Showing posts with label συνεντεύξεις. Show all posts
Showing posts with label συνεντεύξεις. Show all posts

15 February 2022

Συνέντευξη με τον James Norbury


Ο Τζέιμς Νόρμπουρι (γενν. 1976, Forest of Dean) είναι συγγραφέας και αυτοδίδακτος καλλιτέχνης. Από μικρός αγαπούσε τη φύση και τα ζώα, και του άρεσε να σκαρφίζεται ιστορίες και να ζωγραφίζει. Σπούδασε Ζωολογία και μετά την αποφοίτησή του μετακόμισε στην Ιρλανδία. Ταξίδεψε σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, διαμένοντας για κάποια χρονικά διαστήματα στο Νιούκασλ, το Σουόνσι και το Τσέλτεναμ. Κάποια στιγμή που έφτασε σε προσωπικό αδιέξοδο, βρήκε απαντήσεις στις αναζητήσεις του σε πνευματικές διδασκαλίες από το παρελθόν, κάτι που έμελλε να γίνει σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Επέστρεψε στο Σουόνσι, όπου και εργάστηκε ως εθελοντής για τους «Σαμαρείτες», φιλανθρωπικό σωματείο που παρέχει συναισθηματική υποστήριξη μέσω τηλεφώνου σε ανθρώπους που υποφέρουν από κατάθλιψη, μοναξιά και απόγνωση. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19, άρχισε να ανεβάζει στο Facebook και το Instagram εικόνες που ζωγράφιζε για να συνοδεύει τις σκέψεις του, που θα μετουσιώνονταν αργότερα στο βιβλίο Το Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος. Με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Σοφίας Τάπα, είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του.

Ποια ήταν η έμπνευσή σας πίσω από το βιβλίο Το Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος;

Στο παρελθόν, είχα ταλαιπωρηθεί από θέματα ψυχικής υγείας. Ανακάλυψα πως η ενασχόλησή μου με τον βουδισμό και την πνευματικότητα γενικότερα έκανε τη μεγάλη διαφορά και με έβαλε σε ένα ιδιαίτερα θετικό μονοπάτι. Ένιωσα τότε ότι όλα αυτά που έμαθα θα μπορούσαν να βοηθήσουν κι άλλους ανθρώπους, κι έτσι προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να τα μεταδώσω – το εν λόγω βιβλίο μου είναι ο τρόπος που βρήκα για να μοιραστώ τις σκέψεις αυτές με τον κόσμο.

Η εργασία σας στους «Σαμαρείτες» έπαιξε κάποιον ρόλο στη συγγραφή του βιβλίου;

Είχα ξεκινήσει να φτιάχνω τις εικόνες προτού εργαστώ στους «Σαμαρείτες», αλλά έχω την αίσθηση ότι η όλη διαδικασία τού να απαντάω στα τηλέφωνα εκεί επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το πώς κατανοούσα πλέον τα προβλήματα των άλλων κι έμαθα πάρα πολλά για την επικοινωνία με τον κόσμο. Οπωσδήποτε λοιπόν αξιοποίησα στο βιβλίο όλα όσα έμαθα εκεί και νομίζω πως αυτός είναι κι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ιστορία αυτή μπορεί να βοηθήσει όσους υποφέρουν.

Η φύση κατέχει σημαντικό κομμάτι στην ιστορία σας. Πιστεύετε ότι υπάρχει πιθανότητα ο σύγχρονος άνθρωπος, που έχει απομακρυνθεί πολύ από τη φύση, να αποκαταστήσει τον δεσμό του μαζί της;

Οπωσδήποτε. Νομίζω ότι θα χρειαστεί χρόνος και προσπάθεια, ωστόσο ακόμα και κάτι τόσο απλό, όπως το να παρατηρείς τις πάπιες σε μια λιμνούλα, είναι δυνατόν να επαναφέρει έστω και λίγο αυτή την επαφή με τη φύση. Είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους στις μέρες μας, καθώς έχουμε την τάση να στρεφόμαστε συνεχώς στην τεχνολογία, και πάντα χρειάζεται να κάνουμε κάτι – π.χ. ελάχιστοι άνθρωποι θα ήταν ευχαριστημένοι απλώς παρατηρώντας τον αέρα να φυσάει τα κλαδιά ενός δέντρου (συνήθως προτιμάμε να τσεκάρουμε τα μηνύματά μας, κ.λπ.). Αλλά αν το πάρουμε απόφαση απλά να αφιερώνουμε ελάχιστα λεπτά στην επαφή μας με τη φύση, πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να ανακαλύψουμε εκ νέου την αναζωογονητική δύναμή της.

Στο βιβλίο σας υπάρχει μια πολύ όμορφη αλληγορία του κύκλου της ζωής, που συμβολίζεται με την εναλλαγή των εποχών. Κάτι που, ταυτόχρονα, προσφέρει ένα πολύ αισιόδοξο μήνυμα σχετικά με το πώς τα πράγματα πάντα αλλάζουν προς το καλύτερο, ακόμα κι αν δεν είναι πάντα εμφανές αυτό. Ποιος θα μπορούσε να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος να «συντονίσουμε» τον εαυτό μας με τέτοιον τρόπο ώστε πάντα να κοιτάμε μπροστά, χωρίς να νιώθουμε «ακρωτηριασμένοι» από τις δυσκολίες;

Εγώ προσωπικά, όταν περνάω δύσκολα, έχω δύο πράγματα που θυμάμαι και με βοηθάνε σημαντικά.

1. Έχω περάσει πολύ άσχημα στο παρελθόν, ωστόσο είμαι ακόμα εδώ, ο κόσμος εξακολουθεί να γυρίζει και είμαι καλά. Επομένως κι αυτή την καταιγίδα θα την ξεπεράσω.

2. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω κάθε φορά μπορεί να μην είναι το πρόβλημα που νομίζω εγώ, αν δω το θέμα πιο σφαιρικά. Έχασα πολύ χρόνο στο παρελθόν εξαιτίας κακών αποφάσεων, αλλά αυτή η απώλεια με έκανε να τραβήξω έναν καινούργιο δρόμο κι αυτός ο δρόμος με οδήγησε εδώ που είμαι σήμερα. Δεν είναι πάντα τόσο απλό να διακρίνεις τι είναι καλό και τι κακό, και μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία – αυτή η ιδέα είναι θεμελιώδης στον βουδισμό και είναι ιδιαίτερα δυνατή, αν και προφανώς δεν είναι εύκολο να την έχει κανείς πάντα στο μυαλό του, ιδίως όταν έχει να κάνει με καταστάσεις που μόνο ως αρνητικές μπορούν να εκληφθούν. Ακόμα κι έτσι όμως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσει κανείς να δει τη ζωή μέσα από αυτή την οπτική.

Το βιβλίο σας είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από τη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής: τόσο το Πάντα όσο και ο Δράκος είναι σύμβολα του κινεζικού πολιτισμού – και σε κάποιο σημείο αναφέρετε και την κερασιά, που έχει σχέση με την Ιαπωνία. Ποια είναι τα στοιχεία αυτών των χωρών που σας εμπνέουν;

Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για την κουλτούρα της Άπω Ανατολής, και ιδίως για εκείνη της Ιαπωνίας. Με ενθουσιάζει το πώς η ριζωμένη παράδοση βρίσκει σημεία συνάντησης με τον σύγχρονο κόσμο και πάρα πολλά έργα της παραδοσιακής αλλά και μοντέρνας καλλιτεχνικής παραγωγής αυτών των χωρών τα βρίσκω πανέμορφα, και αποτελούν πηγή έμπνευσης για μένα. Υπάρχουν τόσα συναρπαστικά στοιχεία στην ιαπωνική κουλτούρα, ώστε είναι αδύνατο να τα απαριθμήσω όλα, αλλά ας πούμε ότι είναι ένα μέρος για το οποίο επιθυμώ συνεχώς να μαθαίνω περισσότερα και θα ήθελα πραγματικά να το επισκεφτώ κάποια μέρα.

Το Πάντα έχει ιδιαίτερη δύναμη, και σαν σύμβολο και σαν εικόνα: η αντίθεση του άσπρου με το μαύρο στα χρώματά του αντιπροσωπεύουν τη σχέση του γιν με το γιανγκ. Στο βιβλίο σας εμφανίζεται σαν ένας σοφός συμβουλάτορας, που είναι σαν να εκπροσωπεί την κινεζική φιλοσοφία. Αισθάνεστε ότι ο Δυτικός πολιτισμός έχει κάπως χάσει τον δρόμο του κόβοντας τους δεσμούς του με την παράδοση;

Ως έναν βαθμό ναι, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι η παράδοση είναι πάντα κάτι καλό. Μόνο και μόνο επειδή κάνουμε κάτι με έναν συγκεκριμένο τρόπο για χρόνια, δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και πολύτιμο ή ευεργετικό. Πιστεύω ωστόσο ότι υπάρχουν συγκεκριμένες πρακτικές και τρόποι ζωής που έχουν χαθεί και μας έχουν αφήσει φτωχότερους, σωματικά και πνευματικά. Για να δούμε όμως και τη θετική πλευρά, αν υπάρχουν παραδόσεις ή συνήθειες που αισθανόμαστε ότι θα έκαναν τον κόσμο μας καλύτερο, δεν χάνουμε τίποτα να προσπαθήσουμε να τις αναβιώσουμε, έστω κι αν αυτό θα γίνει σε προσωπικό μονάχα επίπεδο.

Κάθε φορά που ο μικρός Δράκος εκφράζει τους φόβους και τις ανησυχίες του για τη ζωή και το μέλλον, το μεγάλο Πάντα σπεύδει να προσφέρει τη συμβουλή του με έναν ήρεμο, ήπιο τρόπο, σαν τη φωνή της λογικής που είναι τόσο σημαντική αλλά συνεχώς την αγνοούν. Γιατί θεωρείτε ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να εστιάζουν κυρίως στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων;

Κάποιος μου είπε πρόσφατα πως άκουσε ότι, στο πλαίσιο της φυσικής εξέλιξης, η αρνητική κριτική μπορεί να μας φανεί πολύ χρήσιμη, καθώς μας αποτρέπει από το να κάνουμε κάτι επιζήμιο – όπως και τα ζώα, έχουμε την τάση να δίνουμε περισσότερη προσοχή σε κάτι που μας απειλεί. Στην εποχή μας, αυτή η απειλή μπορεί να αφορά το εγώ μας και όχι το σώμα μας, ωστόσο την παίρνουμε πολύ σοβαρά. Τείνω να συμφωνήσω μ’ αυτή την ιδέα – βγάζει νόημα σε μεγάλο βαθμό, κατά τη γνώμη μου.

Είστε συγγραφέας και εικονογράφος. Πώς λειτουργεί συνήθως για εσάς η διαδικασία της καλλιτεχνικής έκφρασης; Η κάθε ιδέα παίρνει πρώτα σχήμα σαν εικόνα ή σαν γραπτός λόγος;

Αρχικά έχω την ιδέα, την οποία καταγράφω στο σημειωματάριό μου. Στη συνέχεια, ύστερα από λίγες μέρες, αφιερώνω λίγο χρόνο στο να οργανώσω την ιδέα με τη μορφή διαλόγου ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες και το πώς θα φτάσω στην ουσία του μηνύματος μέσα σε λίγες λέξεις. Αφού γίνει κι αυτό, ζωγραφίζω την εικόνα η οποία ελπίζω να συμπυκνώνει τη διάθεση και το θέμα του μηνύματος. Και μετά μπορεί να παίξω και πάλι με το κείμενο, όταν η εικόνα έχει πια ολοκληρωθεί.

Οι όμορφες εικόνες σας μοιάζουν να έχουν εμπνευστεί από τους κινέζικους και τους ιαπωνικούς παπύρους. Πρόκειται για μια συνειδητή στιλιστική επιλογή;

Ναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αγαπώ αυτό το είδος τέχνης και έχω την αίσθηση ότι δίνει στις εικόνες έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα και τις κάνει ξεχωριστές. Ωστόσο, χρησιμοποιώ και τεχνικές που δεν είναι παραδοσιακές και δεν θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν, αλλά θεωρώ ότι αυτό είναι κιόλας που δίνει στη δουλειά μου το προσωπικό μου ύφος.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO στις 15 Φεβρουαρίου 2022

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/17803-james-norbury


 

9 January 2019

Κυριάκος Χαλκόπουλος


Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Εργάζεται ως μεταφραστής κλασικής λογοτεχνίας (Εκδόσεις Οξύ, Εκδόσεις Αρχέτυπο). Έχει παρουσιάσει κύκλους σεμιναρίων για τη Φιλοσοφία και για θέματα κλασικής λογοτεχνίας σε δημοτικές βιβλιοθήκες και ιδιωτικά κέντρα πολιτισμού. Έχει αρθρογραφήσει, επί σειρά ετών, για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Έργα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά Λόγου (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο κ.ά.). Έχει συνεργαστεί με τις Εκδόσεις Ανάτυπο, από τις οποίες κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Η Χρυσαλίδα. Τον Κυριάκο Χαλκόπουλο είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά στην περσινή διοργάνωση του FantastiCon, η οποία πραγματοποιήθηκε για τέταρτη συνεχή χρονιά στις αρχές του Οκτωβρίου που μας πέρασε, στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.

Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;

Παρ’ όλο που ένα προσωπικό μου έργο, η συλλογή διηγημάτων Η Χρυσαλίδα, είχε παρουσιαστεί από τους εκδότες ως “φανταστική λογοτεχνία”, εγώ δεν θα έλεγα πως ο χαρακτηρισμός αυτός είναι τόσο εύστοχος – διότι συνήθως με τον όρο “φανταστικό” εννοεί κανείς κάτι πιο ανεξέλεγκτο (ή ίσως ακόμα και αυθαίρετο) από το είδος της λογοτεχνίας που με απασχολεί… Εάν μου ζητούσε κανείς να εντάξω το δικό μου έργο σε κάποιον λογοτεχνικό τύπο, θα έλεγα ότι τα περισσότερα από τα διηγήματά μου είναι αλληγορικά, και πως στο κέντρο της πλοκής εμφανίζονται έντονοι συμβολισμοί. Για παράδειγμα, σε ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή Η Χρυσαλίδα, ο αφηγητής είναι κλεισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με μια κλειδωμένη πόρτα πίσω του και μια σκάλα που έχει καταρρεύσει μπροστά του. Τα αντικείμενα στα έργα μου συχνά είναι πιο πολύ σύμβολα παρά κάτι στον υλικό χώρο…

Πώς επιλέγετε τον χώρο και τον χρόνο της δράσης στα βιβλία σας;

Ο χρόνος είναι συνήθως αδιευκρίνιστος. Τα περισσότερα κείμενά μου δεν εμφανίζουν ενδείξεις για την εποχή στην οποία συμβαίνουν – συνήθως η τεχνολογία απουσιάζει, ή είναι σχετική με τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο χώρος είναι πρωτίστης σημασίας για εμένα, διότι αποτελεί ένα από τα κύρια αντικείμενα που αποκτούν συμβολική σημασία στα έργα μου: για παράδειγμα, σε ένα διήγημά μου (Το αντικείμενο των ονείρων) ο χώρος βρίσκεται κυρίως στα όνειρα (ο αφηγητής βλέπει μια σειρά από όνειρα, και ψάχνει εκεί ένα περίεργο αντικείμενο μέσα στους άγνωστους διαδρόμους τους), σε ένα άλλο διήγημά μου ο χώρος αποτελεί πιθανότατα μια ψευδαίσθηση, διότι ο αφηγητής μοιάζει να μπερδεύει την αλήθεια με την πλάνη. Αλλά σε μερικά κείμενά μου υπάρχει και ένας συγκεκριμένος χώρος: το περιβάλλον του πανεπιστημίου του Έσσεξ, στο οποίο σπούδασα… Σκεφτείτε πως στα όνειρα τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν δεν είναι υλικά, αλλά κάτι που κρύβει τους ακόμα αθέατους χώρους του ονείρου, και άρα υπάρχουν εκεί για λόγους πολύ συγγενικούς με εκείνους που βρίσκονται πίσω από τα τεχνάσματα που δημιουργούν οι λογοτέχνες· άλλωστε ο Μπόρχες είχε κάποτε ισχυριστεί πως “η λογοτεχνία δεν είναι παρά ένα κατευθυνόμενο όνειρο”.

Κατά πόσο θα λέγατε ότι σας έχουν εμπνεύσει δημιουργικά τα λογοτεχνικά και άλλα σας ενδιαφέροντα;

Σε απόλυτο βαθμό – θέλω να πω ότι συνήθως ανακαλύπτω τι θα γράψω στη συνέχεια, με αφορμή κάποια απρόσμενη προσθήκη που συμβαίνει να κάνω σε ένα κείμενο ενώ το γράφω. Πέραν από τα αμιγώς λογοτεχνικά ενδιαφέροντα υπάρχουν δύο άλλα κύρια, που συνδέονται με το γράψιμό μου: μια ερασιτεχνική ενασχόληση με τα μαθηματικά (κυρίως με τα αρχαία μαθηματικά, με αφορμή τις φιλοσοφικές μου σπουδές) και μια μικρή εξοικείωση με την αρχιτεκτονική (κυρίως των μεσαιωνικών χρόνων).

Ποιες είναι οι προσωπικές σας αναγνωστικές προτιμήσεις; Συμπίπτουν αποκλειστικά με τη δημιουργική σας ενασχόληση ή διαβάζετε/μελετάτε και άλλα είδη;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, συμπίπτουν απόλυτα. Διαβάζω λίγους συγγραφείς. Έχω όμως διαβάσει όλο το έργο τους. Με ενδιαφέρουν οι λογοτέχνες που έγραψαν συμβολικά ή αλληγορικά, κυρίως οι Ευρωπαίοι ρομαντικοί του 19ου αιώνα, αλλά και μερικοί σημαντικοί καλλιτέχνες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Στην πραγματικότητα ο πιο “σύγχρονος” λογοτέχνης που διαβάζω και ξαναδιαβάζω είναι ο Μπόρχες – με άλλα λόγια, όντως, διαβάζω ελάχιστους, αλλά νομίζω πως βρήκα σε αυτούς κάτι που με βοηθάει να σχηματίσω τις δικές μου σκέψεις.

Έχετε ασχοληθεί εντατικά με το έργο του Φραντς Κάφκα. Τι σας ελκύει ιδιαίτερα στον συγκεκριμένο συγγραφέα;

Οπωσδήποτε ο Κάφκα είναι ο μοναδικός που έγραψε τόσο αλληγορικά – τουλάχιστον στον χώρο της λογοτεχνίας. Στη φιλοσοφία υπήρχε ο Ηράκλειτος, ενώ ο Μπόρχες είχε πει σε μια ομιλία του πως μπορεί να θεωρηθούν ως πρόδρομοι του Κάφκα οι Ελεάτες φιλόσοφοι (ο Παρμενίδης και ο Ζήνων). Ο Κάφκα απέκτησε τεράστια σημασία για μένα κυριολεκτικά από την πρώτη στιγμή που διάβασα λίγες γραμμές του. Ήταν στην τρίτη Λυκείου – είχα διαβάσει σε ένα βιβλιοπωλείο τις πρώτες σελίδες του Πύργου. Έχω εξετάσει όλο του το έργο, τα ημερολόγια, τα γράμματα και αρκετές βιογραφίες του. Έχω επίσης μεταφράσει δώδεκα διηγήματα του – ήταν η πρώτη μετάφραση που έκανα, το 2017, για τις εκδόσεις Αρχέτυπο (Ο Νηστευτής & άλλα διηγήματα).

Η θεματολογία της βορειοευρωπαϊκής, κυρίως, φανταστικής λογοτεχνίας δεν έχει πολλές, άμεσα εμφανείς τουλάχιστον, συγγένειες με την ελληνική. Ποια πιστεύετε ότι είναι τα χαρακτηριστικά της που γοητεύουν τόσο τους Έλληνες συγγραφείς και αναγνώστες;

Εξαρτάται από το τί εννοεί κανείς όταν μιλάει για “φανταστική λογοτεχνία”. Νομίζω ότι στη χώρα μας υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον για ορισμένα είδη της “φανταστικής” λογοτεχνίας, που όμως συχνά αναγνωρίζονται ως παραλογοτεχνία. Οι περισσότεροι άνθρωποι που μιλούν για φανταστική λογοτεχνία εννοούν με τον όρο τρία διακριτά είδη: τη λογοτεχνία τρόμου, την επιστημονική φαντασία και τη λεγόμενη “επική” φαντασία. Θα έλεγα πως υπάρχουν συγγένειες με κάποια αρχαία ελληνικά έργα – ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα, για παράδειγμα, έγραψε την όμορφη σάτιρα “Αληθής ιστορία”, που συχνά την αναφέρουν ως το πρώτο διήγημα επιστημονικής φαντασίας· διότι η δράση τοποθετείται σε ξένους πλανήτες. Η ένατη ραψωδία της Οδύσσειας (η άφιξη του Οδυσσέα στο νησί των Κυκλώπων) μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της λογοτεχνίας τρόμου. Επική φαντασία, από την άλλη, δεν υπάρχει στην αρχαία Ελλάδα ακριβώς όπως στην αγγλοσαξονική παράδοση, αλλά οι – κατά τη γνώμη μου – σοβαροί λογοτέχνες του είδους (προσωπικά μπορώ να σκεφτώ μόνο έναν: τον Λόρδο Ντάνσανυ – αλλά δεν είμαι λάτρης του είδους, οπότε η γνώμη μου μάλλον αδικεί άλλους) είχαν φανερές επιρροές από την αρχαία Ελλάδα και τη μόρφωσή τους, που περιείχε πολλά θέματα από τον αρχαίο ελληνισμό. Στις μέρες μας πιο γνωστοί είναι συγγραφείς λιγότερο – πάλι εκφράζω προσωπική γνώμη – καλλιτεχνικοί, όπως ο Τόλκιν (επική φαντασία) και ο Στήβεν Κινγκ (τρόμος), αλλά αυτό δεν σημαίνει πως συνολικά το “φανταστικό” δεν έχει σύνδεση με την κλασική λογοτεχνία, τον ρομαντισμό, τον συμβολισμό και τη γοτθική λογοτεχνία.

Είστε παράλληλα και μεταφραστής, κατά κανόνα μέσα στο πεδίο των ενδιαφερόντων σας. Θα μεταφράζατε ευχαρίστως κάτι δημοφιλές αλλά ασύμβατο με τη δική σας αισθητική;

Όχι. Διότι δεν νομίζω πως θα ήταν καλό το αποτέλεσμα… Θεωρώ ότι αν ο μεταφραστής δεν θεωρεί όμορφο το έργο που μεταφράζει τότε είναι ασύνετο να περιμένει κανείς ο αναγνώστης να πάρει στα χέρια του την καλύτερη δυνατή μετάφραση. Οι μεταφράσεις μου είναι στον χώρο της κλασικής λογοτεχνίας. Φυσικά εξετάζω άλλες προτάσεις, αλλά πρώτα πρέπει να δω το έργο – εάν δεν ξέρω τον συγγραφέα – ώστε να είμαι σίγουρος ότι μπορώ να ωφελήσω αντί να βλάψω με τη μετάφραση μου.

Ασχολείστε επίσης με τη δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων και παιχνιδιών μέσα στο σύμπαν της φανταστικής λογοτεχνίας. Έχετε σκεφτεί να δώσετε περισσότερη έμφαση στη δραστηριότητα αυτή ή να τη συνδυάσετε ακόμα πιο έντονα με το συγγραφικό σας έργο;

Η δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων είναι χρήσιμη στην ανάπτυξη της φαντασίας – έστω υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και εμένα με βοήθησε. Πέραν τούτου έμαθα αρκετά στοιχεία αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, αλλά και καθαρά γεωμετρικού. Καθώς ανήκω στη γενιά που άρχισε να έχει υπολογιστές από αρκετά μικρή ηλικία, είχα γοητευθεί από τα παιχνίδια στους υπολογιστές, από το παράξενο και σχηματικό τους περιβάλλον και τις ισορροπίες του. Αυτή την αίσθηση νομίζω ότι τη μεταφέρω κατά καιρούς και σε λογοτεχνικά μου κείμενα.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό στην ιδιαιτερότητα του ύφους σας; Τα βιβλία σας διαβάζονται κυρίως από φίλους του συγκεκριμένου είδους, ή έχετε κερδίσει και αναγνώστες με προηγουμένως διαφορετικά ενδιαφέροντα;

Συνήθως διαβάζονται από άτομα μεγαλύτερα σε ηλικία από εμένα… Έχω ακούσει διάφορες γνώμες για τα κείμενά μου. Πάντως θεωρώ πως είναι θετικό ότι έχω ένα προσωπικό ύφος, διότι (όπως είπε ο Μποντλέρ, σε ένα γράμμα του στον Φλομπέρ) “το κυριότερο είναι – να μη μοιάζεις με τον γείτονα σου” – δηλαδή το σημαντικότερο για έναν λογοτέχνη είναι να μην τον συγχέουν με άλλους.


Τι γνώμη έχετε για τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα σήμερα;

Νομίζω πως είναι θετικό ότι παρουσιάζει τόσα νέα έργα. Όπως σημείωσα απαντώντας και σε προηγούμενα ερωτήματά σας, δεν θα έλεγα πως εγώ συνδέομαι κύρια με αυτό το είδος, αλλά αρκετοί αξιόλογοι συγγραφείς εκφράζονται μέσα από αυτό. Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα εμφανιστούν ακόμα περισσότερα έργα, και ίσως και κάποιο ιδιαίτερα σημαντικό.

Ευχαριστούμε πολύ!

Ευχαριστώ πολύ και εγώ για τις όμορφες ερωτήσεις σας.


Η συνέντευξη παραχωρήθηκε δι' αλληλογραφίας από τον Κυριάκο Χαλκόπουλο στη Μάριον και τη Βερίνα Χωρεάνθη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal

26 December 2018

Λίλα Κίσσα - Φραγκομίχαλου



Η Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) με πτυχίο γαλλικής φιλολογίας. Συγγραφέας και εικονογράφος του φανταστικού, δημιούργησε το 2011 τον "ονειρόκοσμο" Angel Eyes, συνδυάζοντας τις κλίσεις της. Πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση ζωγραφικής το Φεβρουάριο του 2015. Το πρώτο της εικονογραφημένο μυθιστόρημα φαντασίας, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο Ι: Φύλακες κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2016 και χαρακτηρίστηκε best seller. Τον Αύγουστο του 2017 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙ: Το Μονοπάτι και τον Οκτώβριο του 2018 κυκλοφόρησε το τρίτο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙΙ: Προορισμός. Ζει με το σύζυγο και την κόρη της στη Χίο και το μεγάλο της κίνητρο για ζωή είναι το να κάνει τους συνανθρώπους της να ονειρεύονται περισσότερο. Τη Λίλα και τις λογοτεχνικές, όσο και εικαστικές και άλλες δημιουργίες της είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τον Οκτώβριο που μας πέρασε, στην τέταρτη κατά σειρά διοργάνωση του FantastiCon, η οποία και φέτος φιλοξενήθηκε στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.

Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;

Καταρχάς σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σας και την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για το έργο μου μέσα από αυτή τη συνέντευξη. Ο χώρος του φανταστικού ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι για μένα ένα τεράστιο κομμάτι της ίδιας μου της προσωπικότητας. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι συγκεκριμένο που να με οδήγησε προς τη φανταστική λογοτεχνία, όσο πίσω στο χρόνο κι αν ανατρέξω. Όμως θυμάμαι ότι ακόμα και τα πρώτα μου μικρά, ατελή και πειραματικά διηγήματα στα χρόνια της εφηβείας είχαν σαν κυρίαρχο στοιχείο αυτό του φανταστικού. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική, αλλά εκεί πάμε ακόμα πιο πίσω, στο Δημοτικό. Όλα τα θέματα με τα οποία καταπιανόμουν ανήκαν στο φανταστικό.

Με ποια αφορμή επιλέγετε το χώρο και το χρόνο της δράσης στα βιβλία σας; Σκοπεύετε να συνεχίσετε με ανάλογη θεματολογία ή μπορεί και να πειραματιστείτε με κάτι διαφορετικό;

Αυτή τη στιγμή στην πενταλογία του Angel Eyes ο χώρος είναι πολυδιαστασιακός, όπως και το ον άνθρωπος. Ως φυσικό πεδίο έχει επιλεχθεί ένα φαντασιακό φέουδο με τα γύρω χωριά, τις λίμνες, τα δάση, τα κοντινά λιμάνια του και τα βουνά του, που θα μπορούσε να είναι μια άλλη Ρουμανία. Και απ' την άλλη μεριά έχουμε έναν άυλο χώρο, το αστρικό πεδίο, με τους παραδείσους και τις κολάσεις του, όπου δρουν οι αλλόκοσμοι πρωταγωνιστές μου. Ο χώρος είναι μεγάλος και μου δίνει άνεση κίνησης, αλλά τον επέλεξα και για έναν άλλο πρωταρχικό λόγο: ήθελα να δώσω έμφαση στο αόρατο. Σε αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε με τις πέντε αισθήσεις μας. Να κάνω τους αναγνώστες μου να αναρωτηθούν: "Κι αν όντως υπάρχει κάτι πέρα από την ύλη;" Ως χρόνο, πάλι, έχω επιλέξει το Μεσαίωνα, πιθανότατα γιατί μου θυμίζει παραμύθι. Αλλά όχι μόνο αυτό. Ταιριάζει νομίζω και σε κάτι ακόμα. Ήταν σκοτεινά χρόνια τότε, γεμάτα δεισιδαιμονίες... Και αυτό μου θυμίζει έντονα τα σκοτάδια που αντιμετωπίζουν οι χάρτινοι ήρωές μου. Μέσα από δοκιμασίες, αναζητήσεις, οδοιπορικά, γυρεύουν να φτάσουν σε μια αλήθεια και ένα φως, σαν αυτό της Αναγέννησης που ακολουθεί το Μεσαίωνα. Θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντικό παιδί του φανταστικού και θα ήθελα να το υπηρετήσω με όλες μου τις δυνάμεις. Δηλαδή δεν νιώθω ότι, για παράδειγμα, θα μου έβγαινε φυσικά να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα! Αλλά θα ήθελα να επεκταθώ στον ήδη αγαπημένο μου χώρο. Το Angel Eyes δεν είναι για μένα ένα ή δύο ή πέντε βιβλία. Είναι ένας πλήρης κόσμος ο οποίος σχηματίζεται συνεχώς, ολοένα και πιο λεπτομερώς. Μετά την ολοκλήρωση της πενταλογίας θα ακολουθήσει αυτό που ονομάζω "Το Βιβλίο των Αιώνων", το οποίο στην ουσία είναι η κοσμογονία του φανταστικού σύμπαντός μου. Αυτό το βιβλίο - του οποίου η έκταση μού είναι ακόμα άγνωστη - θα ανήκει ως είδος στο high fantasy και θα αγγίζει το επικό. Είναι αγαπημένο είδος και θα ήθελα οπωσδήποτε να βγω από τη... ζώνη ασφαλείας μου και να το τολμήσω!


Οι ήρωες και τα θέματά σας παραπέμπουν έντονα στα ιαπωνικά manga. Τι σας σας ελκύει σε αυτού του είδους την κουλτούρα; Θα μπορούσατε να φανταστείτε τους ήρωές σας να κινούνται σε έναν καθαρά ελληνικό χωροχρόνο;

Τα ιαπωνικά manga είναι μεγάλη ιστορία και λατρεία, η οποία αποτελεί και αυτή αναπόσπαστο κομμάτι μου. Η γενιά μου μεγάλωσε βλέποντας ιαπωνικά κινούμενα σχέδια ή - όπως τα λένε - anime, δίχως να ξέρουμε καν τότε εμείς σαν πιτσιρίκια τη χώρα προέλευσής τους! Όμως είχαν κάτι το μαγικό, κάτι το εθιστικό. Τα μεγάλα μάτια τους ήταν η πεπτουσία της εκφραστικότητας και οι θεματολογίες με τις οποίες καταπιάνονταν με άγγιζε με τρόπους ασύλληπτους. Ερωτευόμουν, αγωνιούσα, έκλαιγα, εμπνεόμουν... Η κουλτούρα των anime που αγάπησα με σημάδεψε. "Μην εγκαταλείπεις!", "Πάλεψε ενάντια στις προγνώσεις!", "Πόνεσε για το φίλο σου!", "Αν έκανες λάθη, ζήτα έμπρακτα συγγνώμη και ξαναξεκίνα!", "Αν απέτυχες και έπεσες, ξαναστήσου στα πόδια σου!", "Αν ερωτεύτηκες απόλυτα, ρίσκαρε τα πάντα!" είναι μόνο μερικά από τα μαθήματα που πήρα από την υπέροχη αυτή κουλτούρα και τολμώ να πω ότι ναι, με διαμόρφωσαν κιόλας ως προσωπικότητα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν οι ήρωές μου να ταιριάζουν με τον ελληνικό χωροχρόνο - δεν κάθισα ποτέ να το σκεφτώ, γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνταν η ιστορία ήταν κατά κάποιο τρόπο προκαθορισμένο μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά ένα είναι το βέβαιο: ακόμα και στον ελλαδικό χωροχρόνο να εκτυλισσόταν το story, οι θεματολογίες που θα άγγιζα θα παρέμεναν οι ίδιες.

Ποιες είναι οι προσωπικές σας προτιμήσεις σε βιβλία και καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες; Συμπίπτουν αποκλειστικά με τη δημιουργική σας ενασχόληση ή διαβάζετε/μελετάτε και άλλα είδη;

Από βιβλία προτιμώ κυρίως τις μελέτες που έχουν να κάνουν με τον εσωτερισμό, τη μαγεία, τη μυθολογία και όχι τόσο τα λογοτεχνικά, όμως για παράδειγμα μου αρέσουν ιδιαίτερα τα έργα του Dan Brown που συνδυάζουν πολλές φορές το story με μελέτες εσωτεριστικής θεματολογίας. Στη ζωγραφική λατρεύω τους ρομαντικούς γιατί απεικονίζουν ένταση και πάθος. Στην αρχιτεκτονική αγαπώ το γοτθικό που μου θυμίζει πόσο μικρή και ασήμαντη είμαι. Και στη μουσική, η οποία είναι και η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής μου, με μαγεύουν είδη όπως η επική ορχηστρική, κέλτικη, το συμφωνικό metal, το power metal και λίγο το goth metal. Ακούω τη μουσική μου δυνατά, κυρίως μέσα στο αυτοκίνητο και τότε είναι που ο νους μου δομεί σκηνές ολόκληρες από τα βιβλία μου σαν να ήταν αποσπάσματα μιας τέλειας ταινίας! Τα τελευταία χρόνια δεν προλαβαίνω να διαβάσω λογοτεχνία όσο ίσως θα ήθελα, καθότι εργάζομαι πάνω στο Angel Eyes αδιάκοπα, όμως στηρίζω Έλληνες λογοτέχνες του φανταστικού και του τρόμου, τους οποίους θεωρώ πάρα πολύ αξιόλογους.

Κατά πόσο θα λέγατε ότι σας έχουν εμπνεύσει δημιουργικά τα λογοτεχνικά και άλλα σας ενδιαφέροντα;

Όπως είπα και προηγουμένως, η μουσική είναι η νούμερο ένα πηγή έμπνευσής μου, όσο περίεργο κι αν ακούγεται! Ένας δυνατός στίχος θα μου αρκούσε για να στηρίξω πάνω του ολόκληρη ιστορία. Πίσω από τις νότες βλέπω χρώματα και φόρμες, περιβάλλοντα, φανταστικές πόλεις και επικές μάχες... Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό, αλλά είναι μαγικό και παραδίνομαι σ' αυτό δίχως δεύτερη σκέψη. Ποιος ξέρει; Ίσως η μουσική να είναι ένα σύμπαν από μόνη της!


Εφόσον τα βιβλία σας απευθύνονται, σε αυτή τη φάση, στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, γιατί επιλέξατε έναν αγγλικό γενικό τίτλο για τη σειρά των μυθιστορημάτων σας που βρίσκεται σε εξέλιξη;

Είναι λίγο αστεία η απάντησή μου για τον αγγλικό τίτλο της σειράς, είναι η αλήθεια! Αρχικά ήθελα να γράψω στα αγγλικά, όμως αν και δίδασκα τη γλώσσα μέχρι και τα 30 μου και νόμιζα ότι την κατέχω επαρκώς, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Απέχει μίλια η χρήση μιας ξένης γλώσσας, ακόμα και άριστη, από τη συγγραφή σε ξένη γλώσσα! Έτσι επανήλθα στα ελληνικά με μεγάλη μου ανακούφιση. Ο τίτλος ξέμεινε εκεί. Μου άρεσε η γραμματοσειρά και προτού το καταλάβω είχαν κυκλοφορήσει στο εμπόριο - εκεί μετά το 2015 - και κάποια προϊόντα μου με την επωνυμία "Angel Eyes Fantasy Art", οπότε και έγινε κάτι σαν brand. Και ένα τέτοιο σήμα το οποίο τυγχάνει αναγνωρισιμότητας, δεν το αλλάζει κανείς δίχως να σκεφτεί δεύτερη φορά! Δεν με ανησυχεί που είναι αγγλικός ο τίτλος. Το ελληνικό κοινό, ειδικά το νεανικό στο οποίο απευθύνομαι είναι super στα Αγγλικά! Αλλά και γενικά η Ελλάδα σαν χώρα μαθαίνει ίσως περισσότερο από κάθε άλλη παγκοσμίως ξένες γλώσσες. Σκέφτομαι τον τίτλο της σειράς στα Ελληνικά... "Αγγελικά Μάτια" ή "Τα Μάτια των Αγγέλων"... Υπάρχουν πλέον τόσοι τίτλοι με αγγέλους που μοιάζουν μεταξύ τους. Ναι, χαίρομαι τελικά που ξέμεινα με τον ξένο τίτλο!

Κάνετε κάτι πολύ πρωτότυπο: γράφετε μυθιστόρημα το οποίο εικονογραφείτε η ίδια. Το ύφος των εικόνων σας παραπέμπει σε κόμικ. Θα μπορούσατε να φανταστείτε τις ιστορίες σας σε μορφή graphic novel αντί για καθαρά μυθιστορηματική, έτσι ώστε να αναδειχθεί περισσότερο η εικόνα, μια και το στυλ της ζωγραφικής σας είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα;

Ναι, το ύφος της εικονογράφησής μου παραπέμπει στο ιαπωνικό manga-anime στυλ με ολοένα και περισσότερα στοιχεία ημιρεαλισμού όσο εκπαιδεύεται το χέρι. Και ναι, θα μπορούσα να φανταστώ το Angel Eyes σαν graphic novel, manga ή ακόμα και anime σειρά, όμως επιλέγω να αναβιώσω με τον τρόπο μου το χαμένο είδος του illustrated novel (εικονογραφημένο μυθιστόρημα), όπου το λογοτεχνικό κείμενο κυριαρχεί, για λόγους μεγέθους κυρίως. Η ιστορία είναι μεγάλη. Και δεν έχω ιδέα αν θα ήταν εφικτό καν να πάρει υπόσταση σε κάποια άλλη μορφή. Αλλά επίσης υπάρχει και άλλος ένας λόγος αρκετά σοβαρός που επέλεξα το εικονογραφημένο μυθιστόρημα ως μέσον έκφρασής μου και αυτός είναι ο εξής: να είναι τα βιβλία μου προσβάσιμα και στο κοινό που δεν διαβάζει graphic novels ή κόμικ και να φτάσει η ιστορία μου να διαβαστεί από ακόμα μεγαλύτερο πλήθος ανθρώπων. Όχι για χάρη των αριθμών βέβαια, αλλά για να μοιραστώ τον ονειρόκοσμό μου με περισσότερους συνανθρώπους μου!

Οι ήρωές σας κινούνται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Θα λέγατε ότι έχουν περισσότερα ρεαλιστικά ή φανταστικά στοιχεία;

Ναι, οι ηρωές μου κινούνται μεταξύ φυσικού πεδίου και αστρικού πεδίου, όμως θα έλεγα ότι το φανταστικό στοιχείο υπερισχύει. Μπορεί μετά από κάμποση ανάγνωση για παράδειγμα ο Φύλακας-άγγελος ή ο Φύλακας-δαίμονας της ιστορίας να μοιάζουν στον αναγνώστη σαν άτομα χειροπιαστά με τα οποία συναναστρέφεται η πρωταγωνίστριά μου, όμως δεν είναι! Τρανταχτό παράδειγμα ο Σεντ - ο δαίμονας του Angel Eyes που συμβολίζει το νου. Δρα στα διαυγή όνειρα της Αμόρια. Σαν φαντασίωση. "Όλα είναι μέσα στο νου σου", της λέει πολλές φορές χαρακτηριστικά, "αλλά ο νους είναι που τα κάνει και πραγματικότητα..." Είναι αλλόκοτο πράγματι το πώς μπλέκεται ο υλικός κόσμος με το φανταστικό στο Angel Eyes. Μόνο το χειροπιαστό είναι αληθινό; Το φαντασιακό είναι πράξη ή μόνο σκέψη; Ελπίζω το αναγνωστικό κοινό να παραμείνει στην ιστορία μου μέχρι το τέλος και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό στην ιδιαιτερότητα του ύφους σας; Τα βιβλία σας διαβάζονται κυρίως από φίλους του συγκεκριμένου είδους, ή έχετε κερδίσει και αναγνώστες με προηγουμένως διαφορετικά ενδιαφέροντα;

Αρχικά, ναι, το κοινό του φανταστικού κυρίως, αλλά και της αρκετά δυνατής manga-anime ελληνικής κοινότητας ήταν που αγκάλιασε με αγάπη τα βιβλία μου και τους ευχαριστώ από καρδιάς γι' αυτό. Όμως έχω feedback εξαιρετικά ευοίωνο και από ανθρώπους που απείχαν από αυτά τα ενδιαφέροντα. "Δεν ήξερα ότι είχα ανάγκη να διαβάσω κάτι τέτοιο", είπαν κάποιοι και άλλοι: "Ένιωσα ανακούφιση που ταξίδεψα σε έναν κόσμο φαντασίας". Με συγκίνησαν και με συγκινούν ακόμα έντονα τέτοιες ανατροφοδοτήσεις. Όταν ένα βιβλίο βγαίνει από το συρτάρι, ποτέ δεν ξέρεις μέχρι ποιον αναγνώστη θα "πετάξει" και τι θα έχει να του προσφέρει. Υπάρχουν άτομα ανάμεσα στους αναγνώστες μου που είναι καθηλωμένα στο κρεβάτι λόγω ασθένειας και βρίσκουν παρηγοριά στην ιδέα του ότι έχουμε μια ουσία, ένα αστρικό σώμα άφθαρτο που μπορεί να δράσει σε μια παράλληλη διάσταση... Γι' αυτό και μόνο είναι τόσο κρίμα να βάλω ταμπέλα στο κοινό μου.

Τι γνώμη έχετε για τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα σήμερα;

Η φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα... Αυτό το ερώτημα μού έχει τεθεί αρκετές φορές και πάντα αναρωτιέμαι με μια σχετική λύπη το ίδιο ακριβώς πράγμα: Πώς κατέληξε η φαντασία και η λογοτεχνία της στη χώρα μας να είναι μια πορεία μόχθου για τους συγγραφείς του είδους; Πώς είναι δυνατόν να πασχίζουμε για την αναγνώριση; Πώς είναι δυνατόν να είμαστε στην προσπάθεια εδραίωσης ενός είδους που θεωρώ απόλυτα συνυφασμένο με τον ελλαδικό χώρο; Μοιάζουμε σαν να αντιγράφουμε μια τάση του εξωτερικού, ενώ στην πραγματικότητα το φανταστικό υπάρχει μέσα μας από τα αρχαία χρόνια. Η πλούσια ελληνική μυθολογία, οι τοπικοί παραδοσιακοί μύθοι, ακόμα και οι απλές αλλόκοτες ιστορίες που μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας στα χωριά τι είναι, αν όχι φανταστικό; Τα τελευταία χρόνια που παρακολουθώ τα πράγματα από κοντά, όμως, διαπιστώνω με μεγάλη μου χαρά ότι το φανταστικό ως είδος στην Ελλάδα παίρνει σιγά σιγά, χάρη και στο μεράκι και την αγάπη των φίλων του, τη θέση που πρέπει να έχει. Μεγαλώνει, σαν υπέροχο παιδί που είχε βάναυσα ξεχαστεί και γίνεται όμορφο και αξιαγάπητο από όλους... Και αποχαιρετώντας σας, θα αφήσω και ένα από τα αγαπημένα μου παιδιά να σας πει κάτι, γιατί τα λέει καλύτερα! "Ξέχνα το φυσιολογικό που προσπαθούν να σε κάνουν και γίνε το ασύλληπτο για το οποίο προορίζεσαι."

Ευχαριστούμε πολύ!

Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά.


Η συνέντευξη παραχωρήθηκε δι' αλληλογραφίας από τη Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου στη Μάριον και τη Βερίνα Χωρεάνθη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal (26.12.18).