Showing posts with label διήγημα. Show all posts
Showing posts with label διήγημα. Show all posts

17 February 2018

Ο Βρικόλακας (Jan Neruda)


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη


Το εκδρομικό ατμόπλοιο μάς έφερε από την Κωνσταντινούπολη στο νησί της Πριγκήπου, όπου και κατεβήκαμε. Οι επιβάτες δεν ήταν πολλοί: μια οικογένεια Πολωνών, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη μητέρα, την κόρη και τον αγαπημένο της, κι εμείς οι δύο. Α ναι, και να μην ξεχάσω ότι ενώ βρισκόμασταν ήδη πάνω στην ξύλινη γέφυρα του Κεράτιου κόλπου που οδηγεί στην Κωνσταντινούπολη, προστέθηκε στην παρέα μας ένας Έλληνας, ένας πολύ νέος άντρας. Μάλλον ήταν καλλιτέχνης, αν κρίνω από το ντοσιέ που κουβαλούσε υπό μάλης. Μακριές μαύρες μπούκλες έπεφταν στους ώμους του, το πρόσωπό του ήταν χλωμό, και τα μαύρα μάτια του ήταν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους. Από την πρώτη στιγμή μού τράβηξε το ενδιαφέρον, και ιδιαίτερα χάρη στην προθυμία του και στις γνώσεις του για τις συνθήκες του τόπου. Ωστόσο μιλούσε πολύ, και τελικά απομακρύνθηκα από κοντά του.

Οι Πολωνοί ήταν ιδιαίτερα ευχάριστοι. Ο πατέρας και η μητέρα ήταν ευγενικοί και διακριτικοί άνθρωποι, ο φίλος της κόρης ήταν ένας όμορφος νεαρός με απλούς και άμεσους τρόπους. Είχαν έρθει στην Πρίγκηπο για να περάσουν τους καλοκαιρινούς μήνες για το καλό της κόρης, που ήταν κάπως ασθενική. Αυτό το πανέμορφο, χλωμό κορίτσι είτε ανάρρωνε από μια βαριά αρρώστια είτε βρισκόταν στα πρόθυρα του να πάθει μια σοβαρή ασθένεια. Καθώς περπατούσε, στηριζόταν στον φίλο της και συχνά σταματούσε και καθόταν λίγο να ξαποστάσει, ενώ ένας επίμονος σιγανός ξερόβηχας παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις ψιθυριστές της κουβέντες. Κάθε φορά που έβηχε, ο συνοδός της σταματούσε να περπατάει και περίμενε. Και κάθε φορά την κοιτούσε με συμπόνια κι εκείνη του ανταπέδιδε το βλέμμα σαν να έλεγε: «Δεν είναι τίποτα. Είμαι πολύ ευτυχισμένη!» Είχαν πίστη στην υγεία και την ευτυχία.

Ακολουθώντας τη συμβουλή του Έλληνα, που μας αποχαιρέτησε βιαστικά στην αποβάθρα, η οικογένεια έκλεισε δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο στον λόφο. Ο ξενοδόχος ήταν Γάλλος, και όλο το κτίριό του ήταν εξοπλισμένο με άνετα και καλόγουστα έπιπλα, σύμφωνα με το γαλλικό στιλ.

Πήραμε πρωινό όλοι μαζί και όταν η ζέστη του μεσημεριού είχε πλέον υποχωρήσει κάπως, ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε προς την κορυφή του λόφου όπου, ανάμεσα στα σιβηρικά πεύκα του δασυλλίου, θα απολαμβάναμε τη θέα από ψηλά. Πάνω που βρήκαμε το κατάλληλο σημείο για να καθίσουμε, ο Έλληνας έκανε και πάλι την εμφάνισή του. Μας χαιρέτησε στα πεταχτά, κοίταξε γύρω του και κάθισε μόλις λίγα βήματα μακριά μας. Άνοιξε το ντοσιέ του και άρχισε να ζωγραφίζει.

«Νομίζω πως επίτηδες κάθεται με την πλάτη στους βράχους, για να μη μπορούμε να δούμε τι ζωγραφίζει», είπα.

«Δεν είναι ανάγκη», είπε ο νεαρός Πολωνός. «Έχουμε τόσα ωραία πράγματα να χαζέψουμε γύρω μας». Για να προσθέσει ύστερα από λίγο: «Έχω την εντύπωση ότι εμάς ζωγραφίζει! Ας είναι, λοιπόν!»

Και όντως είχαμε τόσα πολλά να χαζέψουμε. Δεν υπάρχει πιο όμορφη και πιο χαρούμενη γωνιά στον κόσμο από την Πρίγκηπο. Η Ειρήνη η Αθηναία, σύγχρονη του Καρλομάγνου, έζησε εκεί εξόριστη για ένα μήνα. Αν μπορούσα να ζήσω για ένα μήνα της ζωής μου εκεί, θα ήμουν ευτυχής να κουβαλάω αυτή την ανάμνηση για όλη την υπόλοιπη ζωή μου! Ποτέ δεν θα ξεχάσω ακόμα και αυτή τη μία μέρα που πέρασα στην Πρίγκηπο.

Ο αέρας ήταν καθάριος σαν διαμάντι, απαλός σαν χάδι, κι ένιωθες ότι έπαιρνε την ψυχή σου και την ταξίδευε στα πέρατα. Στα δεξιά, στην άκρη του θαλασσινού ορίζοντα, εκτείνονταν οι καφετιές Ασιατικές κορυφογραμμές, στα αριστερά, πέρα μακριά, λαμπύριζαν οι απότομες ακτές της Ευρώπης. Η γειτονική Χάλκη, το ένα από τα εννιά Πριγκιπόνησσα, υψωνόταν με τα κυπαρίσσια της σαν ένα μουντό όνειρο, καταλήγοντας σε μια υποβλητική κατασκευή – ένα άσυλο για ανθρώπους πνευματικά ασθενείς.

Η θάλασσα του Μαρμαρά είχε έναν ελαφρό κυματισμό και τα νερά της στραφτάλιζαν με όλα τα χρώματα, σαν λαμπερό οπάλι. Στο βάθος, η θάλασσα ήταν άσπρη σαν το γάλα, μετά γινόταν ροδαλή, έπαιρνε ένα λαμπερό πορτοκαλί ανάμεσα σε δύο νησιά, ενώ κάτω χαμηλά από εκεί που καθόμασταν, είχε ένα υπέροχο γαλαζοπράσινο χρώμα, σαν διάφανο ζαφείρι. Έλαμπε με όλη της την ομορφιά. Δεν φαινόταν πουθενά κανένα μεγάλο πλοίο – μόνο δύο μικρά πλεούμενα με αγγλική σημαία έπλεαν κατά μήκος της στεριάς. Το ένα ήταν ένα ατμόπλοιο μεγάλο όσο η καμπίνα ενός φύλακα, ενώ το άλλο είχε κάπου δώδεκα κωπηλάτες, και κάθε φορά που τα κουπιά τους ανασηκώνονταν όλα μαζί, έσταζε από τις άκρες τους λιωμένο ασήμι. Τα πιστά δελφίνια έκαναν βουτιές ανάμεσά τους ή αναπηδούσαν σχηματίζοντας τέλειες αψίδες στην επιφάνεια του νερού. Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού, αετοί πετούσαν νωχελικά, μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στις δύο ηπείρους.

Ολόκληρος ο λόφος μπροστά μας ήταν σκεπασμένος με ανθισμένα τριαντάφυλλα και η ευωδιά τους γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ο αέρας μάς έφερνε έναν απόηχο από τη μουσική που ερχόταν από το καφενείο δίπλα στη θάλασσα.

Η φύση ήταν μαγευτική. Καθόμασταν όλοι σιωπηλοί, με την ψυχή μας ολότελα παραδομένη σ’ αυτό το παραδεισένιο τοπίο. Η νεαρή Πολωνή ήταν ξαπλωμένη στο γρασίδι με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στέρνο του φίλου της. Το χλωμό, λεπτό της πρόσωπο είχε ροδίσει ελαφρά, κι από τα μάτια της ξαφνικά ξεχύθηκαν δάκρυα. Ο αγαπημένος της το κατάλαβε, έσκυψε και φίλησε όλα τα δάκρυά της. Η μητέρα της άρχισε κι αυτή να σιγοκλαίει – και μέχρι κι εγώ συγκινήθηκα λιγάκι.

«Εδώ μπορεί να θεραπευτεί και το σώμα και η ψυχή», ψιθύρισε η κοπέλα. «Τι ευτυχισμένος τόπος!»

«Ο Θεός ξέρει καλά ότι δεν έχω εχθρούς, αλλά και να είχα, εδώ πέρα θα τους συγχωρούσα!» είπε ο πατέρας με τρεμάμενη φωνή.

Και μετά πέσαμε πάλι σε σιωπή. Είχαμε όλοι μια εξαιρετική διάθεση – ήταν τόσο υπέροχα όλα! Ο καθένας μας ένιωθε πως ζούσε μέσα στην ευτυχία, και όλοι μας πρόθυμα θα μοιραζόμασταν αυτή την ευτυχία με όλο τον κόσμο. Όλοι νιώθαμε το ίδιο – κι έτσι κανένας δεν ενοχλούσε τον άλλο. Σχεδόν δεν το συνειδητοποιήσαμε ότι ο Έλληνας, ύστερα από μια ώρα περίπου, σηκώθηκε, μάζεψε το ντοσιέ του, έγνεψε κοφτά και έφυγε. Εμείς μείναμε πίσω.

Τελικά, μετά από αρκετές ώρες, όταν το τοπίο γύρω μας άρχισε να παίρνει το σκούρο βιολετί χρώμα που είναι τόσο μαγικά όμορφο στον νότο, η μητέρα μάς υπενθύμισε ότι είχε έρθει η ώρα της επιστροφής. Σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε προς το ξενοδοχείο με τον ελαφρό, ανέμελο βηματισμό που χαρακτηρίζει τα ξέγνοιαστα παιδιά. Στο ξενοδοχείο, καθίσαμε στην γραφική βεράντα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούσαμε από κάτω φωνές και φασαρία. Ο Έλληνάς μας τσακωνόταν με τον ξενοδόχο, κι επειδή θέλαμε να κάνουμε χάζι, στήσαμε αυτί.

Η διασκέδαση ωστόσο δεν κράτησε πολύ. «Αν δεν είχα άλλους πελάτες, θα σου έδειχνα εγώ», βρυχήθηκε ο ξενοδόχος και ανέβηκε τα σκαλιά για να έρθει σε μας.

«Σε παρακαλώ, καλέ μου κύριε», ρώτησε ο νεαρός Πολωνός τον ξενοδόχο που πλησίαζε, «μου λες ποιος είναι αυτός ο νέος; Πώς τον λένε;»

«Ε… πού να ξέρω πώς τον λένε;» μουρμούρισε ο ξενοδόχος και έριξε ένα βλέμμα γεμάτο δηλητήριο προς τα κάτω. «Εμείς τον λέμε ‘ο Βρικόλακας’».

«Είναι καλλιτέχνης;»

«Καλλιτέχνης να σου πετύχει! Ζωγραφίζει μόνο πτώματα. Μόλις κάποιος στην Κωνσταντινούπολη ή εδώ στη γειτονιά πεθάνει, εκείνη ακριβώς τη μέρα αυτός έχει κιόλας έτοιμο το πορτρέτο του νεκρού. Αυτός ο τύπος τους ζωγραφίζει από πριν – και δεν κάνει ποτέ λάθος – σαν όρνιο!»

Η Πολωνή ούρλιαξε με τρόμο. Η κόρη της ήταν πεσμένη στην αγκαλιά της, άσπρη σαν κιμωλία. Είχε λιποθυμήσει.

Στη στιγμή, ο φίλος της κοπέλας κατέβηκε πηδώντας τα σκαλιά. Με το ένα χέρι βούτηξε τον Έλληνα και με το άλλο άρπαξε το ντοσιέ του.

Τρέξαμε όλοι ξοπίσω του. Οι δύο άντρες κυλιόνταν πάνω στην άμμο. Τα περιεχόμενα του ντοσιέ ήταν σκορπισμένα τριγύρω. Σε ένα χαρτί, ζωγραφισμένο με κηρομπογιά, ήταν το κεφάλι της νεαρής Πολωνής, με τα μάτια κλειστά κι ένα στεφάνι από μυρτιά πάνω στο μέτωπό της.


Σημείωση: Ο Γιαν Νερούντα (1834 – 1891) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Τσέχους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία και εργάστηκε ως δάσκαλος μέχρι το 1860. Στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στον ευρύτερο χώρο της λογοτεχνίας ως ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και εκδότης, με έργα που χαρακτηρίζονταν από μια ιδιότυπη ομορφιά και πρωτοτυπία. Το διήγημά του ‘Ο Βρικόλακας, για το οποίο δεν υπάρχει καταχωρημένη ημερομηνία συγγραφής, είναι μια παράξενη ιστορία που ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία. Για τη συγκεκριμένη μετάφραση, βασίστηκα στην αγγλική απόδοση του 1920 από την Šárka B. Hrbková.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2018
http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/9161-neruda-choreanthi

14 October 2017

Το Φαινόμενο


Είναι εκείνη η ώρα της ημέρας που από απόγευμα πάει να γίνει βράδυ, τότε που ο ουρανός παίρνει αυτό το μουντό χρυσαφί χρώμα που μοιάζει και δε μοιάζει με χάραμα, και είναι σαν να μπλέκονται οι ώρες και να μην μπορεί να ξεχωρίσει η μέρα από τη νύχτα. Το ένα λεπτό λες ότι θα βραδιάσει, το άλλο σου φαίνεται ότι ξημερώνει. Τα φώτα του δρόμου αρχίζουν ν’ ανάβουν και το θαμπό τους φως παίρνει μια αλλόκοτη λάμψη, καθώς στην ουσία δε φωτίζει τίποτα, αφού δεν έχει σκοτεινιάσει καλά καλά ακόμα.

Η Έλσα πάντα αποκαλούσε αυτή την ώρα ‘το φαινόμενο’, επειδή δε μπορούσε να εξηγήσει γιατί συνέβαινε – και κυρίως γιατί δεν το παρατηρούσε κάθε μέρα. Αλλά το είχε εντοπίσει αρκετές φορές στη ζωή της ώστε να συνειδητοποιήσει την ύπαρξή του, αν και δεν είχε καταφέρει ακόμα να ανακαλύψει αν η εμφάνισή του ακολουθούσε κάποιες συγκεκριμένες συγκυρίες. Ωστόσο κάθε φορά που το αντιλαμβανόταν, είχε την αίσθηση ότι δεν ήταν τυχαίο, και ότι παράλληλα μ’ αυτό, κάτι άλλο συνέβαινε, κάτι που δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να γίνει αντιληπτό.

Το φαινόμενο είχε πάρα πολύ καιρό να συμβεί όταν ένα απόγευμα που η Έλσα έφευγε από το Πανεπιστήμιο, έτυχε να βρεθεί μόνη της στο τέρμα των λεωφορείων. Ή μάλλον, σχεδόν μόνη της, γιατί στην αριστερή άκρη του ανοιχτού δρόμου μπροστά από τη στάση, στεκόταν ένας άνθρωπος με γυρισμένη την πλάτη και κοιτούσε προφανώς κάπου απέναντί του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ακίνητος, λες και είχε κοκαλώσει στη θέση όπου στεκόταν, και το πάνω μέρος του σώματός του είχε μια ελαφριά κλίση προς τα δεξιά, λες και προσπαθούσε να διακρίνει, σε μεγάλη απόσταση, κάτι που δε βρισκόταν στην ευθεία των ματιών του. Η Έλσα παραξενεύτηκε βλέποντάς τον, ωστόσο πριν το μυαλό της προλάβει ν’ ασχοληθεί περισσότερο μαζί του, το βλέμμα της στράφηκε στον ουρανό.

Η ανεπαίσθητη ομίχλη και το κοκκινόχρυσο χρώμα της ατμόσφαιρας έδειχναν καθαρά πως συνέβαινε το φαινόμενο. Σαν προγραμματισμένα γι’ αυτό, τα φώτα του δρόμου άναψαν στη στιγμή, αλλά τα περισσότερα έσβησαν απότομα ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα. Έμεινε αναμμένο μόνο ένα ισχνό και καχεκτικό, ακριβώς πάνω από τον άνθρωπο που στεκόταν ακίνητος απέναντι από την Έλσα και που, παρεμπιπτόντως, δεν φαινόταν να συγκινείται καθόλου από το φαινόμενο. Κάτι που σήμαινε πως είτε το είχε δει πολλές φορές και δεν του έκανε πια εντύπωση, ή δεν είχε προσέξει ποτέ ότι συνέβαινε, ή ήξερε πού οφειλόταν η εμφάνισή του.

Η ώρα περνούσε και κανένα λεωφορείο δε φαινόταν από τη στροφή. Η Έλσα κοίταξε το ρολόι της, για να διαπιστώσει ότι οι δείκτες του κινούνταν με ασυνήθιστη ταχύτητα, ο ένας προς τα δεξιά κι ο άλλος προς τα αριστερά, και όταν έφταναν σ’ ένα σημείο όπου συναντιόνταν, σταματούσαν για πολύ λίγο και στη συνέχεια κινούνταν πάλι με τον ίδιο παράλογο τρόπο. Η Έλσα τράβηξε το κουρντιστήρι, αλλά οι δείκτες δεν φάνηκαν να επηρεάζονται καθόλου απ’ αυτό. Ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς της να επιταχύνονται, και κοίταξε με αγωνία προς τη στροφή, για να δει αν επιτέλους εμφανιζόταν κάποιο λεωφορείο.

Εξακολουθούσε όμως να επικρατεί η ίδια αφόρητη ησυχία, δεν ακουγόταν τίποτα απολύτως, ούτε καν οι ήχοι από την κοντινή λεωφόρο ή έστω μια φωνή, μια κόρνα, ένα γάβγισμα. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να νυχτώνει, αν και ακόμα το ελάχιστο φως της μέρας ήταν αρκετό ώστε να είναι ευδιάκριτα τα πάντα τριγύρω. Η Έλσα γύρισε από ένστικτο προς το μέρος του ανθρώπου που στεκόταν στην αριστερή πλευρά, νιώθοντας την ανάγκη να μην παραμείνει εντελώς μόνη. Άρχισε να περπατάει προς το μέρος του, συνειδητοποιώντας καθώς τον πλησίαζε ότι αυτός δεν είχε αλλάξει στάση. Κοντοστάθηκε μερικά βήματα πίσω του, ξερόβηξε σιγανά και είπε διστακτικά:

«Με συγχωρείτε… κύριε…»

Καθώς δεν πήρε απάντηση, κι ενώ ένα μέρος του μυαλού της τής έλεγε να γυρίσει πίσω, συνέχισε να περπατάει, ώσπου βρέθηκε να τη χωρίζει από τον άνθρωπο μόλις ένα βήμα. Άπλωσε το χέρι της, τον ακούμπησε στον ώμο – ίσα που τον ακούμπησε, και τότε το πάνω μέρος του σώματός του έγειρε λίγο ακόμα προς τα δεξιά, λες και το βάρος του χεριού της τού ήταν ασήκωτο. Η Έλσα τράβηξε το χέρι της τρομαγμένη κι έκανε ένα βήμα πίσω, καθώς ο άνθρωπος άρχισε να γυρίζει αργά προς το μέρος της.

Ήταν ντυμένος με ρούχα που κάποτε θα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, αλλά τώρα ήταν φθαρμένα σε πολλά σημεία και γεμάτα σκόνη και χώματα. Τα χέρια του ήταν τρομακτικά -  ζαρωμένα και γεμάτα ξεραμένες πληγές, με νύχια μακριά και μαυριδερά, αλλά αυτό που ήταν πραγματικά φρικτό ήταν το πρόσωπό του: λες και είχε φύγει η μισή σάρκα από πάνω του, ίσα που δε φαίνονταν τα κόκαλα του κρανίου του. Τα μάτια του ήταν άσπρα, σαν γυάλινα. Μερικές θλιβερές τρίχες πετάγονταν από το πάνω μέρος του κεφαλιού του, και από το στόμα του, που δεν έμοιαζε πια με στόμα αλλά ήταν λες και είχε κοπεί ένα κομμάτι από το πρόσωπό του και είχε μείνει ένα ακανόνιστο κενό σ’ εκείνο το σημείο, έβγαινε ένας ήχος σιγανός αλλά ανατριχιαστικός, σαν τη φωνή που μας ξεφεύγει όταν βλέπουμε βραχνά και προσπαθούμε να ξυπνήσουμε αλλά δεν μπορούμε. Ένας ήχος στριγγός, βραχνός και διαπεραστικός, χωρίς ωστόσο καμία έκφραση ή αίσθηση.

Η Έλσα έβγαλε μια κοφτή κραυγή χωρίς να το θέλει, έκανε μερικά βήματα πίσω, και αμέσως έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει προς τη στροφή. Πίσω της άκουγε βήματα – ήταν σίγουρη πως άκουγε βήματα, όμως πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος – αυτό το πλάσμα, μάλλον – να τρέχει, αφού δε μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Αυτή η λογική σκέψη επικράτησε μέσα στον πανικό της, και κοντοστάθηκε για να γυρίσει να κοιτάξει.

Και το είδε αυτό το πλάσμα να κατευθύνεται προς το μέρος της, μπορεί να μην έτρεχε, ωστόσο έσερνε γρήγορα τα σχεδόν μηχανικά του βήματα που το οδηγούσαν αλάνθαστα προς το μέρος της.

«Τι θα κάνω;» μουρμούρισε, «τι θα κάνω;»

Της ερχόταν να ξεσπάσει σε κλάματα, όμως ήξερε πως δεν ήταν λύση. Κι επιπλέον, θα τραβούσε ακόμα περισσότερο την προσοχή του πλάσματος, κάτι που φυσικά ήταν το τελευταίο που ήθελε εκείνη τη στιγμή. Άρχισε πάλι να τρέχει, πέρασε τη στροφή και συνέχισε στην κατηφόρα. Αυτός ο δρόμος που κάθε μέρα ήταν γεμάτος κόσμο και αυτοκίνητα, τώρα ήταν άδειος και μισοσκότεινος – γιατί στο μεταξύ είχε σχεδόν νυχτώσει. Κάθε μερικά βήματα, σταματούσε και κοίταζε πίσω της – άλλοτε διέκρινε το πλάσμα σε μια απόσταση, άλλοτε άκουγε τα βήματά του τόσο κοντά της, που λες και έτσι να άπλωνε το χέρι της, θα το ακουμπούσε. Σε κάποια στιγμή την πλησίασε τόσο πολύ, που ένιωσε το παγωμένο χέρι του στον ώμο της.

«Μα πού χάθηκαν όλοι;» ψιθύριζε λαχανιασμένη στον εαυτό της, «πού εξαφανίστηκαν όλοι;»

Τα σπίτια όλα ήταν σκοτεινά, άλλα με κλεισμένα τα ρολά και τα παντζούρια, και άλλα με σβηστά τα φώτα. Όσο έβλεπε το μάτι της, δε διέκρινε ούτε ένα φως, ούτε μια φιγούρα που θα μπορούσε να είναι ανθρώπινη. Σε λίγο δε μπορούσε να τρέξει περισσότερο – έπρεπε να πάρει μια ανάσα. Συνέχισε ωστόσο να περπατάει με γρήγορο ρυθμό, ώσπου σε κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι τα μόνα βήματα που ακούγονταν πια ήταν τα δικά της. Σταμάτησε και κοίταξε πίσω – ήταν βέβαια σκοτεινά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην διακρίνεται τίποτα. Αφουγκράστηκε την ησυχία, και όντως δεν ακουγόταν τίποτα απολύτως. Κοίταξε ωστόσο γύρω της πολλές φορές, γιατί αυτά τα πλάσματα δεν το έχουν σε τίποτα να πεταχτούν ξαφνικά από κει που δεν το περιμένεις. Δεν εμφανίστηκε όμως κανείς, ούτε ακούστηκε τίποτα που θα πρόδιδε κάποια ανεπιθύμητη παρουσία.

Και τότε, από το πουθενά, ένα φως άναψε σε κάποιο σπίτι. Μετά ένα άλλο. Άναψαν και τα περισσότερα φώτα του δρόμου, κι ακούστηκε από κάπου μακριά η μηχανή ενός αυτοκινήτου που ξεκινούσε. Οι δείκτες του ρολογιού της κινούνταν πάλι φυσιολογικά. Μπροστά στα πόδια της άστραψαν δύο μικροσκοπικά φωτάκια, σαν μικροί προβολείς, η κολώνα της ΔΕΗ πίσω της έριξε επιτέλους το φως της και τα φωτάκια πήραν το σχήμα ματιών πάνω στο κεφαλάκι μιας γάτας, η οποία νιαούρισε ερωτηματικά κοιτάζοντας την Έλσα.

Το πλάσμα είχε εξαφανιστεί. Λες και το είχε καταπιεί η γη. Ο δρόμος άρχισε να γεμίζει από περαστικούς, οι οποίοι περπατούσαν αμέριμνοι, χωρίς κανένα δείγμα στη συμπεριφορά τους ότι είχαν δει νωρίτερα το πλάσμα. Η Έλσα δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να το ψάξει το θέμα περισσότερο ή να το ξεχάσει. Δεν ήταν καν σίγουρη ότι όντως της είχε συμβεί και δεν το είχε φανταστεί. Άρχισε να περπατάει κανονικά, κοιτώντας στην αρχή με αγωνία πίσω της, αλλά βλέποντας ότι όλα ήταν ήρεμα και ότι το τοπίο γύρω της ήταν απόλυτα φυσιολογικό, άρχισε να ηρεμεί και να πείθει όλο και περισσότερο τον εαυτό της ότι όλα ήταν αποκύημα της φαντασίας της, λόγω της περίεργης αίσθησης που της δημιουργούσε εδώ και χρόνια το φαινόμενο, και επειδή ήταν η πρώτη φορά που είχε βρεθεί στο τέρμα των λεωφορείων εντελώς μόνη της τέτοια ώρα.

Έφτασε στον κεντρικό δρόμο και πήγε ως τη στάση για να πάρει ένα λεωφορείο που θα την κατέβαζε στο κέντρο. Το λεωφορείο ήρθε σε λίγα λεπτά, και η Έλσα μπήκε μέσα και πλησίασε τη μοναδική άδεια θέση, δίπλα σε μια κοπέλα που φαινόταν ελάχιστα μεγαλύτερή της, και ήταν απ’ αυτούς τους τύπους που σε περιεργάζονται απροκάλυπτα, σαν τα λαγωνικά.

Η Έλσα της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα, ελπίζοντας πως της έδινε έτσι να καταλάβει ότι είχε ενοχληθεί από την αδιακρισία της. Εκείνη ωστόσο δε φάνηκε να πτοείται και μόλις η Έλσα κάθισε δίπλα της, της είπε με μια επεικώς κακόηχη φωνή που ψεύδιζε ελαφρά:
«Από την Πανεπιστημιούπολη έρχεσαι;»
Η Έλσα έγνεψε ένα κοφτά ναι, και η άλλη άρχισε να χαχανίζει.
«Χε χε, τα ζόμπι!»
Η Έλσα ανατρίχιασε ακούγοντας αυτή τη λέξη και γύρισε και την κοίταξε έντρομη.
«Τα ζό – ζόμπι;» ρώτησε.
«Ναι, έτσι δε σας λένε εσάς; Επειδή είστε δίπλα στο νεκροταφείο.»
«Α, γι’ αυτό λες», είπε η Έλσα σχεδόν ψιθυριστά με μια ανάσα ανακούφισης. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το άκουγε αυτό, ήταν ένα ‘αστείο’ – μάλλον κακόγουστο της φαινόταν τώρα – που κυκλοφορούσε ανάμεσα στους φοιτητές, κυρίως των άλλων σχολών που δεν βρίσκονταν σε ανάλογη ‘προνομιακή’ θέση.
«Χε χε», συνέχισε η άλλη, ενώ εξακολουθούσε να κοιτάζει την Έλσα επίμονα. «Τι χώματα είναι αυτά που έχεις εκεί;»
Κι έδειξε με το σαγόνι της τον ώμο της Έλσας.

Τα χώματα… Το πλάσμα… Το πλάσμα ήταν γεμάτο χώματα… Την είχε ακουμπήσει στον ώμο. Όντως την είχε ακουμπήσει στον ώμο. Εκείνη τη στιγμή που την είχε πλησιάσει τόσο πολύ, όντως την είχε ακουμπήσει. Επομένως δεν ήταν όλα αυτά αποκύημα της φαντασίας της. Είχαν στ’ αλήθεια συμβεί. Και το πλάσμα δεν είχε εξαφανιστεί. Κάπου είχε κρυφτεί και παραφύλαγε. Παραφύλαγε μέχρι να εμφανιστεί πάλι το φαινόμενο. Γιατί ήταν ολοφάνερο ότι είχε έρθει μαζί με το φαινόμενο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2017
http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/8067-to-fainomaeno

19 April 2017

Ο Μονόκερως στον Κήπο (James Thurber)


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη


Μια φορά κι έναν καιρό, ένα ηλιόλουστο πρωί, ένας άντρας, καθώς έπαιρνε το πρωινό του, σήκωσε τα μάτια του από την ομελέτα του και είδε έναν λευκό μονόκερω μ' ένα χρυσό κέρατο να μασουλάει αμέριμνος τα τριαντάφυλλα του κήπου. Ο άντρας ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα όπου η γυναίκα του κοιμόταν ακόμα, και την ξύπνησε. «Είναι ένας μονόκερως στον κήπο», της είπε, «και μασουλάει τα τριαντάφυλλα». Εκείνη μισάνοιξε δυσαρεστημένη το ένα της μάτι και τον κοίταξε. «Ο μονόκερως είναι μυθικό πλάσμα», είπε και του γύρισε την πλάτη. Ο άντρας κατέβηκε ήσυχα τις σκάλες και ξαναβγήκε στον κήπο. Ο μονόκερως ήταν ακόμη εκεί - μόνο που τώρα περιεργαζόταν τις τουλίπες. «Πιάσε, μονόκερω», είπε ο άντρας δίνοντάς του ένα κρίνο που έκοψε. Ο μονόκερως το έφαγε μ' ευχαρίστηση. Ο άντρας ήταν πανευτυχής που ένας μονόκερως ήταν στον κήπο του κι έτσι ανέβηκε ξανά στην κρεβατοκάμαρα και ξύπνησε για μια ακόμη φορά τη γυναίκα του. «Ο μονόκερως», της είπε, «έφαγε ένα κρίνο». Η γυναίκα του ανακάθισε στο κρεβάτι και τον κοίταξε ψυχρά. «Είσαι βλαμμένος», του είπε. «Για πρόσεξε καλά, γιατί έτσι που πας, θα σε στείλω στο τρελάδικο!» Ο άντρας, που ποτέ του δε συμπάθησε τις λέξεις «βλαμμένος» και «τρελάδικο» και που τις συμπαθούσε ακόμα λιγότερο ένα τέτοιο ηλιόλουστο πρωινό μ' έναν μονόκερω στον κήπο του, έμεινε σκεπτικός για μια στιγμή. «Αυτό θα το δούμε!» είπε. Προχώρησε προς την πόρτα. «Κι έχει ένα χρυσό κέρατο στη μέση του μετώπου του», συμπλήρωσε. Μετά γύρισε στον κήπο για να δει τον μονόκερω - ο μονόκερως, όμως, είχε γίνει καπνός κι έτσι ο άνθρωπος έγειρε ανάμεσα στα τριαντάφυλλα για να κοιμηθεί.

Μόλις ο σύζυγος βγήκε απ' το σπίτι, η σύζυγος σηκώθηκε και ντύθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήταν αναστατωμένη και στα μάτια της άστραφτε ένα χαιρέκακο χαμόγελο. Τηλεφώνησε στην αστυνομία και στον ψυχίατρο. Τους είπε να έρθουν γρήγορα στο σπίτι και να φέρουν κι έναν ζουρλομανδύα. Όταν οι αστυνομικοί και ο ψυχίατρος έφτασαν στο σπίτι, βάλθηκαν να παρατηρούν τη γυναίκα με μεγάλο ενδιαφέρον. «Ο άντρας μου», είπε τότε εκείνη, «είδε έναν μονόκερω σήμερα το πρωί». Ο ψυχίατρος και οι αστυνομικοί κοιτάχτηκαν. «Μου είπε επίσης ότι είχε ένα χρυσό κέρατο στη μέση του μετώπου του», πρόσθεσε. Μ' ένα διακριτικό νεύμα του ψυχίατρου, οι αστυνομικοί όρμησαν κι έπιασαν τη γυναίκα. Είδαν κι έπαθαν να την ακινητοποιήσουν γιατί πάλευε με νύχια και με δόντια να τους ξεφύγει, αλλά τελικά τα κατάφεραν. Καθώς της φορούσαν το ζουρλομανδύα, ο σύζυγος γύρισε στο σπίτι.

«Είπατε μήπως στη σύζυγό σας ότι είδατε έναν μονόκερω;» τον ρώτησαν οι αστυνομικοί. «Όχι βέβαια!» απάντησε ψυχρά ο σύζυγος. «Ο μονόκερως είναι μυθικό πλάσμα!» «Αυτό μου φτάνει», είπε ο ψυχίατρος. «Πάρτε την. Λυπάμαι, κύριε, αλλά η σύζυγός σας είναι τρελή για δέσιμο!» Κι έτσι την πήραν και την έκλεισαν σ' ένα τρελοκομείο. Ο σύζυγος έζησε καλά κι εμείς καλύτερα.

Ηθικό δίδαγμα: Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.


Ο Τζέιμς Θέρμπερ (1894 – 1961) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και σχεδιαστής κόμικς με πηγαία και πολύ ιδιαίτερη, σχεδόν σουρεαλιστική, αίσθηση του χιούμορ την οποία και διοχέτευε στα έργα του με μοναδικό τρόπο. Εργάστηκε αρχικά σαν υπάλληλος, στη συνέχεια άρχισε να δημοσιογραφεί, καταπιάστηκε με κριτικές βιβλίων, ταινιών και θεατρικών έργων και το 1930 στράφηκε στο σχεδιασμό κόμικς. Έγραψε πολλά βιβλία, καθώς και βιβλία για παιδιά, θεατρικά έργα και διηγήματα, ενώ σημαντικός όγκος της δουλειάς του είδε το φως της δημοσιότητας μετά τον θάνατό του. Το διήγημα ‘Ο Μονόκερως στον Κήπο’ περιλαμβάνεται στο βιβλίο ‘Fables for Our Time and Famous Poems Illustrated’ (Μύθοι της Εποχής μας και Φημισμένα Ποιήματα με Εικονογράφηση), όπου ο Θέρμπερ ανακατασκευάζει γνωστούς μύθους και επινοεί καινούριους, και εικονογραφεί μια σειρά από ποιήματα γραμμένα από γνωστούς ποιητές.

H μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη, τ. 291 


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Απρίλιο του 2017
http://fractalart.gr/o-monokeros-ston-kipo/

21 December 2016

Τα Δώρα Των Μάγων (O. Henry)


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη


Ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς. Αυτά ήταν όλα. Και τα εξήντα σεντς, σε πένες κι αυτά. Πένες μαζεμένες με το ζόρι, από βερεσέδια στον μπακάλη, στο μανάβη και στον χασάπη και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που οι έμποροι έδειχναν σχεδόν απροκάλυπτα τη δυσαρέσκειά τους. Η Ντέλλα τα μέτρησε τρεις φορές. Ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς. Και αύριο ξημέρωνε Χριστούγεννα.

Προφανώς δεν είχε άλλη λύση απ'το να κουρνιάσει στον μικρό, φθαρμένο καναπέ και να ξεσπάσει σε λυγμούς, όπως κι έκανε. Κι έτσι, διαπιστώνουμε με πικρία ότι η ζωή είναι φτιαγμένη από λυγμούς, αναστεναγμούς και χαμόγελα, με τους αναστεναγμούς να κυριαρχούν.

Κι ενόσω η οικοδέσποινα περνάει σιγά - σιγά απ' το πρώτο στάδιο στο δεύτερο, ας ρίξουμε μια ματιά στο σπίτι. Ένα επιπλωμένο διαμέρισμα οχτώ δολαρίων την εβδομάδα. Όχι πως ήταν κι εντελώς για πέταμα, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν και κανένα παλάτι. Κάτω στην είσοδο υπήρχε ένα γραμματοκιβώτιο όπου κανένα γράμμα δεν ερχόταν κι ένα ηλεκτρικό κουδούνι που χέρι ανθρώπου δεν έμπαινε στον κόπο να χτυπήσει. Κι ακόμα, όπως ήταν φυσικό, υπήρχε μια πινακίδα με τ' όνομα «Κος Τζαίημς Ντίλλινγκαμ Γιανγκ».

Το όνομα «Ντίλλινγκαμ», που δέσποζε υπερήφανο τις καλές μέρες, τότε που ο ιδιοκτήτης του έβγαζε τριάντα δολλάρια την εβδομάδα, τώρα που το εισόδημα μειώθηκε στα είκοσι δολλάρια, έδειχνε θαμπό, λες και σκεφτόταν σοβαρά να συρρικνωθεί σ' ένα ασήμαντο και ντροπαλό «Ντ». Αλλά όποτε ο Κος Τζαίημς Ντίλλνγκαμ Γιανγκ γύριζε κι έμπαινε στο διαμέρισμα, η κυρία Τζαίημς Ντίλλινγκαμ Γιανγκ, που έχουμε ήδη γνωρίσει ως Ντέλλα, τον φώναζε «Τζιμ» και τον αγκάλιαζε με μεγάλη τρυφερότητα. Πράγμα το οποίο είναι ιδιαίτερα θετικό.

Η Ντέλλα έκλαψε όσο τραβούσε η ψυχή της κι ύστερα σκούπισε τα μάγουλά της με το μαντηλάκι της πούδρας. Στάθηκε στο παράθυρο και κοίταζε κατσουφιασμένη μια γκρίζα γάτα που περπατούσε πάνω στον γκρίζο φράχτη μιας γκρίζας αυλής. Αύριο ξημέρωνε Χριστούγεννα κι είχε μόνο ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς για ν'αγοράσει ένα δώρο στον Τζιμ.

Μάζευε την κάθε δεκάρα εδώ και μήνες, και να το αποτέλεσμα. Είκοσι δολλάρια την εβδομάδα δεν είναι αρκετά. Τα έξοδα ήταν μεγαλύτερα απ' όσο υπολόγιζε. Έτσι δε γίνεται πάντα; Μόνο ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς για ν'αγοράσει ένα δώρο στον Τζιμ. Τον Τζιμ της. Ώρες ολόκληρες σκεφτόταν τί θα μπορούσε να του αγοράσει.  Κάτι φίνο και σπάνιο - και από στερλίνα, κάτι που ν' αξίζει έστω κι ελάχιστα την τιμή ν'ανήκει στον Τζιμ.

Υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης ανάμεσα στα παράθυρα του δωματίου. Δε θά 'ταν απίθανο να δείτε ολόσωμο καθρέφτη σε διαμερίσματα των οχτώ δολαρίων. Ένας πολύ λεπτός κι ευκίνητος άνθρωπος, κοιτάζοντας διαδοχικά και χωρίς αργοπορία τις δυο πλευρές του εαυτού του, θα μπορούσε να πάρει πάνω κάτω μια ιδέα για την εμφάνισή του. Η Ντέλλα, έτσι ντελικάτη που ήταν,είχε από καιρό βρει το κόλπο.

Ξαφνικά, λοιπόν, τραβήχτηκε απ' το παράθυρο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Τα μάτια της άστραψαν αλλά, μέσα σε δευτερόλεπτα, το πρόσωπό της έχασε το χρώμα του. Έλυσε βιαστικά τα μαλλιά της και τ' άφησε να πέσουν ελεύθερα στην πλάτη της.

Που λέτε, η Ντέλλα και ο Τζαίημς Ντίλλινγκαμ Γιανγκ για δύο πράγματα θα μπορούσαν να είναι υπερήφανοι. Το ένα ήταν το χρυσό ρολόι του Τζιμ, κληρονομιά απ' τον πατέρα και τον παππού του. Το άλλο ήταν τα μαλλιά της Ντέλλα. Αν η βασίλισσα του Σαββά έμενε σ' ένα διαμέρισμα απ'την άλλη μεριά του  ακάλυπτου, θά ήταν αρκετό να βγάλει η Ντέλλα τα μαλλιά της έξω να στεγνώσουν για να κάνει όλα τα τζοβαίρια και τα χρυσαφικά της Μεγαλειοτάτης να φαντάζουν τιποτένια. Αν ο βασιλιάς Σολομών ήταν ο θυρωρός του κτηρίου, μ' όλους του τους θησαυρούς μαζεμένους στο υπόγειο κι ο Τζιμ ήθελε να τον κάνει να σκάει απ'το κακό του κάθε φορά που εκείνος περνούσε από μπροστά του, το μόνο που θά 'χε να κάνει ήταν να βγάλει το ρολόι από την τσέπη του.

Κι έτσι τώρα τα όμορφα μαλλιά της Ντέλλα έπεφταν στους ώμους της κυματιστά και λαμπερά, σαν καστανόχρωμος χείμαρρος. Της έφταναν μέχρι κατω από τα γόνατα και τη σκέπαζαν σχεδόν ολόκληρη. Αμέσως τα ξανάδεσε, νευρικά και με φούρια. Κλονίστηκε για μια στιγμή και στάθηκε να το καλοσκεφτεί, κι ένα της δάκρυ κύλησε κι έπεσε στο τριμμένο κόκκινο χαλί.

Και να που ρίχνει επάνω της την παλιά καφετιά ζακέτα της και βάζει και το παλιό καφετί καπέλο της. Με μια ξαφνική μεταβολή που έκανε τη φούστα της ν' ανεμίσει και με τα μάτια της να πετούν και πάλι σπίθες, βγήκε απ'το διαμέρισμα στο δρόμο.

Εκεί που στάθηκε, μια πινακίδα έγραφε:

«Κα Σοφρονί. Άπαντα τα Είδη του Κομμωτηρίου».

Η Ντέλλα ανέβηκε τη σκάλα με τη μία και μετά στάθηκε για λίγο να συνέρθει απ' το λαχάνιασμα. Η κομμώτρια, χοντρή, ασπρουλιάρα και παγερή, δεν είχε την παραμικρή φινέτσα που υπονοούσε τ'όνομά της.

«Σας ενδιαφέρει ν'αγοράσετε τα μαλλιά μου;» ρώτησε η Ντέλλα.
«Πώς, βέβαια», απάντησε η κυρία. «Βγάλε το καπέλο σου για να τους ρίξω μια ματιά».

Ο καστανόχρωμος χείμαρρος ξεχύθηκε κυματιστός.

«Είκοσι δολλάρια», είπε η κυρία ζυγίζοντας το πλήθος των μαλλιών με το έμπειρο χέρι της.
«Φέρτα γρήγορα!» είπε η Ντέλλα.

Και για τις επόμενες δύο ώρες έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Μην πάρετε, όμως, αυτή τη μεταφορά τοις μετρητοίς: η Ντέλλα ήταν πανευτυχής μόνο και μόνο επειδή γύριζε τα μαγαζιά για να βρει ένα δώρο για τον Τζιμ.

Τελικά το βρήκε. Σίγουρα ήταν φτιαγμένο μόνο για τον  Τζιμ και για κανέναν άλλον. Δεν υπήρχε δεύτερο στα μαγαζιά - και τά 'χε γυρίσει όλα. Ήταν μια αλυσίδα από απομίμηση πλατίνας, απλή και λιτή στο σχέδιο, που η αξία της φαινόταν καθαρά μόνο και μόνο απ'το υλικό της κι όχι από τίποτα φανταχτερά μπιχλιμπίδια - όπως, άλλωστε, όλα τα καλά πράγματα. Και πολύ περισσότερο, ήταν ό, τι έπρεπε για ΤΟ ΡΟΛΟΪ. Μόλις την είδε, η Ντέλλα ήξερε πως ο Τζιμ έπρεπε οπωσδήποτε να την αποκτήσει. Του ταίριαζε τόσο πολύ γιατί κι εκείνος ήταν άνθρωπος σοβαρός και μετρημένος. Την πλήρωσε, λοιπόν, εικοσιένα δολλάρια και γύρισε τρέχοντας στο σπίτι με ογδονταεφτά σεντς. Με μια τέτοια αλυσίδα στο ρολόι του, ο Τζιμ θα μπορούσε να κοιτάζει την ώρα όπου κι αν βρισκόταν. Γιατί, αν και το ρολόι του ήταν μεγαλοπρεπέστατο, καμιά φορά αναγκαζόταν να το κοιτάζει στα κρυφά για να μη φανεί το παλιό δερμάτινο λουράκι που του είχε βάλει αντί για αλυσίδα.

Όταν η Ντέλλα έφτασε στο σπίτι,η μέθη της χαράς της έδωσε για λίγο τη θέση της στη σύνεση και τη λογική. Πήρε το σίδερο για τις μπούκλες, άναψε το γκάζι και βάλθηκε να διορθώσει τις ζημιές που είχαν προξενηθεί από τη γενναιοδωρία και την αγάπη της. Μεγάλη υπόθεση αυτό,αγαπητοί μου φίλοι, πολύ μεγάλη υπόθεση!

Μέσα σε σαράντα λεπτά το κεφάλι της είχε καλυφθεί από λεπτές, κοντές μπούκλες που την έκαναν να μοιάζει καταπληκτικά με άτακτο σχολιαρόπαιδο. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη γι' αρκετή ώρα με προσοχή και αποδοκιμασία.

«Αν ο Τζιμ δε με σκοτώσει μόλις συνειδητοποιήσει τί έκανα», μονολόγησε, «θα μου πει σίγουρα πως μοιάζω με νεοσύλλεκτο! Αλλά τί νά 'κανα - ω, τί άλλο νά 'κανα, με το ένα δολλάριο και τα ογδονταεφτά σεντς που μου είχαν απομείνει;»

Στις εφτά έφτιαξε καφέ κι έβαλε το τηγάνι πίσω απ'το φούρνο, ζεστό κι έτοιμο για να μαγειρέψει μπριζολάκια.

Ο Τζιμ δεν αργούσε ποτέ. Η Ντέλλα δίπλωσε την ψευτοπλατινένια αλυσίδα στην παλάμη της κι έκατσε στη γωνιά του τραπεζιού, δίπλα στην πόρτα της εισόδου. Σε λίγο ακούστηκαν τα βήματά του στο πρώτο γύρισμα της σκάλας και για μια στιγμή η Ντέλλα έχασε το χρώμα της. Έλεγε συχνά από μέσα της προσευχούλες για τα απλά καθημερινά πράγματα, κι έτσι τώρα ψιθύρισε:

«Σε παρακαλώ,Θεέ μου,κάνε τον να νομίσει πως είμαι ακόμα όμορφη!»

Η πόρτα άνοιξε και ο Τζιμ μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω του. Έδειχνε αδυνατούλης και μελαγχολικός. Ο καημενούλης, μόλις εικοσιδύο χρονών και νά 'χει την ευθύνη μιας οικογένειας! Χρειαζόταν καινούριο πανωφόρι και δεν είχε ούτε γάντια.

Μόλις μπήκε στο σπίτι, ο Τζιμ έμεινε κόκκαλο. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στη Ντέλλα με μιαν έκφραση αδιευκρίνιστη που τη γέμιζε τρόμο. Δεν ήταν ούτε θυμός ούτε έκπληξη ούτε αποδοκιμασία ούτε τρόμος ούτε κάποιο απ'τα συναισθήματα τα οποία ήταν προετοιμασμένη ν'αντιμετωπίσει.Απλώς την κοίταζε επίμονα μ'αυτή την παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του.

Η Ντέλλα πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε προς το μέρος του.

«Τζιμ, αγάπη μου», φώναξε, «μη με κοιτάζεις έτσι! Έκοψα τα μαλλιά μου και τα πούλησα γιατί δε θ' άντεχα να περάσω Χριστούγεννα χωρίς να σου κάνω ένα δώρο. Θα μεγαλώσουν πάλι - δε σε πειράζει, έτσι δεν είναι; Έπρεπε να το κάνω! Τα  μαλλιά  μεγαλώνουν απίστευτα γρήγορα. Πες 'Καλά Χριστούγεννα', Τζιμ, κι ας μη χαλάσουμε τις καρδιές μας! Δε φαντάζεσαι τί ωραίο,τί υπέροχο δώρο σου έχω!»

«Έκοψες τα μαλλιά σου;» ρώτησε ο Τζιμ με κόπο, σα να μη μπορούσε να χωνέψει ακόμη το γεγονός.
«Τα έκοψα και τα πούλησα», είπε η Ντέλλα. «Σου αρέσω, όμως, όπως και νά 'χει το πράγμα έτσι δεν είναι; Ίδια είμαι και χωρίς τα μαλλιά μου, ή μήπως όχι;»

Ο Τζιμ κοίταξε ένα γύρο το δωμάτιο με περιέργεια.

«Δηλαδή πάνε τα μαλλιά σου;» είπε μ'ένα σχεδόν ηλίθιο ύφος.
«Μην τα ψάχνεις», έκανε η Ντέλλα, «Σου λέω,τα πούλησα - τα πούλησα και πάνε! Είναι Χριστούγεννα, μωρό μου. Μη με μαλώσεις που τα θυσίασα για χάρη σου! Μπορεί οι τρίχες του κεφαλιού μου να είναι μετρημένες», συνέχισε γλυκαίνοντας μ' επισημότητα τον τόνο της, «αλλά η αγάπη μου για σένα είναι απροσμέτρητη. Να βάλω τα μπριζολάκια να γίνονται, Τζιμ;»

Ο Τζιμ ξύπνησε απότομα από τη νάρκη του. Αγκάλιασε τη Ντέλλα του. Και τώρα εμείς ας ασχοληθούμε με κάτι άλλο για δέκα δευτερόλεπτα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: ποιά η διαφορά ανάμεσα σε οχτώ δολλάρια την εβδομάδα κι ένα εκατομμύριο το χρόνο; Αν ρωτήσουμε έναν μαθηματικό ή μια μεγαλοφυία, σίγουρα θα πάρουμε λάθος απάντηση. Αυτή η διαπίστωση φαίνεται δυσνόητη προς το παρόν, αλλά θα ξεκαθαριστεί αργότερα.

Ο Τζιμ έβγαλε ένα πακέτο απ'την τσέπη του και το πέταξε πάνω στο τραπέζι.

«Ντελ», της είπε, «μην αμφιβάλλεις στιγμή για μένα. Αλίμονο αν η αγάπη μου για σένα μετριότανε με τρίχες! Αλλά αν ανοίξεις αυτό το πακέτο, θα δεις γιατί έπαθα την πλάκα μου μόλις σε είδα!»

Με χέρια που έτρεμαν, ξετύλιξε το πακέτο. Και μετά έβγαλε μια τρελή κραυγή χαράς. Κι αμέσως αναλύθηκε σε δάκρυα και λυγμούς κι ο κύριος του σπιτιού αναγκάστηκε να επιστρατεύσει όλες του τις δυνάμεις για να την παρηγορήσει. Είδε, βλέπετε, μπροστά της ΤΑ ΧΤΕΝΑΚΙΑ - ένα σετ από δυο χτενάκια που η Ντέλλα είχε δει από μέρες σε μια βιτρίνα της λεωφόρου Μπρόντγουέυ και τά 'χε λατρέψει. Δυο πανέμορφα χτενάκια από αληθινή ταρταρούγα, με μπριγιάν στις άκρες τους, σε απόχρωση που ταίριαζε τέλεια με τα υπέροχα μαλλιά που δεν υπήρχαν πια! Ήταν ακριβά χτενάκια, το ήξερε, και η καρδιά της τα λαχταρούσε και τα ποθούσε χωρίς την παραμικρή ελπίδα ότι θα μπορούσε μια μέρα να τ' αποκτήσει. Και τώρα που ήταν δικά της, δεν είχε πια μπούκλες για να τις κοσμούν τα πολυπόθητα αυτά στολίδια.

Τα έσφιξε στην αγκαλιά της και μετά από ώρα κατάφερε να κοιτάξει τον Τζιμ στα μάτια με βλέμμα σκοτεινό και θλιμμένο χαμόγελο και να του πει: «Τα μαλλιά μου μεγαλώνουν τόσο γρήγορα, Τζιμ!»

Τότε, όμως, αναπήδησε ξαφνικά σαν αιλουροειδές και φώναξε: «Ω! Παραλίγο να το ξεχάσω!»

Ο Τζιμ δεν είχε ακόμα δει το όμορφο δώρο του. Του το έδωσε με λαχτάρα. Το ημιπολύτιμο μέταλλο γυάλιζε σαν ν'αντανακλούσε το δικό της φωτεινό και φλογερό πνεύμα.

«Δεν είναι χάρμα, Τζιμ; Γύρισα όλη την πόλη για να το βρω! Από 'δω και στο εξής, θα κοιτάς την ώρα εκατό φορές την ημέρα! Δός μου το ρολόι σου. Θέλω να δω πώς του ταιριάζει!»

Αλλά ο Τζιμ σωριάστηκε στον καναπέ, έβαλε τα χέρια πίσω απ'το κεφάλι του  και χαμογέλασε.

«Ντελ», είπε, «ας αφήσουμε τα Χριστουγεννιάτικα δώρα μας στην άκρη κι ας τα ξεχάσουμε για λίγο καιρό. Παραείναι ωραία για να τα χρησιμοποιήσουμε, προς το παρόν. Βλέπεις, πούλησα το ρολόι μου για να σου αγοράσω τα χτενάκια!... Αλήθεια, τί γίνονται εκείνα τα περίφημα μπριζολάκια;»

Οι Μάγοι, όπως ξέρετε, ήταν σοφοί άνθρωποι - εξαιρετικά σοφοί άνθρωποι - που έφεραν δώρα στο Θείο Βρέφος στη Φάτνη. Απ' αυτούς ξεκίνησε η συνήθεια των Χριστουγεννιάτικων δώρων. Σοφοί καθώς ήταν, τα δώρα τους δε μπορούσαν παρά να είναι κι αυτά έξυπνα, πιθανώς με τη δυνατότητα ανταλλαγής σε περίπτωση που δύο ήταν τα ίδια. Κι εγώ, τώρα, σας διηγήθηκα κάπως άτεχνα την απλή αυτή ιστορία δύο ανόητων παιδιών σ' ένα διαμέρισμα, που εντελώς ασύνετα θυσίασαν, το ένα για το άλλο, τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σπιτικού τους. Αλλά, σαν τελευταία λέξη προς τους σοφούς της εποχής μας, έχω να πω πως, απ' όλους που χαρίζουν δώρα, αυτοί οι δύο είναι οι σοφότεροι. Κι απ' όλους όσοι ανταλλάσσουν δώρα, εκείνοι που τους μοιάζουν είναι οι σοφότεροι. Αυτοί είναι οι αληθινοί Μάγοι.            

Ο Ο. Χένρι (καλλιτεχικό ψευδώνυμο του Ουίλιαμ Σίντνεϊ Πόρτερ) ήταν Αμερικανός συγγραφέας (1862 – 1910). Έγραψε έναν πολύ μεγάλο όγκο διηγημάτων και σύντομων αφηγημάτων, με κοινά χαρακτηριστικά τους, τα περισσότερα, το λεπτό χιούμορ, τη ζωηρή αφήγηση και  τα απρόσμενα γυρίσματα της τύχης με ό,τι συνέπειες μπορούσαν να έχουν στη ζωή των ηρώων του.    

Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 95



Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Δεκέμβριο του 2016http://fractalart.gr/ta-dwra-twn-magwn/