Showing posts with label ελληνική λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label ελληνική λογοτεχνία. Show all posts

17 October 2022

Μάριον Χωρεάνθη: Obliqua

«Obliqua» θα πει «λοξή» ή αλλιώς «τα λοξά» - με άλλα λόγια, κάτι ή κάποιος όχι ακριβώς όπως φαίνεται, κάτι που παρεκκλίνει ελαφρώς από το «ίσιο», το αναμενόμενο, το άμεσα ορατό και αντιληπτό. Λοξή μπορεί να είναι η αίσθηση που έχουμε της πραγματικότητας, καμιά φορά όταν απροσδόκητα μας δημιουργείται η εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι έχει «στραβώσει». Είναι εκείνη η αίσθηση που έχουμε όταν ξυπνάμε από ένα παράξενο όνειρο ή από έναν μεσημεριανό ύπνο που έχει συνοδευτεί από έναν βραχνά – και από εκείνο το σημείο και πέρα και για κάποια ώρα (αν και μπορεί η αίσθηση αυτή να διαρκέσει για μέρες), μας φαίνεται ότι η μέρα είναι «εξωγήινη», ότι ζούμε μια ελαφρώς διαστρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας και τότε δημιουργούνται οι συνθήκες για να συμβούν τα πιο απίθανα πράγματα.

Η «Obliqua» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Μάριον Χωρεάνθη, και το τέταρτο βιβλίο της. Έχουν προηγηθεί το μυθιστόρημα «Βρείτε την Ορτανσία» (εκδόσεις Καστανιώτη 2002), και οι ποιητικές συλλογές «Η Εξορία των Αρχαγγέλων» (Ιωλκός 2005) και «Μαύρος Καθρέφτης» (Εκδόσεις των Φίλων 2015). Για τον τίτλο του βιβλίου, η συγγραφέας επέλεξε εσκεμμένα μία λέξη που η εκφορά της και μόνο δημιουργεί αυτήν ακριβώς την αίσθηση που περιγράφει. Έχει όμως και μία άλλη σημασία η λέξη αυτή. Obliqua λέγεται η ανάποδη κάθετος στις εσωτερικές διευθύνσεις των ηλεκτρονικών υπολογιστών, μέσω της οποίας έχουμε τη δυνατότητα να μπούμε ακόμα και στα «άδυτα» των συστημάτων, κάτι που βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με τη δομή και το θέμα του βιβλίου.

Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Σπύρος, ένα παιδί που μεγάλωσε με μια θετή οικογένεια στην Ελβετία, έχοντας δοθεί για υιοθεσία από τη μητέρα του κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Διαβάζοντας τυχαία σε ένα φύλλο εφημερίδας την αναγγελία της κηδείας της, ο Σπύρος επιστρέφει στην Ελλάδα με σκοπό να έρθει σε επαφή με τον Βαλέριο, τον σύζυγό της – και πλέον χήρο της – ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, κακομεταχειριζόταν κι εκείνη αλλά και την μικρή τους κόρη. Φτάνοντας ωστόσο στο σπίτι του Βαλέριου, ο Σπύρος διαπιστώνει σιγά σιγά ότι όλα όσα ανέφερε η μητέρα του στα γράμματά της δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα. Αν και αυτό τελικά είναι το λιγότερο που έχει να διαχειριστεί, καθώς προκύπτουν απανωτά μυστήρια και ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο τους ανθρώπους που ζουν στο σπίτι του Βαλέριου και της οικογένειάς του, αλλά και το ίδιο το σπίτι το οποίο μοιάζει να έχει δική του ζωή και να ρυθμίζει κατά κάποιον τρόπο τις καταστάσεις και τις εξελίξεις τους. 

Στο μυθιστόρημα της Μάριον Χωρεάνθη τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ξεκινώντας από τους ήρωες, έχουμε να κάνουμε με χαρακτήρες πολυδιάστατους: άλλοι πιο ξεκάθαροι, άλλοι πιο δυσερμήνευτοι, άλλοι εντελώς μυστηριώδεις, άλλοι κρυπτικοί, κρύβουν ή μεταμφιέζουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Άλλωστε όλοι παίζουμε ρόλους ακόμα και στην πιο απλή καθημερινότητα, πόσο μάλλον σε ένα σύμπαν όπου κυριαρχούν το μυστήριο, τα αινίγματα και οι αμφιβολίες, όπως είναι αυτό της «Obliqua», και επιπλέον σε έναν χώρο δράσης που κι ο ίδιος αποτελεί έναν γρίφο: ένα σπίτι που μοιάζει με escape room, με πόρτες και περάσματα που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, με αόρατες παρουσίες που γίνονται αισθητές μ’ έναν παράξενο και πολλές φορές ανατριχιαστικό τρόπο.

Τα 25 κεφάλαια συνοδεύονται από ισάριθμες κάρτες ταρώ που όχι μόνο τα «εικονογραφούν» κατά κάποιον τρόπο, αλλά και τα τιτλοφορούν. Η συγγραφέας, η οποία έχει συνθέσει η ίδια τις εικόνες αυτές συνδυάζοντας ψηφιακά και παραδοσιακά μέσα, επέλεξε τις γερμανικές ονομασίες των καρτών, κάτι που συνδέεται άμεσα και με τον πρωταγωνιστή της ο οποίος μεγάλωσε στην Ελβετία από γερμανόφωνους θετούς γονείς. Από εκεί και πέρα, η κάθε κάρτα συνδέεται με το κεφάλαιο που συνοδεύει είτε έμμεσα είτε άμεσα, ενώ η ίδια η εικόνα της κάθε κάρτας εμπεριέχει στοιχεία που από τη μία συνθέτουν ένα αίνιγμα αλλά από την άλλη κρύβουν είτε τη λύση είτε νύξεις για τη λύση των ανιγμάτων της πλοκής. Και όπως οι κάρτες αυτές μπορούν να ερμηνευθούν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, έτσι και τα πάντα σχεδόν μέσα στην ιστορία της «Obliqua» είναι ουσιαστικά αινίγματα: τα πρόσωπα, ο περιβάλλον χώρος, τα φαινομενικά άψυχα αντικείμενα, τα ζώα, οι μνήμες, οι αναμνήσεις. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, προκύπτουν καινούρια αινίγματα, καινούρια μυστήρια, εμφανίζονται πρόσωπα από το παρελθόν των ηρώων τα οποία σχετίζονται μαζί τους με δεσμούς πολύ πιο περίπλοκους απ’ όσο φαίνεται αρχικά.

Με επιρροές από εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως τα μυθιστορήματα του Τσαρλς Ντίκενς, τα αμερικανικά φιλμ νουάρ, τις αστυνομικές ταινίες και τις ταινίες μυστηρίου του Άλφρεντ Χίτσκοκ, τις cult ταινίες τρόμου του Ντάριο Αρτζέντο, αλλά και αναφορές στον ελληνικό κινηματογράφο και σε σύγχρονα video games, η «Obliqua» συνδυάζει τη δομή ενός κλασικού μυθιστορήματος με τη μοντέρνα αφήγηση και υιοθετεί επίτηδες κλισέ της αστυνομικής λογοτεχνίας για να τα αποδομήσει, δημιουργώντας το κατάλληλο περιβάλλον ούτως ώστε να συνυπάρξει το φανταστικό / μυστηριακό στοιχείο με την ρεαλιστική πραγματικότητα. Εξάλλου αυτή είναι και μία από τις πιο συναρπαστικές εκφάνσεις του φανταστικού στοιχείου: όταν προέρχεται από την πραγματικότητα και εντάσσεται μέσα σ’ αυτήν, προσδίδοντάς της διαστάσεις που μπορεί να μην γίνονται αντιληπτές με γυμνό μάτι, ωστόσο είναι εκεί, και δίνοντάς της αυτή την αίσθηση του «λοξού», του αναπάντεχου, του απροσδόκητου, που σε κάνει να σκέφτεσαι αν αυτό που βλέπεις ή αυτό που νομίζεις πως είναι απτό και πραγματικό, είναι στ’ αλήθεια εκεί μπροστά στα μάτια σου ή είναι ένα αποκύημα της φαντασίας, ένα παιχνίδι του μυαλού και των αναμνήσεων ή κάτι άλλο, πέρα από το δεδομένο, το λογικό και το συνηθισμένο. 


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Οκτώβριο του 2022

https://www.fractalart.gr/obliqua/

9 November 2021

Ιωάννης Ψάρρας: Το Βλέμμα

«Τα πράγματα δεν χάνονται, τα παίρνει ο αέρας, τα μεταφέρει όπως τη γύρη, δεξιά κι αριστερά.» («Η εκκρεμότης»). Κάπως έτσι και οι ήρωες του Ιωάννη Ψάρρα χάνονται στο βλέμμα ενός νεογέννητου μωρού, ενός αγαπημένου νεκρού, ενός αθώου πτηνού. Αλλά και στο μεταφορικό βλέμμα της μνήμης, της ιστορίας, της λαϊκής σοφίας. Άνθρωποι σύγχρονοι αλλά και ερχόμενοι από το μακρινό παρελθόν, αναπολούν, θρηνούν, ελπίζουν, μελαγχολούν. Ζωντανοί που νοσταλγούν τους νεκρούς τους, ετοιμοθάνατοι που περιμένουν την τελευταία ώρα, νεκροί που αναλογίζονται την τραγικότητα της ζωής τους. Τα πάντα είναι κομμάτι αυτού του κόσμου, όλα είναι μέρος της ζωης: η χαρά, η τραγωδία, η γέννηση, ο θάνατος. 

Τα κείμενα του Ιωάννη Ψάρρα έχουν κοινό παρονομαστή πάντα και παντού το βλέμμα. Το βλέμμα κυριαρχεί, καθορίζει και εξαγνίζει. Παρακολουθεί άγρυπνο όλες τις φάσεις της ζωής. Υφίσταται ακόμα και εκεί που δεν φαίνεται αμεσα: η ιδιότητα του βλέμματος, η όραση, "συγγενεύει" ηχητικά με την όρνιθα («Η όρνις, της όρνιθος») όπως και το λιμάνι του Οράν όπου ο ναυτικός ήρωας μπάρκαρε στο πρώτο του ταξίδι («Οράν»). Το βλέμμα μπορεί να ανήκει σε ένα μάτι αληθινό, τεχνητό, φανταστικό η υποθετικό. Είναι το μάτι του παρατηρητή στο γήπεδο, της μητέρας που περιμένει στο άδειο σπίτι, του νεκρού που δεν μπορεί με τίποτα να ξαναγυρίσει στη ζωή. Ο «δίκης οφθαλμός», το μάτι που βλέπει τα πάντα. Η «Γυφτοπούλα» του Ζεύγματος στο εξώφυλλο, το ψηφιδωτό που τόσο καίρια εικονογραφεί τον γενικό τίτλο "Το βλέμμα", δίνει το πλέον δυνατό και ανεξίτηλο στίγμα. 

Το βλέμμα, λένε, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ίσως όχι μόνο. «[...]Πληροφορήθηκα ότι αυτός ο κόσμος ήταν γεμάτος από κάτι που ονομαζόταν καθρέφτες, ένα υλικό που εποπτεύει τα σώματα […], ότι ο κόσμος, ο συγκεκριμένος κόσμος αντανακλάται σε έναν άλλον ή και μεταξύ του, ότι χωρίς αυτή την αντανάκλαση δεν υφίσταται.» μονολογεί ο αφηγητής στην «Κρύα βρύση», ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την πλατωνική θεωρία για τον παράλληλο κόσμο, που ωστόσο είναι ο πραγματικός. Κι αν είναι εκείνος ο πραγματικός κόσμος, τότε όλα αυτά που ζούμε είναι μια ψευδαίσθηση. Το βλέμμα όμως είναι πάντα αληθινό, βλέπει πέρα και πίσω από τα κάτοπτρα, με τη βοήθεια αλεπάλληλων αντανακλάσεων φτάνει και στην μακρινή πραγματικότητα, αν και τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος δεν μπορεί να το αντιληφθεί.

Τα σύντομα πεζά και τα ποιήματα του Ιωάννη Ψάρρα που αφηγούνται το καθένα μια δική τους ιστορία ενός ή περισσότερων βλεμμάτων, είναι γραμμένα με ένα ιδιότυπο ύφος συνειρμικών μνημών και αναμνήσεων. Πότε σε πρώτο πρόσωπο, πότε επιστρατεύοντας (και) έναν αφηγητή, ξετυλίγουν μια ιστορία η οποία, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, εμπεριέχει ένα στοιχείο τραγικότητας, μικρότερο ή μεγαλύτερο. Άλλοτε πάλι έρχεται στο τέλος η ανατροπή με τη μορφή μιας τραγικής ειρωνίας. Δεν έχει και τόση σημασία ποια ήταν ή είναι η ζωή των ανθρώπων αυτών, περισσότερο η λιγότερο συναρπαστική. Εξάλλου για τον καθένα, αυτό που ζει ο ίδιος και οι δικές του εμπειρίες και αναμνήσεις είναι που θα μετρήσουν όταν θα κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος, ένας μικρόκοσμος έστω. 

Ο συγγραφέας προσεγγίζει τους ήρωες και τα θέματά του με τρυφερότητα, συμπάθεια, ενσυναίσθηση, ενίοτε και με καλοπροαίρετη, διακριτικά σαρκαστική διάθεση. Όντας ψυχοθεραπευτής στο επάγγελμα, ρίχνει το δικό του βλέμμα στα μύχια της ψυχής όσων συμμετέχουν στις ιστορίες του. Αγαπάει τους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του, τους τόπους, τα αντικείμενα, τα σπίτια, τα έμβια όντα που τους περιβάλλουν. Ενδύεται κάθε φορά και κάποιον διαφορετικό χαρακτήρα, που όλοι όμως έχουν δικά του στοιχεία, ίσως και βιώματα. Γίνεται ο ίδιος ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τις ιστορίες μεταξύ τους, αποδεικνύοντας ότι μπορεί ο κάθε άνθρωπος είναι μέρος του συνόλου, αλλά και το σύνολο δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς τους ανθρώπους.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Νοέμβριο του 2021

https://www.fractalart.gr/to-vlemma/


15 January 2021

Σπύρος Καρυδάκης: Χ.Τ. 1985 μ.Χ. μια νέκυια

Η ιστορία του Χρήστου Τσουτσουβή είναι λίγο-πολύ γνωστή: αντιστασιακός κατά της Χούντας των συνταγματαρχών, έγινε μέλος του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα κατά τη Μεταπολίτευση και στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ίδρυσε την Αντικρατική Πάλη, οργάνωση που συνδέθηκε με ένοπλες τρομοκρατικές δράσεις. Σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αστυνομικές δυνάμεις στις 15 Μαϊου του 1985, στην περιοχή του Γκύζη. Ο άνθρωπος αυτός, με την τόσο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, είναι με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ο ήρωας του βιβλίου του Σπύρου Καρυδάκη «Χ.Τ. 1985 μ.Χ. μια νέκυια». Είναι ο αφηγητής σε εικοσιτέσσερις «ραψωδίες», όσες και τα γράμματα του αλφαβήτου, που όλες τιτλοφορούνται «Νέκυια» και συνοδεύονται από το αντίστοιχο γράμμα, από το α ως το ω.

Ο Σπύρος Καρυδάκης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1961, έχει εξασκήσει πολλά και διαφορετικά επαγγέλματα, και είναι ποιητής και συγγραφέας. Έως τώρα έχει εκδώσει μυθιστορήματα, νουβέλες, και μεταφράσεις αρχαιοελληνικών και γερμανικών ποιημάτων, και έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις με διηγήματα.

Η Νέκυια είναι η λ’ ραψωδία της Οδύσσειας, η οποία αφηγείται την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη, εκεί όπου ο ομηρικός ήρωας συναντά, μεταξύ άλλων, τη μητέρα του και ήρωες του Τρωϊκού πολέμου, αλλά βασικός του σκοπός είναι να μιλήσει με τον μάντη Τειρεσία για να του φανερώσει το μέλλον. Μια από τις σημασίες της λέξης «νέκυια», άλλωστε, υποδήλωνε ακριβώς αυτό: μια μαγική τελετή για την επίκληση του πνεύματος ενός νεκρού από τον Άδη, ο οποίος θα έδινε χρησμούς για το μέλλον. Μια άλλη της ερμηνεία, ωστόσο, είναι η επιτάφια τελετή. Έχοντας αυτά κατά νου, και βλέποντας το εξώφυλλο του βιβλίου του Σπύρου Καρυδάκη, ίσως και να πάει το μυαλό σε κάτι διαφορετικό. Η συμπερίληψη, στον τίτλο, των αρχικών «Χ.Τ.» και της χρονιάς 1985 δίνει κάποια στοιχεία, ωστόσο η εικόνα του χεριού που ρίχνει σποράκια από ρόδι παραπέμπει σε αρχαίες, τελετουργικές σπονδές που συνδέονταν με ταφικά έθιμα.

Δεν είναι εύκολο να καταγράφονται γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας μέσω της μυθοπλασίας, καθώς κάτι τέτοιο επιβάλλει έναν ικανό βαθμό αποστασιοποίησης ώστε τα γεγονότα αυτά καθαυτά να ανεξαρτητοποιούνται από τον αρχικό τους περιβάλλοντα χρόνο και χώρο. Ένα τέτοιο εγχείρημα εμπεριέχει επίσης ένα μεγάλο ρίσκο, καθώς οι μνήμες μπορεί να είναι σχετικά πρόσφατες όσον αφορά τόσο τα εμπλεκόμενα μέρη όσο και το σύνολο της κοινωνίας. Δεν παύει ωστόσο να έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, πόσο μάλλον όταν ο χειρισμός του θέματος γίνεται με την ευαισθησία και την ενσυναίσθηση που χαρακτηρίζουν την προσέγγιση του Σπύρου Καρυδάκη. Και οι παραπομπές στο Ομηρικό έπος και την Αρχαία Ελλάδα γενικότερα, καθόλου τυχαίες δεν είναι, και το «διαφορετικό» που ανέφερα παραπάνω, αποδεικνύεται τελικά απρόσμενα συγγενικό με το θέμα του βιβλίου.

Στο κατεξοχήν λογοτεχνικό επίπεδο, ο συγγραφέας δανείζει τα δικά του εκφραστικά μέσα στον ήρωά του, ο οποίος μιλάει σε πρώτο πρόσωπο και ξεδιπλώνει μια σειρά από σκέψεις, φιλοσοφικές αναζητήσεις και αναμνήσεις, την ημέρα που πρόκειται να είναι και η τελευταία της ζωής του. Σαν να έχει προβλέψει το μέλλον του, περνάει κυριολεκτικά και απόλυτα συνειδητά τη ζωή του μπροστά από τα μάτια του - αυτό που λένε ότι γίνεται αυθόρμητα όταν κάποιος είναι κοντά στον θάνατο. Η νέκυια λοιπόν με την έννοια της μαγικής τελετής είναι εδώ μια αμφίδρομη διαδικασία: ο συγγραφέας «καλεί» τον νεκρό ήρωά του και ο ήρωάς του μιλάει μέσω αυτού. Γίνεται δηλαδή ο συγγραφέας ένα είδος μέντιουμ (με την κυριολεκτική έννοια του διάμεσου) για να δώσει φωνή σε κάποιον που πλέον ανήκει στον κόσμο των νεκρών.

Ο ήρωάς του δεν αναφέρεται ποτέ με το όνομά του και κάλλιστα θα μπορούσε να είναι συμβολική η παρουσία του η οποία είναι έτσι κι αλλιώς φασματική και κινείται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, όπως εξάλλου ήταν και όλη του η ζωή, σαν απόρροια των επιλογών του. Ανήκει στο περιθώριο και έχει έναν τρόπο σκέψης που δεν συνάδει με τα κοινωνικά στερεότυπα και δεδομένα. Έχει επομένως ένα επιπλέον ενδιαφέρον να εμβαθύνει κανείς λίγο περισσότερο και στην άλλη πλευρά, εκεί όπου ισχύουν διαφορετικοί κανόνες, έξω από την συνηθισμένη καθημερινότητα και τους επίσημους νόμους, πρόκειται ωστόσο για άγραφους όρκους τους οποίους, όσοι ανήκουν στην πλευρά αυτή, τηρούν με απόλυτη συνέπεια και πίστη στον εκάστοτε σκοπό. Ο άνθρωπος αυτός θυμίζει μισθοφόρο της αρχαιότητας, και μέχρι ένα σημείο ο τρόπος που μιλάει και όσα λέει παραπέμπουν έντονα σ’ αυτή την εικόνα. Έχει τα ιδανικά του τα οποία ακολουθεί με σεβασμό, έχει κι ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τους συντρόφους του καθώς τους συνδέουν τόσα πολλά. Για να φτάσει άλλωστε κανείς στο σημείο να ξεπεράσει τα κοινωνικά όρια και να ενταχθεί σε μια περιθωριακή παρακρατική ομάδα, εκεί από όπου σπάνια έως ποτέ μπορεί να υπάρξει γυρισμός, σημαίνει ότι είναι αποφασισμένος να παραμείνει πιστός στον σκοπό του μέχρι το τέλος, χωρίς μεταστροφές ή πισωγυρίσματα.

Πρόκειται για ένα κείμενο πολύ ξεχωριστό, με μια ιδιαίτερη γοητεία και λογοτεχνική αξία, που μέσα από το πρίσμα της μυθοπλασίας αναδεικνύει διαφορετικά επίπεδα της πραγματικότητας τα οποία συμπληρώνουν τα καταγεγραμμένα γεγονότα. Ο Σπύρος Καρυδάκης διατηρεί σε όλη την αφήγηση ένα ύφος στιβαρό και συνάμα βαθιά λυρικό, εναλλάσσοντας την ξεκάθαρη, χωρίς περιστροφές εξιστόρηση με κομμάτια γεμάτα συναισθηματισμό, που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές και συγκινούν με την αμεσότητα, την πρωτογένεια και την λανθάνουσα ποιητικότητά τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2021
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/15583-nekyia

26 July 2019

Ευγένιος Τριβιζάς: Το κουδούνι του τρόμου

Στο ογκώδες και αισθητικά εντυπωσιακό μυθιστόρημα «Το κουδούνι του τρόμου» του Ευγένιου Τριβιζά, βλέπουμε πώς μια ιστορία μυστηρίου μπορεί να μετουσιωθεί σε ένα παιχνίδι φαντασίας και να γίνει διασκεδαστικό παραμύθι. Αν απογυμνώσουμε την πλοκή από όλα αυτά τα στοιχεία που είναι απολύτως χαρακτηριστικά του ύφους του συγγραφέα – τις ευφάνταστες παρομοιώσεις, τους πανέξυπνους συνδυασμούς επιθέτων και ουσιαστικών, τις σουρεαλιστικές περιγραφές – έχουμε μια σχετικά απλή ιστορία με αθώους ήρωες, εμμονικούς κακούς και ατρόμητους αστυνομικούς. Μια ιστορία που, ιδωμένη από μια διαφορετική σκοπιά, μπορούσε να πάρει ακόμα και δραματικές διαστάσεις. Ωστόσο χάρη στην ευστροφία του Τριβιζά και την αστείρευτη φαντασία του, προωθείται εύστοχα το κωμικό στοιχείο, τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά εξογκώνονται, οι κίνδυνοι παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εκληφθούν σαν κάτι υπερβολικά θεαματικό για να είναι πραγματικό, ενώ μέσα από την περιπέτεια περνάνε με έξυπνο τρόπο μηνύματα σχετικά με συμπεριφορές που καλό είναι να αποφεύγουν τα παιδιά.

Ήρωας της ιστορίας είναι ο μικρός Νικολάκης Πιτσιρίμπος, ο οποίος σκαρφίζεται διάφορες ανώδυνες σκανταλιές γυρίζοντας από το σχολείο, προσπαθώντας να κάνει πιο διασκεδαστική αυτή τη βαρετή, καθημερινή διαδρομή. Μια αγαπημένη του συνήθεια είναι να χτυπάει τα κουδούνια των σπιτιών και στη συνέχεια να τρέχει και να κρύβεται, διασκεδάζοντας με τους αγανακτισμένους ιδιοκτήτες που αντιλαμβάνονται ότι κάποιος τους κάνει πλάκα καθώς δεν βλέπουν κανέναν έξω από την πόρτα τους. Μια μέρα όμως βρίσκει τον δάσκαλό του, όταν χτυπώντας ένα κουδούνι, το δάχτυλό του μένει κολλημένο εκεί. Απευθύνεται σε διάφορους περαστικούς, όμως κανείς δεν τον βοηθάει, είτε γιατί έχουν προηγούμενα μαζί του είτε γιατί εκμεταλλεύονται την κατάστασή του για δικό τους όφελος. Όταν κάποια στιγμή εμφανίζεται η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, γεμάτη ευγένεια και προθυμία να τον αποζημιώσει προσφέροντάς του γλυκίσματα, ξεκινάει η απίστευτη περιπέτεια του Νικολάκη, όπου εμπλέκεται ένα τσίρκο που είχε καεί στο παρελθόν, μια λεοπάρδαλη, δύο εκκεντρικές ηλικιωμένες αδελφές, ένας δαιμόνιος αστυνομικός, και πολλοί άλλοι χαρακτήρες και πλάσματα που συνδέονται μεταξύ τους σαν τις κουκίδες μιας μαγικής εικόνας.

Κι αυτό είναι, ουσιαστικά, το μυθιστόρημα του Τριβιζά: μια μαγική εικόνα. Η αρχή σε προϊδεάζει για κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που προκύπτει στη συνέχεια, αλλά καθώς τα διάφορα πρόσωπα μπαίνουν σιγά σιγά μέσα στην ιστορία, αρχίζουν και συσχετίζονται γεγονότα από το παρελθόν και ύποπτες δραστηριότητες του παρόντος χρόνου, και όλα αυτά έρχονται και δένουν με κάποιον τρόπο με τον ανυποψίαστο Νικολάκη. Ξεκινώντας από κάτι απλό και συνηθισμένο, όπως είναι μια αθώα σκανταλιά, πρακολουθούμε τον μικρό πρωταγωνιστή να μπλέκει σε όλο και μεγαλύτερα προβλήματα. Στην αρχή, είναι, μεταξύ άλλων, η γειτόνισσα και η συμμαθήτριά του που όχι μόνο αρνούνται να τον βοηθήσουν να ξεκολλήσει το δάχτυλό του από το κουδούνι επειδή δεν τους είχε φερθεί σωστά στο παρελθόν, αλλά τον εμπαίζουν κιόλας, η κάθε μία με τον τρόπο της. Ήδη λοιπόν ο Νικολάκης αρχίζει να μετανιώνει και για την τωρινή επιπολαιότητά του αλλά και για την προηγούμενή του συμπεριφορά. Στη συνέχεια, είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, που τον βοηθάει μεν, αλλά τον παίρνει μαζί της μέσα στο σπίτι όπου, με την αδερφή της, έχουν καταστρώσει ένα ανατριχιαστικό σχέδιο στο οποίο εκείνος κινδυνεύει να παίξει το ρόλο του θύματος. Καθώς μεγαλώνουν τα προβλήματα που προκύπτουν για τον ήρωα, μεγαλώνει και η επικινδυνότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Αργότερα, θα έρθει αντιμέτωπος με αδίστακτους κακοποιούς, οι οποίοι θα τον εκθέσουν σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο. Η εξέλιξη της ιστορίας γίνεται μεθοδικά, με τον συγγραφέα να εντάσσει κατά διαστήματα κι ένα καινούριο πρόσωπο στην υπόθεση. Ανοίγει έτσι ο κύκλος της δράσης, άρα η ιστορία γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.

Όλα αυτά αναπτύσσονται μέσα από ζωηρές περιγραφές που μοιάζουν να ακολουθούν τη φαντασία και τον τρόπο σκέψης του μικρού ήρωα. «Ο ήλιος έλαμπε σαν ένα μεγάλο αξεφλούδιστο πορτοκάλι πασπαλισμένο με χρυσόσκονη», λέει ο συγγραφέας – αφηγητής στις πρώτες σελίδες, δίνοντας το στίγμα της φαντασιακής ατμόσφαιρας που θα επικρατήσει σε όλη την ιστορία. Το παιδί αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του σύμφωνα με όσα μπορεί να κατανοήσει, είναι λογικό επομένως να βλέπει τον ήλιο σαν πορτοκάλι ή, όπως λέει σε κάποιο άλλο σημείο, το σύννεφο σαν «μισοφαγωμένο κουραμπιέ» - εικόνες οικείες για το παιδί που βρίσκουν αντιστοιχίες στο φυσικό περιβάλλον. Και σε ανάλογο κλίμα κινούνται οι περιγραφές σε όλο το βιβλίο, με εντυπωσιακούς και ενίοτε αναπάντεχους συνδυασμούς στοιχείων: «Τις προάλλες έγιναν τρεις κλοπές κασκόλ από σιφονιέρες, μία αρπαγή γκρανκάσας από συμφωνική ορχήστρα και δύο απαγωγές πεκινουά από κομμωτήριο σκύλων» (σ. 94) ή: «Φορούσε ανοιχτόχρωμο λινό κοστούμι με δίχρωμη ορχιδέα στην μπουτονιέρα, γαλάζιο γιλέκο ολοστόλιστο με άνθη λωτού και μικρά ζαφείρια για κουμπιά, και παντόφλες από δέρμα λευκού ζαρκαδιού αργυροκεντημένες με το καλλιγραφικό μονόγραμμά του» (σ. 220) και παρακάτω: «Με αυτά τα λόγια έκανε μεταβολή και χάθηκε μέσα σε ένα σύννεφο από πορτοκαλί λιγκουάλα και μπλε ελεκτρίκ τροπικές πεταλούδες.» (σ. 241)

Σε ανάλογο μοτίβο, η υπέροχη ασπρόμαυρη εικονογράφηση του Στίβεν Ουέστ θυμίζει παλιά βιβλία παραμυθιών, με λεπτές γραμμές, ατμοσφαιρικές φωτοσκιάσεις και έμφαση στις λεπτομέρειες. Βλέπουμε τα πρόσωπα να έχουν τονισμένα τα μάτια, παραπέμποντας στις μάσκες της Κομέντια ντελ άρτε, και τα πλούσια σκηνικά να αποδίδουν συναρπαστικά την ατμόσφαιρα του μυστηρίου και του ονείρου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/efivika/12600-koydoyni-tromoy

26 December 2018

Λίλα Κίσσα - Φραγκομίχαλου



Η Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) με πτυχίο γαλλικής φιλολογίας. Συγγραφέας και εικονογράφος του φανταστικού, δημιούργησε το 2011 τον "ονειρόκοσμο" Angel Eyes, συνδυάζοντας τις κλίσεις της. Πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση ζωγραφικής το Φεβρουάριο του 2015. Το πρώτο της εικονογραφημένο μυθιστόρημα φαντασίας, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο Ι: Φύλακες κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2016 και χαρακτηρίστηκε best seller. Τον Αύγουστο του 2017 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙ: Το Μονοπάτι και τον Οκτώβριο του 2018 κυκλοφόρησε το τρίτο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙΙ: Προορισμός. Ζει με το σύζυγο και την κόρη της στη Χίο και το μεγάλο της κίνητρο για ζωή είναι το να κάνει τους συνανθρώπους της να ονειρεύονται περισσότερο. Τη Λίλα και τις λογοτεχνικές, όσο και εικαστικές και άλλες δημιουργίες της είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τον Οκτώβριο που μας πέρασε, στην τέταρτη κατά σειρά διοργάνωση του FantastiCon, η οποία και φέτος φιλοξενήθηκε στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.

Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;

Καταρχάς σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σας και την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για το έργο μου μέσα από αυτή τη συνέντευξη. Ο χώρος του φανταστικού ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι για μένα ένα τεράστιο κομμάτι της ίδιας μου της προσωπικότητας. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι συγκεκριμένο που να με οδήγησε προς τη φανταστική λογοτεχνία, όσο πίσω στο χρόνο κι αν ανατρέξω. Όμως θυμάμαι ότι ακόμα και τα πρώτα μου μικρά, ατελή και πειραματικά διηγήματα στα χρόνια της εφηβείας είχαν σαν κυρίαρχο στοιχείο αυτό του φανταστικού. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική, αλλά εκεί πάμε ακόμα πιο πίσω, στο Δημοτικό. Όλα τα θέματα με τα οποία καταπιανόμουν ανήκαν στο φανταστικό.

Με ποια αφορμή επιλέγετε το χώρο και το χρόνο της δράσης στα βιβλία σας; Σκοπεύετε να συνεχίσετε με ανάλογη θεματολογία ή μπορεί και να πειραματιστείτε με κάτι διαφορετικό;

Αυτή τη στιγμή στην πενταλογία του Angel Eyes ο χώρος είναι πολυδιαστασιακός, όπως και το ον άνθρωπος. Ως φυσικό πεδίο έχει επιλεχθεί ένα φαντασιακό φέουδο με τα γύρω χωριά, τις λίμνες, τα δάση, τα κοντινά λιμάνια του και τα βουνά του, που θα μπορούσε να είναι μια άλλη Ρουμανία. Και απ' την άλλη μεριά έχουμε έναν άυλο χώρο, το αστρικό πεδίο, με τους παραδείσους και τις κολάσεις του, όπου δρουν οι αλλόκοσμοι πρωταγωνιστές μου. Ο χώρος είναι μεγάλος και μου δίνει άνεση κίνησης, αλλά τον επέλεξα και για έναν άλλο πρωταρχικό λόγο: ήθελα να δώσω έμφαση στο αόρατο. Σε αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε με τις πέντε αισθήσεις μας. Να κάνω τους αναγνώστες μου να αναρωτηθούν: "Κι αν όντως υπάρχει κάτι πέρα από την ύλη;" Ως χρόνο, πάλι, έχω επιλέξει το Μεσαίωνα, πιθανότατα γιατί μου θυμίζει παραμύθι. Αλλά όχι μόνο αυτό. Ταιριάζει νομίζω και σε κάτι ακόμα. Ήταν σκοτεινά χρόνια τότε, γεμάτα δεισιδαιμονίες... Και αυτό μου θυμίζει έντονα τα σκοτάδια που αντιμετωπίζουν οι χάρτινοι ήρωές μου. Μέσα από δοκιμασίες, αναζητήσεις, οδοιπορικά, γυρεύουν να φτάσουν σε μια αλήθεια και ένα φως, σαν αυτό της Αναγέννησης που ακολουθεί το Μεσαίωνα. Θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντικό παιδί του φανταστικού και θα ήθελα να το υπηρετήσω με όλες μου τις δυνάμεις. Δηλαδή δεν νιώθω ότι, για παράδειγμα, θα μου έβγαινε φυσικά να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα! Αλλά θα ήθελα να επεκταθώ στον ήδη αγαπημένο μου χώρο. Το Angel Eyes δεν είναι για μένα ένα ή δύο ή πέντε βιβλία. Είναι ένας πλήρης κόσμος ο οποίος σχηματίζεται συνεχώς, ολοένα και πιο λεπτομερώς. Μετά την ολοκλήρωση της πενταλογίας θα ακολουθήσει αυτό που ονομάζω "Το Βιβλίο των Αιώνων", το οποίο στην ουσία είναι η κοσμογονία του φανταστικού σύμπαντός μου. Αυτό το βιβλίο - του οποίου η έκταση μού είναι ακόμα άγνωστη - θα ανήκει ως είδος στο high fantasy και θα αγγίζει το επικό. Είναι αγαπημένο είδος και θα ήθελα οπωσδήποτε να βγω από τη... ζώνη ασφαλείας μου και να το τολμήσω!


Οι ήρωες και τα θέματά σας παραπέμπουν έντονα στα ιαπωνικά manga. Τι σας σας ελκύει σε αυτού του είδους την κουλτούρα; Θα μπορούσατε να φανταστείτε τους ήρωές σας να κινούνται σε έναν καθαρά ελληνικό χωροχρόνο;

Τα ιαπωνικά manga είναι μεγάλη ιστορία και λατρεία, η οποία αποτελεί και αυτή αναπόσπαστο κομμάτι μου. Η γενιά μου μεγάλωσε βλέποντας ιαπωνικά κινούμενα σχέδια ή - όπως τα λένε - anime, δίχως να ξέρουμε καν τότε εμείς σαν πιτσιρίκια τη χώρα προέλευσής τους! Όμως είχαν κάτι το μαγικό, κάτι το εθιστικό. Τα μεγάλα μάτια τους ήταν η πεπτουσία της εκφραστικότητας και οι θεματολογίες με τις οποίες καταπιάνονταν με άγγιζε με τρόπους ασύλληπτους. Ερωτευόμουν, αγωνιούσα, έκλαιγα, εμπνεόμουν... Η κουλτούρα των anime που αγάπησα με σημάδεψε. "Μην εγκαταλείπεις!", "Πάλεψε ενάντια στις προγνώσεις!", "Πόνεσε για το φίλο σου!", "Αν έκανες λάθη, ζήτα έμπρακτα συγγνώμη και ξαναξεκίνα!", "Αν απέτυχες και έπεσες, ξαναστήσου στα πόδια σου!", "Αν ερωτεύτηκες απόλυτα, ρίσκαρε τα πάντα!" είναι μόνο μερικά από τα μαθήματα που πήρα από την υπέροχη αυτή κουλτούρα και τολμώ να πω ότι ναι, με διαμόρφωσαν κιόλας ως προσωπικότητα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν οι ήρωές μου να ταιριάζουν με τον ελληνικό χωροχρόνο - δεν κάθισα ποτέ να το σκεφτώ, γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνταν η ιστορία ήταν κατά κάποιο τρόπο προκαθορισμένο μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά ένα είναι το βέβαιο: ακόμα και στον ελλαδικό χωροχρόνο να εκτυλισσόταν το story, οι θεματολογίες που θα άγγιζα θα παρέμεναν οι ίδιες.

Ποιες είναι οι προσωπικές σας προτιμήσεις σε βιβλία και καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες; Συμπίπτουν αποκλειστικά με τη δημιουργική σας ενασχόληση ή διαβάζετε/μελετάτε και άλλα είδη;

Από βιβλία προτιμώ κυρίως τις μελέτες που έχουν να κάνουν με τον εσωτερισμό, τη μαγεία, τη μυθολογία και όχι τόσο τα λογοτεχνικά, όμως για παράδειγμα μου αρέσουν ιδιαίτερα τα έργα του Dan Brown που συνδυάζουν πολλές φορές το story με μελέτες εσωτεριστικής θεματολογίας. Στη ζωγραφική λατρεύω τους ρομαντικούς γιατί απεικονίζουν ένταση και πάθος. Στην αρχιτεκτονική αγαπώ το γοτθικό που μου θυμίζει πόσο μικρή και ασήμαντη είμαι. Και στη μουσική, η οποία είναι και η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής μου, με μαγεύουν είδη όπως η επική ορχηστρική, κέλτικη, το συμφωνικό metal, το power metal και λίγο το goth metal. Ακούω τη μουσική μου δυνατά, κυρίως μέσα στο αυτοκίνητο και τότε είναι που ο νους μου δομεί σκηνές ολόκληρες από τα βιβλία μου σαν να ήταν αποσπάσματα μιας τέλειας ταινίας! Τα τελευταία χρόνια δεν προλαβαίνω να διαβάσω λογοτεχνία όσο ίσως θα ήθελα, καθότι εργάζομαι πάνω στο Angel Eyes αδιάκοπα, όμως στηρίζω Έλληνες λογοτέχνες του φανταστικού και του τρόμου, τους οποίους θεωρώ πάρα πολύ αξιόλογους.

Κατά πόσο θα λέγατε ότι σας έχουν εμπνεύσει δημιουργικά τα λογοτεχνικά και άλλα σας ενδιαφέροντα;

Όπως είπα και προηγουμένως, η μουσική είναι η νούμερο ένα πηγή έμπνευσής μου, όσο περίεργο κι αν ακούγεται! Ένας δυνατός στίχος θα μου αρκούσε για να στηρίξω πάνω του ολόκληρη ιστορία. Πίσω από τις νότες βλέπω χρώματα και φόρμες, περιβάλλοντα, φανταστικές πόλεις και επικές μάχες... Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό, αλλά είναι μαγικό και παραδίνομαι σ' αυτό δίχως δεύτερη σκέψη. Ποιος ξέρει; Ίσως η μουσική να είναι ένα σύμπαν από μόνη της!


Εφόσον τα βιβλία σας απευθύνονται, σε αυτή τη φάση, στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, γιατί επιλέξατε έναν αγγλικό γενικό τίτλο για τη σειρά των μυθιστορημάτων σας που βρίσκεται σε εξέλιξη;

Είναι λίγο αστεία η απάντησή μου για τον αγγλικό τίτλο της σειράς, είναι η αλήθεια! Αρχικά ήθελα να γράψω στα αγγλικά, όμως αν και δίδασκα τη γλώσσα μέχρι και τα 30 μου και νόμιζα ότι την κατέχω επαρκώς, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Απέχει μίλια η χρήση μιας ξένης γλώσσας, ακόμα και άριστη, από τη συγγραφή σε ξένη γλώσσα! Έτσι επανήλθα στα ελληνικά με μεγάλη μου ανακούφιση. Ο τίτλος ξέμεινε εκεί. Μου άρεσε η γραμματοσειρά και προτού το καταλάβω είχαν κυκλοφορήσει στο εμπόριο - εκεί μετά το 2015 - και κάποια προϊόντα μου με την επωνυμία "Angel Eyes Fantasy Art", οπότε και έγινε κάτι σαν brand. Και ένα τέτοιο σήμα το οποίο τυγχάνει αναγνωρισιμότητας, δεν το αλλάζει κανείς δίχως να σκεφτεί δεύτερη φορά! Δεν με ανησυχεί που είναι αγγλικός ο τίτλος. Το ελληνικό κοινό, ειδικά το νεανικό στο οποίο απευθύνομαι είναι super στα Αγγλικά! Αλλά και γενικά η Ελλάδα σαν χώρα μαθαίνει ίσως περισσότερο από κάθε άλλη παγκοσμίως ξένες γλώσσες. Σκέφτομαι τον τίτλο της σειράς στα Ελληνικά... "Αγγελικά Μάτια" ή "Τα Μάτια των Αγγέλων"... Υπάρχουν πλέον τόσοι τίτλοι με αγγέλους που μοιάζουν μεταξύ τους. Ναι, χαίρομαι τελικά που ξέμεινα με τον ξένο τίτλο!

Κάνετε κάτι πολύ πρωτότυπο: γράφετε μυθιστόρημα το οποίο εικονογραφείτε η ίδια. Το ύφος των εικόνων σας παραπέμπει σε κόμικ. Θα μπορούσατε να φανταστείτε τις ιστορίες σας σε μορφή graphic novel αντί για καθαρά μυθιστορηματική, έτσι ώστε να αναδειχθεί περισσότερο η εικόνα, μια και το στυλ της ζωγραφικής σας είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα;

Ναι, το ύφος της εικονογράφησής μου παραπέμπει στο ιαπωνικό manga-anime στυλ με ολοένα και περισσότερα στοιχεία ημιρεαλισμού όσο εκπαιδεύεται το χέρι. Και ναι, θα μπορούσα να φανταστώ το Angel Eyes σαν graphic novel, manga ή ακόμα και anime σειρά, όμως επιλέγω να αναβιώσω με τον τρόπο μου το χαμένο είδος του illustrated novel (εικονογραφημένο μυθιστόρημα), όπου το λογοτεχνικό κείμενο κυριαρχεί, για λόγους μεγέθους κυρίως. Η ιστορία είναι μεγάλη. Και δεν έχω ιδέα αν θα ήταν εφικτό καν να πάρει υπόσταση σε κάποια άλλη μορφή. Αλλά επίσης υπάρχει και άλλος ένας λόγος αρκετά σοβαρός που επέλεξα το εικονογραφημένο μυθιστόρημα ως μέσον έκφρασής μου και αυτός είναι ο εξής: να είναι τα βιβλία μου προσβάσιμα και στο κοινό που δεν διαβάζει graphic novels ή κόμικ και να φτάσει η ιστορία μου να διαβαστεί από ακόμα μεγαλύτερο πλήθος ανθρώπων. Όχι για χάρη των αριθμών βέβαια, αλλά για να μοιραστώ τον ονειρόκοσμό μου με περισσότερους συνανθρώπους μου!

Οι ήρωές σας κινούνται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Θα λέγατε ότι έχουν περισσότερα ρεαλιστικά ή φανταστικά στοιχεία;

Ναι, οι ηρωές μου κινούνται μεταξύ φυσικού πεδίου και αστρικού πεδίου, όμως θα έλεγα ότι το φανταστικό στοιχείο υπερισχύει. Μπορεί μετά από κάμποση ανάγνωση για παράδειγμα ο Φύλακας-άγγελος ή ο Φύλακας-δαίμονας της ιστορίας να μοιάζουν στον αναγνώστη σαν άτομα χειροπιαστά με τα οποία συναναστρέφεται η πρωταγωνίστριά μου, όμως δεν είναι! Τρανταχτό παράδειγμα ο Σεντ - ο δαίμονας του Angel Eyes που συμβολίζει το νου. Δρα στα διαυγή όνειρα της Αμόρια. Σαν φαντασίωση. "Όλα είναι μέσα στο νου σου", της λέει πολλές φορές χαρακτηριστικά, "αλλά ο νους είναι που τα κάνει και πραγματικότητα..." Είναι αλλόκοτο πράγματι το πώς μπλέκεται ο υλικός κόσμος με το φανταστικό στο Angel Eyes. Μόνο το χειροπιαστό είναι αληθινό; Το φαντασιακό είναι πράξη ή μόνο σκέψη; Ελπίζω το αναγνωστικό κοινό να παραμείνει στην ιστορία μου μέχρι το τέλος και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό στην ιδιαιτερότητα του ύφους σας; Τα βιβλία σας διαβάζονται κυρίως από φίλους του συγκεκριμένου είδους, ή έχετε κερδίσει και αναγνώστες με προηγουμένως διαφορετικά ενδιαφέροντα;

Αρχικά, ναι, το κοινό του φανταστικού κυρίως, αλλά και της αρκετά δυνατής manga-anime ελληνικής κοινότητας ήταν που αγκάλιασε με αγάπη τα βιβλία μου και τους ευχαριστώ από καρδιάς γι' αυτό. Όμως έχω feedback εξαιρετικά ευοίωνο και από ανθρώπους που απείχαν από αυτά τα ενδιαφέροντα. "Δεν ήξερα ότι είχα ανάγκη να διαβάσω κάτι τέτοιο", είπαν κάποιοι και άλλοι: "Ένιωσα ανακούφιση που ταξίδεψα σε έναν κόσμο φαντασίας". Με συγκίνησαν και με συγκινούν ακόμα έντονα τέτοιες ανατροφοδοτήσεις. Όταν ένα βιβλίο βγαίνει από το συρτάρι, ποτέ δεν ξέρεις μέχρι ποιον αναγνώστη θα "πετάξει" και τι θα έχει να του προσφέρει. Υπάρχουν άτομα ανάμεσα στους αναγνώστες μου που είναι καθηλωμένα στο κρεβάτι λόγω ασθένειας και βρίσκουν παρηγοριά στην ιδέα του ότι έχουμε μια ουσία, ένα αστρικό σώμα άφθαρτο που μπορεί να δράσει σε μια παράλληλη διάσταση... Γι' αυτό και μόνο είναι τόσο κρίμα να βάλω ταμπέλα στο κοινό μου.

Τι γνώμη έχετε για τη φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα σήμερα;

Η φανταστική λογοτεχνία στην Ελλάδα... Αυτό το ερώτημα μού έχει τεθεί αρκετές φορές και πάντα αναρωτιέμαι με μια σχετική λύπη το ίδιο ακριβώς πράγμα: Πώς κατέληξε η φαντασία και η λογοτεχνία της στη χώρα μας να είναι μια πορεία μόχθου για τους συγγραφείς του είδους; Πώς είναι δυνατόν να πασχίζουμε για την αναγνώριση; Πώς είναι δυνατόν να είμαστε στην προσπάθεια εδραίωσης ενός είδους που θεωρώ απόλυτα συνυφασμένο με τον ελλαδικό χώρο; Μοιάζουμε σαν να αντιγράφουμε μια τάση του εξωτερικού, ενώ στην πραγματικότητα το φανταστικό υπάρχει μέσα μας από τα αρχαία χρόνια. Η πλούσια ελληνική μυθολογία, οι τοπικοί παραδοσιακοί μύθοι, ακόμα και οι απλές αλλόκοτες ιστορίες που μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας στα χωριά τι είναι, αν όχι φανταστικό; Τα τελευταία χρόνια που παρακολουθώ τα πράγματα από κοντά, όμως, διαπιστώνω με μεγάλη μου χαρά ότι το φανταστικό ως είδος στην Ελλάδα παίρνει σιγά σιγά, χάρη και στο μεράκι και την αγάπη των φίλων του, τη θέση που πρέπει να έχει. Μεγαλώνει, σαν υπέροχο παιδί που είχε βάναυσα ξεχαστεί και γίνεται όμορφο και αξιαγάπητο από όλους... Και αποχαιρετώντας σας, θα αφήσω και ένα από τα αγαπημένα μου παιδιά να σας πει κάτι, γιατί τα λέει καλύτερα! "Ξέχνα το φυσιολογικό που προσπαθούν να σε κάνουν και γίνε το ασύλληπτο για το οποίο προορίζεσαι."

Ευχαριστούμε πολύ!

Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά.


Η συνέντευξη παραχωρήθηκε δι' αλληλογραφίας από τη Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου στη Μάριον και τη Βερίνα Χωρεάνθη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal (26.12.18).


27 November 2018

Βασίλης Κουτσιαρής: Πορτοκαλάδα Σλουρπ! & Δεν θα σε πειράξει κανείς,

Με δύο διαφορετικά αλλά εξίσου καίρια και διαχρονικά θέματα που αφορούν (και) τα παιδιά, την ανεξέλεγκτη περιέργεια και την ύπαρξη ή μη των ορίων της αδελφικής αγάπης, καταπιάνεται στα δύο τελευταία του βιβλία ο συγγραφέας και εκπαιδευτικός Βασίλης Κουτσιαρής.

Την περιέργεια και την επιθυμία για το “απαγορευμένο” σχολιάζει εύστοχα και διασκεδαστικά στο χιουμοριστικό “Πορτοκαλάδα Σλουρπ!”, μέσα από την ιστορία ενός μικρού ανώνυμου αφηγητή ο οποίος, παρακινημένος από την ακατανίκητη λαχτάρα του να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό – την πορτοκαλάδα με το ανθρακικό, στην προκειμένη περίπτωση – προκαλεί άθελά του μια αλυσίδα καταστάσεων και αντιδράσεων που πολύ γρήγορα ξεφεύγουν από τον έλεγχό του και διογκώνονται δυσανάλογα με την βαρύτητα της δικής του πράξης.

Με γλαφυρότητα, γρήγορο ρυθμό και καλόγουστο χιούμορ, ο συγγραφέας βάζει αρχικά σε πρώτο πλάνο τον μικρό ήρωα και στη συνέχεια τον τοποθετεί στο κέντρο των γεγονότων που προκλήθηκαν εξαιτίας της δικής του παρορμητικής συμπεριφοράς. Μέσα στον μικρόκοσμο του παιδιού, οι μπάμιες που αναγκάζεται να φάει φαντάζουν σαν ανυπόφορη αγγαρεία, κανονικό βασανιστήριο. Από την άλλη, το να απολαύσει κρυφά απ’ όλους την πορτοκαλάδα με το ανθρακικό παίρνει μέσα στο μυαλό του διαστάσεις ανδραγαθήματος. Πόσο έτοιμος όμως είναι να αντιμετωπίσει τις αναπάντεχες συνέπειες όταν αποφασίσει να πάει ενάντια στην “εξουσία” και να κάνει το δικό του;

Η συνειδητοποίηση ότι οι πράξεις μας έχουν αντίκτυπο στο κοινωνικό μας περιβάλλον έρχεται, τις περισσότερες φορές, μέσα από γκάφες που κάνουμε όταν είμαστε παιδιά. Μέχρι να συμβεί αυτό, θεωρούμε ότι είμαστε μονάδες ανεξάρτητες από τον υπόλοιπο κόσμο. Ο μικρός πρωταγωνιστής του “Πορτοκαλάδα Σλουρπ!” παίρνει το μάθημά του με τρόπο που δεν χωράει αμφισβήτηση, και είναι σίγουρο ότι θα το σκεφτεί πάρα πολύ την επόμενη φορά που θα μπει στον πειρασμό να κάνει κάποια ατασθαλία.

Οι πολύχρωμες, ολοζώντανες εικόνες της Ναταλίας Καπατσούλια, με έμφαση στα καρτουνίστικα, εκφραστικά πρόσωπα συμβάλλουν τα μέγιστα στο παιχνιδιάρικο κλίμα του βιβλίου, η ιστορία του οποίου ωστόσο, παρά την ανάλαφρη προσέγγιση του θέματος, περνάει μηνύματα άμεσα και ουσιαστικά.

Σε τελείως άλλο κλίμα, αλλά εξίσου εύστοχο, το “Δεν θα σε πειράξει κανείς” ξαφνιάζει με τον άμεσο και βαθύτατα συγκινητικό τρόπο με τον οποίο χειρίζεται ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα. Με λέξεις σχεδόν μετρημένες, κείμενα σύντομα σε κάθε σελίδα όπου τίποτα δεν περισσεύει, ο Ματίας, ο ατίθασος γάτος που κάνει συνεχώς σκανταλιές, μάς συστήνεται χωρίς περιστροφές. Η αφήγηση εξελίσσεται σε ήρεμο τόνο, ωστόσο αρχίζεις σύντομα να αναρωτιέσαι τι μπορεί να έχει στο μυαλό του και γιατί έχει βαλθεί να ξυρίσει όλη τη γούνα του. Με την ίδια απλότητα, έρχεται αναπάντεχα και η απάντηση, η οποία μπορεί και να σοκάρει, με την καλή έννοια, όποιον δεν έχει υποψιαστεί, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πού το πήγαινε ο συγγραφέας.

Ο Κουτσιαρής επιλέγει τη γάτα για να αντιπροσωπεύσει το ατίθασο παιδί με την χρυσή καρδιά, εντάσσοντας σε αυτό το δυνατό σύμβολο πολλά στοιχεία που αξίζει να επισημανθούν. Είναι αποδεδειγμένο επιστημονικά ότι η γάτα επέλεξε μόνη της να παραμείνει κοντά στον άνθρωπο, και είναι ένα ζωάκι με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Χωρίς να απαρνείται την άγρια φύση της (ας μην το ξεχνάμε: η γάτα δεν εκπαιδεύεται ούτε και εξημερώνεται – είναι απλά προσαρμοστική και απολαμβάνει τη συντροφιά), είναι φιλική, δένεται με τον άνθρωπο και διαθέτει πολύ ξεχωριστή νοημοσύνη και οξυμένο ένστικτο. Είναι διακριτική και δεν την ενδιαφέρει να εκδηλώνει τα συναισθήματά της μόνο και μόνο για να γίνεται αρεστή, καθώς ξέρει κάθε φορά πότε είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να τα δείξει.

Κάπως έτσι λοιπόν και ο Ματίας κρατάει καλά φυλαγμένη μέσα του την απέραντη αγάπη που νιώθει για το αδελφάκι του και δεν τον νοιάζει και τόσο που οι σκανταλιές του είναι αυτές που κυρίως τον χαρακτηρίζουν. Ξέρει ο ίδιος πως όταν έρθει η ώρα, θα κάνει αυτό που πρέπει και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο, και αυτό του φτάνει.

Κι εδώ η εικονογράφηση, της Κατερίνας Βερούτσου αυτή τη φορά, παίζει ρόλο καθοριστικό. Χρώματα έντονα αλλά ονειρικά, με τα μάτια του Ματίας να κυριαρχούν με την θλιμμένη προσμονή τους, και την τρυφερότητα των γραμμών να προσδίδει ευαισθησία στις εικόνες που αγκαλιάζουν το κείμενο σε κάθε σελίδα και που δίνουν υπαινικτικά όσα στοιχεία χρειάζεται ώστε να προετοιμάσουν το έδαφος για την τελική αποκάλυψη χωρίς να την προδίδουν.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό για τα παιδιά να έρχονται σε επαφή με τέτοιου είδους βιβλία, τα οποία συνδυάζουν τη σοβαρότητα των θεμάτων με την απλή, άμεση προσέγγιση. Είναι ευχάριστα αισθητικά, εξαιρετικά καλογραμμένα, χωρίς διδακτισμούς ή περιττολογίες και χωρίς να καταφεύγουν σε τεχνάσματα εντυπωσιασμού. Διαβάζοντάς τα, τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να ευαισθητοποιηθούν και να προβληματιστούν με τρόπο που δεν αντιτίθεται στην ηλικία τους, καθώς παίρνουν από αυτά ερεθίσματα που τους είναι οικεία είτε από το οικογενειακό είτε από το σχολικό περιβάλλον. Μπορούν έτσι να βρουν εύκολα σημεία ταύτισης και να συνειδητοποιήσουν θέματα και έννοιες που θα βρουν μπροστά τους στον δρόμο προς την πνευματική αλλά και συναισθηματική ενηλικίωσή τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2017
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/11061-portokalada-slourp-koutsiarhs

25 May 2018

Κυριάκος Αθανασιάδης - Κίκα Τσιλιγγερίδου: Αρσέν και Φαντομά - Το μυστήριο με τα στοιχειωμένα τυράκια, του

Μπορεί ο Αρσέν και η Φαντομά να είναι ένας σκύλος και μία γάτα, ωστόσο δεν τσακώνονται όπως ο σκύλος με τη γάτα. Είναι πολύ αγαπημένοι, είναι αδέλφια – αφού είναι μέλη της ίδιας οικογένειας – και επίσης είναι και οι καλύτεροι συνεργάτες αφού, ως δαιμόνιοι ντετέκτιβς, διευθύνουν το Γραφείο Ιδιωτικότατων Ερευνών που φέρει τα ήδη διάσημα ονόματά τους. Και είναι διάσημα τα ονόματά τους για δύο λόγους: πρώτον, τα έχουν δανειστεί από δύο πασίγνωστους μυθιστορηματικούς ληστές – τον Αρσέν Λουπέν, δημιούργημα του Μορίς Λεμπλάν και τον Φαντομά, ήρωα του Μαρσέλ Αλέν – και δεύτερον επειδή, ως αυτόνομες προσωπικότητες, είχαν ήδη αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προτού κατακτήσουν και τον χώρο της λογοτεχνίας.

Ο Αρσέν, ο αξιολάτρευτος σκύλος Παγκ που έχει αδυναμία στο φαγητό, ταλέντο στις έρευνες και την τάση να ψευδίζει όταν νευριάζει, και η Φαντομά, η πανέξυπνη γάτα Περσίας με το στοχαστικό βλέμμα και την αριστοκρατική προσωπικότητα, είναι δύο ζωάκια που υπάρχουν πραγματικά. Ανήκουν στην οικογένεια του συγγραφέα Κυριάκου Αθανασιάδη και της δημοσιογράφου Κίκας Τσιλιγγερίδου και εδώ και λίγο καιρό αποτελούν και ένα ασταμάτητο δίδυμο που έχει στόχο την καταπολέμηση του κακού – για την ακρίβεια, την αποδυνάμωση των μοχθηρών στοιχείων που καραδοκούν στην φιλήσυχη γειτονιά τους απειλώντας την ηρεμία της με διάφορους ύπουλους τρόπους. 

Στην πρώτη τους περιπέτεια, το «Μυστήριο του εξαφανισμένου παπαγάλου», ο Αρσέν και η Φαντομά γνώρισαν τον αδίστακτο Τσουμπάκα, ένα πολύ σατανικό μπουλντόγκ που είχε σκοπό να τους εξοβελίσει ώστε να επιβληθεί ο ίδιος σαν ντετέκτιβ, κάτι που εννοείται πως δεν ήταν για καλό: το πραγματικό σχέδιό του ήταν να κλονίσει την εμπιστοσύνη των ζώων της γειτονιάς προς τον Αρσέν και τη Φαντομά και να κερδίσει τη συμπάθειά τους για να μπορεί ανενόχλητος, κάτω από το προκάλυμμα του τίτλου του ντετέκτιβ, να κάνει κάθε λογής μοχθηρές πράξεις. Φυσικά ο Αρσέν τον πήρε χαμπάρι, και με τη βοήθεια της Φαντομά κατάφερε να τον ξεσκεπάσει, λύνοντας παράλληλα και το μυστήριο της εξαφάνισης της Φερράντε, του παπαγάλου από το τυροπιτάδικο.

Τώρα λοιπόν ο Αρσέν και η Φαντομά επανέρχονται στην ενεργό δράση για να λύσουν το «Μυστήριο με τα στοιχειωμένα τυράκια». Αυτή η πολύ περίεργη υπόθεση με «θύματα» τα τυράκια του μπακάλικου, την οποία ζωντανεύει, όπως και την προηγούμενη, με τα διασκεδαστικά και ιδιαίτερα εκφραστικά ασπρόμαυρα σχέδιά της η Ναταλία Καπατσούλια, αποδεικνύεται πως έχει και έντονο μεταφυσικό χαρακτήρα (όπως φαίνεται έως τώρα τουλάχιστον, γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι επιφυλάσσει το μέλλον), αφού στην ιστορία εμπλέκεται και ένα τρομακτικό φάντασμα που κατοικεί σε μια εγκαταλελειμμένη πολυκατοικία, ενώ δεν είναι αμέτοχος και ο Τσουμπάκα, άσπονδος εχθρός και Νέμεσις των ατρόμητων ηρώων μας.

Αυτό που ορίζει το χιούμορ σε μια ιστορία δεν είναι κάτι συγκεκριμένο. Άλλες φορές πηγάζει από τον τρόπο αφήγησης, άλλοτε από τους χαρακτήρες, σε κάποιες περιπτώσεις από τις καταστάσεις, αλλά μπορεί και να είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων μαζί. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα βιβλία για παιδιά, το χιούμορ μπαίνει συνήθως σε διαφορετικές βάσεις. Παρ᾽όλο που κάτι αυθεντικά χιουμοριστικό έχει απήχηση στους αναγνώστες ανεξάρτητα από την ηλικία τους, τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους διαφορετικά, γι᾽αυτό και η σύνθεση μιας ιστορίας για παιδιά με έντονο το χιουμοριστικό στοιχείο είναι συχνά μια διαδικασία πολύ πιο περίπλοκη και απαιτητική. Από την άλλη, γενικά συνηθίζεται στα βιβλία για παιδιά να επιστρατεύεται ο ανθρωπομορφισμός των ζώων – είναι μια τεχνική ιδιαίτερα αγαπητή, η οποία βρίσκει ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό των μικρότερων ηλικιών. Στις ιστορίες του Αρσέν και της Φαντομά, το χιούμορ βγαίνει τόσο από τις καταστάσεις όσο και από την πολύ έξυπνη και ανεβασμένη αφήγηση η οποία γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από την Φαντομά. Ο ανθρωπομορφισμός αξιοποιείται με εξαιρετικό τρόπο, καθώς οι τετράποδοι χαρακτήρες σκέφτονται μεν και μιλάνε σαν άνθρωποι, δεν ξεχνάνε ωστόσο ούτε στιγμή την ουσιαστική τους φύση η οποία τονίζεται διακριτικά μέσα από μικρές λεπτομέρειες – για παράδειγμα, λέει η Φαντομά σε κάποια φάση: «Ήταν δίπλα μου πριν προλάβω καν να φουντώσω τη γούνα μου και να καμπουριάσω την πλάτη μου», φέρνοντας στο νου μια πολύ οικεία εικόνα σε σχέση με τις γάτες. Μιλάει, δηλαδή, σαν άνθρωπος αλλά οι αντιδράσεις της είναι πέρα για πέρα γατίσιες. Η συμπεριφορά του καθενός είναι σε απόλυτη συνάρτηση με τη φυσική του υπόσταση αλλά και τον χαρακτήρα του. «Είμαι ο τελειότερος ιδιωτικός ντετέκτιβ», δηλώνει πιο κάτω ο Αρσέν, εκφράζοντας την γεμάτη αυτοπεποίθηση προσωπικότητά του. 

Ο Αρσέν, η Φαντομά και οι υπόλοιποι ήρωες τοποθετούνται σε μια εκδοχή της πραγματικότητας που είναι εν μέρει ρεαλιστική και εν μέρει αγγίζει το φανταστικό. Ο κόσμος μεταφέρεται στην δική τους οπτική, οι δραστηριότητές τους έχουν να κάνουν με θέματα που δεν γίνονται αντιληπτά από τους ανθρώπους – ή γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι χαρακτήρες και τα γεγονότα αποκτούν αναπόφευκτα μια σουρεαλιστική διάσταση η οποία ωστόσο αποδίδεται με απόλυτη συνέπεια, και το αποτέλεσμα είναι ανατρεπτικό, πρωτότυπο και εξαιρετικά ευχάριστο.

Το χιούμορ των βιβλίων αυτών προσδιορίζεται εν μέρει και από τις αναφορές που μπορεί να εντοπίσει κανείς εν είδει easter eggs – πρόκειται για έναν όρο που προέρχεται από τον χώρο του προγραμματισμού και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει όλα εκείνα τα κρυμμένα στοιχεία και τις αναφορές που περιλαμβάνονται σε ένα έργο και που παραπέμπουν σε άλλα έργα της ευρύτερης καλλιτεχνικής παραγωγής. Τα βιβλία της σειράς μπορεί να απευθύνονται πρωτίστως σε παιδιά, αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο «μιλάνε» σε αναγνώστες με προσλαμβάνουσες, καθώς είναι γεμάτα με ανάλογες αναφορές. Η γάτα Κριστίν και η σκυλίτσα Κάρι (από τo δαιμονισμένo αυτοκίνητο και την εκδικητική αδικημένη μαθήτρια, αντίστοιχα, στις ομώνυμες ιστορίες τρόμου του Στίβεν Κινγκ), ο Τσουμπάκα (από τις ταινίες Star Wars), τα χάμστερς Πιν και Τσον (από το όνομα του συγγραφέα Τόμας Πίντσον), κλείνουν το μάτι στους ενήλικες αναγνώστες και σίγουρα θα τους κάνουν να χαμογελάσουν καθώς θα παίρνουν μέρος σ’ αυτό το ανεπίσημο παιχνίδι ανακάλυψης των αναφορών / easter eggs που, κατά κάποιον τρόπο, εξελίσσεται παράλληλα με την πλοκή. Κι αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο οι περιπέτειες του Αρσέν και της Φαντομά διαβάζονται εξίσου ευχάριστα και από μεγάλους – βασικά πρόκειται για βιβλία τα οποία, ουσιαστικά, δεν έχουν περιορισμένο ηλικιακό κοινό, κι αυτή είναι μία από τις σημαντικές αρετές τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2018
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/9947-athanasiadis-tsiligeridou

4 April 2018

Μάκης Τσίτας: Δώρο Γενεθλίων

Έχοντας ασχοληθεί πολλές φορές, με ιδιαίτερη ευστοχία και ευαισθησία, με τις σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια, ο Μάκης Τσίτας στο «Δώρο Γενεθλίων» εστιάζει σε ένα θέμα με διαφορετική παράμετρο. Τι συμβαίνει όταν ο παράγοντας «χρήμα» μπαίνει στη μέση και πόσο εύκολο είναι να τον διαχειριστούν τα παιδιά; Αν κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στις οικογενειακές σχέσεις και αξίες και τους «πειρασμούς» της καταναλωτικής κοινωνίας, θα είναι άραγε σε θέση να κάνουν το σωστό;

Η Τασία και ο αδελφός της αποφασίζουν να μαζέψουν χρήματα για να αγοράσουν ένα δώρο για τον μπαμπά τους. Σε λίγους μήνες είναι τα γενέθλιά του, και τα δύο αδέρφια θέλουν να του πάρουν κάτι πολύ καλό. Αρχίζουν λοιπόν την αποταμίευση. Σε πρώτη φάση όλα πάνε καλά, καθώς κανείς τους δεν έρχεται αντιμέτωπος άμεσα με την χειροπιαστή χρήση του χρήματος. Τα λεφτά μπαίνουν κατευθείαν στον κουμπαρά και αποτελούν μια αόριστη έννοια που, σε βάθος χρόνου, θα τους βοηθήσει να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους.

Ωστόσο το πράγματα αλλάζουν όταν έρχεται η ώρα της αγοράς. Τα χρήματα που έχουν μαζέψει είναι πάρα πολλά, είναι περισσότερα από όσα φαντάζονταν. Ο μικρός αφηγητής της ιστορίας κάνει τη σχετική διαπίστωση με αντικειμενικότητα, χωρίς να συσχετίζει το γεγονός αυτό με κάτι άλλο:

«Ήταν πολύ περισσότερα από ότι περιμέναμε! Σίγουρα έφταναν για να του πάρουμε κάτι πολύ ωραίο!»

Ο ήρωάς μας έχει εστιάσει στον σκοπό του σχεδίου και δεν αποκλίνει από αυτόν. Στο μυαλό του, δεν έχει θέση κάτι άλλο, εφόσον στόχος της αποταμίευσης ήταν εξαρχής η αγορά ενός πολύ ωραίου δώρου για τον μπαμπά τους. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την αδελφή του, η οποία, σαν μεγαλύτερη, είναι από τη μια περισσότερο επιρρεπής στις «σειρήνες» του καταναλωτισμού, και από την άλλη το μυαλό της κάνει συσχετισμούς και κατεβάζει ιδέες που θα φαίνονταν ανήκουστες στον μικρό πρωταγωνιστή.

Η απόφαση της Τασίας να εκμεταλλευτεί την κατάσταση αυτόματα την απομακρύνει από τον αδελφό της, βάζοντας ανάμεσά τους ένα μυστικό το οποίο είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε και η ίδια να κρατήσει για πολύ. Ο μικρός το ανακαλύπτει εντελώς τυχαία και είναι γι᾽ αυτόν ένα μικρό πολιτισμικό σοκ. Η πρώτη του σκέψη είναι να ξεμπροστιάσει την Τασία, απαριθμώντας μάλιστα μια λίστα με πιθανούς τρόπους εκδίκησης. Χαρακτηριστικό όλων αυτών των εκδοχών είναι ότι η αδελφή του καταλήγει ντροπιασμένη, με την πονηρή και άστοχη πράξη της να γίνεται βούκινο, προκαλώντας άλλοτε γέλια και κοροϊδία (αν το μάθουν οι φίλες της) και άλλοτε θυμό και τιμωρία (αν το μάθουν οι γονείς).

«Να το πω στους γονείς μου, για να τη μαλώσουν πολύ. Και μετά να βάλω και τα κλάματα (αφού έτσι κι αλλιώς με πείραξε πολύ αυτό που έκανε), για να τη μαλώσουν ακόμη περισσότερο.»

Ο χρόνος, ωστόσο, που μεσολαβεί μέχρι την ημέρα των γενεθλίων δίνει στον μικρό την ευκαιρία να σκεφτεί πιο καθαρά. Με τον τρόπο που τελικά αποφασίζει να χειριστεί την κατάσταση, αποκαθιστά την διπλή αδικία – απέναντι τόσο στον ίδιο όσο και, κυρίως, στον πατέρα του – ενώ παράλληλα δίνει στην αδελφή του ένα μάθημα ζωής σχετικά με την υπευθυνότητα και την ωριμότητα, προσφέροντάς της στη συνέχεια την ευκαιρία να ζητήσει συγνώμη, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους με τις λιγότερες δυνατές συναισθηματικές απώλειες για όλους.

Καλογραμμένο, τρυφερό, με λεπτό, καλόγουστο χιούμορ, το βιβλίο του Μάκη Τσίτα προσεγγίζει τις οικογενειακές σχέσεις με φυσικότητα, στήνοντας εικόνες οικείες και καθημερινές, φιλτραρισμένες ωστόσο μέσα από το πρίσμα του παρατηρητή που τοποθετεί τους ήρωές του σε γνώριμες καταστάσεις με σκοπό τη λύση των προβλημάτων που προκύπτουν μέσα από λογικές αποφάσεις και πράξεις.

Τόσο η Τασία όσο και ο αδελφός της ξεκινούν με ενθουσιασμό να μαζεύουν χρήματα με σκοπό την αγορά του δώρου για τον πατέρα τους. Ο εαυτός τους είναι εντελώς απέξω σε πρώτη φάση και ο εγωισμός δεν έχει θέση. Παίρνοντας όμως τα χρήματα στα χέρια της, η Τασία παρασύρεται από την παρόρμηση της στιγμής και αμέσως ο κοινός στόχος ξεμακραίνει, διαστρεβλώνεται, και είναι θέμα χρόνου μέχρι να πάψει να είναι κοινός. Και καθώς το ένα φέρνει το άλλο, η παρορμητική πράξη της την αναγκάζει να λέει το ένα ψέμα μετά το άλλο.

Ο αδελφός της, νευριασμένος αρχικά με την υποκρισία της, επιδεικνύει τελικά ανωτερότητα και ωριμότητα και την φέρνει αντιμέτωπη με την ατασθαλία της. Η Τασία βρίσκεται προ τετελεσμένων γεγονότων, με τον αδελφό της να έχει κατευθύνει με τέτοιο τρόπο τις εξελίξεις ώστε να την αναγκάσει να παραδεχτεί το λάθος της και να αναλάβει τις ευθύνες της. Και εννοείται φυσικά ότι αυτό είναι κάτι για το οποίο, σε βάθος χρόνου, θα τον ευγνωμονεί.

Η απλή αλλά τόσο ουσιαστική ιστορία εξελίσσεται με γρήγορο ρυθμό μέσα από σύντομα, απολαυστικά στιγμιότυπα που σκιαγραφούν τη σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια αλλά και τις ευρύτερες οικογενειακές τους σχέσεις μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο όλοι μας βρίσκουμε λίγο πολύ σημεία αναφοράς.

Ένα από τα πιο σημαντικά προσόντα του κειμένου είναι ότι είναι γραμμένο έτσι που να μπορεί πολύ άνετα να διαβαστεί από ένα παιδί, δίνοντάς του διακριτικά κατευθυντήριες γραμμές ώστε να εντοπίσει και να κατανοήσει τις βαθύτερες έννοιες που διαφαίνονται σε δεύτερο επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα είναι ανάλαφρο και ευχάριστο. Καθόλου τυχαία – αφού ο Μάκης Τσίτας έχει γράψει και βιβλία για ενήλικες, με πιο γνωστό το εξαιρετικό και πολύ επιτυχημένο «Μάρτυς μου ο Θεός», επομένως έχει μια ευρύτερη γνώση της αντίληψης του αναγνωστικού κοινού – η ώριμη και ανεπιτήδευτη παιδικότητα που χαρακτηρίζει το ύφος της γραφής κάνει το βιβλίο εξίσου διασκεδαστικό και για έναν ενήλικα. Πολύ όμορφη και ταιριαστά χιουμοριστική με το κείμενο, η πολύχρωμη εικονογράφηση του Νίκου Γιαννόπουλου αποτυπώνει τις σκηνές σε ζωντανές εικόνες, με έμφαση στα εκφραστικά πρόσωπα τα οποία με τις καθαρές γραμμές τους μεταδίδουν με αμεσότητα τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Απρίλιο του 2018
http://fractalart.gr/doro-genethlion/

2 February 2018

Σάντρα Ελευθερίου: Ο φύλακας του οκτώ - Η Αρχή

Η σύνθεση μιας ιστορίας φαντασίας είναι πρόκληση για έναν συγγραφέα, από πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς έχουμε να κάνουμε με ένα πεδίο όπου υπάρχει, εκ των πραγμάτων, πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, σε σχέση με τη ρεαλιστική λογοτεχνία, όσον αφορά τόσο τον χώρο και τον χρόνο δράσης, όσο και την επιλογή και τις ιδιότητες των χαρακτήρων – χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι και μέσα σε μια ρεαλιστική ιστορία δεν μπορούν ωραιότατα να ενταχθούν στοιχεία μεταφυσικά, ακόμα και υπερφυσικά, δοσμένα με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να δένουν με το σύνολο.

Στις κατ’ εξοχήν ιστορίες φαντασίας, ωστόσο, ακόμα και αν υπάρχει το ρεαλιστικό στοιχείο, εκείνο που αναπόφευκτα κυριαρχεί είναι το φανταστικό. Ακόμα και αν οι πράξεις των ηρώων και τα γεγονότα που τους αφορούν είναι οικεία, υπάρχει κάτι που σχετίζεται με όλα αυτά, το οποίο υπαινίσσεται ή και καταδεικνύει την όποια μεταφυσική διάσταση.

Η ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο στοιχεία μέσα σε μια ιστορία φαντασίας είναι πολύ λεπτή. Το πλαίσιο όπου εξελίσσεται η πλοκή, αν και ελεύθερο, έχει τους δικούς του ιδιαίτερους περιορισμούς εφόσον τις περισσότερες φορές αποτελεί εφεύρημα του συγγραφέα, ο οποίος, προσδιορίζοντάς το και δίνοντάς του μορφή, του προσδίδει και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Μια φανταστική χώρα, ας πούμε, έχει συγκεκριμένο, μέσα στη μυθοπλασία, ιστορικό παρελθόν το οποίο την ορίζει. Ένας χαρακτήρας με υπερφυσικές ικανότητες ανταποκρίνεται σε ένα μοντέλο δράσης που κινείται πάνω σε προκαθορισμένες από τον συγγραφέα γραμμές.

Το μυθιστόρημα φαντασίας της πολύ καλής εικονογράφου Σάντρας Ελευθερίου ‘Ο Φύλακας του Οκτώ – Η Αρχή’, που απευθύνεται κυρίως στο εφηβικό και νεανικό κοινό, είναι το πρώτο από μια σειρά βιβλίων με κεντρικό ήρωα τον Αιμίλιο Τράι, ένα παιδί που, αρχικά, φαίνεται πως διαθέτει το χάρισμα της οξυμένης διαίσθησης, καθώς και της συναισθησίας. Έχοντας εγκαταλειφθεί, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, στην πόρτα ενός ορφανοτροφείου όταν ήταν μωρό, υιοθετείται κάποια στιγμή στην παιδική του ηλικία από ένα ζευγάρι και γίνεται, χωρίς να το ξέρει, μέρος ενός σατανικού σχεδίου το οποίο, ωστόσο, αποτυγχάνει παταγωδώς. Στη συνέχεια, εγκαταλείπεται και από τους θετούς του γονείς, και βρίσκει καταφύγιο σε ένα τσίρκο, όπου, χάρη στις ιδιαίτερες ικανότητές του, αποκτά ξεχωριστή θέση μέσα στον θίασο και γίνεται αστέρι πρώτου μεγέθους στις παραστάσεις.

Αυτό είναι, με δυο λόγια, το ρεαλιστικό υπόβαθρο της ιστορίας, το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης και διαδραματίζεται σε έναν τόπο που δεν κατονομάζεται, αλλά θα μπορούσε να είναι μια περιοχή όπως η Ισμαηλία στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, αν κρίνουμε από την πολυπολιτισμικότητα των χαρακτήρων (Έλληνες, Γάλλοι, Άγγλοι, Γερμανοί) αλλά και τις περιγραφές των τοπίων. Ο χρόνος δράσης, εξίσου απροσδιόριστος, παραπέμπει σε παλιότερες εποχές, καθώς απουσιάζει εντελώς η τεχνολογία. Η συγγραφέας, υποθέτω εσκεμμένα, δεν δεσμεύει χωροχρονικά την ιστορία της ώστε να της δώσει διαχρονικό και, κατά συνέπεια, αλληγορικό χαρακτήρα. Επίσης η συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών εθνοτήτων που, προφανώς, μιλούν την ίδια γλώσσα, υπονοεί ότι η ιστορία ξεπερνάει σύνορα και άλλους παρόμοιους περιορισμούς: θα μπορούσε να αφορά ένα οποιοδήποτε μέρος, μια οποιαδήποτε χρονική στιγμή, μια οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων.

Αυτή η αχρονική και παγκόσμια διάσταση συνδέεται άμεσα με το φανταστικό / μεταφυσικό κομμάτι του βιβλίου, το οποίο με τη σειρά του αφορά την αιώνια πάλη του καλού με το κακό, ένα θέμα εξαιρετικά δημοφιλές στη λογοτεχνία φαντασίας (και όχι μόνο). Ο τρόπος που η συγγραφέας επιλέγει να συσχετίσει τα δύο αυτά στοιχεία – το ρεαλιστικό και το φανταστικό – και να τα συνδέσει μεταξύ τους, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η ζωή του Αιμίλιου διαγράφει μια συγκεκριμένη πορεία και τα γεγονότα που την απαρτίζουν φαίνονται τυχαία, αλλά δεν είναι. Διάφορα πρόσωπα που συναντάει κατά καιρούς παίζουν έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο, και όλα οδηγούν σε μια κατάληξη που φαίνεται να είναι ήδη καθορισμένη, εν αγνοία του.

Παρ’ όλα αυτά, στο ρεαλιστικό κομμάτι της ιστορίας δίνονται πολύ λίγα στοιχεία που να οδηγούν σε μια μεταφυσική ερμηνεία. Καθώς ξετυλίγεται το νήμα της ζωής του Αιμίλιου, η πραγματικότητα που τον αφορά είναι σε γενικές γραμμές οικεία – πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια που η ιδιαίτερη προσωπικότητά του επιτρέπει. Το ορφανοτροφείο, η υιοθεσία, οι ίντριγκες της μητριάς του, παραπέμπουν σε μια τυπική δραματική ιστορία με κοινωνικό χαρακτήρα. Κατόπιν βρίσκουμε τον Αιμίλιο να έχει αποδεχτεί τις ξεχωριστές του ικανότητες και να ζει μια σχετικά ήρεμη ζωή μέσα στο τσίρκο με τους εκκεντρικούς αλλά συμπαθείς συναδέλφους του. Υπάρχουν σημάδια, τα βλέπει, αλλά, φυσικά, δεν μπορεί να φανταστεί πού τον οδηγούν.

Η ανατροπή γίνεται λίγες σελίδες πριν το τέλος, όπου το παρελθόν του Αιμίλιου επιστρέφει και ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με εκκρεμότητες για τις οποίες, ωστόσο, και πάλι δεν φέρει ευθύνη. Παράλληλα ανακαλύπτει ότι τόσο η ζωή του όσο και το πεπρωμένο του είναι συνδεδεμένα με γεγονότα πολύ πιο πέρα και πάνω από αυτόν, και δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποδεχτεί τη μοίρα του, να αναλάβει δράση και να φέρει εις πέρας την αποστολή του.

Κι εδώ γίνεται η επίσημη μετάβαση στο φανταστικό κομμάτι, η οποία σηματοδοτείται από μια αλλαγή στο κλίμα, αλλά, ως ένα σημείο, και στο ύφος της αφήγησης, μάλλον προετοιμάζοντας το έδαφος για το δεύτερο βιβλίο της σειράς. Η ιστορία μεταφέρεται σε μια παράλληλη πραγματικότητα, όπου οι υπερφυσικές δυνάμεις είναι δεδομένες και επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον ρεαλιστικό άξονα δράσης.

Η ιδέα της παράλληλης πραγματικότητας, του παράλληλου σύμπαντος, είναι κι αυτή ευρέως διαδεδομένη στη λογοτεχνία φαντασίας. Η ύπαρξη ενός κόσμου φανταστικού που υφίσταται σε ένα επίπεδο το οποίο άλλοτε είναι αόρατο από τους πολλούς αλλά αντιληπτό από κάποιους που έχουν το χάρισμα να το βλέπουν, και άλλοτε θεωρείται δεδομένη και γενικά αποδεκτή συνθήκη, είναι ένα στοιχείο στο οποίο βασίζονται πάρα πολλά μυθιστορήματα του είδους, εφηβικής και ενήλικης λογοτεχνίας (πχ: Χάρι Πότερ της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του Τζ. Ρ. Τόλκιν, Game of Thrones του Τζορτζ Μάρτιν, Αστερόσκονη του Νιλ Γκέιμαν, Ιστορία Χωρίς Τέλος του Μίκαελ Έντε, Το Χρονικό της Νάρνια του Κ. Σ. Λιούις, I am Legend του Ρίτσαρντ Μάθεσον – αναφέρω ενδεικτικά μόνο ορισμένα βιβλία, στο καθένα από τα οποία η παράλληλη πραγματικότητα έχει διαφορετικές εκφάνσεις). Στον ‘Φύλακα του Οκτώ’, η παράλληλη πραγματικότητα τοποθετείται σε μια συνάρτηση χώρου - χρόνου που έχει στοιχεία από διάφορες μυθολογίες, καθώς και επιρροές από δημοφιλή μυθιστορήματα και κινηματογραφικές ταινίες, και προφανώς θα αποτελεί μια από τις πρώτες ύλες στα επόμενα βιβλία.

Σαν μία πρώτη γνωριμία με τον κόσμο του Αιμίλιου Τράι, στο πρώτο αυτό βιβλίο η έμφαση δίνεται στη ρεαλιστική διάσταση της ιστορίας, η οποία ξεδιπλώνεται με γλαφυρότητα και, κάποιες φορές, με χιούμορ, μέσα από μια σειρά από σκηνές που συμπληρώνουν αποτελεσματικά η μία την άλλη. Η ζωή στο καραβάνι του τσίρκου αποδίδεται με ζωηρές περιγραφές, και τα κεφάλαια που εστιάζονται σ’ αυτό το θέμα είναι αυτά που ξεχωρίζουν και δίνουν το στίγμα και την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Από εκεί και πέρα, ο συμβολισμός του καλού και του κακού, προτού πάρει συγκεκριμένη ταυτότητα στο τέλος, εκφράζεται με διάφορους έμμεσους ή άμεσους τρόπους και μέσα από διάφορα πρόσωπα τα οποία, ως επί το πλείστον, αντιπροσωπεύουν κάτι που συνδέεται με την παράλληλη φανταστική πραγματικότητα. Τα στοιχεία της φύσης, συγκεκριμένα το νερό και η φωτιά, παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο ως φυσικές, αν και όχι και τόσο τυχαίες, δυνάμεις όσο και ως σύμβολα, και φαίνεται να συνδέονται σε πολύ μεγάλο βαθμό με σημαντικούς σταθμούς στη ζωή του Αιμίλιου. Όσον αφορά το φανταστικό κομμάτι, όπως αυτό αναπτύσσεται προς το τέλος του βιβλίου, προς το παρόν αποτελεί μια γέφυρα προς την αινιγματική συνέχεια και μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2018
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/9019-filakas-8

20 January 2018

Λήδα Παναγιωτοπούλου: Η Γκρέτα και το κίτρινο λουλούδι

Τα παραμύθια είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη χρήση συμβόλων, τα οποία λειτουργούν σαν ένα μέσο, άλλοτε ποιητικό και άλλοτε πιο άμεσο, για να διατυπωθούν έννοιες και να διοχετευτούν μηνύματα διαχρονικά και παγκόσμια. Άλλωστε ο συμβολισμός πάντα ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στη λογοτεχνία. Μέσα από τα σύμβολα και την αλληγορία, εξετάζονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπους, καταστάσεις, συναισθήματα, διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και γενικότερα θέματα που αφορούν τις μεμονωμένες κοινωνίες αλλά και τον κόσμο στο σύνολό του.

Στα λαϊκά παραμύθια, η χρήση αυτού του μέσου γινόταν αυθόρμητα, καθώς οι άνθρωποι, ζώντας πολύ κοντά στη φύση, είχαν άμεση επαφή με ό,τι σχετιζόταν μ᾽ αυτήν: ζώα, λουλούδια, φυσικά φαινόμενα επιστρατεύονταν πολύ συχνά σαν σύμβολα στις λαϊκές αφηγήσεις, μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο που είτε ήταν εξίσου συμβολικό, είτε τοποθετούνταν σε μια πιο ρεαλιστική βάση. Αλλά και αν πάμε ακόμα πιο πίσω, στους μύθους του Αισώπου κυριαρχούσε το συμβολικό στοιχείο, με έμφαση στον ανθρωπομορφισμό των ζώων.

Στη μεταγενέστερη και τη σύγχρονη λογοτεχνία για παιδιά, ο συμβολισμός είναι μια τεχνική που χρησιμοποιείται ευρέως, καθώς έτσι το εκάστοτε θέμα γίνεται πιο προσιτό για τους μικρούς αναγνώστες και, ενίοτε, πιο συναρπαστικό. Είναι επίσης πιο εύκολο, με αυτόν τον τρόπο, να κατανοήσουν τα παιδιά αόριστες έννοιες, συναισθήματα και ιδέες που, εκ των πραγμάτων, δεν έχουν μια μορφή χειροπιαστή και επιπλέον μπορεί και να μην τους είναι ακόμα οικεία.

Στο παραμύθι της Η Γκρέτα και το κίτρινο λουλούδι, η Λήδα Παναγιωτοπούλου, φιλόλογος, συγγραφέας και διευθύντρια της αίθουσας τέχνης ‘Χρυσόθεμις’, χρησιμοποιεί μια σειρά από εύστοχους συμβολισμούς και αλληγορικές σκηνές για να περάσει τα θετικά της μηνύματα σχετικά με τις σχέσεις των ανθρώπων αλλά και με την αντίληψή μας για ό,τι υπάρχει γύρω μας.

Η Γκρέτα είναι μια σκυλίτσα που ζει σε κάποια γειτονιά μαζί με ένα κορίτσι. Δεν είναι φυσικά τυχαία η επιλογή του συμβόλου που αντιπροσωπεύει η Γκρέτα: ο σκύλος, από τα προϊστορικά χρόνια φίλος του ανθρώπου, συμβολίζει την πίστη, την αφοσίωση και την απεριόριστη στοργή – από την άλλη, πάλι, σαν ζώο, διαθέτει το ένστικτο της περιέργειας και της αναζήτησης.

Παρασύρεται από ένα πολύχρωμο εξωτικό πουλί με εντυπωσιακά φτερά και γεννιέται μέσα της η επιθυμία να ταξιδέψει μαζί του για να γνωρίσει άλλους τόπους. Το πουλί, σαν σύμβολο ελευθερίας, προοπτικής και δύναμης, προσφέρει στην Γκρέτα μια εναλλακτική εμπειρία ζωής. Η Γκρέτα κάποια στιγμή υποκύπτει στο κάλεσμα της περιέργειας και αφήνει πίσω της για λίγο το κορίτσι, το οποίο παραμένει ανώνυμο μέχρι το τέλος της ιστορίας.

Οι όροι εδώ αντιστρέφονται: το ζώο έχει όνομα, ταυτότητα και προσωπικότητα και η αφήγηση, αν και γίνεται σε τρίτο πρόσωπο, είναι από την δική του οπτική. Η κοπέλα αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο στοιχείο και, κατ’ επέκταση, τη σταθερότητα και τη λογική, και ο ρόλος της περιορίζεται στον τρόπο με τον οποίο την βλέπει και την αντιμετωπίζει η Γκρέτα. Από την πλευρά της η σκυλίτσα, όσο κι αν είναι αφοσιωμένη στην αφεντικίνα της και να την αγαπάει, την βλέπει σαν μια ανώνυμη οντότητα, γι’ αυτό και εκείνη ορίζεται ως ‘το κορίτσι’.

Η Γκρέτα παραπαίει ανάμεσα στην αγάπη της για το κορίτσι και τη λαχτάρα της να ξαναγυρίσει στα ωραία μέρη που επισκέφτηκε με το εξωτικό πουλί, να ξαναδεί το παράξενο κίτρινο λουλούδι που, χωρίς να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό εξωτερικά, διαθέτει μια σπάνια γοητεία και γίνεται απίστευτα όμορφο όταν το παρατηρήσεις πιο προσεκτικά και δεις το υπέροχο φως που βγάζει και ενώνεται με τις αχτίδες του ήλιου. Το λουλούδι δρα σαν ένα σύμβολο καταλυτικό και καθοριστικό. Το κίτρινο χρώμα του αντιπροσωπεύει τη χαρά, την καθαρότητα, την αισιοδοξία, αλλά και τις αναμνήσεις.

Η Γκρέτα, με την αγνότητα της ψυχής της, έχει την ικανότητα να διακρίνει αυτή την ομορφιά. Αυτόματα θυμάται την κοπέλα, και την ομορφιά της δικής της ψυχής. Η Γκρέτα θέλει να μοιραστεί όλα αυτά τα ωραία πράγματα που γνώρισε με το κορίτσι,  συμβολίζοντας εδώ τη δοτικότητα, την ανιδιοτέλεια και την προσφορά. Θέλει να γυρίσει πίσω στο κορίτσι, αλλά δεν ξεχνάει το κίτρινο λουλούδι. Θέλει εξίσου να επισκεφθεί ξανά εκείνα τα μέρη και να το ξαναδεί, και μάλλον κάποτε θα το κάνει. Κάποια στιγμή θα βρει την ισορροπία ανάμεσα στις δικές της ανάγκες και επιθυμίες και την έμφυτη αίσθηση της αφοσίωσης προς το κορίτσι.

Η Λήδα Παναγιωτοπούλου ξεδιπλώνει την αλληγορική ιστορία της με απλότητα και γρήγορους ρυθμούς, μεταδίδοντας διακριτικά τόσο τα συναισθήματα που διέπουν τις σκηνές, όσο και τα μηνύματα που επιχειρεί να διοχετεύσει. Οι απαλές γραμμές που χαρακτηρίζουν τις ζωγραφιές του Νίκου Οικονομίδη, άλλοτε ασπρόμαυρες και άλλοτε έγχρωμες, συνοδεύουν αρμονικά την αφήγηση, συνδυάζοντας κλασικό και μοντέρνο ύφος. Προσελκύουν την προσοχή τόσο όσο χρειάζεται για να πέσει το μάτι του αναγνώστη και να σταθεί σε αυτές, διατηρώντας ωστόσο παράλληλα την έμφαση στο κείμενο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2018
http://diastixo.gr/kritikes/paidika/8889-greta-louloudi

20 December 2017

Θοδωρής Παπαϊωάννου: Σιλουανή

Με κινητήριο μοχλό τη δύναμη της φιλίας και σταθερή αναφορά την αγάπη για την ελληνική φύση, η Σιλουανή, η κεντρική ηρωίδα του Θοδωρή Παπαϊωάννου στο ομώνυμο πρώτο μυθιστόρημά του για παιδιά και εφήβους, μας συστήνεται με τον πιο γοητευτικό τρόπο. Τη γνωρίζουμε πρώτα μέσα από τα μάτια του Κωστή και της Διαμαντίας, των δύο ξαδερφιών της που μαζί με τους γονείς τους πηγαίνουν να περάσουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στο σπίτι της οικογένειάς της στο βουνό. Στη συνέχεια γίνεται η πρωταγωνίστρια καθώς με τη γενναιότητα, την αποφασιστικότητα και την οξυδέρκειά της μυεί τα δύο παιδιά στην συναρπαστική καθημερινότητά της, όπου κυριαρχεί η διαδραστικότητά της με την εξοχή και τους θησαυρούς της.

Ο Κωστής και η Διαμαντία είναι παιδιά της πόλης. Δίδυμα αδέρφια, μέλη μιας συνηθισμένης αστικής οικογένειας, που αγαπούν την τεχνολογία και τις ανέσεις που αυτή συνεπάγεται. Η προοπτική των καλοκαιρινών διακοπών στο βουνό, σ’ ένα μέρος απομακρυσμένο από τον ‘πολιτισμό’, φαντάζει στα μάτια τους σαν μια αγγαρεία, κάτι που δέχονται να κάνουν αναγκαστικά, ακολουθώντας τους γονείς τους. Ωστόσο φτάνοντας εκεί, και κυρίως μετά τη συνάντηση με την ξαδέρφη τους που φαίνεται τόσο διαφορετική σε όλα, αρχίζουν σιγά σιγά να αλλάζουν γνώμη, να αναθεωρούν τις απόψεις τους και να ανακαλύπτουν τον εαυτό τους.

Μέσα από μια σειρά συναρπαστικές περιπέτειες, όπου άλλοτε κυριαρχεί η δράση, άλλοτε η συναισθηματική και κοινωνική αφύπνιση και άλλοτε η οικολογική συνείδηση, η Διαμαντία και ο Κωστής αλλά και η Σιλουανή επανεκτιμούν τις αξίες της ζωής, τη φιλία, την αλληλεγγύη και την προσφορά. Μια ιστορία από το παρελθόν με κακή κατάληξη αλλά και με σημαντικά μαθήματα ζωής, η αναμέτρηση με μια παρέα νταήδων, η εξόρμηση σε μια σπηλιά, η παρακολούθηση της ζωής μιας αρκούδας, η συμμετοχή σ’ ένα τοπικό πανηγύρι, είναι εμπειρίες και γεγονότα που θα αλλάξουν και τους τρεις. Γιατί και η Σιλουανή, από την πλευρά της, βρίσκει στήριγμα στα ξαδέρφια της. Την απόφαση να αντιμετωπίσει τους νταήδες του χωριού την παίρνει όταν είναι και τα ξαδέρφια της εκεί. Όπως η Σιλουανή εμπνέει τα ξαδέρφια της, έτσι κι εκείνα την εμπνέουν, αν και η δική τους επιρροή δεν φαίνεται τόσο κατάφωρα επειδή είναι πιο έμμεση και συναισθηματική κυρίως. Ενώ τα δίδυμα επηρεάζονται πιο φανερά από τη Σιλουανή, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην αλλαγή των συνηθειών και τη μετατόπιση των ενδιαφερόντων τους. Άλλωστε και τα δύο αδέρφια είχαν μέσα τους όλα τα στοιχεία που τους επέτρεψαν να εναρμονιστούν με τη ζωή στο βουνό. Το περιβάλλον της πόλης ήταν που είχε αλλάξει τον τρόπο σκέψης τους και είχε στρέψει το ενδιαφέρον τους σε άλλα πράγματα, στα εφήμερα υλικά αγαθά. Με το που βρίσκονται στο κατάλληλο περιβάλλον, ξυπνάει μέσα τους η αγάπη για τη φύση, η ανάγκη για επικοινωνία μαζί της.

Ο συγγραφέας, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα (έχει μεγάλη σημασία αυτό, καθώς το αντικείμενο της δουλειάς του έχει να κάνει άμεσα με παιδιά, επομένως είναι σε θέση να γνωρίζει την ψυχοσύνθεσή τους και να ακτινογραφεί τις αντιδράσεις τους – άλλωστε όπως σημειώνει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, την έμπνευση για τη ‘Σιλουανή’ την άντλησε από μια μαθήτριά του με αυτό το όνομα), πλάθει την κεντρική του ηρωίδα με φροντίδα και αγάπη, τονίζοντας τα στοιχεία του χαρακτήρα της που την κάνουν ξεχωριστή. Σχεδόν τα πάντα που αφορούν τη Σιλουανή είναι μαγικά, ακόμα και το πώς ήρθε στον κόσμο ή πώς πήρε το όνομά της. Ό,τι σχετίζεται μ’ εκείνη χαρακτηρίζεται και από κάτι μεταφυσικό. Παρ’ όλα αυτά, είναι γήινη και αληθινή – και στο τέλος της μέρας, δεν είναι και τόσο διαφορετική από τα ξαδέρφια της. Η ουσιαστική διαφορά της είναι ότι εκείνη ακολούθησε τους φυσικούς νόμους και δεν άφησε να την αλλοτριώσει η ενασχόλησή της με πράγματα που θα την απομάκρυναν από τη φύση και τα θαύματά της. Σε απόλυτη συνάρτηση με το πολύ ταιριαστό όνομά της (το ‘Σιλουανή’ προέρχεται από τον Silvanus, θεότητα των δρυμών των Λατίνων), είναι ένα παιδί του βουνού, της εξοχής. Επικοινωνεί με τη φύση γύρω της μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Παρατηρεί τις μικρές λεπτομέρειες που μπορεί να περάσουν απαρατήρητες από κάποιον με συνηθισμένο βλέμμα. Γι’ αυτήν, οι πυγολαμπίδες που φωτίζουν το σκοτάδι την ίδια ώρα κάθε απόγευμα, είναι ένα θέαμα μοναδικό, το οποίο δεν χάνει ποτέ. Έχει μεγάλη καρδιά και ξεχωρίζει ενστικτωδώς το καλό από το κακό. Ξέρει καλά ότι ο εκκεντρικός Σώκος, που όλοι θεωρούν τρελό, είναι απόλυτα λογικός. Μπορεί να διακρίνει τα καλά στοιχεία που κρύβει ο νταής Γιώργης πίσω από την αγένεια και την αγριάδα που χρησιμοποιεί σαν άμυνα για να καλύπτει συναισθηματικά κενά και να επιβάλλεται σε όσους θεωρεί πιο αδύναμους. Με τον αυθόρμητο και δοτικό της χαρακτήρα, βγάζει το καλό από όλους όσους συναναστρέφεται.

Η ‘Σιλουανή’ είναι το χρονικό ενός καλοκαιριού που δεν θα είναι το ίδιο για κανέναν από τους ήρωες. Ακόμα και οι γονείς των παιδιών, αν και δε συμμετέχουν στις δραστηριότητές τους, επηρεάζονται κι εκείνοι από την αρμονία και την ατμόσφαιρα ευτυχίας που κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο δυνατή. Κανείς βέβαια δεν αλλάζει εντελώς, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο να γίνει. Η αλλαγή έχει να κάνει με την ανακάλυψη και την αποδοχή άλλων πτυχών του εαυτού μας των οποίων την ύπαρξη αγνοούσαμε ή για τις οποίες αδιαφορούσαμε. Όλα αυτά τα στοιχεία συμπληρώνουν την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου και την ολοκληρώνουν. Ο Κωστής και η Διαμαντία αναπόφευκτα θα επανέλθουν στις συνήθειές τους γυρίζοντας στην πόλη και στον συνηθισμένο τρόπο ζωής τους, ωστόσο οι εμπειρίες που αποκόμισαν από τις διακοπές στο βουνό αποτελούν και για τους δύο μια πολύτιμη παρακαταθήκη από την οποία θα αντλούν ενέργεια, δύναμη, ιδέες και έμπνευση όποτε το έχουν ανάγκη. Μετά το τέλος κάθε περιπέτειας, βλέπουν και τα αντίστοιχα όνειρα. Άλλες φορές αυτά σχετίζονται με ό,τι είδαν και έζησαν μέσα στη μέρα, άλλοτε έχουν χαρακτήρα, θα λέγαμε, προφητικό και προμηνύουν κάτι που πρόκειται να συμβεί την επόμενη μέρα. Από ένα σημείο και πέρα, προστίθενται και τα όνειρα της Σιλουανής. Αυτό υποδεικνύει τον στενό και στέρεο δεσμό που χτίζουν τα τρία ξαδέρφια μέσα από την συντροφικότητα και την αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τη σχέση τους.

Με την καθαρότητα του λόγου και την αμεσότητα των χαρακτήρων, η ‘Σιλουανή’, είναι ένα πολύ ωραίο ανάγνωσμα για παιδιά και εφήβους (και όχι μόνο), με την ασπρόμαυρη εικονογράφηση της Ντανιέλας Σταματιάδη να θυμίζει σκίτσα σε ημερολόγιο – σε συσχετισμό και με την δεύτερη πρωταγωνίστρια του βιβλίου, τη Διαμαντία, που όλες τις νέες εμπειρίες και τις περιπέτειες που ζει τις αποτυπώνει σε ζωγραφιές στο σημειωματάριό της. Είναι όμως και ένα εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο. Αναδεικνύει με τρόπο λυρικό και συνάμα εύληπτο την ανάγκη της ‘συνομιλίας’ του ανθρώπου με τη φύση και φωτίζει όλα τα καλά συνεπακόλουθα των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με αυτήν. Οι μικροί πρωταγωνιστές γίνονται κοινωνοί γεγονότων τα οποία, μέσα στο αστικό πλαίσιο που είχαν συνηθίσει τα παιδιά, θα φαίνονταν ασήμαντα ή και θα περνούσαν απαρατήρητα, ωστόσο είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την φυσική αλυσίδα και, κατά συνέπεια, για την ευρύτερη έννοια της φύσης που περιλαμβάνει και το ανθρώπινο στοιχείο. 



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/8621-silouani

23 November 2017

Λιλή Μαυροκεφάλου: Τότε που το νερό πολεμούσε τη φωτιά...

Ο μύθος της Ατλαντίδας και η Τιτανομαχία ζωντανεύουν και ερμηνεύονται με έναν τρόπο ιδιαίτερο στο βιβλίο της Λιλής Μαυροκεφάλου ‘Τότε που το νερό πολεμούσε τη φωτιά…’. Πρόκειται για ένα νεανικό μυθιστόρημα φαντασίας με ελληνική θεματολογία, εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία, απόδειξη πως η παρακαταθήκη των αρχαίων μύθων, όπως και των λαϊκών παραμυθιών, προσφέρει πλούσιο υλικό για τη σύνθεση μιας πλοκής μέσα στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας, με όλα τα συστατικά που μπορούν να την κάνουν συναρπαστική.

Η Λιλή Μαυροκεφάλου έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, σύγχρονα και ιστορικά, νεανικά αλλά και για ενήλικες, ανάμεσά τους το ιστορικό νεανικό μυθιστόρημα ‘Άγης’ (1977) που αφορά τον βασιλιά της Σπάρτης, το επίσης νεανικό ιστορικό ‘Κλεομένης’ που αναφέρεται στον Κλεομένη Γ’ της Σπάρτης (1981) και το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας για νέους ‘Το Άλλο’ (1985).

Στο ‘Τότε που το νερό πολεμούσε τη φωτιά…’, στήνει μια εναλλακτική φανταστική πραγματικότητα που συνδέει γεγονότα, μυθολογικές προσωπικότητες και ιδιότητες με τρόπο ευφάνταστο και περίτεχνο. Παραλλάσσει ονόματα και ονομασίες ή χρησιμοποιεί εναλλακτικές μορφές τους με σκοπό, όπως αναφέρει και η ίδια στην πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή της, «να κερδίσουν τόποι και πρόσωπα καινούρια ζωή και φρεσκάδα, να έρθουν πιο κοντά στον αναγνώστη».

Η Μακαρία (όπως ‘βαφτίζεται’ στο βιβλίο η Ατλαντίδα) είναι ένα νησιωτικό βασίλειο χωρισμένο σε μικρότερες διοικητικές επικράτειες. Η πιο ισχυρή από αυτές, η Κρόνια, δίνει την εντύπωση της ευημερίας και του πλούτου – αυτή ωστόσο είναι η επιφάνεια, γιατί η πραγματικότητα της καθημερινότητας εκεί είναι πολύ διαφορετική. Ευημερεί μόνο μια ολιγάριθμη κάστα, ενώ τα περισσότερα πλούτη που διαθέτει προέρχονται από κατακτητικούς πολέμους στις γύρω περιοχές και συγκαλυμμένες ληστείες. Ο Κρόνος, που τη διοικεί και είναι ταυτόχρονα και βασιλιάς όλης της Μακαρίας, είναι ένας δυνάστης που επιστρατεύει τη γοητεία και την ευφράδειά του για να πείθει τους υποτακτικούς αλλά και μέλη της οικογένειάς του και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να είναι ο ‘Υπέρτατος’ όπως αποκαλεί τον εαυτό του και θέλει (ή μάλλον επιβάλλει) να τον αποκαλούν:

« […]  Εξαφάνισε τον σμαραγδένιο νόμο, καθώς και τα ιστορικά αρχεία μας. Έχει βάλει γραφιάδες να τα ξαναγράφουν όπως τον συμφέρει. Θάβει γεγονότα, εφευρίσκει άλλα, διαστρεβλώνει…» (σ. 58)

Και με αυτές τις μεθόδους και ανάλογες στρατηγικές, ασκεί την πολιτική του, με επίκεντρο τον εαυτό του. Στο παρελθόν έριξε τα παιδιά του στα Τάρταρα για να είναι σίγουρος ότι η εξουσία του δεν πρόκειται να απειληθεί από πουθενά. Περιστοιχίζεται από κόλακες και συμβούλους που υποκρίνονται ότι είναι με το μέρος του, ωστόσο στην πραγματικότητα τον υπονομεύουν. Μια τέτοιου είδους εξουσία σαν αυτή που ασκεί ο Κρόνος τρέφεται και συντηρείται από τέτοιες συμπεριφορές, αλλά για τους ίδιους ακριβώς λόγους είναι σαθρή και μπορεί να καταρρεύσει από τη μια στιγμή στην άλλη.

Αυτή είναι η μία παράμετρος της ιστορίας. Η άλλη αφορά ένα παιδί από μια πρωτόγονη φυλή, τον Ίνα, ο οποίος πιάνεται αιχμάλωτος από τους στρατιώτες της Κρόνιας και, παριστάνοντας τον πεθαμένο, καταφέρνει να τους ξεγελάσει και, στη συνέχεια, να τους ξεφύγει. Βρίσκει καταφύγιο στην επικράτεια της Εσπερίας, που διοικείται από τον Έσπερο ο οποίος διαθέτει θεραπευτικές ικανότητες. Ο Έσπερος είναι αδερφός του Κρόνου, αλλά οι δυο τους είναι κυριολεκτικά η μέρα με τη νύχτα: ο Έσπερος είναι δίκαιος, πονετικός και φιλόξενος, και ο λαός του ζει ειρηνικά, διάγοντας μια απλή ζωή βασισμένη στη γεωργία και την αλληλοϋποστήριξη. Κοντά τους, ο Ίνας πλάθει την προσωπικότητά του, μαθαίνει καινούρια πράγματα, αναπτύσσει ικανότητες. Ο Ίνας απασχολεί ένα μεγάλο μέρος της πλοκής, καθώς αντιπροσωπεύει και συμβολίζει τον κάθε απλό άνθρωπο και κατ’ επέκταση τον απλό λαό που υπομένει τα πάνδεινα αλλά καταφέρνει με λογική σκέψη και ευρεσιτεχνία να βρίσκει λύσεις και να ξεπερνάει εμπόδια.

Έχοντας διατάξει να ρίξουν τα παιδιά του στα Τάρταρα, ο Κρόνος είναι ήσυχος για την εξουσία του. Δεν απειλείται από πουθενά καθώς δεν ξέρει ότι η γυναίκα του Ρέα είχε γεννήσει κρυφά ένα παιδί του στην Κρήτη. Ήταν φυσικά ο Δίας, που εδώ για τις ανάγκες της μυθοπλασίας ονομάζεται Ζήνας. Ο Ζήνας – Δίας μεγαλώνει στην Κρήτη αγνοώντας τη βασιλική καταγωγή του, ωστόσο ένα γύρισμα της μοίρας θα τον φέρει στο παλάτι του πατέρα του. Και θα είναι αυτός που, με τη βοήθεια του Ίνα, του Έσπερου και άλλων ‘καλών πνευμάτων’, θα ξεκινήσει μια περιπετειώδη και εξαιρετικά επικίνδυνη εκστρατεία για να ελευθερώσει τα αδέρφια του από τα Τάρταρα, να τα πάρει με το μέρος του και όλοι μαζί να δώσουν ένα τέλος στην τυραννική εξουσία του Κρόνου.

Ξεκινάνε από τη βάση κατακτώντας τα Τάρταρα. Αποδυναμώνοντας τα θεμέλια, η κορυφή δεν έχει πού να σταθεί. Αργά ή γρήγορα, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που αντιπροσωπεύονται από το νερό και τη φωτιά, παλεύουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν για το ποια θα υπερισχύσει, ωστόσο ο μόνος τρόπος για να λήξει οριστικά αυτή η κατάσταση, είναι η σχεδόν απόλυτη καταστροφή. Η Μακαρία – Ατλαντίδα αναπόφευκτα βυθίζεται και σβήνεται από τον χάρτη. Οι ‘καλοί’ βρίσκονται μόνοι τους μετά τη νίκη, σε έναν σχεδόν άδειο κόσμο, αποφασισμένοι ωστόσο να ξαναρχίσουν από την αρχή, ξεκινώντας ούτε λίγο ούτε πολύ από το μηδέν. Σε κάποιους απ’ αυτούς άλλωστε κάτι τέτοιο δεν φαντάζει και τόσο απίθανο να συμβεί: τα αδέρφια του Ζήνα που ζούσαν στα Τάρταρα είχαν ανακαλύψει και μηχανευτεί διάφορους τρόπους για να επιβιώσουν εκεί. Μέσα σ’ εκείνες τις αντίξοες συνθήκες, είχαν καταφέρει να φτιάξουν κήπους, να καλλιεργούν φρούτα. Αν και είχαν απώλειες, δεν αφανίστηκαν. Κι εδώ έρχεται και δένει το αισιόδοξο μήνυμα της ιστορίας, πως από τις στάχτες η ζωή μπορεί να ξαναγίνει:

«Τα δεντράκια μας τα λένε Ελπίδες. Και τους καρπούς τους ελπιδάκια.» (σ.165)

Όπως από το κουτί της Πανδώρας, μαζί με τις συμφορές ξεπετάχτηκε και η Ελπίδα, κάπως έτσι κι εδώ, μέσα από το σκοτάδι και την ερημιά μπορεί να γεννηθεί κάτι νέο, κάτι θετικό.

Με καλοδουλεμένες γλαφυρές και ατμοσφαιρικές περιγραφές που ζωντανεύουν λεπτομερείς εικόνες, η έμπειρη συγγραφέας ανασυνθέτει μια εποχή τόσο μακρινή που μόνο με τη φαντασία μας μπορούμε να αναπαραστήσουμε. Και το κάνει αυτό με επιτυχία, άλλοτε με γήινες εκφράσεις και άλλοτε με λόγο αριστοτεχνικό. Το ύφος παραπέμπει σε κλασικά αναγνώσματα, διατηρώντας μια ιδιότυπη νεανικότητα. Η συγγραφέας δεν φοβάται να χρησιμοποιεί περίτεχνες λέξεις και εκφράσεις, εντάσσοντάς τες στο κείμενό της όπου χρειάζεται, ενώ συχνά παρεμβάλλονται εξαιρετικά ποιητικά κομμάτια με έντονο συμβολισμό:

« […] Κάθε άστρο και μια άξια ψυχή ή ίσως και περισσότερες που είχαν υπάρξει αγαπημένες στη γη. Μάτια της νύχτας φαντάζουν οι αστροψυχές που κάπου κάπου κατεβαίνουν στη γη για να ντυθούνε σάρκα και να βοηθήσουν τους ανθρώπους. Μα όχι σπάνια, η φορεμένη σάρκα παραπλανά την ψυχή με χίλια δυο τεχνάσματα. Την παγιδεύει και, αντί για υπηρέτριά της, γίνεται αφέντρα και φυλακή της. Κλαίει τότε η ψυχή, ασφυκτιά, ταρακουνάει τη φυλακή να ξεφύγει. Κι ο κόσμος αυτό το λέει τρέλα…» (σ.199)

Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, αλλά κατά διαστήματα περνάει σε πρώτο πρόσωπο, καθώς παίρνει το λόγο ο Ίνας, ο οποίος, μέσω ενός είδους εσωτερικών μονολόγων απευθύνεται στην ψυχή της μητέρας του, εξιστορώντας της διάφορα γεγονότα που του συμβαίνουν ή βλέπει να διαδραματίζονται, αλλά στην ουσία για να παίρνει δύναμη να συνεχίσει. Είναι επίσης ένα έξυπνο τέχνασμα το οποίο η συγγραφέας επιστρατεύει για να περιγράψει κάποια από τα γεγονότα που αφορούν τη ροή της ιστορίας, από την οπτική του ήρωά της.

Οι χαρακτήρες είναι χτισμένοι με συνέπεια, ολοκληρωμένοι. Δίνονται γι’ αυτούς τόσα στοιχεία όσα χρειάζονται ώστε η προσωπικότητά τους να σκιαγραφείται με σφαιρικότητα. Τελικά ο πρωτόγονος Ίνας και ο θεός Ζήνας δεν διαφέρουν και τόσο. Στην αποστολή τους, είναι συνοδοιπόροι, κατανοούν ο ένας τον άλλο, και οι όποιες διαφορές τους εκμηδενίζονται, γιατί και οι δύο δίνουν βάση στην ουσία και όχι στην επιφάνεια. Με σκηνές προσεκτικά τοποθετημένες μέσα στη δράση, φωτίζεται η ανθρώπινη πλευρά των θεών, τόσο η καλή (Ζήνας) όσο και η κακή (Κρόνος), και αντίστοιχα αναδεικνύεται η ‘θεϊκή’ πλευρά των ανθρώπων (Ίνας) – με την έννοια ότι όλοι μέσα μας διαθέτουμε ψυχική δύναμη που όταν την επιστρατεύσουμε και πιστέψουμε σ’ αυτήν, μπορούμε να καταφέρουμε ακόμα και το αδύνατο. 



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/8391-nero-fotia-momentum

27 October 2016

Σύρμω Μιχαήλ: Ο Πιο Γλυκός Χορός

Ο «Πιο γλυκός χορός» της Σύρμως Μιχαήλ περνάει, μέσα από ανάλαφρο κλίμα, ένα ιδιαίτερα σημαντικό μήνυμα. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από μια μελισσούλα, τη Μπη, την οποία ακολουθούμε από τις πρώτες στιγμές της ζωής της μέσα στην κυψέλη μέχρι που μεγαλώνει, βγαίνει έξω και αρχίζει να συνειδητοποιείται σαν οντότητα και προσωπικότητα.

Η Μπη δέχεται με ενθουσιασμό όλες τις δραστηριότητες που καλείται να διεκπεραιώσει μέσα στην κυψέλη και μαθαίνει με χαρά όλα όσα πρέπει να ξέρει για την μετέπειτα ζωή της. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν έρχεται η στιγμή που πρέπει να μάθει τον χορό των μελισσών, μια διαδικασία απολύτως απαραίτητη τόσο για την επιβίωσή της όσο και για την διατήρηση της αρμονικής επικοινωνίας της με τις άλλες μέλισσες. Μια διαδικασία τόσο φυσική και απλή για τις υπόλοιπες μέλισσες γίνεται για τη Μπη πραγματικός βραχνάς γιατί ούτε είναι καλή στο χορό ούτε της αρέσει ιδιαίτερα.

Το θέμα της διαφορετικότητας έρχεται εδώ να παρουσιαστεί μέσα σε ένα ανάλαφρο πλαίσιο, χωρίς ωστόσο να χάνει σε βαρύτητα ή σημασία. Η Μπη είναι μια συνηθισμένη μέλισσα που κανείς δε θα περίμενε ότι θα έχει κάποια ιδιαιτερότητα. Ωστόσο όταν κάποια στιγμή αυτό γίνεται αντιληπτό, αρχίζει και η ίδια να έχει ανασφάλειες και αμφιβολίες. Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι η φιλία που θα δώσει τη λύση, με τη μορφή της καλής φίλης της Μπη. Η Χάνη, μια άλλη μελισσούλα που ήταν μαζί με τη Μπη σχεδόν από την αρχή της ζωής της, είναι σαν συμπλήρωμά της. Τα ονόματά τους είναι ουσιαστικά η λέξη ‘μέλισσα’ στα αγγλικά, χωρισμένη στα δύο: Honey (Χάνη) + Bee (Mπη) από το ‘honeybee’, που σημαίνει συγκεκριμένα την εργάτρια μέλισσα. Όταν η μία βοηθάει την άλλη, το αποτέλεσμα δε μπορεί παρά να είναι κάτι πολύ καλό.

Η Χάνη ενθαρρύνει και στηρίζει τη φίλη της κι έτσι η Μπη αποκτά την αυτοπεποίθηση που της λείπει και συνειδητοποιεί ότι πολλές φορές δεν είναι απαραίτητο να έχει κανείς το φοβερό ταλέντο για να καταφέρει κάτι, φτάνει να έχει θέληση, γνώσεις και δημιουργικότητα. Μια απλή συμβουλή από την βασίλισσα της κυψέλης της δίνει την καθοριστική ώθηση για να πάψει να διστάζει, και να δοκιμάσει τις δυνατότητές της στο χορό των μελισσών με τον δικό της τρόπο και, γιατί όχι, ακόμα και με λίγο αυτοσχεδιασμό.

Η ενθάρρυνση από τον κοινωνικό και οικογενειακό περίγυρο, η πίστη στις ατομικές ικανότητες, η ουσιαστική κατανόηση και αποτελεσματική αξιοποίηση της γνώσης είναι μερικά ακόμα από τα θέματα που παρουσιάζονται στο βιβλίο, μέσα πάντα από την ζωηρή αφήγηση της μελισσούλας. Πολύ χαριτωμένη και η εξαιρετική εικονογράφηση της Ναταλίας Καπατσούλια.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2016
http://diastixo.gr/kritikes/paidika/5900-o-pio-glikos-xoros