Showing posts with label νεανική λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label νεανική λογοτεχνία. Show all posts

12 February 2019

Andrew Lane: Πράκτορας δίχως άδεια - Η τελευταία ελπίδα

Ο Άντριου Λέιν, Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, είναι ιδιαίτερα γνωστός στους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας, καθώς έχει γράψει βιβλία εμπνευσμένα από τις δημοφιλείς και συγγενείς μεταξύ τους τηλεοπτικές σειρές του BBC Doctor Who και Torchwood. Έχει επίσης ασχοληθεί επισταμένως με το fan fiction – λογοτεχνικό είδος που αφορά κείμενα μυθοπλασίας (fiction), τα οποία γράφονται από θαυμαστές (fans) βιβλίων, σειρών ή ταινιών, αλλά και από γνωστούς συγγραφείς, και που τοποθετούν τους ήρωες μέσα σε ιστορίες που ξεφεύγουν από την επίσημη θεματολογία των πρωτότυπων έργων. Ένα τέτοιο παράδειγμα fan fiction του Άντριου Λέιν είναι η πολύ ενδιαφέρουσα σειρά του Οι Περιπέτειες του νεαρού Σέρλοκ Χολμς, τα βιβλία της οποίας κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο Λέιν έχει ακόμα συνεργαστεί με το BBC για την δημιουργία ραδιοφωνικών θεατρικών έργων.

Η Τελευταία ελπίδα, που κυκλοφορεί στα ελληνικά με την πολύ καλή μετάφραση του Ανδρέα Μιχαηλίδη, είναι η πρώτη περιπέτεια της νεανικής σειράς κατασκοπείας Πράκτορας Δίχως Άδεια. Βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Κίερον Μέλορ, ένας αντισυμβατικός νεαρός που, μαζί με τον κολλητό του φίλο Σαμ, προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με την εφηβική ζωή βάφοντας τούφες των μαλλιών τους μοβ και φορώντας μπότες με καρφιά. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που θα γίνουν, αναπάντεχα, βοηθοί της μυστικής πράκτορα Μπεξ Γουίλσον και θα κληθούν να πάρουν πρωτοβουλίες και αποφάσεις που ίσως και να κρίνουν το μέλλον του κόσμου.

Μια συνηθισμένη μέρα στο εμπορικό κέντρο του Νιουκάσλ, ο Κίερον και ο Σαμ καταστρώνουν σχέδια για να τρυπώσουν σε μια συναυλία. Ελάχιστα υποψιάζονται την τροπή που θα πάρει η ζωή τους όταν γίνονται μάρτυρες μιας αλλόκοτης απαγωγής και στη συνέχεια έρχεται στην κατοχή τους ένα ζευγάρι γυαλιά κι ένα ακουστικό που ανήκαν στο θύμα. Σύντομα ο Κίερον θα διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται για συνηθισμένα αντικείμενα, αλλά για γκάτζετς εικονικής πραγματικότητας, χάρις στα οποία μπορεί να επικοινωνεί με την Μπεξ Γουίλσον, μια μυστική πράκτορα που βρίσκεται στο Μουμπάι της Ινδίας σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη αποστολή. Με τον Κίερον να είναι πλέον ο μοναδικός διαθέσιμος οδηγός της, η Μπεξ αναθέτει στους δύο φίλους να τη βοηθήσουν ώστε να σταματήσει μια επικίνδυνη ρατσιστική οργάνωση που θέλει να κλέψει ένα όπλο μαζικής καταστροφής.

Κάπου ανάμεσα στον Άλεξ Ράιντερ του Άντονι Χόροουιτς, τον Γκάρι “Έγκσι” Άνγουιν από τη σειρά κόμικς Kingsman του Μαρκ Μίλαρ, αλλά και έναν αυτοσχέδιο, νεαρό Τζέιμς Μποντ στο ξεκίνημά του, ο Κίερον Μέλορ γίνεται ο πρωταγωνιστής μιας απίστευτης κατασκοπικής περιπέτειας που τον βάζει στο κέντρο εξαιρετικά σημαντικών γεγονότων.

Ο Λέιν έχει ένα ύφος άμεσο και μοντέρνο, περιγράφει τις σκηνές δράσης με κέφι και ταχύτητα, δίνοντάς τους πάντα μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Τα στοιχεία που κάνουν, ωστόσο, την ιστορία αυτή και για έναν επιπλέον λόγο αξιοπρόσεκτη είναι κυρίως οι χαρακτήρες και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσονται μέσα στην ιστορία. Από τη μια ο Κίερον και ο Σαμ, παιδιά μιας οριακά μέσης τάξης, στο βάθος συνηθισμένα παρά την εκκεντρική εμφάνισή τους, και από την άλλη η Μπεξ, πολυταξιδεμένη πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, αντιπροσωπεύουν δύο αντίθετους κόσμους και δύο πρακτικά ασύμβατες νοοτροπίες αλλά και κοσμοθεωρίες. Ο Κίερον και ο Σαμ, που είναι φίλοι κυριολεκτικά από τη μέρα που γεννήθηκαν, ζουν μια σχετικά βαρετή καθημερινότητα και η πιο συναρπαστική περιπέτεια που έχουν αρχικά στο μυαλό τους είναι να σοφιστούν ένα τέχνασμα για να παρακολουθήσουν τη συναυλία του αγαπημένου τους συγκροτήματος χωρίς να χρειαστεί να πληρώσουν εισιτήριο. Η Μπεξ, από την άλλη, αν και δεν είναι πολλά χρόνια μεγαλύτερή τους, ανήκει σε μία τελείως διαφορετική πλευρά της κοινωνίας και έχει να αντιμετωπίσει σε καθημερινή βάση επικίνδυνους εγκληματίες, μισθοφόρους, πληρωμένους δολοφόνους, σπιούνους και υψηλά ιστάμενα πρόσωπα. Όταν αυτοί οι δύο κόσμοι θα αναγκαστούν να συνεργαστούν, θα φανεί ότι όσα τους ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από όσα τους χωρίζουν. Όποτε η Μπεξ συνομιλεί με τον Κίερον μέσω του υπερσύγχρονου γκάτζετ, δεν μπορούν καν να δουν ο ένας τον άλλον, αλλά ο συγκεκριμένος τρόπος επικοινωνίας τους φέρνει κοντά. Ο Κίερον είναι τα μάτια και τα αυτιά της Μπεξ επί της ουσίας. Την προειδοποιεί και την προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους και της δίνει πληροφορίες ζωτικής σημασίας. Παράλληλα η Μπεξ μοιράζεται μαζί του σημαντικά μυστικά, βάζοντάς τον αργά αλλά μεθοδικά στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Ωστόσο δεν μαθαίνουν μόνο ο Κίερον και ο Σαμ από τις γνώσεις και την εμπειρία της Μπεξ – έχει και η Μπεξ να μάθει πολλά από την ανεπηρέαστη ματιά και το καθαρό μυαλό των δύο παιδιών. Όπως λέει και η ίδια σε κάποια φάση, θα της ήταν αδύνατο να τα καταφέρει χωρίς τη βοήθειά τους.

Με την τριτοπρόσωπη αφήγηση να αλλάζει συνεχώς οπτική – πότε από την πλευρά του Κίερον, ο οποίος βρίσκεται στην Αγγλία και χειρίζεται το γκάτζετ, και πότε από την Μπεξ, που είναι στο επίκεντρο της αποστολής στην Ινδία – ο Λέιν επιτυγχάνει μια ιδανική ισορροπία σκέψης και δράσης: ο Κίερον κατευθύνει την Μπεξ και της δίνει πληροφορίες, και η Μπεξ ενεργεί με ταχύτητα και έχοντας σε εγρήγορση τις αισθήσεις που σχετίζονται με το γκάτζετ: την όραση και την ακοή. Είναι, παρεμπιπτόντως, ένας χαρακτήρας με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αν και εκπαιδευμένη άριστα στη χρήση όπλων, δρα κυρίως με το μυαλό της, αποφεύγοντας τη βία. Από την άλλη ο Κίερον αναγκάζεται κάποια στιγμή να καταφύγει, έστω και έμμεσα, στη χρήση βίας, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση το κάνει εφαρμόζοντας κάτι που θυμόταν από ένα μάθημα στο σχολείο. Ουσιαστικά δηλαδή αξιοποιεί ό,τι βρίσκει γύρω του, σε μια προσπάθεια να σώσει τη ζωή του. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, και ο Κίερον αναγκάζεται να ξεπεράσει τον εαυτό του και να πάρει αποφάσεις που θα κρίνουν το μέλλον της ανθρωπότητας. Είναι η καλύτερη, η τελευταία ελπίδα της Μπεξ αλλά και του πλανήτη.

Άραγε σ’ έναν κόσμο όπου επικίνδυνες οργανώσεις επιβουλεύονται την ευημερία του κόσμου και δεν διστάζουν να την θυσιάσουν στο όνομα της επιβολής εξουσίας, και όπου οι μυστικές υπηρεσίες κόβουν και ράβουν το μέλλον της ανθρωπότητας, υπάρχει χώρος για τη φιλία και την εμπιστοσύνη; Σε ένα πρώτο επίπεδο, η Τελευταία ελπίδα είναι μια διασκεδαστική κατασκοπική περιπέτεια με καταδιώξεις, γρήγορη δράση, έξυπνο χιούμορ και την απαραίτητη δόση αγωνίας, που ωστόσο φωτίζει, σε ένα δεύτερο αλλά εξίσου σημαντικό επίπεδο, την αξία της φιλίας και της αλληλεγγύης. Ο Κίερον και ο Σαμ βασίζονται απόλυτα στη φιλία τους για να φέρουν εις πέρας το δικό τους κομμάτι της αποστολής. Η Μπεξ, αν και δικαιολογημένα επιφυλακτική αρχικά, ακούει το ένστικτό της και εμπιστεύεται τον Κίερον. Στην πορεία, θα βρει κι έναν ακόμα αναπάντεχο σύμμαχο, του οποίου ο ρόλος θα αποδειχτεί καταλυτικός. Η συνεργασία και το ομαδικό πνεύμα είναι που, τελικά, θα αποφέρουν καρπούς, ωστόσο αυτή θα είναι μόνο η αρχή, καθώς το κακό πάντα βρίσκει τρόπους να εισχωρεί στις κοινωνίες. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/efivika/11588-lane-teleutaia-elpida

4 November 2017

Benjamin Lacombe: Μαντάμ Μπατερφλάι

Την ιστορία της Μαντάμ Μπατερφλάι, πάνω στην οποία βασίστηκε και η περίφημη ομώνυμη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι, αφηγείται με την ιδιαίτερη καλλιτεχνική του ματιά και άποψη ο Μπενζαμέν Λακόμπ, σ’ ένα βιβλίο εξαιρετικής αισθητικής, εικονογραφημένο από τον ίδιο. Γεννημένος στο Παρίσι το 1982, ο Λακόμπ είναι εικονογράφος, κομίστας και συγγραφέας νεανικής, κυρίως, λογοτεχνίας. Η εικαστική του δουλειά έχει παρουσιαστεί σε πολλές εκθέσεις σε Ευρώπη και Αμερική, ενώ έχει γράψει, διασκευάσει και εικονογραφήσει πάνω από εικοσιπέντε βιβλία, για νέους αλλά και για ενήλικες. Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από την υποβλητική χρήση έντονων σκούρων χρωμάτων, ενώ μέσα από τις ανθρώπινες μορφές στα έργα του αναδεικνύεται τόσο η αθώα όσο και η σκοτεινή πλευρά των χαρακτήρων.

Η Μαντάμ Μπατερφλάι πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1898, όταν ο Αμερικανός Τζον Λούθερ Λονγκ έγραψε ένα διήγημα με αυτόν τον τίτλο, με πηγή έμπνευσης τις αφηγήσεις της αδελφής του η οποία είχε ζήσει στην Ιαπωνία μαζί με τον ιεραπόστολο σύζυγό της. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ωστόσο, και συγκεκριμένα το 1887, ο Γάλλος μυθιστοριογράφος Πιερ Λοτί, είχε ήδη εκδώσει το μυθιστόρημα ‘Η κυρία Χρυσάνθεμο’, η ιστορία του οποίου παρουσιάζει πάρα πολλά κοινά στοιχεία με αυτήν της Μπατερφλάι. Το 1904 παρουσιάστηκε επίσημα και η όπερα του Πουτσίνι, σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόσα. Το διήγημα του Λονγκ είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, ενώ στο μυθιστόρημα του Λοτί η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Ο Μπενζαμέν Λακόμπ, στη δική του εκδοχή, συνδυάζει στοιχεία από το μυθιστόρημα του Λοτί και το λιμπρέτο της όπερας και, ακολουθώντας το ύφος του βιβλίου, βάζει τον Αμερικανό αξιωματικό Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον να αφηγηθεί την ιστορία από την δική του πλευρά.

Όντας αξιωματικός του ναυτικού, ο Πίνκερτον παίρνει μετάθεση για την Ιαπωνία και, παρακινούμενος από συναδέλφους του, αποφασίζει να βρει μια ντόπια κοπέλα και να την παντρευτεί για όσο διάστημα θα μείνει εκεί. Ήταν μια τακτική ευρέως διαδεδομένη εκείνη την εποχή – οι δυτικοί από τη μια ελκύονταν από την εξωτική Ανατολή, ενώ από την άλλη επιδίδονταν σε διάφορες προσπάθειες εκδυτικοποίησής της. Το ενδιαφέρον του τραβάει η Μπατερφλάι, μια γκέισα σπάνιας ομορφιάς, η οποία επίσης τον ερωτεύεται και, αγνοώντας την αυστηρότητα ηθών, εθίμων αλλά και στερεοτύπων, αποφασίζει να τον παντρευτεί. Μετά από ένα διάστημα ευτυχίας, ωστόσο, ο γάμος τους αρχίζει να κλονίζεται, με αποκορύφωμα την αναπόφευκτη επιστροφή του Πίνκερτον στην Αμερική. Εκεί, ο άλλοτε τρελά ερωτευμένος με την εξωτική του νύφη αξιωματικός, ακυρώνει την προηγούμενη ζωή του στην Ιαπωνία και παντρεύεται μια συμπατριώτισσά του. Στο μεταξύ η Μπατερφλάι έχει φέρει στον κόσμο ένα παιδί, που θα γίνει η αιτία για μια ακόμη σύγκρουση όταν ο Πίνκερτον επιστρέψει με τη νέα του σύζυγο στην Ιαπωνία.

Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή – αν και τόσο στην όπερα όσο και στην διασκευή του Λακόμπ, το φινάλε είναι πολύ πιο δραματικό από ότι στο διήγημα και το μυθιστόρημα. Αυτό που αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα σ’ αυτήν εδώ την έκδοση από την Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, σε προσεγμένη μετάφραση της Εύης Γεροκώστα, είναι η υπέροχη εικονογράφηση από τον ίδιο τον συγγραφέα. Το πολύ ξεχωριστό στυλ του Λακόμπ συνδυάζει στοιχεία της κλασικής ζωγραφικής με τα κόμικς του δυτικού κόσμου και τις πολύχρωμες παραστάσεις που βλέπουμε σε παλαιότερες ιαπωνικές εικονογραφήσεις. Πολύ ιδιαίτερο είναι επίσης το όλο στήσιμο του βιβλίου, με τις σελίδες που ξεδιπλώνονται η μία πίσω από την άλλη αποκαλύπτοντας τις πραγματικά πανέμορφες ζωγραφιές, ευαίσθητες και έντονα δραματικές ταυτόχρονα, οι οποίες δεν εικονογραφούν απλά την ιστορία, αλλά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα παραμυθένια και ονειρική. Ουσιαστικά είναι πίνακες ζωγραφικής που συνοδεύουν την αφήγηση, και στους οποίους το μοτίβο που κυριαρχεί είναι αυτό της μπλε πεταλούδας, αφού ‘Μπατερφλάι’ σημαίνει, στα αγγλικά, πεταλούδα ενώ το μπλε είναι ένα από τα παραδοσιακά χρώματα της Ιαπωνίας, από αυτά που συναντάμε συχνότερα στα κιμονό και τα έργα τέχνης. Το πίσω μέρος των σελίδων κοσμούν σχέδια σε μπλε χρώμα – μια διαφορετική απόχρωση του μπλε αυτή τη φορά – που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο άλλοτε το ‘παρασκήνιο’ της ιστορίας, άλλοτε το σκηνικό της και άλλοτε υπογραμμίζουν λεπτομέρειες της πλοκής με συμβολικό τρόπο, όπως είναι η προσθήκη του κόκκινου χρώματος στα μπλε σχέδια, τέχνασμα που τονίζει την αίσθηση της τραγικότητας των προσώπων αλλά και της ιστορίας τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/8246-madame-butterfly-lacombe

1 August 2017

Σπύρος Γιαννακόπουλος: Νάνσι

Η ιστορία της ‘Νάνσι’ του Σπύρου Γιαννακόπουλου ξεκινάει σαν ένα εικονογραφημένο παραμύθι: μέσα από εννιά ασπρόμαυρες εικόνες, διανθισμένες με κόκκινες λεπτομέρειες, και τις λεζάντες που τις συνοδεύουν, μαθαίνουμε περιληπτικά πώς ο κακός μαύρος δράκος εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο παλάτι, απήγαγε την ξακουστή για την ομορφιά της πριγκίπισσα Νάνσι και την φυλάκισε στον πύργο του, και πώς στη συνέχεια, από τους τρεις ιππότες που ξεκίνησαν για να την ελευθερώσουν, μόνο ένας κατάφερε να φτάσει εγκαίρως, ο λευκός ιππότης, ο οποίος έτρεψε σε φυγή το δράκο και ελευθέρωσε την πριγκίπισσα, κερδίζοντας το έπαθλο, δηλαδή ένα βασιλικό γάμο μαζί της.

Η συνέχεια ωστόσο κάθε άλλο συμβατικό παραμύθι θυμίζει. Μέσα στις πυκνογραμμένες σελίδες του μυθιστορήματος που ακολουθεί, συμβαίνουν τα πάντα, με τις αναπάντεχες εξελίξεις να διαδέχονται η μία την άλλη, αφού η Νάνσι, παρ’ όλο που φαινομενικά είναι απλά μια κλασική όμορφη και ντελικάτη πριγκίπισσα, στην πραγματικότητα ελάχιστα ανταποκρίνεται σ’ αυτή την εικόνα και στα στερεότυπα που σχετίζονται μαζί της. Η πριγκίπισσα Νάνσι ζει στο τυπικό παλάτι του παραμυθιού, μαζί με τους βασιλιάδες γονείς της, την πιστή της γκουβερνάντα, υπηρετικό προσωπικό και δεκάδες φρουρούς. Ωστόσο τίποτα σε σχέση με την ίδια και το περιβάλλον της δεν είναι συνηθισμένο.

Κατ’ αρχάς, η ίδια δεν είναι μια συνηθισμένη, προβλέψιμη πριγκίπισσα. Αυτό είναι κάτι που φαίνεται έτσι κι αλλιώς από το, όχι και τόσο αναμενόμενο για πριγκίπισσα, όνομά της. Δυσανασχετεί με τον επικείμενο γάμο της με τον λευκό ιππότη που την έσωσε από το δράκο, αλλά δεν είναι μόνο ότι δεν θέλει τον συγκεκριμένο άντρα για σύζυγο γιατί είναι ερωτευμένη με άλλον – δε θέλει ακόμα να παντρευτεί. Αρνείται να μπει σε καλούπια, ερωτεύεται τον Δαμιανό, που είναι ο ταπεινός βασιλικός κηπουρός και δεν ανήκει στην τάξη της, μαθαίνει κρυφά ξιφομαχία και κάνει βόλτες στην πόλη κρυμμένη κάτω από μια κουκούλα για να μην την αναγνωρίσουν.

Οι γονείς της, παρ’ όλο που είναι εγκλωβισμένοι στα στερεότυπα και τους είναι πάρα πολύ δύσκολο ν’ απαλλαγούν απ’ αυτά, είναι ωστόσο και οι ίδιοι αντισυμβατικοί, αν και μάλλον δεν το έχουν συνειδητοποιήσει: η βασίλισσα λατρεύει το χορό και τις αυθόρμητες διασκεδάσεις (ένα από τα πιο αστεία και διασκεδαστικά κεφάλαια είναι εκείνο όπου το βασιλικό ζεύγος διεξάγει ακροάσεις για να επιλέξει το συγκρότημα που θα παίξει μουσική στο γάμο της Νάνσι, με τη βασίλισσα να κλέβει την παράσταση με τις αντιδράσεις της), ο βασιλιάς ασχολείται περισσότερο με θεωρίες συνωμοσίας και με το τι θα γεμίσει την κοιλιά του παρά με το τι γίνεται πραγματικά στο παλάτι του. Και η γκουβερνάντα «για όλες τις δουλειές», ένας χαρακτήρας που έξυπνα κρατείται σε δεύτερο – αλλά σταθερό – πλάνο σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας κυνηγώντας τη Νάνσι με το νυφικό στο ένα χέρι και τα σύνεργα της ραπτικής στο άλλο για να της κάνει τις τελευταίες πρόβες πριν το γάμο, θα είναι ο καταλύτης στην πιο κρίσιμη καμπή.

Στον αντίποδα, οι τρεις ιππότες είναι εξίσου ανατρεπτικοί και τα κίνητρα του καθενός  είναι πολύ διαφορετικά. Ο Βίκτωρας, ο λευκός ιππότης, είναι αυτός που σώζει τη Νάνσι από το δράκο και που, παραδοσιακά, πρόκειται να την παντρευτεί σαν ανταμοιβή για τη γενναία του πράξη, αλλά όπως θα φανεί στην πορεία, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα στη δική του περίπτωση. Ο βαρύς κι ασήκωτος κόκκινος ιππότης Ιάσονας Μπρουτ – όνομα και πράγμα, αφού «brute» σημαίνει άξεστος, κτηνώδης, αλλά με καλή καρδιά κατά βάθος – που προδόθηκε από την αδυναμία του στο κρασί και δεν έφτασε έγκαιρα στον πύργο όπου ο δράκος κρατούσε φυλακισμένη τη Νάνσι, έβλεπε την αναμέτρηση με το θηρίο σαν ένα προσωπικό στοίχημα, για τους δικούς του λόγους. Ο μαύρος ιππότης, που καλύπτεται από πυκνό μυστήριο για αρκετό καιρό και επίσης δεν πρόλαβε την αναμέτρηση γιατί υπερίσχυσε η ρομαντική πλευρά του και σταμάτησε να κόψει λουλούδια για να τα προσφέρει στην πριγκίπισσα, έβλεπε την όλη υπόθεση με άλλη οπτική και προσέγγιζε το θέμα της μάχης με το δράκο με πιο εγκεφαλικό τρόπο. Ωστόσο τα γεγονότα δείχνουν ότι τόσο ο κόκκινος ιππότης με την τεχνική υπεροχή όσο και ο μαύρος ιππότης, που μελετούσε τρόπους για να οργανώσει αποτελεσματικές στρατηγικές, θα κατάφερναν να νικήσουν το δράκο, αν είχαν την ευκαιρία – ο καθένας με τα μέσα του. Αν δηλαδή δεν τους είχε προλάβει ο λευκός ιππότης, ο οποίος δε βασίστηκε ούτε στην εμπειρία, ούτε στη γνώση, ούτε στην τεχνική, ούτε στη στρατηγική για να κατατροπώσει το δράκο, αλλά σε άλλες τεχνικές, όχι και τόσο έντιμες.

Η τετραπέρατη Νάνσι δε θ’ αργήσει να καταλάβει τι παιχνίδι παίζεται πίσω από την πλάτη τη δική της και των γονιών της, και φυσικά δε θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια, αφού εκτός από την ίδια και την οικογένειά της, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο και κάποιος για τον οποίο νοιάζεται ιδιαίτερα. Στην πραγματικότητα, αν όταν την είχε απαγάγει ο δράκος, είχε τα μέσα και τον τρόπο να τον αντιμετωπίσει μόνη της, θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι, τώρα που της δίνεται η ευκαιρία να δράσει με δική της πρωτοβουλία, επιστρατεύει την εξυπνάδα της για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της. Κι αν της λείπει η απαραίτητη μυϊκή δύναμη και η εμπειρία για να στεφθεί η επιχείρησή της με απόλυτη επιτυχία, γρήγορα θα βρει το αντίβαρο, ζητώντας τη βοήθεια κάποιου που διαθέτει και τα δύο αυτά στοιχεία που της λείπουν και στο πρόσωπο του οποίου θα βρει έναν αναπάντεχο πιστό σύμμαχο και συνεργάτη.

Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος στήνει ένα καλοκουρδισμένο και ευφάνταστο παραμύθι με παραδοσιακά συστατικά αλλά πέρα για πέρα ανατρεπτική διεκπεραίωση. Διαβάζοντας τη ‘Νάνσι’, θα εντοπίσει κανείς αναφορές σε πολλά λαϊκά και κλασικά παραμύθια – στοιχεία εντεταγμένα ωστόσο με τέτοιο τρόπο μέσα στην ιστορία ώστε να λειτουργούν σε απόλυτη αρμονία με το αντισυμβατικό πνεύμα αυτού του πρωτότυπου παραμυθιού. Σε κάποιο σημείο, η Νάνσι και ο συνεργάτης της συναντάνε μια μάγισσα στο δάσος, η οποία τους δίνει τρία μαγικά φίλτρα για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Αυτό το στοιχείο με τα τρία μαγικά υλικά είναι από τα πλέον διαδεδομένα στα λαϊκά παραμύθια – συνήθως όταν η ηρωίδα το σκάει από τα δεσμά της και την κυνηγάνε, η καλή μάγισσα την προμηθεύει με ανάλογα φίλτρα που άλλοτε ορθώνουν αγκαθωτούς θάμνους πίσω της, άλλοτε εμφανίζουν απάτητες λίμνες, έτσι ώστε να καθυστερήσει όσο μπορεί αυτούς που θέλουν να την πιάσουν. Στην ιστορία της Νάνσι, ωστόσο, τα φίλτρα δεν είναι πάντα τόσο συνεργάσιμα. Άλλο θέλει ειδική προετοιμασία για να δουλέψει, άλλο θέλει το χρόνο του. Έτσι οι δύο συνεργάτες θα χρειαστεί να βασιστούν πολύ περισσότερο στις δικές τους δυνάμεις και στο μυαλό τους και λιγότερο στα μαγικά, και τελικά το φίλτρο που θα δουλέψει υπέρ τους θα είναι το πιο απλό, κλασικό και δοκιμασμένο με εγγυημένα αποτελέσματα. Κι έχουμε εδώ άλλη μια ανατροπή που κλείνει το μάτι στα κλασικά παραμύθια, με τρόπο διακριτικό, έξυπνο και δημιουργικό.

Και φυσικά οι ανατροπές δεν περιορίζονται σ’ αυτά τα στοιχεία μόνο. Δεν ανατρέπονται μόνο οι καταστάσεις, αλλά και οι ‘ρόλοι’. Δεν είναι μόνο οι πριγκίπισσες που κινδυνεύουν από τους δράκους, και δεν είναι μόνο οι ιππότες αρμόδιοι και ικανοί να τα βάζουν κάθε φορά με τα θηρία. Ένα κοφτερό σπαθί δε φτάνει για να εξουδετερωθεί ο δράκος – χρειάζεται ένας συνδυασμός από τεχνικές, στρατηγική, αντιπερισπασμός, αντανακλαστικά, συνεργασία και το τελικό χτύπημα την πιο κατάλληλη στιγμή.

Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας δεν είναι συγκεκριμένοι, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα παραμύθια παγκοσμίως, αν και αναφέρονται ονόματα και τοπωνύμια που παραπέμπουν σε μέρη υπαρκτά. Άλλωστε αυτές οι δύο παράμετροι αποκτούν εντελώς διαφορετική υπόσταση και έννοια μέσα σ’ ένα παραμύθι, κι αυτό είναι που τονίζει τη διαχρονική του αξία. Ανέκαθεν τα παραμύθια κινούνταν σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου όλα ήταν δυνατά και το υπερφυσικό στοιχείο ήταν μέρος της ζωής. Η Νάνσι θα μπορούσε να είναι η κάθε μία από όλες τις γνωστές πριγκίπισσες των παραμυθιών, καθώς και ένας συνδυασμός όλων τους και μια σύγχρονη, άκρως φεμινιστική εκδοχή τους, σε ένα ακόμα πιο παράλληλο σύμπαν – για την ακρίβεια, σε ένα παράλληλο σύμπαν του παράλληλου σύμπαντος των κλασικών και των λαϊκών παραμυθιών. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η ‘Νάνσι’ του Σπύρου Γιαννακόπουλου είναι ένα μετα-παραμύθι, ένα μυθιστόρημα φαντασίας που ενώ πατάει γερά σε κλασικές συνταγές, τις ανατρέπει με χιούμορ και φρεσκάδα.

H χρήση κοφτών, σύντομων φράσεων σε κάποια σημεία προσδίδει στις σκηνές ένα στακάτο, ατακαριστό και, κατά συνέπεια, ταιριαστό με το κλίμα ύφος και μια αίσθηση συνεχούς κινητικότητας. Το κείμενο στο σύνολό του είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο – αναλυτικό όπου χρειάζεται, πιο περιεκτικό σε άλλα σημεία – διαθέτει έμπνευση, ζωντάνια, ζωηρές εναλλαγές, διασκεδαστικές σκηνές δράσεις, όμορφες περιγραφές τόπων και χαρακτήρων. Είναι εξαιρετικά ευχάριστο και ανεπιτήδευτα πρωτότυπο, διασκεδαστικό αλλά χωρίς να λείπουν και βαθύτεροι προβληματισμοί που ωστόσο περνάνε διακριτικά και μέσα από το φίλτρο του χιούμορ και της φαντασίας. Σε ανάλογο πνεύμα, οι εισαγωγικές εικόνες του Πέτρου Χριστούλια, ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει και το πολύ χαριτωμένο εξώφυλλο, συνδυάζουν εύστοχα το ύφος των εικονογραφήσεων του παλιού καιρού και των κλασικών εικονογραφημένων με τα σύγχρονα κόμικς και graphic novels (γραφικά μυθιστορήματα) και συμβάλλουν με μοναδικό τρόπο στο σπιρτόζικο και ενίοτε κινηματογραφικό ύφος του μυθιστορήματος.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Αύγουστο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7565-nancy

5 July 2017

Μαρία Σκιαδαρέση: Γιλάν, Η Πριγκίπισσα Των Φιδιών


Τα παραμύθια κλείνουν μέσα τους τη σοφία των λαών τους, και μιλούν με συμβολισμούς και αλληγορίες για καταστάσεις, έννοιες και συμπεριφορές που απασχολούν τους ανθρώπους διαχρονικά. Μέσα από το φανταστικό και πολλές φορές σουρεαλιστικό στοιχείο, θίγονται και αναλύονται θέματα καίρια και με ιδιαίτερη σημασία, με τρόπο απλό, αυθόρμητο και βαθιά συναισθηματικό. Στα παραμύθια, οι άνθρωποι επικοινωνούν με τα ζώα, με τη φύση, και κινούνται σε ένα σύμπαν που ισορροπεί ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα.

Οι λαοί της Ανατολής έχουν μεγάλη παράδοση στον τομέα των παραμυθιών, ξεκινώντας από αιώνες πίσω, με πιο γνωστά εκείνα που αποτελούν τις περίφημες ‘Χίλιες και μία νύχτες’. Είναι ωστόσο και άλλα πολλά, εξίσου γοητευτικά και συναρπαστικά, από διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής, που έχουν πολλά να πουν στον σύγχρονο κόσμο. Οι λαοί αυτοί, καθώς πάντα υπέφεραν από άσχημη χρήση εξουσίας σε διάφορες μορφές, αναφέρονται συχνά με τις ιστορίες τους σ’ αυτό το θέμα, με την αλληγορία να λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα μια απλή ιστορική καταγραφή.

Ξεκινώντας από έναν τέτοιο μύθο, η Μαρία Σκιαδαρέση, διακεκριμένη αρχαιολόγος, ιστορικός και συγγραφέας με μεγάλη λογοτεχνική και δοκιμιακή δραστηριότητα στο ενεργητικό της, πλάθει ένα ονειρικό, μαγευτικό παραμύθι, πιστή στο πνεύμα των ιστοριών της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, εμπλουτίζοντάς το και με άλλα στοιχεία που συμβάλλουν στην περίτεχνα αλλά και συνάμα τόσο λιτά δομημένη αφήγησή της. Με γραφή ποιητική, που δημιουργεί εικόνες ολοζώντανες, αντλεί την έμπνευσή της από το μύθο της Σαχμαράν, της βασίλισσας των φιδιών.

Ο μύθος της Σαχμαράν προέρχεται από τις ευρύτερες περιοχές της νότιας, κεντρικής και ανατολικής Ανατολίας. Η Σαχμαράν είναι ένα πλάσμα – γυναίκα από τη μέση και πάνω και φίδι από τη μέση και κάτω – που, σύμφωνα με τη μυθολογία των λαών της Ανατολής, διακρίνεται από μεγάλη σοφία και εξυπνάδα. Όταν πεθαίνει, το πνεύμα της περνάει στην κόρη της. Στο παραμύθι της Μαρίας Σκιαδαρέση, η Σαχμαράν κρατάει έναν δεύτερο ρόλο, ωστόσο είναι ένας χαρακτήρας ο οποίος, στο πιο κομβικό και κρίσιμο σημείο της ιστορίας, θα έχει δράση καθοριστική.

Πρωταγωνίστρια εδώ είναι η κόρη της Σαχμαράν, η Γιλάν, πριγκίπισσα των φιδιών. Γοητευμένη από την ηρωική πράξη του Κεμ, ενός βοσκού που την έσωσε μια μέρα στο ποτάμι, η Γιλάν τον ερωτεύεται και προς στιγμήν αδυνατεί να διακρίνει την αληθινή του φύση, που δεν είναι ούτε τόσο ευγενική ούτε τόσο ανιδιοτελής όσο φαίνεται. Παράλληλα, αποπαίρνει τον Κουρτ, τον πρίγκιπα των λύκων, ο οποίος παρά την κάπως ασμίλευτη συμπεριφορά του, έχει μια χρυσή, καθαρή καρδιά.

Οι ήρωες ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους: η χώρα των φιδιών, η χώρα των λύκων, η χώρα των ανθρώπων, η χώρα των πιθήκων, η χώρα των απέραντων δασών, συνθέτουν έναν μυστηριώδη και ευφάνταστο χάρτη που παραπέμπει σε άλλες εποχές. Τα ονόματα των προσώπων κουβαλάνε τόσο την κυριολεκτική όσο και την συμβολική τους σημασία, σε σχέση με τον κάτοχό τους (για παράδειγμα, ‘Κεμ’ θα πει ‘κακός’, κάτι που εν μέρει χαρακτηρίζει και τον βοσκό που έχει αυτό το όνομα). Κάθε χώρα είναι και ένα βασίλειο, με τους δικούς του νόμους, τους δικούς του κανόνες. Παρ’ όλα αυτά, τα πλάσματα που κατοικούν σε κάθε ένα από αυτά έχουν βρει – στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστον – τον τρόπο να συναλλάσσονται μεταξύ τους και να διατηρούν τις σχέσεις τους αρμονικές.

Μια αρμονία που δεν κρατάει βέβαια πολύ. Πάντα θα βρεθεί κάποιος συμφεροντολόγος, κάποιος ύπουλος υπονομευτής που για τους δικούς του λόγους θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις είτε για να ωφεληθεί ο ίδιος είτε για να εκδικηθεί κάποιον που θεωρεί ότι έβλαψε τα συμφέροντά του. Το παραμύθι, ωστόσο, με τις αλληγορίες του και τον μοναδικό τρόπο να δίνει λύσεις ακόμα και σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις, οδηγεί τους ήρωες στην κάθαρση, δικαιώνοντας τους καλούς και τιμωρώντας τους κακούς.

Η δύναμη της εξουσίας και η σχετικότητα της δίκαιης ή άδικης άσκησής της αποτελούν τον πυρήνα αυτού του γοητευτικού παραμυθιού, αλλά είναι κι άλλα πολλά θέματα που έχουν τη θέση τους μέσα στην ιστορία.

Οι δύο κεντρικοί άξονες είναι η Γιλάν και ο Κουρτ, και οι δύο εκπρόσωποι κόσμων που σχετίζονται με πλάσματα παρεξηγημένα: τα φίδια και τους λύκους, που οι άνθρωποι συνήθως τα φοβούνται και τα θεωρούν ‘κακά’, αλλά στην πραγματικότητα διαθέτουν ιδιότητες και χαρακτηριστικά που μόνο με θαυμασμό και συμπάθεια μπορεί κανείς να δει: ευελιξία, δυνατότητα προσαρμογής, θεραπευτική δράση (τα φίδια), στοργή, αφοσίωση, πίστη (οι λύκοι).

Από την άλλη, αυτός που με τις πράξεις του προσπαθεί να κάνει ζημιά, ο Κεμ, είναι άνθρωπος, αλλά καθόλου τυχαία, ζει ανάμεσα στη χώρα των λύκων και τη χώρα των ανθρώπων. Κάτι που, σε πρώτο επίπεδο, μπορεί να μεταφράζεται σε ανεξαρτησία, στην ουσία όμως αντικατοπτρίζει την επιθυμία του να τα έχει καλά με όλους έτσι ώστε να δρα κάθε φορά ανάλογα με το τι τον συμφέρει περισσότερο.

Ένας τρίτος άξονας είναι ο Μεμρούτ, ο βασιλιάς της χώρας των ανθρώπων, χαρακτηριστικό παράδειγμα εξουσίας που άγεται και φέρεται, που δρα απερίσκεπτα και παρασύρεται τόσο εύκολα να πράξει κάτι κακό. Και πάλι δεν πρόκειται για τυχαία επιλογή – οι άνθρωποι γίνονται πολύ συχνά έρμαια καταστάσεων αλλά και άλλων ανθρώπων, και τους είναι απίστευτα δύσκολο να δουν μακροπρόθεσμα και να συνειδητοποιήσουν τις συνέπειες που μπορεί να έχουν οι πράξεις τους.

Ο Μεμρούτ καλείται να κάνει κάτι πολύ άσχημο, ακολουθώντας τη λάθος συμβουλή ενός πικρόχολου θεραπευτή που θέλει να εκδικηθεί τη Σαχμαράν. Αν και καταλαβαίνει ότι αυτό που σκοπεύει να κάνει δεν είναι σωστό ούτε δίκαιο, η επίγνωση αυτή δεν είναι αρκετή για να τον σταματήσει. Το κίνητρό του είναι πολύ σοβαρό, όμως ισχύει πάντα άραγε ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Η ανευθυνότητα που έδειξε και δεν είχε δεύτερες σκέψεις μπροστά σ’ αυτό το ηθικό δίλημμα και που δεν κάθισε να αναλογιστεί ποιος του υπέδειξε αυτή τη συγκεκριμένη οδό και γιατί, θα έχει τραγικές συνέπειες.

Εδώ όμως έρχεται το παραμυθικό στοιχείο να δώσει τη λύση, να αποκαταστήσει όλες τις αδικίες και να επαναφέρει την τάξη και την ηρεμία σε όλα τα εμπλεκόμενα βασίλεια. Μέσα από τους δυνατούς και ουσιαστικούς συμβολισμούς που κυριαρχούν, η κατάληξη της ιστορίας επιβραβεύει τους καλούς ήρωες με την ευνοϊκή τύχη που τους αξίζει ενώ επιφυλάσσει για τους κακούς την εξέλιξη που οι ίδιοι ουσιαστικά προκάλεσαν, θέλοντας να θέσουν σε εφαρμογή ύπουλες μηχανορραφίες. Μπορεί στη ζωή τα πράγματα να μην γίνονται ακριβώς όπως στη φαντασία των μύθων, ωστόσο τα παραμύθια έχουν να μας διδάξουν πολλά πράγματα και, κυρίως, να μας δείξουν ότι η καλοσύνη και η δικαιοσύνη κάπου, κάπως, με κάποιο τρόπο, κάποια στιγμή θα υπερισχύσουν.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7373-ilan