ζει σε απόλυτη φτώχεια στην άλλη πλευρά. Ο Π.Μ., νιώθοντας αίφνης τύψεις που, ως δικηγόρος, δεν είχε αναλάβει την υπεράσπισή του όταν επρόκειτο να δικαστεί, αποφασίζει να δείξει καλή θέληση και να τον βοηθήσει αυτή τη δύσκολη στιγμή. Δεν είναι όμως σίγουρο πως είναι έτοιμος να το κάνει, ούτε αν τελικά το θέλει πραγματικά. Τα αισθήματα συμπάθειας και τρυφερότητας που προκαλεί ο Ντόναλντ τον εκνευρίζουν αφόρητα, γιατί ξέρει ότι τον ίδιο, όσο κι αν προσπαθήσει, όση καλή διάθεση κι αν δείξει, δεν πρόκειται ποτέ να τον αντιμετωπίσουν ανάλογα οι φίλοι και οι γνωστοί του. Δεν είναι ακριβώς ζήλεια, είναι περισσότερο το αίσθημα της αδικίας που τον κρατάει δέσμιο, και στην ουσία δεν τα έχει με τον αδελφό του, αλλά με τον τρόπο που η κοινωνία κατατάσσει τους ανθρώπους σε αδύναμους και δυνατούς, σε ανίσχυρους και ισχυρούς, με ό,τι συνέπειες συνεπάγεται αυτός ο διαχωρισμός.

Ο Σιμενόν ακολουθεί τον Π.Μ. σε όλη τη διάρκεια της δικής του προσωπικής καθόδου στην Κόλαση, συμμετέχοντας και ταυτόχρονα κρατώντας απόσταση από τις μεταστροφές στη σκέψη και τα συναισθήματά του. Η ιστορία αυτή είναι κατ’ ουσίαν μια ψυχογραφία με φόντο το απογυμνωμένο τοπίο της Αριζόνα και με συχνές αναφορές στον υπερχειλισμένο ποταμό που αποτελεί και το φυσικό σύνορο με το Μεξικό. Τα στοιχεία της φύσης συνδέονται με την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, ο οποίος προσπαθεί συνεχώς να διατηρήσει την καλή εικόνα του απέναντι στους άλλους, ενώ την ίδια στιγμή μέσα του μαίνεται μια καταιγίδα ίσως χειρότερη απ’ αυτήν που έχει αναγκάσει τους ντόπιους να παραμείνουν κλεισμένοι μέσα, αντιμέτωποι κι εκείνοι ο καθένας με τα δικά του θέματα. Ο Π.Μ. κρατάει κρυφή την ταυτότητα του Ντόναλντ όχι για να προφυλάξει τον αδελφό του, αλλά τον εαυτό του, όμως αυτή η απόκρυψη της αλήθειας αφ’ ενός δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί για πολύ, και αφ΄ετέρου δεν μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα. Ώρα με την ώρα, το ψέμα του Π.Μ. τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μάτι του κυκλώνα που θέλει τόσο πολύ να αποφύγει, εγκλωβίζοντάς τον σε μια κατάσταση από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει – και όσο περισσότερο μπλέκεται σ’ αυτήν, τόσο λιγότερο μπορεί πια να την ελέγξει.

Είναι καθηλωτικός και τεχνικά εντυπωσιακός ο τρόπος που επιλέγει ο Σιμενόν για να εξελίξει την αφήγηση, χρησιμοποιώντας ήρεμες περιγραφές για να αποδώσει τη μανία και την αγριότητα των φυσικών φαινομένων. Αυτή η αντίθεση είναι ακριβώς που κάνει το κείμενο τόσο συναρπαστικό και τόσο δυνατό. Από την άλλη η εσωτερική σύγχυση των ηρώων διαφαίνεται πολλές φορές μέσα από τις αντιδράσεις όσων τους περιβάλλουν και ιδίως στις φάσεις εκείνες κατά τις οποίες οι υπόλοιποι ζουν ακόμα μέσα στην αυταπάτη και ο τρόπος που φέρονται στον Ντόναλντ έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την συμπεριφορά που θα έδειχναν απέναντί του αν ήξεραν την αλήθεια. Αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι ο πιο έντονα αγχωτικός παράγοντας, κι όταν με αναπάντεχο τρόπο η αλήθεια βγει εν μέρει στο φως, οι συνέπειες είναι απείρως πιο δραματικές απ’ όσο θα ήταν αν ο Π.Μ. είχε επιλέξει να είναι ειλικρινής με τη γυναίκα και τους φίλους του από την αρχή. Το γεγονός ότι πληρώνουμε τις επιλογές μας επανέρχεται σαν θέμα πολλές φορές μέσα στην ιστορία, άλλοτε με πιο ανώδυνο τρόπο και άλλοτε πιο δραματικά, ενώ οι αστάθμητοι παράγοντες, ανθρώπινοι και φυσικοί, πουν μπαίνουν στη μέση, περιπλέκουν τις καταστάσεις και τις οδηγούν σε απρόβλεπτες καταλήξεις, τόσο για τους κεντρικούς χαρακτήρες, όσο και για το περιβάλλον τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2021

22 January 2021

Charlie Mackesy: Το αγόρι, ο τυφλοπόντικας, η αλεπού και το άλογο

Μέσα σ’ ένα ονειρικό τοπίο, αποτυπωμένο στο χαρτί άλλοτε με ασπρόμαυρες εικόνες και άλλοτε με απαλούς χρωματικούς τόνους, ένα μικρό αγόρι συνομιλεί διαδοχικά με έναν τυφλοπόντικα, μια αλεπού και ένα άλογο, πλάσματα που συναντάει καθώς χαράζει τον δικό του δρόμο στη ζωή, αποκομίζοντας εμπειρίες και συναισθήματα. Είναι μια πορεία αλληγορική αλλά και κυριολεκτική, στη διάρκεια της οποίας το παιδί μαθαίνει να εκτιμά σημαντικές αξίες που σχετίζονται με τη συνύπαρξη στην ευρύτερη κοινωνία, όπως είναι η καλοσύνη, η ευγένεια, η αλληλεγγύη, αλλά και άλλες που έχουν να κάνουν με τον εαυτό του καθενός προσωπικά, όπως η επιμονή στην πραγμάτωση των στόχων και η ικανότητα του να μπορεί κανείς να μαθαίνει από τις δυσκολίες, να μην τις αφήνει να τον απογοητεύουν και να τις χρησιμοποιεί σαν εφαλτήριο για μια καινούρια αρχή.

Το κάθε ένα από αυτά τα πλάσματα έχει και κάτι διαφορετικό να προσφέρει στο παιδί. Ο τυφλοπόντικας ζει κάτω από τη γη και δεν μπορεί να δει με τα μάτια, μπορεί ωστόσο να αισθάνεται και να διαισθάνεται ό,τι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Η αλεπού, γνωστή για την πονηριά της, είναι παράλληλα ένα πλάσμα πανέξυπνο που μηχανεύεται συνεχώς τεχνάσματα για να μπορέσει να επιβιώσει. Το άλογο, ζώο αρχοντικό που από τα πολύ παλιά χρόνια συντροφεύει τον άνθρωπο, κουβαλάει μια δική του σοφία, χάρη στην ιδιαίτερα ανεπτυγμένη νοημοσύνη του, τη σωματική δύναμη και την προσαρμοστικότητά του.

Ο Τσάρλι Μάκεσι, δημιουργός του πανέμορφου αλληγορικού παραμυθιού Το αγόρι, ο τυφλοπόντικας, η αλεπού και το άλογο, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος σε εξαιρετική μετάφραση της Άννας Παπασταύρου, είναι ένας καλλιτέχνης πολυπράγμων, που συνεχώς ψάχνει και ανακαλύπτει καινούρια πράγματα. Γεννήθηκε στο Νορθάμπερλαντ της Αγγλίας, έναν πολύ κρύο χειμώνα, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος. Κατά βάση αυτοδίδακτος, αφού δεν φοίτησε σε κάποια σχολή Καλών Τεχνών, μαθήτευσε ωστόσο για τρεις μήνες κοντά σε έναν ζωγράφο προσωπογραφιών στην Αμερική, κι εκεί έμαθε τα πάντα για την ανατομία. Εργάστηκε ως σκιτσογράφος για την εφημερίδα The Spectator, ενώ εικονογραφούσε βιβλία για τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Αργότερα άρχισε να εκθέτει τη δουλειά του σε γκαλερί και να γίνεται ευρύτερα γνωστός ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Έχει πάθος με τη μουσική και για ένα διάστημα εμπνεόταν συστηματικά από την τζαζ και γκόσπελ σκηνή της Νέας Ορλεάνης.

Το έναυσμα για να ξεκινήσει το όμορφο ταξίδι της παρέας αυτού του βιβλίου ήταν μια συζήτηση που είχε ο ίδιος με έναν φίλο του σχετικά με το θάρρος και τη γενναιότητα. Ήταν μονάχα δυο απλές κουβέντες, στις οποίες έδωσε αμέσως σχήμα και μορφή, πλάθοντας ταυτόχρονα τους χαρακτήρες του αγοριού και του αλόγου. Στη συνέχεια προστέθηκαν και οι υπόλοιποι ήρωες και ακολούθησε μια σειρά από εικόνες, τις οποίες ο Μάκεσι ανέβαζε στο Instagram. Είχαν τόση ανταπόκριση, ώστε ήταν πια θέμα χρόνου να τον προσεγγίσει ένας εκδοτικός οίκος. Έτσι, οι εικόνες αυτές συνέθεσαν μια ιστορία μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου με vintage αισθητική που θυμίζει παλιότερες εποχές.

Οι μορφές είναι ταυτόχρονα αφηρημένες και δυνατές – χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αλλά με εύπλαστα, σκούρα περιγράμματα που τραβούν το βλέμμα. Το κείμενο είναι γραμμένο με ειλικρίνεια και αμεσότητα, και θίγει σημαντικά ζητήματα με απλό τρόπο που δίνει τροφή για σκέψη. Ο τυφλοπόντικας εκμυστηρεύεται στο αγόρι πώς έμαθε να ζει στο παρόν: «Βρίσκω ένα ήσυχο μέρος, κλείνω τα μάτια κι ανασαίνω». Η ομορφιά και η σοφία κρύβονται στα μικρά, καθημερινά πράγματα και ο καθένας από μας το μυστικό της προσωπικής του ευτυχίας το έχει μέσα του. Όταν το αγόρι ρωτάει το άλογο πότε φάνηκε πιο δυνατό, εκείνο απαντάει: «Όταν τόλμησα να δείξω την αδυναμία μου». Γιατί η αποδοχή του εαυτού μας όπως είναι, αποτελεί το πρώτο βήμα για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αν κάποιος μισεί τον εαυτό του, δεν μπορεί να αγαπήσει κανέναν άλλον. Και πάνω απ’ όλα, δεν πρέπει ποτέ να χάνει κανείς την αισιοδοξία του και την αγάπη για τη ζωή: «Όταν έρχονται τα μαύρα σύννεφα, εσύ να προχωράς».

Καθόλου τυχαία το παιδί, που εκπροσωπεί τους ανθρώπους, συναναστρέφεται τρία πλάσματα που ζουν στη φύση. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη φύση για να είναι ένα ολοκληρωμένο ον και από τότε που έχασε την επαφή μαζί της, άρχισε να χάνει ταυτόχρονα και μέρος από την ανθρωπιά του. Όταν ζούσε κοντά στην εξοχή, νοιαζόταν για τα ζώα που είχε στη φροντίδα του, για τη γη και τους καρπούς της. Αργότερα απομακρύνθηκε από όλα αυτά, περιορίστηκε στον εαυτό του και άρχισε ν’ αδιαφορεί για το περιβάλλον. Το άλογο, ο τυφλοπόντικας και η αλεπού αντιπροσωπεύουν τη φύση και όλα όσα ο Ch Mackesyάνθρωπος έχει αποκλείσει από τη ζωή του, τα οποία όμως έχουν πολύ μεγάλη σημασία και ο ίδιος τα έχει ανάγκη πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζει. Το παιδί παίρνει μαθήματα ζωής μέσα από τη σοφία αυτών των πλασμάτων, την οποία θα χρησιμοποιήσει στη ζωή του, καθώς χάρη σ’ αυτήν θα γίνει και το ίδιο σοφότερο, ανακαλύπτοντας πτυχές του εαυτού του και του μυαλού του που ίσως δεν υποψιαζόταν καν ότι διέθετε.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2021

25 December 2020

JD Salinger: Ο Φύλακας στη Σίκαλη

Σε μια κλινική της Καλιφόρνια, ο δεκαεφτάχρονος Χόλντεν αφηγείται τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποβολή του από το περίβλεπτο σχολείο του στην Πεννσυλβάνια και την απόφασή του να φύγει νωρίτερα από την προγραμματισμένη μέρα, για να γυρίσει στη Νέα Υόρκη. Θέλοντας να αποφύγει την αντιπαράθεση με τους γονείς του, περιπλανιέται στην χειμωνιάτικη πόλη όπου διάφορες συναντήσεις ανασκαλεύουν αναμνήσεις από το παρελθόν, γίνονται αφορμή για δυσάρεστα επεισόδια και αινιγματικές εξομολογήσεις, φέρνουν στην επιφάνεια άγχη και αγωνίες, αλλά πάνω απ’ όλα σκιαγραφούν την δική του ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία. Ο Χόλντεν έρχεται από μία ευκατάστατη οικογένεια, με πατέρα μεγαλοδικηγόρο· έχει μια μικρότερη αδερφή, τη Φοίβη, κι έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Ντι Μπι, που είναι επιτυχημένος συγγραφέας. Είχε κι έναν μικρότερο αδελφό, τον Άλλι, που πέθανε από λευχαιμία τρία χρόνια πριν. Η μόνη πραγματική του φίλη είναι η Τζέιν, έχει όμως πολύ καιρό να τη δει. Ο Χόλντεν σκοπεύει να πάει να ζήσει με τον Ντι Μπι στην Καλιφόρνια όταν θα βγει από την κλινική, για να ξεφύγει από όλα όσα τον βασανίζουν: βιώνει μια μακρά περίοδο πένθους μετά τον θάνατο του Άλλι, κατατρύχεται από εφιάλτες του παρελθόντος, φοβάται να συμφιλιωθεί με την σεξουαλικότητά του, ενώ προσπαθεί απεγνωσμένα να διαφυλάξει όση αθωότητα του έχει απομείνει, αρνούμενος να προχωρήσει προς μια επώδυνη ενηλικίωση. 

Γραμμένο το 1951, το μυθιστόρημα του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» έχει ταυτιστεί κυρίως με την επαναστατικότητα της εφηβείας - αυτός όμως ο χαρακτηρισμός είναι εξαιρετικά μονομερής, τόσο για την πολυεπίπεδη ιστορία του όσο και για τον ακόμα πιο περίπλοκο (αντι)ήρωά του. Εξάλλου ο Σάλιντζερ, παρά την νεαρή ηλικία του πρωταγωνιστή του, δεν προόριζε το βιβλίο του για το εφηβικό κοινό. Κι αν ο Χόλντεν Κόλφιλντ θεωρείται σύμβολο της ανήσυχης εφηβείας, ο χαρακτήρας του είναι τόσο πολυσύνθετος που πραγματικά θα τον αδικούσε η κατάταξη σε μία μόνο κατηγορία λογοτεχνικού ήρωα. Και η ιστορία του είναι μια αγωνιώδης διαδρομή, με πρώτο επίπεδο το κυριολεκτικό ταξίδι από την Πεννσυλβάνια στη Νέα Υόρκη και τέλος στην Καλιφόρνια, και δεύτερο και πιο σημαντικό το μεταφορικό τρενάκι του τρόμου όπου οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και οι ψυχολογικές εντάσεις εναλλάσσονται με αναμνήσεις που δεν λένε να τον αφήσουν ήσυχο.

Ο Σάλιντζερ είχε μια ιδιότυπη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και έναν τρόπο γραφής εξαιρετικά μοντέρνο για τον καιρό του. Στον «Φύλακα στη Σίκαλη» ακολουθεί μια ιδιόμορφη συνειρμική μορφή αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, με τον νεαρό πρωταγωνιστή και αφηγητή να χρησιμοποιεί αφειδώς  την αργκό και γενικότερα ένα ύφος πολύ προχωρημένο για τα δεδομένα της λογοτεχνίας της εποχής. Ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα και του χάρισε αναπάντεχη δημοσιότητα, η οποία δεν ήταν πάντα θετική και τον έκανε να απομακρυνθεί από τον κόσμο και να αρνείται οποιουδήποτε είδους προβολή πέρα από την δημοσίευση των έργων του. Ένα κομμάτι του εαυτού του σίγουρα υπάρχει μέσα στον Χόλντεν – είχα πάντα την αίσθηση ότι έτσι κι αλλιώς ήταν ο αγαπημένος του ήρωας: αντικοινωνικός, βαριεστημένος και κυνικός στην επιφάνεια, στην ουσία όμως είναι ένα παιδί ευαίσθητο, τρομοκρατημένο και μπερδεμένο, που επιλέγει επίτηδες ακατάλληλα άτομα για παρέα, ανεγκέφαλους ανθρώπους που δεν τον καταλαβαίνουν, ακριβώς γιατί δυσκολεύεται να εξωτερικεύσει ό,τι πραγματικά τον βασανίζει.

Ο Χόλντεν Κόλφιλντ, με το εμβληματικό κόκκινο κυνηγετικό καπέλο, είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς χαρακτήρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ψυχογραφημένος υποδειγματικά από τον ιδιοφυή Σάλιντζερ. Είναι αντισυμβατικός, όχι όμως επειδή βιώνει μια δύσκολη εφηβεία – τουλάχιστον, όχι κυρίως γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα οικειοποιείται την περσόνα του επαναστατημένου έφηβου γιατί αυτή η ιδιότητα είναι κοινωνικά αποδεκτή. Προβάλλει δηλαδή αυτή την εικόνα γιατί μπορεί εύκολα να κρυφτεί πίσω της. Είναι όλο αντιφάσεις και η σκέψη του κάνει συνεχώς άλματα. Αν και ανήκει στη μεγαλοαστική τάξη, ζει οριακά στο περιθώριο της κοινωνίας και την παρατηρεί από μακριά. Είναι ευφυέστατος στον τρόπο που επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του, είναι διανοούμενος αλλά αρνείται να το παραδεχτεί. Υποτίθεται ότι μισεί τους ανθρώπους, ωστόσο αποζητά τη συντροφικότητα. Δέχεται να να τον επισκεφθεί μια κοπέλα ελαφρών ηθών, όμως η παρουσία της του προκαλεί αποστροφή. Εκνευρίζεται με τον φαντασμένο συγκάτοικό του στο σχολείο, ταυτόχρονα όμως τον τραβάει το ωραίο παρουσιαστικό του. Παραδέχεται πως είναι ψεύτης, προειδοποιώντας έμμεσα πως όσα αφηγείται μπορούν ίσως και να ερμηνευθούν πέρα και πίσω από το προφανές.

Ο «Φύλακας στη Σίκαλη» κινείται σε ρεαλιστικά μονοπάτια, ωστόσο οι προεκτάσεις της ιστορίας του πάνε πολύ μακριά. Ξεκάθαρες εικόνες εναλλάσσονται με σύμβολα και αλληγορίες, κομμάτια της αφήγησης μοιάζουν με κλειδιά για την αποκρυπτογράφηση ενός γρίφου. Στον τίτλο του βιβλίου, ο Σάλιντζερ παίζει με την ορολογία του μπέιζμπολ, κι αυτός ο συσχετισμός μόνο τυχαίος δεν είναι. Ο «φύλακας» της ελληνικής απόδοσης είναι ο «catcher» στο πρωτότυπο, όρος του μπέιζμπολ που σημαίνει τον λήπτη, τον πιο σημαντικό αμυντικό παίκτη που φυλάει την αρχική βάση και πιάνει τις ρίψεις με ένα ειδικό γάντι. Ένα τέτοιο γάντι είχε και ο Άλλι, που ήταν λήπτης στη δική του ομάδα, και συνήθιζε να γράφει στίχους από ποιήματα στο εσωτερικό μέρος. Από τότε που ο Άλλι πέθανε, ο Χόλντεν το έχει συνεχώς μαζί του. Όχι μόνο επειδή δεν έχει ξεπεράσει τον θάνατο του αδελφού του, αλλά και γιατί ο Άλλι συμβολίζει τη δική του χαμένη αθωότητα. Φαντάζεται ότι στέκεται στην άκρη ενός γκρεμού ενώ μπροστά του απλώνεται ένα χωράφι με σίκαλη όπου, σαν σε μια ονειρική αναπαράσταση ενός αγώνα μπέιζμπολ, παίζουν ανέμελα πολλά μικρά παιδιά. Μόλις κάποιο πάει να πέσει στον γκρεμό, εκείνος επεμβαίνει και το σώζει την τελευταία στιγμή. Σημειολογικά, ο Χόλντεν είναι εξ ορισμού ο φύλακας των παιδιών: το επίθετό του στα αγγλικά (Caulfield) είναι σύνθεση των λέξεων caul, που είναι ο υμένας που προστατεύει τα έμβρυα, και field που σημαίνει χωράφι. Ταυτίζεται, δηλαδή, κατά μία έννοια με τον Άλλι ο οποίος ήταν λήπτης στο μπέιζμπολ και «έσωζε» τις ρίψεις όπως ο ίδιος σώζει τα παιδιά, αλλά στην ουσία είναι και ο Χόλντεν ένα από τα παιδιά αυτά, και ο δικός του φύλακας είναι ο Άλλι.

Η εξέλιξη της αφήγησης του Χόλντεν είναι περίπλοκη: σκέψεις μπλέκονται με αναμνήσεις, εικόνες γύρω του γεννούν συνειρμούς. Κάνει αναδρομές στο παρελθόν, θυμάται πρόσωπα από τα οποία έχει απομακρυνθεί, όπως η Τζέιν, η καλή του φίλη που θα μπορούσε να είναι η θηλυκή εκδοχή του. Βλέπει γνωστούς, πιάνει κουβέντα με αγνώστους, συναντάει τη Φοίβη κρυφά από τους γονείς του γιατί έχει ανάγκη την ανεπιτήδευτη σοφία της. Η εικόνα του χωραφιού της σίκαλης με τα παιδιά είχε προκύψει όταν παρερμήνευσε ένα ερωτικό ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς σαν παιδικό τραγουδάκι. Δηλαδή η παιδική αθωότητα έρχεται σε αντιπαράθεση με τη σεξουαλική αφύπνιση η οποία, για τον Χόλντεν, φαίνεται να έχει τελεστεί προ πολλού με κάθε άλλο παρά ειδυλλιακό τρόπο. Όταν λοιπόν φοράει το κόκκινο κυνηγετικό καπέλο, έχει διττή υπόσταση: είναι μεν το παιδί με την αθωότητά του, αλλά ταυτόχρονα ενδύεται τον φύλακα και αποκτά μια άτυπη υπερδύναμη που τον κάνει συναισθηματικά άτρωτο. Το καπέλο άλλωστε, σαν αντικείμενο αλλά και λόγω χρώματος, παραπέμπει στην Κοκκινοσκουφίτσα, αρχετυπική αλληγορία για την απειλή της αθωότητας. Ωστόσο ο Χόλντεν είναι την ίδια στιγμή και ο κυνηγός του παραμυθιού που έρχεται να σώσει τον συναισθηματικά (και ίσως και σωματικά) κακοποιημένο εαυτό του από κάθε λογής «λύκους». Στο παρελθόν, είχε γίνει μάρτυρας μιας τραγωδίας όταν ένας συμμαθητής του έπεσε από το παράθυρο ύστερα από ένα επεισόδιο με κάποιους νταήδες, μια ανάμνηση που ενισχύει ακόμα περισσότερο το θέμα της πτώσης παιδιών στο κενό. Στο παρόν, γλιτώνει ο ίδιος την τελευταία στιγμή από έναν επίδοξο «λύκο» που έχει τη μορφή ενός παλιού του καθηγητή. 

Η ιστορία του «Φύλακα στη Σίκαλη» είναι μια εξομολογητική αφήγηση με άπειρες νοηματικές αφετηρίες και ακόμα περισσότερες διακλαδώσεις και απολήξεις. Και στην ουσία δεν έχει κατάληξη· είναι μια εκτεταμένη εισαγωγή, γεμάτη γρίφους και αινίγματα, γι’ αυτό που πρόκειται ν’ ακολουθήσει όταν ο Χόλντεν βγει από την κλινική. Παράλληλα είναι μια κατάδυση στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής που τελικά παραμένει ανεξιχνίαστη. Κάθε φορά που ανατρέχεις στην ιστορία του Χόλντεν, σε διαφορετικές περιόδους και ηλικίες της ζωής σου, σίγουρα θα ανακαλύπτεις και κάτι καινούριο, κάτι που δεν αντιλήφθηκες παλιότερα, κάτι που το προσπέρασες κι όμως είχε μεγάλη σημασία. Στην καινούρια αυτή έκδοση, η Αθηνά Δημητριάδου, με την έξοχη μετάφρασή της, έχει αποδώσει άψογα το ιδιαίτερο ύφος του βιβλίου, περίτεχνα όπου χρειάζεται και λιτά όπου η περίσταση το επιβάλλει, με την αμεσότητα της αυθόρμητης αφήγησης να κυριαρχεί μεν, αλλά σε απόλυτη ισορροπία με τη ροή και την ουσία του κειμένου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTXO τον Δεκέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/15496-filakas-sikali

24 November 2020

Γιούλι Τσε: Πρώτη του έτους

Ιδιότυπο ψυχολογικό θρίλερ, που εξελίσσεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, το μυθιστόρημα της Γιούλι Τσε “Πρώτη του έτους” εξερευνά τις έννοιες της μνήμης και των παιδικών τραυμάτων με έναν τρόπο αντισυμβατικό και, συχνά-πυκνά, αναπάντεχο. Ο κεντρικός ήρωάς της, ο Χένινγκ, είναι επιμελητής βιβλίων σε εκδοτικό οίκο της Γερμανίας και όταν ξεκινάει η αφήγηση, τον βρίσκουμε μαζί με την οικογένειά του – τη γυναίκα του και τα δύο τους μικρά παιδιά – στο Λανθαρότε των Καναρίων Νήσων, για τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Είναι πολύ δεμένος με τη Λούνα, την μικρότερη αδερφή του, η οποία ζει μια μποέμικη ζωή και αποτελεί ένα μελανό σημείο στη σχέση του Χένινγκ με τη γυναίκα του καθώς η τελευταία δεν την συμπαθεί ιδιαίτερα, παρ’ όλα αυτά, η ζωή του φαίνεται σχεδόν ιδανική, και ο ίδιος έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος. Όμως κάτι τον βασανίζει εδώ και χρόνια χωρίς να μπορεί ούτε να το εντοπίσει ούτε να το εξηγήσει, και αυτό το κάτι τον ταλαιπωρεί κατά διαστήματα με κρίσεις πανικού που οριακά θέτουν σε κίνδυνο τις οικογενειακές  ισορροπίες.

H Γιούλι Τσε γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974 και εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο το 2002, για το οποίο και βραβεύτηκε. Από τότε έχει εκδώσει πάνω από δέκα μυθιστορήματα, καθώς και δοκίμια και φιλοσοφικά κείμενα. Από τον Ιανουάριο του 2019, είναι επίτιμη δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο του Βρανδεμβούργου.

Γραμμένο κατά κύριο λόγο στον ενεστώτα χρόνο, το κείμενο δίνει την αίσθηση του “εδώ και τώρα” -  η αφήγηση δεν γίνεται, ως συνήθως, στο παρελθόν αλλά στο άμεσο παρόν, άρα όλα είναι ακόμα θολά, τίποτα δεν έχει διαλευκανθεί, κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει και τι θα αποκαλυφθεί και ο ήρωας ζει στάσιμος, σαν μέσα σε τέλμα. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον προς το παρόν: κοιτώντας πίσω, η παιδική του ηλικία έχει άπειρα κενά σημεία, ερωτηματικά, διαστρεβλωμένες μνήμες. Όμως ούτε μπροστά μπορεί να πάει μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στο μυαλό του και να μπουν στη σειρά τα σκόρπια θραύσματα που έρχονται και παρέρχονται, σαν κομμάτια παζλ που αιωρούνται στο κενό χωρίς να μπορούν ποτέ να ενωθούν για να σχηματίσουν μια πλήρη εικόνα. Την πρώτη μέρα του χρόνου, μέσα στο ηφαιστειακό τοπίο, άγριο και συνάμα ηρεμιστικό, ο Χένινγκ κάνει με το ποδήλατό του μια ανάβαση στο βουνό ενώ ταυτόχρονα, σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, καταδύεται στα βάθη της μνήμης του για να ανασύρει γεγονότα από την παιδική ηλικία που σημάδεψαν τον ίδιο αλλά και την αδερφή του. Κάτι στην περιοχή αυτή του φαίνεται ανατριχιαστικά οικείο, και δεν είναι τόσο αυτά που βλέπει, όσο η αίσθηση που του δίνει ο περιβάλλων χώρος. Με έμφαση στη λεπτομέρεια, και συχνά φλας μπακ σε στιγμιότυπα από τις προηγούμενες μέρες των διακοπών καθώς ο Χένινγκ συνεχίζει την ανάβαση στο βουνό, η Γιούλι Τσε προετοιμάζει το έδαφος αρχικά για την κορύφωση της ιστορίας και στη συνέχεια για την ανατροπή που φέρνει τη λύση του μυστηρίου.

Το ατού της ιστορίας, ωστόσο, δεν είναι αυτή καθαυτή η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά η διεκπεραίωσή της. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: το πρώτο ασχολείται με το παρόν, το δεύτερο με το παρελθόν, και το τρίτο πάλι με το παρόν, πλέον μετά τη λύση του μυστηρίου. Το τελευταίο μέρος είναι πολύ σύντομο, σε αντίθεση με τα δύο πρώτα που έχουν παρόμοια έκταση. Και δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς ο ήρωας χρειάζεται να “σκάψει” πολύ βαθιά και πολύ μακριά για να βρει την εικόνα αυτή που θα πυροδοτήσει το ξεκλείδωμα των αναμνήσεών του. Η ανάβαση στο βουνό είναι εξουθενωτική και χρονοβόρα, όμως είναι ο μόνος τρόπος που έχει στη διάθεσή του, και από καθαρό ένστικτο τον ακολουθεί. Οι πρώιμες αναμνήσεις, λέει ο ίδιος συχνά, βασίζονται σε φωτογραφίες και αφηγήσεις άλλων. Όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι αξιόπιστα στο εκατό τοις εκατό. Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μόνο μια στιγμή, δεν λένε τίποτα απολύτως για την εκάστοτε περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Από την άλλη οι αφηγήσεις μπορεί να είναι λειψές, υπερβολικές, μεροληπτικές, ακόμα και ψεύτικες. Εξαρτάται από το πόσο εμπιστευόμαστε τον άνθρωπο που μας εξιστορεί γεγονότα από το παρελθόν μας, για το αν και πόσο θα θεωρήσουμε πως όπως μας τα λέει, έτσι και συνέβησαν. Πολλές φορές ο άλλος δεν το κάνει εσκεμμένα – κι εκείνος έχει εξίσου παραποιημένες μνήμες με μας. Άλλες φορές πάλι κάποιος μπορεί να εκμεταλλευτεί το ότι δεν θυμόμαστε κάτι καλά, για να πλάσει μια δική του εκδοχή της αλήθειας. Είτε γιατί τον συμφέρει περισσότερο, είτε για να αποφύγει βαθύτερες εξηγήσεις. Όμως πόσο σκόπιμο είναι τελικά να προφυλάσσει κανείς τα παιδιά από την αποκάλυψη μιας αλήθειας που μπορεί στιγμιαία να τους κοστίσει, όμως σε βάθος χρόνου θα τα έχει απαλλάξει από ανασφάλειες και ψυχολογικά τραύματα;

Μπορεί το βιβλίο να είναι “το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ γραμμένο για ενήλικες”, όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο, ωστόσο στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία που βασίζεται στη ραχοκοκαλιά του παραμυθιού κυρίως, καθώς η ατμόσφαιρα του ψυχολογικού τρόμου δημιουργείται περισσότερο από τις αντιδράσεις των ηρώων και πολύ λιγότερο από την όποια απειλή. Άλλωστε κάτι που για έναν ενήλικα είναι ίσως μια διαχειρίσιμη κακοτυχία, για ένα παιδί μπορεί να πάρει εφιαλτικές, τερατώδεις διαστάσεις. Παραμυθικά στοιχεία είναι διάσπαρτα στην αφήγηση, πολύ διακριτικά τις περισσότερες φορές, αυτό όμως που εσκεμμένα ξεχωρίζει είναι τα σπίτια: αναφορές σε μεγάλα σπίτια, που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, σε αντιδιαστολή με τις αναφορές σε μικρά σπιτάκια, που παραπέμπουν στο παραμύθι – όπως το σπιτάκι της μάγισσας στην ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ, που είναι και το προκείμενο. Η γραφή της Γιούλι Τσε είναι δυνατή, δωρική και υποβλητική, κάτι που αποδίδεται εξαιρετικά στα ελληνικά χάρις στην θαυμάσια μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού. 

Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/15309-proti-tou-etous

22 September 2020

Μπεθ Φέρι: Το Σκιάχτρο

Η φιλία μπορεί να γεννηθεί εκεί που δεν το περιμένει κανείς, εκεί όπου φαίνεται αδύνατο να υπάρξει. Το Σκιάχτρο, ο αντισυμβατικός και απρόσμενος πρωταγωνιστής της πολύ όμορφης και συγκινητικής ιστορίας της Μπεθ Φέρι, στέκεται μόνο του στη μέση ενός χωραφιού, ακίνητο στη θέση του, παραδομένο σε κάθε είδους καιρικές συνθήκες και υπομένει τα πάντα χωρίς διαμαρτυρία. Έχει αποδεχτεί τον προορισμό του και κάνει κάθε μέρα το καθήκον του. Τα πουλιά ξέρουν ότι πρέπει να μένουν μακριά του και τα ζώα δεν το πλησιάζουν ποτέ. Ώσπου μια μέρα ένα τραυματισμένο κοράκι βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά του. Το Σκιάχτρο το περιθάλπει για όσο καιρό χρειάζεται, το φροντίζει με αγάπη ώσπου να γίνει καλά και να μπορέσει και πάλι να πετάξει. Έρχεται λοιπόν αυτή η μέρα, και το κοράκι φεύγει. Δεν θα ξεχάσει όμως ποτέ το Σκιάχτρο και την καλοσύνη του, και θα επιστρέψει επιφυλάσσοντάς του μια υπέροχη έκπληξη.

Το Σκιάχτρο, σαν «αντικείμενο» αλλά και σαν θέμα, συναντάται συχνά στα παραμύθια και τις ιστορίες για παιδιά. Όντας κάτι που χρησιμοποιείται για φόβητρο ενώ στην ουσία είναι ένα άκακο κατασκεύασμα που αποτελείται από τα πιο ευτελή και αθώα υλικά, είναι ένα από τα ισχυρά σύμβολα που επιστρατεύονται σε μια αφήγηση, υποδηλώνοντας την άδολη φύση των ανθρώπων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ζουν παραγκωνισμένοι από το κοινωνικό σύνολο. Επιπλέον, αυτό το «πλάσμα» που ουσιαστικά είναι μια απομίμηση ανθρώπου, μια καρικατούρα, είναι το ακριβώς αντίθετο από την σκληρότητα και την κακία που μπορεί να νιώσει η ανθρώπινη ψυχή. Παράλληλα το κοράκι, εξ ορισμού συνδυασμένο με αρνητικά πράγματα για τους ανθρώπους, είναι ωστόσο ένα πανέμορφο πλάσμα, όπως όλα τα πλάσματα της φύσης. Το Σκιάχτρο και το κοράκι συνδέονται κάτω από αντίξοες συνθήκες, και δίνουν άτυπα έναν σιωπηλό όρκο φιλίας, ο οποίος δεν είναι απλά μια τυπική συμφωνία, αλλά κάτι ιδιαίτερα ουσιαστικό, που αντέχει στον χρόνο, καθώς αργότερα το κοράκι θα έρθει να ανταποδώσει την καλοσύνη του Σκιάχτρου και με το παραπάνω, επισφραγίζοντας έτσι τη φιλία τους. 

Η Μπεθ Φέρι είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων από τη Νέα Υόρκη και, όπως λέει η ίδια, το «σκιάχτρο» είναι μία από τις αγαπημένες της λέξεις, και πολύ θα ήθελε να έχει ένα στον κήπο της, παρ’ όλο που δεν το χρειάζεται. Η ιδέα για την ιστορία αυτή γεννήθηκε στο μυαλό της κάποια στιγμή που σκέφτηκε ότι εφόσον υπάρχουν σκιάχτρα, λογικά θα πρέπει να υπάρχουν και τρομαγμένα κοράκια, επομένως ήταν μια πρόκληση να σκεφτεί τι θα γινόταν αν προέκυπτε αναπάντεχα μια φιλία μεταξύ τους. Το βιβλίο δεν εξετάζει μόνο το νόημα της φιλίας και της αλληλεγγύης, αλλά και το πώς μπορεί το καθήκον να συνυπάρξει με την ανθρωπιά. Όσο κι αν ακούγεται παράταιρο αυτό το τελευταίο, μιας και οι ήρωες δεν είναι άνθρωποι, φτάνει να σκεφτούμε ότι τα παραμύθια μας κατευθύνουν με τους συμβολισμούς και τις αλληγορικές τους εικόνες να κάνουμε τις συσχετίσεις μας και να ανακαλύπτουμε τις αντιστοιχίες τους με ό,τι συμβαίνει στις ανθρώπινες κοινωνίες. Μπορεί το Σκιάχτρο να είχε καθήκον να κρατάει τα κοράκια μακριά, μόλις όμως αντιλήφθηκε ότι το συγκεκριμένο κοράκι είχε ανάγκη, δεν δίστασε να προσφέρει απλόχερα τη βοήθειά του.

Η τρυφερή ιστορία, γραμμένη με λυρικούς στίχους και σε ωραία απόδοση από την Μάρω Ταυρή, πλαισιώνεται από τις πανέμορφες εικόνες των Τέρι και Έρικ Φαν, εικονογράφων με ένα πολύ ξεχωριστό, παραμυθένιο ύφος που συνδυάζει άψογα το ονειρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο. Η εναλλαγή των εποχών, αλλά και οι αλλαγές που επιφέρουν ο χρόνος και οι καιρικές συνθήκες στο Σκιάχτρο, αποδίδονται με τις ανάλογες χρωματικές παλέτες και τις αποχρώσεις τους, μέσα σε μαγευτικά τοπία που δείχνουν σχεδόν τρισδιάστατα χάρις στην αρμονική χρήση των χρωμάτων που χαρακτηρίζουν κάθε εποχή -το «ξηρό» κίτρινο για το καλοκαίρι, το μελαγχολικό γκρι-λευκό για τον χειμώνα, το ανθισμένο πράσινο για την άνοιξη- ενώ μικρές λεπτομέρειες δίνουν επιπλέον ζωντάνια στην κάθε εικόνα: λευκές πεταλούδες, μια πασχαλίτσα, ροζ λουλούδια ξεπετάγονται μέσα από το γρασίδι, τονίζοντας την αναγέννηση που φέρνει ο ερχομός της άνοιξης, σε αντίθεση με το χειμωνιάτικο τοπίο όπου η έλλειψη αντίστοιχων στοιχείων υπογραμμίζει τη ναρκωμένη φύση.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2020

11 September 2020

Κιμ Χίλγιαρντ: Η Μυρτώ και το βουνό

Η Μυρτώ είναι ένα μικροσκοπικό πλασματάκι: μια… μύγα! Κι όμως έχει βάλει σκοπό να πραγματοποιήσει τρία μεγάλα σχέδια: να σκαρφαλώσει ένα βουνό, να οργανώσει ένα δείπνο, και να γίνει φίλη με έναν καρχαρία. Για έναν άνθρωπο, το πρώτο είναι σχετικά απλό, το δεύτερο πανεύκολο, το τρίτο μάλλον ανέφικτο. Για μια μύγα, πάλι, τα πράγματα είναι προφανώς πιο δύσκολα για ό,τι κι αν βάλει στο μυαλό της. Η Μυρτώ ωστόσο είναι αποφασισμένη, και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση βάζει μπρος το πρώτο και ιδιαίτερα φιλόδοξο σχέδιό της: να βρει ένα βουνό και να το σκαρφαλώσει.

Οι δικοί της την αποθαρρύνουν συνεχώς, όμως εκείνη δεν ακούει κανέναν. Ακολουθεί τις επιθυμίες της και πιστεύει μόνο τον εαυτό της. Βρίσκει το ιδανικό βουνό και ξεκινάει την αναρρίχηση. Δεν είναι καθόλου εύκολη η διαδρομή. Όχι μόνο λόγω των πρακτικών και τεχνικών δυσκολιών, αλλά και εξαιτίας όλων εκείνων που συναντάει στο δρόμο της και που έχουν βάλει παρόμοιο στοίχημα με τον εαυτό τους. Άλλοι την κοροϊδεύουν γιατί μπορεί να μην είναι τόσο δυνατή, άλλοι επειδή δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένη. Κάποια στιγμή απογοητεύεται και σκέφτεται μέχρι και να τα παρατήσει. Όμως σύντομα ξαναβρίσκει το κουράγιο και την αισιοδοξία της, αρχίζει και κάνει χαρούμενες σκέψεις κάθε φορά που νιώθει να ζορίζεται και δεν το βάζει κάτω. 

«Η Μυρτώ και το βουνό» είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψε και εικονογράφησε η Βρετανίδα Κιμ Χίλιαρντ, η οποία έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος, παρουσιάστρια αλλά και φωνητική ηθοποιός. Είναι μια μικρή, χαρούμενη αλλά απόλυτα ουσιαστική ιστορία που επικεντρώνεται σε ένα θέμα που απασχολεί αν όχι όλους, τους περισσότερους ανθρώπους: τα όνειρα που βρίσκουν προσκόμματα στην πορεία της πραγματοποίησής τους επειδή σχεδόν πάντα όλο και κάποιος θα πει το αποθαρρυντικό του λογάκι. Είτε από ζήλια, είτε από άγνοια, είτε πολλές φορές εντελώς μηχανικά, ο κοινωνικός περίγυρος φαίνεται να μην αποδέχεται εύκολα ό,τι ξεφεύγει από τα τετριμμένα ή τα αναμενόμενα. Κάπως έτσι και η Μυρτώ, αυτό το τόσο δα πλασματάκι με τα μεγάλα όνειρα, αποφασίζει να κάνει κάτι που φαντάζει αδιανόητο για τα δικά της μέτρα. Αν και αντιμετωπίζει αρνητισμό και αποδοκιμασία όταν ανακοινώνει τα σχέδιά της, δείχνει αποφασιστικότητα και γενναιότητα δυσανάλογη του μεγέθους της, και κοιτάζει μόνο μπροστά.

Πολλά μηνύματα αισιοδοξίας, αλλά και τροφή για σκέψη προσφέρει η μικρή Μυρτώ. Το βουνό, φυσικά, έχει και τη συμβολική του σημασία, καθώς αντιπροσωπεύει όλα αυτά που έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, δυσάρεστα ή ακόμα και ευχάριστα, και φαίνονται αρχικά εξαιρετικά δύσκολα. Στην περίπτωση της Μυρτώς, το βουνό είναι και κυριολεκτικό. Δεν ξεκινάει από τα εύκολα η μικροσκοπική φτερωτή πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Πηγαίνει κατευθείαν να κατακτήσει την κορυφή του στόχου της. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όταν καταφέρεις το πιο δύσκολο, όλα τα άλλα μετά σου φαίνονται παιχνιδάκι. 

Η συγγραφέας παρακολουθεί την ηρωίδα της με αγάπη και την κατευθύνει μέσα από τις γλυκύτατες εικόνες που η ίδια έχει φιλοτεχνήσει. Η Μυρτώ αναπαρίσταται σαν μια μικρή μαύρη κουκίδα, μέσα σε τοπία και σκηνικά με πολλές αντιθέσεις. Τα σχήματα και τα αντικείμενα ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες ανάλαφρα, χωρίς περιοριστικά περιγράμματα, με απαλά χρώματα και επιφάνειες, ζωηρά χρώματα εκεί που χρειάζεται, πιο «ήρεμα» όπου το κείμενο το επιβάλλει, αλλά πάντα σταθερά, στέρεα, συμπαγή. «Η Μυρτώ και το βουνό» αφηγείται μια απλή ιστορία, μικρή σαν την ηρωίδα της, αλλά με μεγάλο νόημα, που μπορεί να πει πολλά με λίγα ουσιαστικά λόγια.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/14845-myrto-voyno

17 July 2020

Τζάνι Ροντάρι: Ο Αόρατος Τονίνο

Και τι δε θά’ δινε ο Τονίνο για να γίνει αόρατος! Να μην τον βλέπει ο δάσκαλος στην τάξη, να πειράζει τους συμμαθητές του χωρίς να τον παίρνουν είδηση, να βρίσκει θέση στο τρόλεϊ. Και να που μια μέρα η ευχή του γίνεται πραγματικότητα. Επιτέλους γίνεται αόρατος κι αρχίζει να απολαμβάνει όλα όσα του προσφέρει αυτή η νέα συνθήκη. Για πόσο όμως θα μπορεί να επωφελείται απ’ αυτήν; Είναι όντως θετικό να ζει κανείς αόρατος μέσα σε ένα πολυμελές σύνολο;

Η ανάγκη για ανεξαρτησία και αυτονομία ξεκινάει από τη στιγμή που το παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό του και αναζητά τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Δεν είναι εύκολο, όταν κάποιος είναι σε πολύ μικρή ηλικία, να επιβληθεί σ’ έναν κόσμο ενηλίκων, όπως είναι η οικογενειακή εστία, ή σε ένα περιβάλλον όπου αναγκάζεται να υπακούει σε εντολές και να ακολουθεί ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα, όπως είναι το σχολείο. Καθώς το παιδί δεν έχει ακόμα διαμορφώσει την προσωπικότητά του, ούτε και έχει ανακαλύψει τις δυνατότητες και τα ταλέντα που θα το κάνουν να διακριθεί και να αποκτήσει ξεχωριστή οντότητα, καταφεύγει στην “εύκολη” λύση: να εξαφανιστεί. Ο Τονίνο χαίρεται αρχικά με την καινούρια αυτή κατάσταση. Είναι κάτι που ευχόταν συνεχώς, και να που καμιά φορά οι ευχές πραγματοποιούνται. Σ’ έναν κόσμο μαγικό, βέβαια, όπως είναι η φαντασία των παιδιών, αλλά και το σύμπαν που ο μοναδικός Τζάνι Ροντάρι ήξερε να δημιουργεί με τις ιστορίες του.

Ο Τζάνι Ροντάρι (1920-1980), από τους πλέον φημισμένους συγγραφείς παιδικών βιβλίων και τιμημένος με το βραβείο Άντερσεν το 1970, έχει προσφέρει στην παιδική λογοτεχνία μερικά από τα πιο αξιόλογα και διαχρονικά έργα, παραμύθια, ιστορίες αλλά και πρωτότυπα παιδαγωγικά εγχειρίδια, γραμμένα πάντα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Τα κείμενά του χαρακτηρίζουν η εφευρετικότητα και η αμεσότητα των νοημάτων, η δημιουργικά διαδραστική χρήση της γλώσσας, η λιτή, φυσική έκφραση αλλά και το χιούμορ και το φαντασιακό στοιχείο που εμπλέκεται σε καθημερινές καταστάσεις πότε με πιο ξεκάθαρο και πότε με πιο συμβολικό τρόπο. Ο Αόρατος Τονίνο εκδόθηκε το 1980 και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1990 με τον τίτλο Αντωνάκης ο Αόρατος. Στην καινούρια έκδοση που έχουμε στα χέρια μας αυτή τη στιγμή, η πολύ όμορφη μετάφραση είναι της Άννας Παπασταύρου. 

Η μοντέρνα, ευφάνταστη εικονογράφηση έχει φιλοτεχνηθεί από τον Αλεσάντρο Σάνα, έναν από τους πιο δημοφιλείς και σημαντικούς σύγχρονους εικονογράφους παιδικών βιβλίων στην Ιταλία. Σχεδόν τα πάντα μοιάζουν να είναι σε κίνηση: άνθρωποι, αντικείμενα, στοιχεία της φύσης μοιάζουν να βρίσκονται στη διαδικασία εκτέλεσης μιας χορευτικής παράστασης. Οι εντυπωσιακές φιγούρες με τα φωτεινά χρώματα έρχονται σε αντίθεση με τη μορφή του Τονίνο, όπως ο εικονογράφος την έχει αποδώσει με ένα απλό περίγραμμα από μικρές τελείες που μοιάζει με τις μαγικές εικόνες που συμπληρώνονται σιγά σιγά όταν ενώνεις αριθμούς μεταξύ τους με γραμμές. Μόνο τα μαλλιά του έχουν μια πιο συνεκτική μορφή, και μπορεί η κλίση τους προς τα επάνω να υποδηλώνει την ανάγκη του παιδιού για απελευθέρωση, αλλά από την άλλη το έντονο χρώμα τους και οι σταθερές γραμμές τους υπαινίσσονται το κομμάτι εκείνο του εαυτού του που θέλει να παραμείνει μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον σαν ένα υπαρκτό και ενεργό μέλος.

Γιατί μόλις πραγματοποιηθεί το όνειρό του και γίνει αόρατος, τι του μένει πια να λαχταρήσει; Τίποτα απολύτως. Διαπιστώνει ότι το να είναι κανείς αόρατος μπορεί μεν να έχει τα καλά του, όμως τα αρνητικά είναι πολύ περισσότερα. Ο ηλικιωμένος κύριος που κάθεται στο παγκάκι και ζει τη ζωή του αθέατος από τους συνανθρώπους του μάλλον έχει πολλά να του πει γι’ αυτό. Μέσα στην κοινωνία κυκλοφορούν πολλοί “αόρατοι” άνθρωποι. Άλλοτε επειδή οι ίδιοι έχουν επιλέξει να ζουν στο περιθώριο, άλλοτε επειδή το σύνολο τους έχει για κάποιο λόγο απομονώσει. Όπως και να έχει, είναι μια κατάσταση που ακόμα κι αν είναι ευχάριστη για όποιον την αποζητά, έρχονται στιγμές που η αρνητική της πλευρά έρχεται στην επιφάνεια καθώς η επιθυμία για συντροφικότητα και επικοινωνία αναπόφευκτα θα κάνει την εμφάνισή της.

Ο Τονίνο είναι ένα συνηθισμένο παιδί, και όπως όλα τα παιδιά θέλει να κυριαρχήσει στο περιβάλλον του. Να οριοθετήσει τον χώρο του και να κινείται μέσα σ αυτόν όπως επιθυμεί. Όμως δεν θ’ αργήσει να καταλάβει αφ’ ενός ότι η συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους συνεπάγεται και υποχωρήσεις από όλους, και αφ’ ετέρου ότι όλα τα μέλη ενός συνόλου είναι σημαντικά και αξίζουν την προσοχή μας. Μπαίνοντας για λίγο, έστω και με διαφορετικό κίνητρο, στη θέση ενός ανθρώπου που περνάει απαρατήρητος, συνειδητοποιεί ότι δεν είναι και τόσο ευχάριστο τελικά να είναι κανείς αόρατος, όσο συναρπαστική κι αν φαίνεται αυτή η εκδοχή.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2020

30 May 2020

Μιγκέλ Γκαρσία: Οι περιπέτειες του νεαρού Ιούλιου Βερν: Το χαμένο νησί

Τα κλασικά μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας του Ιουλίου Βερν έχουν αγαπηθεί πολύ από το ευρύτερο κοινό, λόγω τόσο της υψηλής λογοτεχνικής τους αξίας όσο και της ιδιαίτερης για την εποχή τους θεματολογίας. Μπορεί στις μέρες μας ο Ιούλιος Βερν να είναι ένας από τους πιο πολυμεταφρασμένους συγγραφείς σε όλο τον κόσμο και να θεωρείται ο θεμελιωτής της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, όταν όμως έγραφε το Από τη Γη στη Σελήνη ή το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης τόσο πίσω όσο τη δεκαετία του 1860, κανένας σύγχρονός του δεν φανταζόταν ότι όσα περιέγραφε στα βιβλία του θα γίνονταν στο μέλλον εφικτά. Τέτοια έργα – σταθμοί της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι φυσικό να αποτελούν μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους νεότερους δημιουργούς. Είναι υποδειγματικά όσον αφορά τη δομή και την τεχνική τους ενώ η διαχρονικότητά τους έχει επισφραγίσει την κλασική αξία τους. 

Η σειρά Πλοίαρχος Νέμο – Οι περιπέτειες του νεαρού Ιούλιου Βερν είναι εμπνευσμένη από τα έργα του κλασικού Γάλλου συγγραφέα, ωστόσο τα προσεγγίζει με έναν διαφορετικό τρόπο. Η προσέγγιση αυτή έχει να κάνει με μια ενδιαφέρουσα πτυχή της μυθοπλασίας που συνδέει τη ζωή ενός συγγραφέα με το έργο του – είναι μια μορφή μεταλογοτεχνίας που καταπιάνεται κυρίως με κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας, καθώς είναι ελεύθερα δικαιωμάτων και προσφέρονται για τη δημιουργία παράγωγων έργων χωρίς περιορισμούς, και στην οποία ο σύγχρονος δημιουργός αντλεί στοιχεία από μία ή περισσότερες κλασικές ιστορίες για να συνθέσει μία καινούρια, τοποθετώντας σαν ήρωα μέσα σ’ αυτήν τον ίδιο τον συγγραφέα τους. 

Στη σειρά αυτή, ο κεντρικός ήρωας είναι, όπως λέει και ο γενικός τίτλος, ο Ιούλιος Βερν σε προεφηβική ηλικία. Ο Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ Γκαρσία τον έχει οραματιστεί σαν ένα εξαιρετικά ευρηματικό και χαρισματικό εντεκάχρονο παιδί από ευκατάστατη οικογένεια, με μεγάλη φαντασία, που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για τις επιστήμες και την τεχνολογία και βλέπει πολύ μπροστά από την εποχή του. Έμμεσα δηλαδή επιχειρεί να εξηγήσει τον λόγο που ο πραγματικός κλασικός συγγραφέας ασχολήθηκε τόσο πολύ με τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, σε μια εποχή που αυτά τα θέματα αντιμετωπίζονταν τουλάχιστον με δυσπιστία. Είναι βέβαια μια δική του ερμηνεία, που εξυπηρετεί λόγους καθαρά μυθοπλαστικούς, και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, στήνει και το ανάλογο κοινωνικό περιβάλλον γύρω από τον μικρό Ιούλιο για να τονίσει ακόμα περισσότερο το πόσο ξεχώριζε από τον περίγυρό του. Βασίζεται ωστόσο και σε πραγματικά γεγονότα, καθώς ο Βερν, σαν παιδί, ήθελε να γίνει ναυτικός  και ονειρευόταν ταξίδια σε όλο τον κόσμο. 

Η παρέα του Ιούλιου συμπληρώνεται με τρία ακόμη παιδιά: τον Χουάν, που είναι γιος Ασιατών μεταναστών και εκπροσωπεί την εργατική τάξη, τη Μαρί, ένα κορίτσι από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που υπερασπίζεται την ισότητα και βοηθάει όσο μπορεί τους αδύναμους, και την Καρολίνα, ξαδέρφη του Ιούλιου, που, όπως κι εκείνος, προέρχεται από ένα ευκατάστατο σπίτι αυστηρών αρχών. Ο Ιούλιος έχει ιδρύσει μαζί τους τη «Λέσχη των Κυνηγών της Περιπέτειας του 21ου αιώνα», κρυφά από τους συντηρητικούς γονείς του αλλά και κόντρα στους πολύ αυστηρούς κανόνες του σχολείου του. Υποστηρίζει με θέρμη την πρόοδο και ονειρεύεται να ταξιδέψει στο μέλλον. Στο Χαμένο Νησί, που είναι και το πρώτο βιβλίο της σειράς, ο μικρός Ιούλιος είναι ενθουσιασμένος με την επικείμενη παρουσίαση ενός αερόστατου αλλά ξέροντας ότι δεν θα μπορέσει να παραστεί γιατί είναι τιμωρημένος, προσκαλεί τους φίλους του να πάνε όλοι μαζί να το δουν από κοντά το προηγούμενο βράδυ, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Εκεί ωστόσο συμβαίνει μια ανατροπή, που έχει σαν αποτέλεσμα οι τέσσερις φίλοι να μείνουν παγιδευμένοι μέσα στο αερόστατο ενώ αυτό ταξιδεύει κανονικά προς άγνωστη κατεύθυνση. Καταλήγει σ’ ένα παράξενο, έρημο νησί, όπου τα παιδιά αναγκάζονται να βρουν τους πιο απίθανους τρόπους για να επιβιώσουν και να στήσουν υποτυπώδεις συνθήκες διαβίωσης εκεί μέχρι να καταφέρουν και πάλι να επιστρέψουν στον πολιτισμό. Σ’ αυτή την δύσκολη διαδρομή δεν θα είναι για πολύ μόνοι. Θα συναντήσουν συμμάχους, αλλά και επικίνδυνους εχθρούς. Κι όταν τελικά γυρίσουν πίσω, πολλά θα έχουν αλλάξει.

Πέρα από την πολύ συγκεκριμένη ιστορία που αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου, το θέμα της φιλίας κρατά μια ξεχωριστή θέση. Η φιλία ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά είναι που τα ενώνει και τους δίνει συνεχώς ώθηση να ξεπερνούν τις δυσκολίες, παρά τις όποιες διαφορές τους. Η περιπέτεια στο έρημο νησί είναι τελικά για όλους τους μια εμπειρία ζωής, που κάνει τον καθένα τους να συνειδητοποιηθεί. «Ο Χουάν χαιρόταν κυρίως γιατί δεν έπρεπε να πηγαίνει σχολείο», γιατί και οι ανέμελοι άνθρωποι έχουν τον ρόλο τους στην κοινωνία. «Της Μαρί αυτό που της άρεσε πιο πολύ ήταν να νιώθει χρήσιμη», αφού πάντα βοηθούσε τους γύρω της και τώρα μπορούσε να το κάνει συνεχώς. «Η Καρολίνα […] ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο ελεύθερη όσο στο νησί», γιατί πάντα ασφυκτιούσε στο υπερβολικά καθωσπρέπει περιβάλλον του σπιτιού της. «Ο Ιούλιος […] είχε την ευκαιρία να βάζει όλη την ώρα τις θεωρίες του σε εφαρμογή, όχι για να πειραματιστεί, μα γιατί υπήρχε ανάγκη», κάνοντας έτσι πράξη τις θεωρίες του για την αξία των επιστημών, της προόδου και της τεχνολογίας.

Καίριο ρόλο στις περιπέτειες αυτές παίζει και ο πλοίαρχος Νέμο, τον οποίο ο Μιγκέλ Γκαρσία ανάγει σε ένα πραγματικό πρόσωπο που ο μικρός Ιούλιος όντως είχε γνωρίσει, και είναι ο συγγραφέας των ιστοριών αυτών, τις οποίες καταγράφει βασισμένος στις σημειώσεις της Καρολίνας. Η καλή μετάφραση στα ελληνικά είναι της Κάλλιας Ταβουλάρη. Στην ίδια σειρά κυκλοφορεί επίσης και ο Καταραμένος Φάρος. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2020

13 May 2020

Αϊρίν Άντλερ: Σέρλοκ, Λουπέν & εγώ: Το αίνιγμα της βασιλικής κόμπρας

Η σειρά βιβλίων Σέρλοκ, Λουπέν & εγώ ανήκει στον χώρο του fan fiction, λογοτεχνική κατηγορία που παλιότερα περιοριζόταν σε ανεπίσημα κείμενα δημοσιευμένα συνήθως σε προσωπικά blogs ή σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες, όμως τα τελευταία χρόνια έχει αναβαθμιστεί και βλέπουμε ακόμα και καθιερωμένους συγγραφείς ν’ ασχολούνται μ’ αυτήν. O όρος fan fiction -κατά λέξη: λογοτεχνία γραμμένη από θαυμαστές (fans)- προσδιορίζει οποιοδήποτε κείμενο χρησιμοποιεί ήρωες βιβλίων, ταινιών, σειρών, ακόμα και πραγματικά πρόσωπα, και αφηγείται μια ιστορία που παρεκκλίνει λίγο έως πολύ από την πρωτότυπη πηγή. Το fan fiction κινείται συνήθως αλλά όχι αποκλειστικά στη σφαίρα μιας εναλλακτικής πραγματικότητας (alternate reality) και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα όσον αφορά τις χωροχρονικές, και άλλες, συμβάσεις. Η σειρά κατατάσσεται επίσης και στη λογοτεχνία crossover (διακειμενική, σε μια πολύ ελεύθερη απόδοση) που, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα το fan fiction, σημαίνει ότι «δανείζεται» χαρακτήρες από διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία και τους εντάσσει μαζί σε μια καινούρια ιστορία.

Το Αίνιγμα της Βασιλικής Κόμπρας, σε ωραία μετάφραση της Ελένης Τουλούπη, είναι ένα από τα βιβλία της προαναφερθείσας σειράς και το έβδομο που κυκλοφορεί στα ελληνικά (έχουν προηγηθεί τα: Το τρίο της μαύρης ντάμας, Η τελευταία πράξη στο θέατρο της όπερας, Το μυστήριο του πορφυρού ρόδου, Ο καθεδρικός του φόβου, Το κάστρο από πάγο και Οι σκιές του Σηκουάνα). Οι τρεις σταθεροί πρωταγωνιστές είναι ήρωες από τις ιστορίες του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και του Μορίς Λεμπλάν. Πίσω από το όνομα της Αϊρίν Άντλερ, που φιγουράρει στα εξώφυλλα των βιβλίων με την ιδιότητα της συγγραφέα των ιστοριών, κρύβονται οι Ιταλοί συγγραφείς παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας Πιερντομένικο Μπακαλάριο και Αλεσάντρο Γκάτι. Η πρωτότυπη Αϊρίν Άντλερ ήταν ηρωίδα του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, έχοντας πρωταγωνιστήσει στην ιστορία του Σέρλοκ Χολμς Σκάνδαλο στη Βοημία (1891). Αν και δεν εμφανίστηκε σε καμία άλλη περιπέτεια, έγινε αμέσως ιδιαίτερα δημοφιλής καθώς ήταν η μόνη γυναίκα για την οποία ο Σέρλοκ Χολμς φάνηκε να δείχνει θαυμασμό και συμπάθεια. Ο Σέρλοκ του βιβλίου είναι φυσικά ο γνωστός σε όλους Σέρλοκ Χολμς του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο διασημότερος λογοτεχνικός ντετέκτιβ, ο οποίος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη λογοτεχνία το 1887, στo μυθιστόρημα A Study in Scarlet (Σπουδή στο Κόκκινο) και ο Λουπέν είναι ο Αρσέν Λουπέν, ο λωποδύτης τζέντλεμαν ήρωας του Μορίς Λεμπλάν, που συστήθηκε στο κοινό το 1905.

Οι τρεις ήρωες παρουσιάζονται στην εφηβική ηλικία, είναι πολύ καλοί φίλοι και συχνά – πυκνά καλούνται να λύσουν μυστηριώδεις υποθέσεις είτε επειδή πέφτουν στην αντίληψή τους είτε επειδή κάποιος δικός τους άνθρωπος εμπλέκεται σ’ αυτές. Στο Αίνιγμα της Βασιλικής Κόμπρας, ο χρόνος δράσης της ιστορίας είναι η χρονιά 1871, με σκηνικό το Λονδίνο, και είναι ο Οράτιος, ο μπάτλερ της Αϊρίν, που χρειάζεται βοήθεια, για να μπορέσει να αποκαταστήσει την υπόληψη ενός δικού του καλού φίλου, του πλοιάρχου Χιρστ, που κατηγορείται άδικα για μια εγκληματική ενέργεια, ενώ στην πραγματικότητα έχει πέσει και ο ίδιος θύμα μιας περίπλοκης πλεκτάνης που δύσκολα μπορεί να αποκαλυφθεί. Όμως οι τρεις φίλοι, ο καθένας με την ιδιαίτερη προσωπικότητα και τα ταλέντα του, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι η επιτυχία. «Εγώ ήμουν η βασική θεματοφύλακας των καλών τρόπων», λέει η Αϊρίν, «αλλά και η πιο ικανή στο να κερδίζω την εμπιστοσύνη κάποιου, ακριβώς όπως ο Σέρλοκ ήταν ειδικός στους σύνθετους συλλογισμούς και ο Λουπέν σε κάθε τολμηρή μορφή ακροβασίας». 

Αυτές ακριβώς οι αντιθέσεις είναι που τους κάνουν τόσο αποτελεσματικούς, αφού ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, αναλαμβάνοντας δράση στο πεδίο που είναι και η ειδικότητά του. Χαρακτηριστικά των πρωτότυπων ηρώων βλέπουμε να αναφέρονται εδώ, έμμεσα ή άμεσα. Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τις ιστορίες του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και του Μορίς Λεμπλάν σίγουρα θα βρουν πολλά στοιχεία που παραπέμπουν στις ενήλικες εκδοχές του Σέρλοκ Χολμς, του Αρσέν Λουπέν και της Αϊρίν Άντλερ όπως τις έχουμε γνωρίσει από τις επίσημες περιπέτειές τους. Για παράδειγμα, η σχολαστικότητα του Σέρλοκ, η αγάπη της Αϊρίν για την όπερα, οι μεταμφιέσεις του Αρσέν, σχετίζονται με τις προσωπικότητες και τις μεταγενέστερες ενασχολήσεις τους, όπως αυτές είχαν ήδη αποτυπωθεί στα βιβλία του Κόναν Ντόιλ και του Λεμπλάν: ο Χολμς ήταν υποχόνδριος και μισάνθρωπος, η Αϊρίν ήταν τραγουδίστρια της όπερας, ο Λουπέν ήταν άσος στις μεταμφιέσεις. Ωστόσο οι αναφορές δεν περιορίζονται μόνο στους τρεις ήρωες. Ο μπάτλερ της Αϊρίν, ας πούμε, μπορεί να είναι έγχρωμος, όμως λέγεται Οράτιος Νέλσον, όπως ο περίφημος ναύαρχος του Βασιλικού Βρετανικού Ναυτικού, και κάποτε ήταν κι αυτός ναυτικός. 

Η αφήγηση γίνεται από την Αϊρίν σε πρώτο πρόσωπο, κάτι που της δίνει την ευκαιρία να κάνει ακόμα και πιο προσωπικές εξομολογήσεις και εκμυστηρεύσεις στους αναγνώστες της. Στη συγκεκριμένη περιπέτεια, αν και υπάρχει δράση, η λύση του αινίγματος βασίζεται περισσότερο στη διασταύρωση πληροφοριών, την έρευνα και τον συνδυασμό γεγονότων. Το μυστήριο που προκύπτει αρχικά δεν είναι τόσο εύκολο να διαλευκανθεί, καθώς μπαίνουν στη μέση διάφορα στοιχεία που μπορεί να είναι και παραπλανητικά. Ένα ιδιαίτερο έξυπνο εύρημα αποτελεί τη λύση, και η αποκάλυψή του είναι εντυπωσιακή. Οι περιγραφές των χώρων, των εσωτερικών και κυρίως των εξωτερικών, είναι πολύ ζωντανές· ιδίως το κομμάτι που είναι αφιερωμένο στις Αποβάθρες του Λονδίνου, δημιουργεί την πλέον κατάλληλη ατμόσφαιρα για έναν από τους πιο βασικούς χώρους δράσης της ιστορίας. Το κείμενο συνοδεύουν ασπρόμαυρα σχέδια στην αρχή κάθε κεφαλαίου, φιλοτεχνημένα από τον γραφίστα και εικονογράφο Γιάκοπο Μπρούνο, τα οποία θυμίζουν τις βινιέτες που βλέπουμε σε παλιά βιβλία, συνάδοντας με τη γενικότερη αισθητική της σειράς που ηθελημένα παραπέμπει εκεί.