Showing posts with label neil gaiman. Show all posts
Showing posts with label neil gaiman. Show all posts

20 October 2017

Neil Gaiman & Terry Pratchett: Καλοί Οιωνοί

Κάπου στην Αγγλία, σ’ ένα ειδυλλιακό χωριό, ο Αντίχριστος μεγαλώνει, εξαιτίας μιας ανταλλαγής μωρών, οργανωμένης από τις Δυνάμεις του Σκότους, που πήγε εντελώς στραβά, σαν μέλος μιας συνηθισμένης οικογένειας χωρίς να υποψιάζεται ούτε τι του επιφυλάσσει το μέλλον ούτε τι ο ίδιος επιφυλάσσει για το μέλλον της ανθρωπότητας. Κι ενώ πλησιάζει ο Αρμαγεδδών, και οι Τέσσερις Ιππότες της Αποκάλυψης βρίσκονται καθ’ οδόν υπακούοντας στο ακούσιο κάλεσμα του μικρού Αντίχριστου, ένας δαίμονας κι ένας άγγελος, οι οποίοι μετά από συναναστροφή που έχει κρατήσει μια αιωνιότητα και συνεχίζει ακάθεκτη, έχουν γίνει σχεδόν κολλητοί, βάζουν στοίχημα για το αν ο Αντίχριστος θα ανταποκριθεί τελικά στη διαβολική του φύση ή αν η ανατροφή που πήρε μέσα στην καθ’ όλα συμβατική θετή του οικογένεια είναι αυτή που τελικά θα τον καθορίσει σαν άτομο. Παράλληλα, η απόγονος της Αγνής Νάτερ, μιας μάγισσας που αιώνες πριν είχε καεί στην πυρά παίρνοντας μαζί της κι ένα ολόκληρο χωριό χάρις στην εφευρετικό και προνοητικό μυαλό της, παλεύει να αποκρυπτογραφήσει μια σειρά από προφητείες, συμπεριλαμβανομένης και μίας για τη συντέλεια του κόσμου, που η μάγισσα είχε συντάξει και που, όπως δείχνουν τα ιστορικά γεγονότα, επαληθεύονται αλάνθαστα εδώ και χρόνια.

Γραμμένο από τον Νιλ Γκέιμαν (‘Ποτέ και Πουθενά’, ‘Ο Πόλεμος των Θεών’, ‘Sandman’) και τον Τέρι Πράτσετ (‘Discworld’, ‘H Σκοτεινή Πλευρά του Ήλιου’, ‘Johnny Maxwell’) στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, το αιρετικό και, κατ’ ουσίαν, φουτουριστικό / αποκαλυπτικό μυθιστόρημα ‘Καλοί Οιωνοί’, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1990, είναι το αποτέλεσμα μιας συνεργασίας που μοιάζει να έγινε στον Παράδεισο. Τόσο ο Γκέιμαν όσο και Πράτσετ (που, δυστυχώς, έφυγε από τη ζωή το 2015) έχουν ένα υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου και ιδιαίτερα γοητευτικό λογοτεχνικό στίγμα, συνδυάζοντας στα έργα τους το φανταστικό με το ρεαλιστικό στοιχείο, με απόλυτη επιτυχία και ευστροφία. Η ‘σύμπραξη’ για την συγγραφή των ‘Καλών Οιωνών’ προέκυψε μετά από δική τους ιδέα.

Η συνεργασία αυτών των δύο τόσο ιδιοφυών συγγραφέων δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας ευτυχής συγκερασμός όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που κάνουν τις ιστορίες του καθενός ξεχωριστές. Το ύφος τους είναι μεν διαφορετικό (όποιος έχει διαβάσει τουλάχιστον τον έναν από τους δύο μπορεί να διακρίνει σε γενικές γραμμές ποια κομμάτια είναι του ενός και ποια του άλλου), ωστόσο έχουν πετύχει μια τέλεια αρμονία στον τρόπο γραφής, στην ατμόσφαιρα και στο γενικότερο πλαίσιο δράσης. Ο καθένας τους είχε αρχικά αναλάβει συγκεκριμένους χαρακτήρες, αλλά από ένα σημείο και μετά τους ‘αντάλλαξαν’, έτσι ώστε να έχουν στο τέλος ασχοληθεί και οι δύο με όλους τους ήρωες. Είναι επίσης ιδιαίτερα αξιόλογη η δουλειά του μεταφραστή της ελληνικής έκδοσης, Θάνου Καραγιαννόπουλου, ο οποίος έχει αποδώσει το κείμενο με ζωντάνια και εφευρετικότητα, καθώς σημαντικό μέρος του βασίζεται στα λογοπαίγνια και στο παιχνίδι ανάμεσα στην κυριολεκτική και τη μεταφορική σημασία λέξεων και εκφράσεων.

Οι ‘Καλοί Οιωνοί’ δεν είναι απλά μια παρωδία της Αποκάλυψης. Έχουμε να κάνουμε με ένα χειμαρρώδες και ανελέητα σαρκαστικό μυθιστόρημα που κάνει φύλλο και φτερό διάφορες γνωστές ή και λιγότερο γνωστές θεωρίες και τερατολογίες που αφορούν τη συντέλεια του κόσμου. Αστικοί και άλλοι μύθοι γίνονται κυριολεξίες, το ‘κυνήγι μαγισσών’ που λέμε σαν σχήμα λόγου εδώ παίρνει σάρκα και οστά, καθώς υπάρχει κάποιος που κυνηγάει πραγματικά μάγισσες, ενώ μέχρι και η Ατλαντίδα φαίνεται να αναδύεται από τα βάθη όπου ήταν τόσους αιώνες χαμένη.

Το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο, με επικεφαλής τον άγγελο Αζιραφάλ, που εκτός από εκπρόσωπος των ουράνιων δυνάμεων είναι και μανιώδης συλλέκτης παλιών βιβλίων και σπάνιων εκδόσεων, και τον δαίμονα Κρόουλυ που μοιάζει με ροκά της δεκαετίας του ’70 και οδηγεί ένα αυτοκίνητο-αντίκα ξεπερνώντας συνήθως το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Αυτοί οι δύο άσπονδοι αντίπαλοι που εδώ και αιώνες είναι παρόντες σε όλα τα μεγάλα και μικρά γεγονότα της Ιστορίας και μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε, αντιλαμβάνονται το λάθος στην ανταλλαγή των μωρών μόλις έντεκα (!) χρόνια αργότερα. Κάτι που ωστόσο τους δίνει το έναυσμα, ενώ προσπαθούν να εντοπίσουν τον πραγματικό Αντίχριστο, να μπουν σε σκέψεις σχετικά με το αν πρέπει να γίνει η Αποκάλυψη και, σε τελική ανάλυση, ποιους συμφέρει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ανακαλύπτουν στην πορεία ότι οι Δυνάμεις του Καλού είναι εξίσου πολεμοχαρείς και διψασμένες για απόλυτη εξουσία με τις Δυνάμεις του Κακού κι ότι, ενώ είναι σε θέση να αποτρέψουν τη συντέλεια, κάνουν ό,τι μπορούν για να συμβεί. Παράλληλα διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι αποδεικνύονται πολύ πιο σατανικοί κι από τους ίδιους τους διαβόλους όταν είναι να κάνουν κακό ο ένας στον άλλον, και πως αν βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες με όπλα στα χέρια τους, δεν θα διστάσουν να αλληλοσκοτωθούν.

Και στο μεταξύ ο ανυποψίαστος Αντίχριστος παίζει με τους τρεις καλούς του φίλους, αμέριμνος και ανέμελος, ενώ η έμφυτη δαιμονική πλευρά του προσπαθεί με κάθε τρόπο να βγει στην επιφάνεια, προκαλώντας, χωρίς ο ίδιος να το συνειδητοποιεί, διάφορα ανεξήγητα για τον υπόλοιπο κόσμο φαινόμενα που σημαίνουν την αρχή της Αποκάλυψης: ψάρια πέφτουν από τον ουρανό, αγελάδες κάνουν τούμπες στα χωράφια, δαίμονες πετάγονται μέσα από αυτόματους τηλεφωνητές, Θιβετιανοί καλόγεροι ξεφυτρώνουν στην κυριολεξία από τη γη, ηλεκτρικά δίκτυα βραχυκυκλώνουν, το Κράκεν ξυπνάει από τον βαθύ του ύπνο, και γενικά τίποτα δεν φαίνεται διατεθειμένο να μείνει όρθιο.

Το καλό και το κακό μέσα μας συνυπάρχουν συνεχώς, κανείς δεν είναι απόλυτα σατανικός ούτε εκατό τοις εκατό αγγελικός. Μπορούμε να επιλέξουμε ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε, ωστόσο η άλλη μας πλευρά δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει – απλώς θα είναι σε (σχετική) αδράνεια. Ακόμα και ο Αζιράφαλ, που ισχυρίζεται ότι, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, οι άγγελοι και οι δαίμονες έχουν παγιωμένο δρόμο εξαρχής, έχει κι αυτός τη σκοτεινή πλευρά του, ενώ και ο Κρόουλυ έχει τις δικές του (απειροελάχιστες, έστω) ευαισθησίες. Και οι δυο τους, ενώ είναι αναγκασμένοι να λογοδοτούν σε ανώτερες αρχές, κάποια κρίσιμη στιγμή παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και δρουν αυτοβούλως, επηρεάζοντας τις εξελίξεις και τις συνέπειές τους. Επομένως τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, στο βαθμό που είμαστε σε θέση να τα επηρεάσουμε, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις δικές μας πράξεις και αποφάσεις.

Οι προφητείες της μάγισσας Αγνής Νάτερ επαληθεύονται σε όλες τους τις λεπτομέρειες (με μικρές διαφοροποιήσεις εξαιτίας των χωρο-χρονικών αλλαγών και περιορισμών), αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για μια σειρά σατανικών (στην κυριολεξία, αφού ο Κρόουλυ βάζει την ουρά του) συμπτώσεων. Άλλωστε οι τρεις από τους τέσσερις Ιππότες της Αποκάλυψης συμβολίζουν έννοιες που σχετίζονται απόλυτα με τις πράξεις των ανθρώπων: ο Πόλεμος είναι κατεξοχήν ανθρώπινη εφεύρεση, ένα θανατηφόρο παιχνίδι επιβολής με ανυπολόγιστες συνέπειες. Ο Λιμός είναι απόρροια ανθρώπινων ενεργειών που ενισχύουν την συντήρηση του Τρίτου Κόσμου. Η Μόλυνση είναι το κόστος που πληρώνουμε εξαιτίας της αδιαφορίας μας για το φυσικό περιβάλλον. Ο τέταρτος Ιππότης, βέβαια, ο Θάνατος, είναι, ειρωνικά, μέρος της ζωής και αναπόσπαστο κομμάτι της.

Στον αντίποδα των τεσσάρων Ιπποτών, ο Αντίχριστος με τους τρεις φίλους του μοιάζουν με μικρογραφία ή και παρωδία τους. Ο καθένας από αυτούς διαθέτει χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στον αντίστοιχο Ιππότη χωρίς ωστόσο την καταστροφική παράμετρο. Ο ίδιος ο Αντίχριστος, που παρεμπιπτόντως είναι ξανθός και όμορφος σαν άγγελος και λέγεται Αδάμ, αποτελεί το αντίπαλο δέος του Ιππότη-Θανάτου, ωστόσο η ανθρώπινη φύση του τον κάνει να σκέφτεται, να υπολογίζει συνέπειες, να αντιδρά. Η πάλη του καλού με το κακό είναι διαρκής, τόσο μέσα του, όσο και γύρω του, ωστόσο η τελική αναμέτρηση δεν θα είναι ακριβώς η πολυαναμενόμενη επική μάχη των σκοτεινών δυνάμεων με τις ουράνιες στρατιές αγγέλων.

Αυτό το στοιχείο της δυαδικότητας κυριαρχεί στο βιβλίο, τονίζοντας συνεχώς την διττή υπόσταση των ανθρώπων. Ο Αζιράφαλ με τον Κρόουλυ είναι κι αυτοί δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καθώς και κάποιοι άλλοι από τους χαρακτήρες, που βρίσκονται σε αντιπαράθεση: η Ανάθεμα, η αποκρυφίστρια απόγονος της Αγνής Νάτερ, είναι η μία πλευρά του καθρέφτη της ανθρώπινης ψυχής, και ο Νιούτον, που ως νεόκοπος στρατιώτης του Στρατού των Μαγισσών είναι (θεωρητικά μόνο) αντίπαλός της, είναι η άλλη. Η μαντάμ Τρέισι, μέντιουμ με ύποπτες δραστηριότητες, είναι ο αντίποδας του Σάντγουελ, που είναι βετεράνος διώκτης μαγισσών. Ο Χαστούρ και ο Λιγκούρ, οι Δούκες της Κόλασης στους οποίους λογοδοτεί ο Κρόουλυ, συμπληρώνουν κι αυτοί οι ένας τον άλλον, αν και μοιάζουν περισσότερο με κωμικό ντουέτο – κάτι σαν τον Τουίντλιντι και τον Τουίντλνταμ από την ‘Αλίκη Στη Χώρα Των Θαυμάτων’, ενώ θυμίζουν επίσης τους Κρουπ και Βάντεμαρ, το αιμοβόρο δίδυμο που συναντάμε στο μεταγενέστερο ‘Ποτέ και Πουθενά’ (Neverwhere) του Νιλ Γκέιμαν.

Μέσα από τις πολλές, παράλληλες ιστορίες που συχνά διασταυρώνονται και τα δεκάδες πρόσωπα που συμμετέχουν σ’ αυτές συμπληρώνεται ένα συναρπαστικό παζλ εικόνων, χαρακτήρων και στιγμιότυπων που συνθέτουν τον καμβά ενός κόσμου ο οποίος απειλείται από μια σαρωτική αλλά αόριστη καταστροφή που εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους και μορφές, με παρόμοιες ωστόσο ουσιαστικές και παράπλευρες απώλειες.

Η αφήγηση είναι ένας καταιγισμός από μαύρο χιούμορ, ασταμάτητη δράση, διασκεδαστικές περιγραφές, σουρεαλιστικές παρομοιώσεις, υπαινικτικές ή και άμεσες αστείες αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα, τηλεοπτικές σειρές, ταινίες, μουσικά συγκροτήματα και πολιτικούς, ωστόσο κάτω από όλη αυτή την κωμική και γεμάτη ζωηρή δραστηριότητα επιφάνεια αναδύεται μια λανθάνουσα αίσθηση ακινησίας και μια αναπάντεχη τραγικότητα: κάπως έτσι θα ήταν πραγματικά το τέλος του κόσμου αν κυριαρχούσε παντού ο πόλεμος, ο λιμός και η μόλυνση του περιβάλλοντος – θα επικρατούσε το χάος και το μόνο που θα έμενε μετά θα ήταν η έλευση του θανάτου, που θα έσβηνε οριστικά τα πάντα.

Τα κεφάλαια που είναι αφιερωμένα στους Ιππότες της Αποκάλυψης είναι καθηλωτικά, ιδιαίτερα εκείνα που σχετίζονται με τον Πόλεμο, ο οποίος έχει τη μορφή μιας πανέμορφης κοπέλας (που άλλοτε λέγεται Σκάρλετ και άλλοτε Καρμάιν – και τα δύο ωστόσο σημαίνουν το βαθύ κόκκινο χρώμα, το χρώμα του αίματος), γιατί πολύ απλά τα όπλα και η παραπλανητική εξουσία που έρχεται μαζί τους πάντα ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία στους ανθρώπους. Ο Λιμός είναι ένας στιλάτος νέος άνδρας με το απόλυτα ταιριαστό με την ιδιότητά του όνομα Ρέιβεν – δηλαδή κοράκι, που τρέφεται από τα πτώματα. Ο Λιμός – Ρέιβεν διακινεί βιομηχανοποιημένα τρόφιμα χωρίς καμιά θρεπτική αξία, προσφέροντας απλόχερα αργό θάνατο σε όλο τον καταναλωτικά πρόθυμο κόσμο. Η Μόλυνση είναι ένας λιγομίλητος και κάτωχρος λευκοντυμένος νεαρός που σπέρνει ύπουλα την οικολογική καταστροφή και ποτέ κανείς δεν τον υποψιάζεται. Ο Θάνατος, που πάντα εμφανίζεται τελευταίος, δεν έχει μια συγκεκριμένη μορφή, γιατί είναι παντού και υπάρχει πάντα, ωστόσο εξαρτάται απόλυτα από τη ζωή. Αν αυτή πάψει να υφίσταται, ούτε αυτός θα έχει πλέον λόγο ύπαρξης.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2017 
http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/8123-kaloi-oiwnoi

11 October 2017

Neil Gaiman: Ποτέ και Πουθενά

Ο Ρίτσαρντ στη Χώρα των Θαυμάτων

Υπάρχει μια πολύ διακριτική αναλογία (που, ωστόσο, γίνεται ιδιαίτερα έντονη μόλις την αντιληφθείς) ανάμεσα στο ‘Ποτέ και Πουθενά’ του Νιλ Γκέιμαν και την ‘Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων’: όπως η Αλίκη συναντάει το λευκό κουνέλι και το ακολουθεί για να μεταφερθεί σε έναν παράλληλο, φανταστικό κόσμο, έτσι και ο Ρίτσαρντ, ο ήρωας του Γκέιμαν, βρίσκει την Ντορ, μια μυστηριώδη τραυματισμένη κοπέλα, και την ακολουθεί σε μια παράλληλη πραγματικότητα, σε ένα Λονδίνο διαφορετικό, μια πόλη κάτω από την πόλη. Στη συνέχεια, τόσο η Αλίκη όσο και ο Ρίτσαρντ συναντούν μια σειρά από αλλόκοτους χαρακτήρες από τους οποίους άλλοι γίνονται σύμμαχοι και άλλοι εχθροί τους. Αυτή η κοινή συνισταμένη δεν είναι τυχαία. Όπως λέει ο ίδιος ο Γκέιμαν στην εισαγωγή του: «Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που θα ήταν για τους μεγάλους αυτό που ήταν για μένα τα βιβλία που είχα αγαπήσει παιδί, βιβλία σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων ή την Τριλογία της Νάρνια ή τον Μάγο του Οζ.»

Και ουσιαστικά αυτό είναι το ‘Ποτέ και Πουθενά’: ένα σύγχρονο ενήλικο παραμύθι που μεταφέρει το χώρο δράσης από τις κλασικές τοποθεσίες των παραμυθιών στη μοντέρνα μεγαλούπολη και μας οδηγεί σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου όλα όσα ξέραμε φαίνονται διαφορετικά. Το υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο του Λονδίνου, με τα δαιδαλώδη τούνελ, τις μυστηριώδεις στοές, τις εγκαταλελειμμένες αποβάθρες και τις γοητευτικές ονομασίες των σταθμών αποτελεί το ιδανικό σκηνικό μιας περιπέτειας που ισορροπεί ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, το πραγματικό και το μεταφυσικό. Ο Ρίτσαρντ Μέιχιου είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, ένας αρχικά μάλλον αφανής νεαρός, ο οποίος ωστόσο διαθέτει πολλή περισσότερη γοητεία απ’ όσο αντιλαμβάνεται (παρεμπιπτόντως, Ρίτσαρντ είναι και το δεύτερο όνομα του Γκέιμαν, ενώ όταν περιγράφει τον ήρωά του, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ σαν να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη). Ένα βροχερό βράδυ, προσφέρει την ομπρέλα του σε μια φτωχή ηλικιωμένη γυναίκα η οποία, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της, προσφέρεται να του πει τη μοίρα. «Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου […] δρόμο που αρχίζει με πόρτες», του λέει κρυπτικά, και η συνέχεια έρχεται να τη δικαιώσει.

Η Ντορ μπαίνει στη ζωή του με παράξενο τρόπο – τη βλέπει μισολιπόθυμη στην άκρη του δρόμου, χτυπημένη και γεμάτη αίματα. Παρά τις αντιρρήσεις της αρραβωνιαστικιάς του, θυσιάζει το επαγγελματικό δείπνο στο οποίο θα πήγαιναν μαζί, για να βοηθήσει το κορίτσι. Η Ντορ, που το εντελώς συμβολικό και διόλου τυχαίο όνομά της σημαίνει ‘πόρτα’, δεν είναι μια συνηθισμένη κοπέλα. Είναι η τελευταία απόγονος μιας αριστοκρατικής γενιάς με σπάνια χαρίσματα και προέρχεται κυριολεκτικά από έναν άλλο κόσμο, στον οποίο έχει τη δυνατότητα να μπαίνει και να βγαίνει, δημιουργώντας πόρτες σε κάθε λογής συμπαγείς επιφάνειες.

Ο κόσμος της Nτορ είναι το Κάτω Λονδίνο – είναι οι υπόγειες διαβάσεις, οι υπόνομοι και οι γραμμές του μετρό κάτω από τη γη. Εκεί ζει και δραστηριοποιείται μια ολόκληρη κοινωνία από παράξενους ανθρώπους και πλάσματα, που φέρουν περίεργες ιδιότητες και ασυνήθιστα ονόματα: οι Ποντικομίλητοι, η Σερπεντάιν (Οφιοειδής), το Σφουγγαρόπανο Χωρίς Όνομα, η Αναισθησία, η Χάντερ (Κυνηγός), και φυσικά ο επιβλητικός και ιδιόρρυθμος Μαρκήσιος ντε Καραμπάς (που παραπέμπει απευθείας στο παραμύθι του ‘Παπουτσωμένου Γάτου’) είναι λίγοι μόνο από αυτούς τους αξέχαστους χαρακτήρες. Παράλληλα, μέσα από το πρίσμα του Κάτω Λονδίνου, τα πάντα θεωρούνται από μια διαφορετική οπτική. Οι σταθμοί του μετρό, ας πούμε, αντικατοπτρίζουν αυτό που λέει το όνομά τους σε απόλυτη κυριολεξία – στη γέφυρα Μπλακφράιαρς (Μαύροι Καλόγεροι) υπάρχει όντως ένα μοναστήρι με μαύρους καλόγερους. Αυτή η κυριολεκτική απεικόνιση μεταφορικών εννοιών και εκφράσεων είναι ένα εύρημα που έχει τις απαρχές του στην αρχετυπική Αλίκη του Λιούις Κάρολ, και το συναντάμε και σε άλλα βιβλία του Γκέιμαν.

Από τη στιγμή που ο Ρίτσαρντ πηγαίνει στο Κάτω Λονδίνο, γίνεται πρακτικά αόρατος στον πάνω κόσμο. Αυτό που λέμε πολλές φορές ότι ‘μια εμπειρία με έκανε άλλο άνθρωπο’, στον Ρίτσαρντ συμβαίνει στην κυριολεξία. Το διαμέρισμά του δεν του ανήκει πια, στη δουλειά του δεν τον αναγνωρίζουν, η αρραβωνιαστικιά του τον βλέπει στο δρόμο και απλά της φαίνεται αμυδρά γνωστός. Μην έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάζεται να επιστρέψει στο υπόγειο Λονδίνο και σταδιακά, χωρίς κι εκείνος να το συνειδητοποιεί, αρχίζει να προσαρμόζεται στις πρωτόγνωρες γι’ αυτόν συνθήκες. Η αλλαγή του Ρίτσαρντ ξεκινά από μέσα, αλλά επεκτείνεται σε όλη την ύπαρξη και την προσωπικότητά του. Σιγά σιγά αρχίζει ν’ αποκτά ιδιότητες που ούτε καν τις φανταζόταν. Επιδεικνύει γενναιότητα, αντιμετωπίζει τους τρομακτικούς αιμοσταγείς δολοφόνους Κρουπ και Βάντεμαρ που καταδιώκουν λυσσαλέα τη Ντορ για να τη σκοτώσουν, παλεύει με το Θηρίο του Λονδίνου που στοιχειώνει τους υπονόμους της πόλης, αναπτύσσει το ένστικτό του και στο τέλος αποκτά κι εκείνος την ικανότητα να δημιουργεί και να ανοίγει πόρτες.

Το ‘Ποτέ και Πουθενά’ είναι ένα εξελικτικό μυθιστόρημα αστικής φαντασίας (Bildungsroman / urban fantasy), το οποίο ο Γκέιμαν έγραψε αρχικά σαν σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά του BBC. Καθώς πολλές από τις σκηνές του απορρίπτονταν, του ήρθε η ιδέα να γράψει το βιβλίο. Η τελική εκδοχή εκδόθηκε το 1996, ενώ ακολούθησαν κάποιες άλλες τα επόμενα χρόνια, ανάμεσα στις οποίες κι αυτή στην οποία βασίστηκε η πολύ καλή ελληνική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και που περιέχει διάφορα πρώτα σχεδιάσματα, καθώς και κομμάτια από την αμερικανική έκδοση. Περιλαμβάνει επίσης το διήγημα ‘Πώς ξαναπήρε ο μαρκήσιος το παλτό του’, ένα υπέροχο σκοτεινό παραμύθι με εξίσου ονειρική και αναπάντεχη ιστορία, με πρωταγωνιστή τον μαρκήσιο ντε Καραμπάς.

Η πρώτη μου επαφή με το ‘Ποτέ και Πουθενά’ ήταν πριν από μια δεκαπενταετία περίπου – τότε ο Γκέιμαν δεν ήταν τόσο δημοφιλής εδώ, και αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο από το πρωτότυπο, με κύριο έναυσμα τις αναφορές σε αυτό σε ένα βιντεοπαιχνίδι. Μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν το βιβλίο που καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντίληψή μου και, δικαιώνοντας το θέμα του και την υπέροχη αντι-ηρωίδα του, μού άνοιξε μία ‘πόρτα’ σε πολλά δημιουργικά μονοπάτια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι είναι ένα υπόδειγμα σύγχρονης γραφής, από τη μία με διαλόγους ολοζώντανους και με την απαραίτητη δόση χιούμορ όπου χρειάζεται, και από την άλλη με τη σύνθεση και περιγραφή υποβλητικών εικόνων, σκηνών αλλά και προσώπων. Τόσο από λογοτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, αγγίζει την τελειότητα.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Οκτώβριο του 2017
http://fractalart.gr/pote-kai-pouthena/


20 September 2017

Neil Gaiman: Ευτυχώς, ο μπαμπάς έφερε το γάλα

«Σου έρχονται ιδέες όταν ονειροπολείς. Σου έρχονται ιδέες όταν βαριέσαι. Σου έρχονται ιδέες όλη την ώρα. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στους συγγραφείς και τον υπόλοιπο κόσμο είναι ότι εμείς το παίρνουμε είδηση όταν μας συμβαίνει.»
Νιλ Γκέιμαν

Τα παραπάνω λόγια του Νιλ Γκέιμαν εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο το πώς σκέφτεται ένας συγγραφέας και περιγράφουν ιδιαίτερα καίρια τη διαδικασία σύλληψης μιας ιδέας και τη μετουσίωσή της σε γραπτό λόγο. Ο αυθορμητισμός που χαρακτηρίζει τα κείμενά του καθρεφτίζει ακριβώς αυτή την απλή αλλά και τόσο αληθινή και ουσιαστική διαπίστωση. 

Γεννημένος στην Αγγλία το 1960, ο Νιλ Γκέιμαν άρχισε να διαβάζει σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών. Έχοντας έρθει σε επαφή με τη λογοτεχνία του φανταστικού από παιδί (μέρος της τριλογίας του ‘Άρχοντα των Δαχτυλιδιών’ του Τόλκιν, τα ‘Χρονικά της Νάρνια’ του Κ. Σ. Λιούις), ανέπτυξε από νωρίς την ιδιαίτερη έφεσή του στο γράψιμο με έμφαση σ’ αυτό το λογοτεχνικό είδος. Ωστόσο ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε πρώτη φάση, συγκεκριμένα με συνεντεύξεις και κριτικές βιβλίων, και το πρώτο βιβλίο που έγραψε ήταν η βιογραφία των Ντουράν Ντουράν, του διάσημου συγκροτήματος της δεκαετίας του ’80, προτού ασχοληθεί πιο ουσιαστικά με την καθαρόμαιμη λογοτεχνία και τα κόμικς.

Ίσως από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς, και από τους πλέον εμβληματικούς της λεγόμενης λογοτεχνίας ‘αστικής φαντασίας’ (urban fiction), με έργο πολυσύνθετο που περιλαμβάνει δεκάδες μυθιστορήματα, τα κόμικς της σειράς ‘Sandman’, βιβλία για παιδιά, παραμύθια, συνεργασίες με άλλους συγγραφείς (Τέρι Πράτσετ), κομίστες (Άλαν Μουρ, Ντέιβ Μακ Κιν) και μουσικούς (Τόρι Έιμος, Αμάντα Πάλμερ), o Νιλ Γκέιμαν διαθέτει μία μοναδική και αξιοθαύμαστη ικανότητα – μάλλον δύο ικανότητες που συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται: μπορεί να περιγράφει απλά περιστατικά σαν να είναι πρωτοφανή, αλλά και εντελώς αλλόκοτες καταστάσεις σα να είναι απόλυτα φυσιολογικές. Όλα αυτά με ένα ύφος λιτό και γλαφυρό, με μια μονίμως νεανική και παιχνιδιάρικη διάθεση, ακόμα και σε δραματικά μέρη, με περιγραφές καίριες που κεντρίζουν το ενδιαφέρον, πλάθοντας και στηρίζοντας μια ατμόσφαιρα παραμυθιού και αέρινης φαντασίας μέσα σ’ ένα πλαίσιο ρεαλιστικό και στιβαρό.  

Για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει καλύτερα και σε βάθος το σύμπαν που δημιουργεί ο εξαιρετικός αυτός συγγραφέας στο ‘Ευτυχώς, ο μπαμπάς έφερε το γάλα’, ίσως θα ήταν σκόπιμο να έχει έρθει πρώτα σε επαφή με άλλα έργα του, πιο χαρακτηριστικά της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας και της ευφυΐας του, όπως το ‘Neverwhere’ (Ποτέ και Πουθενά) ή το ‘American Gods’ (Ο Πόλεμος Των Θεών) - μυθιστορήματα που αφορούν μεν το ενήλικο κοινό, αλλά είναι ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά τόσο του ύφους του όσο και των κόσμων και των χαρακτήρων που κυριαρχούν στις ιστορίες του. Το ‘Ευτυχώς, ο μπαμπάς έφερε το γάλα’ μπορεί να απευθύνεται κυρίως σε αναγνωστικό κοινό μικρότερων ηλικιών, αλλά το ιδιότυπο χιούμορ, η απολαυστική μείξη πραγματικότητας και φαντασίας και η γεμάτη ζωντάνια γραφή του Γκέιμαν μπορεί ακόμα και σ’ αυτό το βιβλίο να εκτιμηθεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας.

Έτσι και στο ‘Ευτυχώς, ο μπαμπάς έφερε το γάλα’ ξεκινάει από μια απόλυτα συνηθισμένη κατάσταση την οποία έντεχνα εξελίσσει σε μια ιστορία όπου η φαντασία και το ψαγμένο χιούμορ έχουν μεν τον κυρίαρχο ρόλο, ωστόσο η αφήγησή του είναι σοβαρή, περίτεχνη και πολυεπίπεδη: αν και το στοιχείο της φαντασίας είναι αυτό που κυριαρχεί περισσότερο - σε αντίθεση με άλλα έργα του όπου η φαντασία εισχωρεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές την επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό ώστε να την αλλάζει εντελώς - το ρεαλιστικό υπόβαθρο δεν παύει στιγμή να κάνει την παρουσία του αισθητή. Ο μπαμπάς της ιστορίας πηγαίνει ν’ αγοράσει γάλα για το πρωινό των παιδιών του αλλά και για το δικό του τσάι. Αργεί λίγο να γυρίσει, και όταν επιστρέφει τα παιδιά θέλουν να μάθουν τι του πήρε τόση ώρα. 

Και τότε εκείνος αρχίζει να αφηγείται μια απίθανη ιστορία με αλλεπάλληλα ταξίδια στο χρόνο και το χώρο, όπου το φανταστικό στοιχείο δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή των καταστάσεων και των χαρακτήρων αλλά εκφράζεται και μέσα από τη γλωσσοπλασία: το αερόστατο ονομάζεται ‘ανθρωποφόρα αιωρόμπαλα’, οι καρύδες αποκαλούνται ‘μαλλιαρο-υγρόσκληρα λευκοροκανίδια’, τα σμαράγδια λέγονται ‘αστραφτο-πρασινο-πετραδάκια’ – όπως πολύ εύστοχα και με φαντασία αποδίδονται αυτοί και πολλοί άλλοι περίπλοκοι και απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων στην πολύ καλή μετάφραση του Φίλιππου Μανδηλαρά. Ο μπαμπάς, επιδεικνύοντας απρόσμενο θάρρος και ηρωισμό, τα βάζει με αλλόκοτους εξωγήινους, αιμοβόρους πειρατές και αιμοσταγή τέρατα, αποφασισμένος να μεταφέρει με απόλυτη ασφάλεια το γάλα στα παιδιά του. 

Πρόκειται για ένα συνηθισμένο μοτίβο στα έργα του Γκέιμαν – η εμπλοκή ενός απλού, καθημερινού ανθρώπου σε περιπέτειες απόκοσμες και αρκετές φορές παρανοϊκές. Το έναυσμα για την εμφάνιση του φανταστικού στοιχείου είναι ένα γεγονός που συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο, ωστόσο η δυναμική του είναι τόσο έντονη που ο ήρωας περνάει το σύνορο που διαχωρίζει την πραγματικότητα από τη φαντασία μέσα σε δευτερόλεπτα, και σχεδόν χωρίς να το αντιληφθεί. Οι περιπέτειες του μπαμπά της ιστορίας είναι απίστευτες, ωστόσο το κύριο μέλημά του είναι να μην πάθει τίποτα το γάλα που προορίζεται για τα παιδιά του. Θα μπορούσαμε εδώ να πούμε ότι όλο αυτό είναι και μια αλληγορία για τον καθημερινό αγώνα των γονιών ώστε να μη λείψει τίποτα στα παιδιά τους, ωστόσο η ιστορία είναι γραμμένη με τέτοιο τρόπο και τόσο έντονα υπερβατική διάθεση που παίρνει άλλες διαστάσεις – το   κοινωνικό της μήνυμα μπαίνει σε άλλο υπόβαθρο και φιλτράρεται μέσα από τις εξωπραγματικές καταστάσεις που ξετυλίγονται και αναπαρίστανται με τόση ζωντάνια και γλαφυρότητα.

Το κείμενο του Γκέιμαν θυμίζει κόμικ, κινούμενα σχέδια, ακόμα και τρισδιάστατο παιχνίδι δράσης, με τη γρήγορη εναλλαγή εικόνων, διαλόγων και χαρακτήρων να δημιουργούν μια ατμόσφαιρα παρανοϊκού παραμυθιού – κάτι που εξάλλου τονίζεται ακόμα περισσότερο με τα υπέροχα σκίτσα του Σκότι Γιανγκ που φέρνουν στο νου τα έργα του Κρις Ρίντελ και μεταμορφώνουν σε εικόνες όλες αυτές τις απίστευτες περιγραφές του Γκέιμαν, με τις αξέχαστες, αστείες φυσιογνωμίες, τις γελοιογραφικές φιγούρες και τα αλλόκοτα αντικείμενα που παραπέμπουν στην κουλτούρα του ‘steampunk’ – το είδος εκείνο της επιστημονικής φαντασίας που αναπτύχθηκε κατά τη Βικτοριανή περίοδο και αποτέλεσε ουσιαστικά τη βάση για πολύ μεγάλο μέρος της μεταγενέστερης καλλιτεχνικής παραγωγής αυτής της θεματολογίας. Τόσο ο Γκέιμαν όσο και ο Γιανγκ, ο καθένας από την πλευρά του και με τα δικά του μέσα, αποτίουν φόρο τιμής στην επιστημονική φαντασία και τη λογοτεχνία του φανταστικού, με το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους να είναι, παράλληλα, πρωτότυπο και μοναδικό.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/paidika/7833-neil-gaiman-gala