Showing posts with label ταινιοκριτική. Show all posts
Showing posts with label ταινιοκριτική. Show all posts

17 July 2019

Dominique Rocher: Το βράδυ που έφαγε τον κόσμο

Στο Παρίσι των Ζωντανών Νεκρών

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΕΦΑΓΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
(THE NIGHT EATS THE WORLD / LA NUIT A DÉVORÉ LE MONDE, 2018)
Σενάριο: Ζερεμί Γκε, Γκιγιόμ Λεμάν, Ντομινίκ Ροσέ (από το ομώνυμο βιβλίο του Μαρτέν Παζ)
Σκηνοθεσία: Ντομινίκ Ροσέ


Σε κάποια γειτονιά του Παρισιού, ο Σαμ, νεαρός μουσικός, πηγαίνει στο διαμέρισμα της Φάνι, της πρώην κοπέλας του, για να πάρει κάποια πράγματα που είχε αφήσει εκεί από τον καιρό που οι δυο τους ήταν ακόμα μαζί. Εκείνο το βράδυ η Φάνι τυχαίνει να κάνει στο σπίτι της πάρτι με πάρα πολύ κόσμο και ο Σαμ, που δεν ξέρει κανέναν από τους καλεσμένους και θέλει απλώς να πάρει τα πράγματά του και να φύγει, αναγκάζεται να αποσυρθεί σ’ ένα απομονωμένο γραφείο του διαμερίσματος, μέχρι να αρχίσει να αραιώνει ο κόσμος για να μπορέσει να φύγει. Κλειδώνει την πόρτα του δωματίου για να μην τον ενοχλήσει κανείς, και όπως κάθεται μόνος του στο μισοσκόταδο, τον παίρνει ο ύπνος. Ξυπνάει αρκετές ώρες αργότερα για να διαπιστώσει πως στο σπίτι επικρατεί τώρα μια ύποπτη ησυχία. Βγαίνοντας από την κρυψώνα του, αντικρίζει μέσα στο διαμέρισμα ένα βομβαρδισμένο τοπίο: αναποδογυρισμένα έπιπλα, σπασμένα πράγματα και τζάμια, αίματα στους τοίχους και τα πατώματα. Πιστεύοντας πως κάποιος μανιακός επιτέθηκε στους καλεσμένους του πάρτι, αρπάζει το πρώτο πράγμα που βρίσκει μπροστά του και θα μπορούσε να χρησιμέψει για όπλο άμυνας (ένα τασάκι!) και κατευθύνεται προς την έξοδο. Αυτό ωστόσο που αντικρίζει στο διάδρομο της πολυκατοικίας είναι κάτι που δεν περίμενε ποτέ να δει: η Φάνι και κάποιοι από τους καλεσμένους της έχουν γίνει ζόμπι και μόλις αντιλαμβάνονται τον Σαμ, τρέχουν προς το μέρος του για να του επιτεθούν. Τρομοκρατημένος ο Σαμ ξαναγυρίζει στο διασμέρισμα της Φάνι και κλειδαμπαρώνεται μέσα. Ρίχοντας ματιές από τα παράθυρα του σπιτιού, διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι της πόλης έχουν όλοι γίνει ζόμπι και περιφέρονται στους δρόμους όπου πλέον επικρατεί το χάος και η καταστροφή.


Διαπιστώνοντας γρήγορα ότι είναι πιο ασφαλής μέσα στο κτίριο όπου έχει παγιδευτεί, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να διατηρήσει την ασφάλεια μέσα σ’ αυτό το, έστω και προσωρινό, καταφύγιο. Αρχίζει να περιπλανιέται στην πολυκατοικία, μαζεύοντας προμήθειες και όπλα από τα εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα και εγκαθίσταται στο σπίτι του Άλφρεντ, ενός γιατρού, ο οποίος επίσης έχει γίνει ζόμπι και βρίσκεται παγιδευμένος μέσα στο σταματημένο ασανσέρ. Ο Σαμ φυλακίζει τον Άλφρεντ εκεί μέσα και, καθώς περνάει ο καιρός, αναπτύσσει έναν ιδιότυπο κώδικα επικοινωνίας μαζί του καθώς ο Άλφρεντ φαίνεται να διατηρείται σε μια σχετικά ήρεμη κατάσταση, προφανώς λόγω της απομόνωσής του – σε αντίθεση με τις ομάδες των ζόμπι έξω στο δρόμο, που η μαζική συνύπαρξή τους τα θέτει αναπόφευκτα σε μια φάση ανεξέλεγκτης αγέλης. Ένα βράδυ εμφανίζεται με επεισοδιακό τρόπο στην πολυκατοικία μια κοπέλα, η Σάρα, η οποία έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να επιβιώσει περνώντας από ταράτσα σε ταράτσα χάρις στον ορειβατικό εξοπλισμό που κουβαλάει μαζί της. Η εμφάνιση της Σάρα σηματοδοτεί και μια μεγάλη, σχεδόν σοκαριστική, ανατροπή που αλλάζει τα πάντα.


Ξεφεύγοντας από το πνεύμα των αμερικανικών ταινιών και σειρών με ζόμπι, όπου οι ήρωες παίρνουν τα όπλα και αντιμετωπίζουν τους νεκροζώντανους εχθρούς κατά πρόσωπο, η γαλλική παραγωγή “To Βράδυ Που Έφαγε Τον Κόσμο” παρουσιάζει μια διαφορετική πτυχή μιας μετα-αποκάλυψης, όπου ωστόσο ο καθένας από μας είναι πολύ πιο εύκολο να ταυτιστεί με τον ήρωα: ο Σαμ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος που δεν έχει σχέση με τα όπλα και προφανώς δεν είχε ποτέ μέχρι τότε έρθει στη δυσάρεστη θέση να χρειαστεί να επιστρατεύσει μια ακραία επιθετική συμπεριφορά. Επιπλέον είναι καλλιτέχνης, άρα ευαίσθητη ψυχή, με φιλειρηνικές διαθέσεις. Μόλις συνειδητοποιεί τι συμβαίνει γύρω του, ψάχνει να βρει τρόπους για να επιβιώσει. Αυτή είναι η βασική του μέριμνα και ελάχιστα τον απασχολεί, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, τι μπορεί να προκάλεσε αυτή την κατάσταση. Μας έχουν συνηθίσει οι γαλλικές ταινίες στις ατέλειωτες σιωπές και τα πλάνα χωρίς δράση, ωστόσο εδώ η σιωπή είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και αναγκαία: ο παραμικρός ήχος μπορεί να προσελκύσει τα ζόμπι προς το καταφύγιο του ήρωα, απειλώντας, ίσως και μοιραία, την έτσι κι αλλιώς επισφαλή ασφάλειά του. Όσον αφορά τη δράση, γίνεται αθόρυβα σχεδόν – εκτός από τις φάσεις εκείνες όπου ο Σαμ, μην αντέχοντας άλλο την έλλειψη επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους, παίζει όσο πιο δυνατά μπορεί με τα ντραμς που βρίσκει σε κάποιο δωμάτιο του διαμερίσματος του γιατρού (προφανώς ανήκαν σε κάποιο παιδί του Άλφρεντ). Ο ιδιαίτερα δυνατός αυτός συνεχόμενος ήχος κάνει τα ζόμπι να τρέξουν προς την πολυκατοικία και να μαζευτούν απ’ έξω χτυπώντας τους τοίχους και επιχειρώντας να σκαρφαλώσουν στα μπαλκόνια, από τη μια δίνοντας στον Σαμ την ψευδαίσθηση ότι έχει γύρω του ανθρώπους, από την άλλη κάνοντάς τον να σκέφτεται ότι ίσως η ηθελημένη παράδοσή του στα ζόμπι θα ήταν προτιμότερη από τις συνθήκες αυτοφυλάκισης όπου ζει.


Λιγότερο οι κλασικές ταινίες με ζόμπι και περισσότερο η πρωτοποριακή νουβέλα του Ρίτσαρντ Μάθεσον “I am Legend” (1954) φαίνεται να ήταν κυρίως η επιρροή για τον Μαρτέν Παζ, τον συγγραφέα στο ομώνυμο βιβλίο του οποίου βασίστηκε το “Βράδυ Που Έφαγε Τον Κόσμο” του Ντομινίκ Ροσέ. Όπως ο Ρόμπερτ Νέβιλ, ο ήρωας του Μάθεσον, μένει μόνος του ως η τελευταία ανθρώπινη ύπαρξη σ’ έναν κόσμο που έχει καταληφθεί από βρικόλακες και προσπαθεί να επιβιώσει, παραμένοντας κλεισμένος στο σπίτι του τη νύχτα, όταν οι αιμοδιψείς εχθροί του ξυπνούν και περιφέρονται στην πόλη, και τριγυρίζοντας στους έρημους δρόμους την ημέρα αναζητώντας εφόδια και τρόφιμα και σκοτώνοντας όσους βρικόλακες τύχει να συναντήσει, καθώς είναι αδρανοποιημένοι στο φως της μέρας, κάπως έτσι και ο Σαμ βρίσκεται αντιμέτωπος με ορδές από ζόμπι και η μόνη του επιλογή είναι να μείνει ταμπουρωμένος στο καταφύγιό του. Ο Σαμ δεν μπορεί καν να ξεμυτίσει από το κτίριο, και η μόνη φορά που το τολμάει είναι όταν βλέπει μια γάτα να γυρίζει έξω στο δρόμο. Κάτι που επίσης παραπέμπει στη νουβέλα του Μάθεσον, καθώς κι εκεί ο ήρωας εντόπισε μια μέρα έναν σκύλο και προσπάθησε να τον φέρει κοντά του. Έτσι και ο Σαμ, απελπισμένος για μια ζωντανή παρουσία δίπλα του, παίρνει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο βγαίνοντας έξω στο δρόμο για βρει τη γάτα. Καταλήγει ωστόσο και πάλι να γυρίσει στην πολυκατοικία τρέχοντας μέσα στον πανικό, με τα ζόμπι σε απόσταση αναπνοής πίσω του.


Αν και το διαλογικό κομμάτι είναι εύλογα και δικαιολογημένα περιορισμένο, η φαινομενικά συγκρατημένη αλλά γεμάτη εσωτερική ένταση ερμηνεία του Νορβηγού ηθοποιού Άντερς Ντάνιελσεν Λίε στον ρόλο του Σαμ γεμίζει τις σιωπηλές σκηνές και τονίζει ακόμα περισσότερο την τραγικότητα της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο ήρωας. Στον ρόλο του Άλφρεντ, του ζόμπι που δείχνει να εξανθρωπίζεται ως ένα βαθμό χάρη στην συναναστροφή του με τον Σαμ, βλέπουμε τον Ντενί Λαβάν, τον αλλόκοτο κύριο Όσκαρ από το “Holy Motors” του Λεός Καράξ και στον σύντομο ρόλο – κλειδί της Σάρα την Ιρανή ηθοποιό Γκολσιφτέ Φαραχανί, ωστόσο η ταινία δικαιωματικά ανήκει στον πρωταγωνιστή της, ο οποίος ξεδιπλώνει καλοζυγισμένα όλα τα συναισθήματα και τις διαθέσεις που εναλλάσσονται στον χαρακτήρα του με το πέρασμα των ημερών: πανικός, απελπισία, τρόμος, παραίτηση, οργή, ελάχιστα διαλείμματα με μια υποψία αισιοδοξίας, και πάλι από την αρχή.


Το τέχνασμα με τον ήρωα που ξυπνάει μέσα σε μια μετα-αποκάλυψη όπου ο κόσμος έχει κυριευθεί από ζόμπι το έχουμε δει κι άλλες φορές στο παρελθόν – το είδαμε στο “28 Μέρες Αργότερα” του Ντάνι Μπόιλ, στο “Ξύπνημα των Νεκρών” του Ζακ Σνάιντερ, το είδαμε και στη σειρά “The Walking Dead”, μάλιστα σε μια από τις ωραιότερες εναρκτήριες σεκάνς. Αυτό το τέχνασμα έχουμε κι εδώ, και είναι ένας απλός μεν αλλά ιδιαίτερα έξυπνος τρόπος για να τονιστεί η αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει κάτι που ξεφεύγει δραματικά από την καθημερινότητά του. Αν αναλογιστούμε, για παράδειγμα, τις διάφορες παγκόσμιες επιδημίες που εμφανίζονται κατά καιρούς, κανείς ποτέ δεν ξέρει με βεβαιότητα πώς ακριβώς προέκυψαν – ακόμα κι αν εντοπιστεί ο λεγόμενος “ασθενής μηδέν”, ο πρώτος δηλαδή που βρέθηκε να έχει μολυνθεί με τον εκάστοτε ιό, δεν γίνεται ποτέ γνωστό πώς γεννήθηκαν οι ασθένειες αυτές και πώς εισχώρησαν στις κοινωνίες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο κάθε άνθρωπος δυνητικά μπορεί να υπάρξει θύμα, και έχει να κάνει με έναν εχθρό που είναι αόρατος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ταινίες με ζόμπι, από μια πλευρά (γιατί αν καθίσει κανείς να τις αναλύσει, τουλάχιστον τις πιο ψαγμένες από αυτές, μπορεί να βρει πάρα πολλούς συμβολισμούς, αλληγορίες και παραλληλισμούς με τη σύγχρονη πραγματικότητα) κατά κάποιον τρόπο προσωποποιούν αυτόν τον αόρατο εχθρό και τον τρόμο του ανθρώπου μπροστά σε έναν κίνδυνο που μπορεί πάρα πολύ εύκολα να του αφαιρέσει τη ζωή ή, ακόμα χειρότερα, να μετατρέψει και τον ίδιο σε τέρας – είτε επειδή μπορεί να γίνει ζόμπι, είτε επειδή στον αγώνα για επιβίωση αναπόφευκτα θα έρθουν στην επιφάνεια τα πιο πρωτόγονα και επικίνδυνα ένστικτά του.

Το “Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο” είναι μια ιδιότυπη ταινία τρόμου που δεν πρέπει να τη δει κανείς επιφανειακά. Έχουμε δει πολλές μετα-αποκαλυπτικές ταινίες δράσης τα τελευταία χρόνια, αλλά όσο κι αν μας αρέσουν και όσο συναρπαστικές και αν είναι, έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν έχουμε να κάνουμε με εναλλακτικές, τρόπον τινά, εκδοχές αυτού του είδους. Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτές προέρχονται από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο – ένα επιπλέον στοιχείο που κάνει τις συγκεκριμένες ταινίες, με τις όποιες τυχόν ατέλειές τους, ακόμα πιο ενδιαφέρουσες και σαν θέαμα αλλά και σαν αυτόνομα καλλιτεχνικά έργα.


Η αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή έχει παράδοση σε ταινίες καταστροφής με μετα-αποκαλυπτική θεματολογία, και μας έχει δώσει αξέχαστα έργα, ωστόσο ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος είναι λογικό να το βλέπει το θέμα λίγο διαφορετικά, και λόγω καταβολών του είδους αλλά και λόγω της ανθρωπογεωγραφίας και του ιστορικού παρελθόντος της Γηραιάς Ηπείρου. Στην ταινία του, ο Ντομινίκ Ροσέ επιτυγχάνει μια υποβλητική ατμόσφαιρα μελαγχολίας στις εξωτερικές λήψεις, που συμπληρώνει ιδανικά το κλειστοφοβικό κλίμα που επικρατεί στις σκηνές μέσα σε κλειστούς χώρους. Ο μουντός ουρανός του Παρισιού, με τα εμβληματικά μνημεία να υπενθυμίζουν την παρουσία τους ακόμα και μέσα σε μια τέτοια καταστροφή, οι ρημαγμένοι δρόμοι με τα κτίρια υπό διάλυση γύρω τους, τα ζόμπι που περιφέρονται με αργούς ρυθμούς στην πόλη, έτοιμα ωστόσο να κατασπαράξουν κάθε ζωντανή ύπαρξη, και από την άλλη το καταφύγιο του Σαμ που όχι μόνο καταρρέει σιγά – σιγά αλλά όλα δείχνουν ότι με κάθε μέρα που περνάει γίνεται όλο και λιγότερο ασφαλές – ένα εφιαλτικό σκηνικό όπου ο ήρωας προσπαθεί – αλλά φυσικά είναι αδύνατο – να προσαρμοστεί στις νέες, πρωτόγνωρες συνθήκες, και το οποίο ελάχιστες εξόδους διαφυγής έχει να προσφέρει, κι αυτές πάλι με σχεδόν μηδαμινές πιθανότητες σωτηρίας. Το τέλος φαίνεται ξεκάθαρο, αφήνει ωστόσο περιθώρια και για διαφορετικές ερμηνείες, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του κάποια συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν προηγηθεί.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Ιούλιο του 2019
https://www.fractalart.gr/the-night-eats-the-world/

30 June 2018

Wim Wenders: Στο Βαθύ Γαλάζιο


Στο βυθό της θάλασσας, η Ντάνι παρατηρεί μικρο-οργανισμούς, μέσα από την απομόνωση που της προσφέρει το σκάφανδρό της. Παράλληλα, σε κάποια ταραγμένη παραθαλάσσια περιοχή της Σομαλίας, ο Τζέιμς περνάει εφιαλτικές μέρες και νύχτες κλεισμένος μέσα σε ένα στενό κελί χωρίς παράθυρα έχοντας σαν μοναδική επαφή με τον έξω κόσμο ένα άνοιγμα στον τοίχο όπου ίσα που χωράει το χέρι του. 

Η Ντάνι είναι ωκεανολόγος βιο-μαθηματικός και προετοιμάζεται για μια σημαντική αποστολή στον Βόρειο Ατλαντικό όπου πρόκειται να κατεβεί με βαθυσκάφος στον βυθό για να μελετήσει υδρόβιους μικρο-οργανισμούς οι οποίοι μπορεί και να δώσουν απαντήσεις σχετικά με την προέλευση της ζωής. Ο Τζέιμς είναι κατάσκοπος ο οποίος είχε επιχειρήσει, παριστάνοντας τον αναλυτή νερού, να εισχωρήσει σε μια περιοχή που ελεγχόταν από Τζιχαντιστές με σκοπό να εντοπίσει τη βάση τους, αλλά κάπου κάτι πήγε στραβά με την κάλυψή του, θεωρήθηκε ύποπτος και πιάστηκε αιχμάλωτος υπομένοντας απάνθρωπα βασανιστήρια, με τον θάνατο γύρω του να απειλεί τους πάντες, τα πάντα αλλά και τον ίδιο ανά πάσα στιγμή.

Στην ιδιότυπη απομόνωσή τους, μίλια μακριά ο ένας από τον άλλον, η Ντάνι και ο Τζέιμς θυμούνται την αναπάντεχη γνωριμία τους σε ένα ειδυλλιακό ξενοδοχείο της Νορμανδίας λίγο πριν ξεκινήσουν ο καθένας για την αποστολή του, αναπολούν τη αμοιβαία συμπάθεια και στη συνέχεια την ερωτική και βαθιά συναισθηματική σχέση που τους έφερε κοντά καθώς και τον πόνο που τους προκάλεσε ο αναγκαστικός αποχωρισμός ενώ είχαν καταλάβει ότι ήταν πλασμένοι ουσιαστικά ο ένας για τον άλλον.

Έχοντας στα χέρια του ένα, κατά γενική ομολογία, αδύναμο σενάριο της Έριν Ντίγκναμ, παραδόξως βασισμένο σε ένα πολύ καλό βιβλίο του πολεμικού ανταποκριτή Τζ. Μ.Λέντγκαρντ, ο Γερμανός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς στην τελευταία του ταινία Submergence, που ψιλοθάφτηκε από πολλούς κριτικούς και αποδόθηκε μάλλον άστοχα στα ελληνικά ως ‘Στο Βαθύ Γαλάζιο’, δείχνει μια να τον βρίσκει και μια να τον χάνει τον παλιό καλό του εαυτό. Ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης, οραματικός, που συνηθίζει να μιλάει με εικόνες, επιστρατεύει και πάλι το σουρεαλιστικό / ονειρικό στοιχείο, που είναι από τα αγαπημένα του, χωρίς ωστόσο εδώ να το αφήνει να ‘βγάζει μάτι’ και να κυριαρχεί. 

Αυτό, στην περίπτωση του Βέντερς, δεν είναι απαραίτητα καλό. Περιμένεις από έναν σκηνοθέτη της δικής του ‘σχολής’ να ρίχνει άφοβα στα πλάνα του λεπτομέρειες που ξεχωρίζουν και κάνουν τη διαφορά και θα μετέτρεπαν μια κλασική ιστορία για χαμένες αγάπες σε κάτι πιο πρωτότυπο και με ιδιαίτερο τρόπο συναισθηματικό. Το κάνει και εδώ αυτό, αλλά είναι σα να περνάει σε ένα δεύτερο επίπεδο. Όχι πως λείπει το συναίσθημα από την ταινία. Υπάρχουν σκηνές πολύ δυνατές και συγκινητικές. Τα πολύ όμορφα πλάνα της παραθαλάσσιας εξοχής είναι μοναδικά, το ίδιο και η υπέροχη μουσική του Φερνάντο Βελάθκεθ. Εκεί που σκαλώνει είναι στο ελαφρώς αποσυντονισμένο σενάριο που κάποιες φορές μοιάζει να κινείται, οριακά, σε άλλο μήκος κύματος από το έργο στο σύνολό του, παρ’ όλο που οι πρωταγωνιστές, ο Τζέιμς Μακ Αβόι και η Αλίσια Βικάντερ, είναι και οι δύο εξαιρετικοί. 

Δεν είναι ούτε καταγγελία για την τρομοκρατία ούτε ρομάντζο το Submergence – μιλάμε φυσικά πάντα για την κινηματογραφική του εκδοχή. Τόσο η πολιτικο-κοινωνική όσο και η αισθηματική πτυχή λειτουργούν σαν ένα πλαίσιο για μία εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχή. Κι εδώ έρχεται και δένει και ο πρωτότυπος τίτλος, που σημαίνει ‘βύθιση’, ‘κατάδυση’, και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. «Θα βρεθούμε στον Άδη πνιγμένοι στη λησμονιά, να καταπίνουμε νερό σβήνοντας όλες τις μνήμες μας», λέει η Ντάνι σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη σκηνή. 

Και οι δύο ήρωες βιώνουν μια νοερή επιστροφή στο παρελθόν, στις μνήμες που τους κατατρέχουν – γιατί και οι όμορφες αναμνήσεις καμιά φορά καταντούν βασανιστικές. Είναι σαν να επικοινωνούν μέσα από τις κοινές τους μνήμες, αφού έχουν χάσει τα ίχνη ο ένας του άλλου και η Ντάνι, κυρίως, δεν ξέρει καν αν ο Τζέιμς είναι ακόμα ζωντανός. Παράλληλα το δίπτυχο της ζωής και του θανάτου είναι συνεχώς σε πρώτο πλάνο, με την Ντάνι να ερευνά, με την επιστήμη της, τη ζωή και τον Τζέιμς να βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο σε καθημερινή βάση.

Σε όλα αυτά πρωταρχικό ρόλο παίζει το νερό καθώς συνδέεται με την απαρχή και την πεμπτουσία της ζωής: ως έμβρυα είμαστε μέσα σε νερό, και από νερό αποτελείται το μεγαλύτερο ποσοστό του οργανισμού μας. Αλλά και στην όλη εξέλιξη της ιστορίας, το νερό είναι το βασικό στοιχείο: η Ντάνι ουσιαστικά ζει μέσα στο νερό, ο Τζέιμς συστήνεται ως αναλυτής νερού. Στο τέλος και οι δύο βρίσκονται στον βυθό της θάλασσας. Το νερό καταλήγει να είναι ο μόνος δρόμος για να βρεθούν ξανά, ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας που τους έχει απομείνει. Αυτή η ψυχολογική / συμβολική πλευρά της ιστορίας μπορεί να μην αποδίδεται με επιτυχία στο εκατό τοις εκατό, ωστόσο ακόμα κι έτσι, και με όλα της τα μικρά ή μεγάλα παραπατήματα, η ταινία του Βέντερς προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις.

Υπάρχει μια σκηνή σχετικά στην αρχή, μέρος του φλας μπακ του Τζέιμς, όπου ο ήρωας φέρνει στο μυαλό του το ξεκίνημα της μοιραίας αποστολής του. Έχει συναντηθεί με τους συνεργάτες του σε ένα μουσείο, ένα κτίριο ψυχρό και απρόσωπο, με λευκές αίθουσες, όπου οι πίνακες εκτίθενται μέσα χρυσές κορνίζες. Ανάλογες χρυσές κορνίζες πλαισιώνουν και τις πόρτες, δημιουργώντας ανά διαστήματα την οπτική ψευδαίσθηση ότι παρακολουθούμε σκηνές μέσα από καθρέφτες. 

Είναι μια σεκάνς με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ιδιαίτερο συμβολισμό για την ταινία συνολικά, ιδίως αν παρατηρήσουμε τους πίνακες μπροστά από τους οποίους περνάει ο Τζέιμς – και όχι μόνο: αναρωτιέμαι πόσοι πρόσεξαν εκεί το πλάνο του ‘Οδοιπόρου πάνω από τη θάλασσα της ομίχλης’, έναν ιδιότυπο ζωντανό πίνακα: μια εικόνα φευγαλέα ενός επισκέπτη του μουσείου που στέκει σε μια άκρη, ίδιος με τον άντρα που απεικονίζεται στον περίφημο πίνακα του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, και ο οποίος φεύγει από τη θέση αυτή δευτερόλεπτα αργότερα όταν το πλάνο αλλάζει γωνία (παρεμπιπτόντως έχω την εντύπωση ότι ο άντρας στον ρόλο αυτού του επισκέπτη είναι ο ίδιος ο Βέντερς). 


Όπως και να έχει, είναι μια σκηνή που ξεχωρίζει ανάμεσα στις υπόλοιπες, έχει διαφορετικό στήσιμο, διαφορετική ατμόσφαιρα, τα χρώματα επίσης είναι διαφορετικά. Από άποψη οπτική αλλά και αν λάβουμε υπ’ όψιν τις επιμέρους λεπτομέρειες, συνδέεται με το φινάλε, το οποίο επίσης είναι ανοιχτό σε περισσότερες από μία εκδοχές και ερμηνείες, ανάλογα με το πόσο διατεθειμένος είναι κανείς να το ‘διαβάσει’ πίσω από την άμεση, αν και όχι και τόσο προφανή τελικά, κυριολεξία του.

Η ταινία προβάλλεται από τις 7 Ιουνίου.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούνιο του 2018
https://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/10195-submergence

15 April 2018

John Krasinski: Ένα ήσυχο μέρος


Στο όχι και τόσο μακρινό 2020, η Γη έχει μετατραπεί σε ένα μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, όπου τερατόμορφα αιμοβόρα πλάσματα λυμαίνονται τις ερειπωμένες περιοχές, απειλώντας με αφανισμό κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Τα πλάσματα αυτά δεν βλέπουν αλλά έχουν πολύ ευαίσθητη ακοή, με αποτέλεσμα οι ελάχιστοι επιζήσαντες άνθρωποι να είναι αναγκασμένοι να κινούνται και να ζουν αθόρυβα και σιωπηλά έτσι ώστε να μην τους τραβήξουν την προσοχή. Ο Λι και η Έβελιν Άμποτ (Τζον Κραζίνσκι και Έμιλι Μπλαντ) αγωνίζονται να επιβιώσουν μαζί με τα παιδιά τους με όποιον τρόπο μπορούν, επικοινωνώντας μεταξύ τους με νοήματα και βλέμματα, ενώ γύρω τους επικρατεί εγκατάλειψη και μια ανατριχιαστική σιωπή.

Με μια εξαιρετική ιδέα, και ένα θέμα ίσως όχι και τόσο πρωτότυπο κατά βάση (τέρατα που ‘ξυπνάνε’ με τους ήχους έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές στη μυθοπλασία) αλλά δοσμένο εδώ με ύφος ιδιότυπα δεξιοτεχνικό, ο Τζον Κραζίνσκι, σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής και συν-σεναριογράφος της ταινίας τρόμου «Ένα ήσυχο μέρος» μας βάζει κατευθείαν και χωρίς περιστροφές μέσα στην καρδιά της ιστορίας του από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Οι ήρωές του περιφέρονται σαν σκιές ανάμεσα σε παρατημένα αυτοκίνητα και έρημα μαγαζιά, ενώ η εξοχή γύρω τους είναι τόσο όμορφη και επιβλητική όσο και απειλητική, αφού εκεί είναι που τα ανελέητα τέρατα καραδοκούν, περιμένοντας να ακούσουν έστω και τον παραμικρό ήχο για να επιτεθούν.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, η καθημερινότητα είναι πολύ διαφορετική. Η επιβεβλημένη και αναγκαστική σιωπή στερεί την έκφραση συναισθημάτων όπως η θλίψη, ο φόβος ή ακόμα και η χαρά, αφού το κλάμα και το γέλιο ισοδυναμούν αυτόματα με θανατική καταδίκη. Η Ρίγκαν (Μίλισεντ Σίμονς), η κόρη του ζευγαριού, κωφή εκ γενετής, είναι η μόνη που δεν αντιλαμβάνεται απόλυτα την έννοια των ήχων και της επικινδυνότητας που συνδέεται με αυτούς, κάτι που έχει σαν συνέπεια να γίνει, άθελά της, η αιτία για τον χαμό του μικρότερου αδελφού της. Οι τύψεις γι’ αυτό το δραματικό περιστατικό δεν την αφήνουν να ησυχάσει, και ζει συνεχώς με την αμφιβολία για το αν οι γονείς της εξακολουθούν να την αγαπούν.

Ο αγώνας για επιβίωση εδώ δεν έχει να κάνει με τα είδη πρώτης ανάγκης. Οι Άμποτς έχουν βρει διάφορους τρόπους για να βγάζουν πέρα την κάθε μέρα, με ελάχιστα μέσα αλλά χωρίς να τους λείπει η εφευρετικότητα. Το βασικό πρόβλημα είναι το να μείνουν ζωντανοί. Τα τέρατα, που είναι φαινομενικά ανίκητα, επιτίθενται τόσο γρήγορα και αιφνιδιαστικά ώστε να αποκλείουν κάθε πιθανότητα αντίδρασης. Η ενότητα της οικογένειας παίζει τον πλέον σημαντικό ρόλο για την αντιμετώπιση αυτής της εφιαλτικής κατάστασης, κάτι που ωστόσο δεν κρατάει για πολύ.

Ο Λι αποφασίζει να δείξει στον γιο του Μάρκους (Νόα Τζουπ) κάποιες βασικές στρατηγικές για να είναι σε θέση να προστατεύσει τόσο τον εαυτό του όσο και τη μητέρα του και την αδελφή του. Οι δυο τους φεύγουν για το δάσος, ενώ η Έβελιν, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, μένει στο σπίτι. Σ’ αυτό το σημείο, οι ρόλοι διαχωρίζονται και, ουσιαστικά, γυρίζουν πίσω στην αρχετυπική μορφή τους: η μητέρα προστατεύει το σπίτι, ενώ ο πατέρας βγαίνει έξω για να εξασφαλίσει ότι κανένας κίνδυνος δεν θα απειλήσει την οικογενειακή εστία. Ωστόσο από τη στιγμή που γίνεται αυτό, από τη στιγμή δηλαδή που η οικογένεια διασπάται, όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά γίνονται ευάλωτοι, εκτίθενται στους ανελέητους εχθρούς και καλούνται να επιβιώσουν, ο καθένας με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του. Και τότε ξεκινάει ένα τρομακτικό κυνήγι γάτας – ποντικιού, το οποίο θα έχει μεν τραγικές συνέπειες αλλά και ένα αναπάντεχο αισιόδοξο μήνυμα για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Η ταινία του Κραζίνσκι είναι, τυπικά, ένα θρίλερ επιβίωσης, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα μονοπάτια, περισσότερο ή λιγότερο ευκρινή. Οι οικογενειακές αξίες, το βάρος της αυτοθυσίας, το πόσο τραγικά γεγονότα του παρελθόντος καθορίζουν τη συμπεριφορά μας αλλά και τη σχέση μας με τους άλλους, είναι θέματα που εξετάζονται διακριτικά σε δεύτερο επίπεδο, ενώ σε πρώτο πλάνο κυριαρχεί το στοιχείο του αγώνα για ζωή σε έναν εχθρικό μετα-αποκαλυπτικό κόσμο.

Το σκηνικό της ιστορίας είναι καθηλωτικό, και η ατμόσφαιρα που επιτυγχάνεται μέσω αυτού αλλά και των εξαιρετικά εκφραστικών πρωταγωνιστών – μεγάλων και μικρών – δημιουργεί ένα κλίμα αγωνίας και ανασφάλειας ιδιαίτερα πειστικό. Αν και η έλλειψη ομιλίας είναι σχεδόν απόλυτη – με εξαίρεση πολύ συγκεκριμένες σκηνές -  οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τα εκάστοτε συναισθήματα των ηρώων με λιτότητα, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολές. Η μουσική του Μάρκο Μπελτράμι, λυρική και συχνά συγκινητική, έρχεται ηθελημένα σε αντίθεση με τις σκοτεινές, απαισιόδοξες εικόνες. Ωστόσο η βασική ηχητική υπόκρουση είναι που συμβάλλει περισσότερο στο γενικότερο κλίμα, με μια σειρά από οξείς, ανησυχητικούς ήχους που, από τη μια υπενθυμίζουν συνεχώς την ύπαρξη των επικίνδυνων ‘άλλων’, ενώ από την άλλη είναι σαν να αναπαριστούν τις ηχητικές διεργασίες που υφίστανται μέσα στο μυαλό των ηρώων, καθώς για τους ίδιους είναι απαγορευμένο να εκφραστούν χρησιμοποιώντας ανάλογα μέσα.

Ίσως σε όσους αρέσουν οι αμιγείς ιστορίες επιβίωσης, η ταινία να φανεί κάπως χαλαρή, και η αλήθεια είναι ότι, σε κάποια σημεία, θα μπορούσε να ‘μαζευτεί’. Από την άλλη, πάλι, με ένα τόσο αβανταδόρικο θέμα, θα περίμενε κανείς κάτι παραπάνω από μόλις 90 λεπτά δράσης. Είναι όμως από εκείνα τα έργα στα οποία αναπόφευκτα ξαναγυρνάς κάποια στιγμή για να δεις πάλι μια σκηνή, να παρατηρήσεις με περισσότερη προσοχή κάτι στο οποίο, σε πρώτη θέαση, δεν έδωσες και τόση σημασία – και έχει τόσα πολλά καλά στοιχεία, και από σκηνοθετική αλλά και από καλλιτεχνική άποψη, και τόσες ενδιαφέρουσες αναφορές που μπορεί κανείς να εντοπίσει με λίγη παρατηρητικότητα, που τελικά κερδίζει τις εντυπώσεις και με το παραπάνω.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Απριλίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Απρίλιο του 2018
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/9633-ena-isixo-meros


11 April 2018

George A. Romero: Η νύχτα των ζωντανών νεκρών

Έρχονται να σε πιάσουν!



Αρχετυπική ταινία τρόμου, σημείο αναφοράς για όλη σχεδόν τη μεταγενέστερή της κινηματογραφική παραγωγή με παρόμοια θεματολογία, η «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» του Τζορτζ Α. Ρομέρο δεν είναι η πρώτη ταινία που γυρίστηκε με θέμα τους νεκροζώντανους (κοινώς: ζόμπι), εξακολουθεί όμως να είναι η καλύτερη. Γυρισμένη το 1968, με ασπρόμαυρο φιλμ και ελάχιστο προϋπολογισμό, καταφέρνει με την απλότητα των μέσων και την αμεσότητα των πλάνων να μεταδώσει ένα εφιαλτικό κλίμα αγωνίας και απομόνωσης που ακόμα και σήμερα σπάνια συναντά κανείς σε ταινίες του είδους,

Με σκηνικό τη φαινομενικά ειδυλλιακή εξοχή της Πενσιλβάνια, η ιστορία ξεκινάει με τους δύο αρχικούς πρωταγωνιστές, τον Τζόνι και την Μπάρμπρα Μπλερ (Ράσελ Στράινερ και Τζούντιθ Ο’Ντι), να κατευθύνονται με το αυτοκίνητό τους προς το κοιμητήριο της περιοχής. Είναι κάτι που κάνουν κάθε χρόνο την ίδια μέρα, αφού εκεί είναι θαμμένος ο πατέρας τους. Ενώ είναι μόνοι τους στο νεκροταφείο, και ο Τζόνι πειράζει κάπως κακόγουστα την Μπάρμπρα εκμεταλλευόμενος τη φοβία της για τον συγκεκριμένο χώρο («Έρχονται να σε πιάσουν!» της λέει περιπαικτικά, επαναλαμβάνοντας ένα «αστείο» από τα παιδικά τους χρόνια), ένας πανύψηλος άντρας που, από μακριά, φαινόταν απλώς να περπατάει αδιάφορα, επιτίθεται στην Μπάρμπρα και ο αδερφός της, στην προσπάθειά του να τη σώσει, τραυματίζεται θανάσιμα.

Σύντομα η Μπάρμπρα διαπιστώνει ότι ο άντρας αυτός βρίσκεται σε μια περίεργη κατάσταση – έχει επάνω του διάφορα χαρακτηριστικά που δείχνουν ξεκάθαρα ότι δεν είναι ακριβώς ζωντανός – και φεύγει πανικόβλητη από το νεκροταφείο. Βρίσκει καταφύγιο σε ένα κοντινό έρημο αγροτόσπιτο, όπου την καταδιώκει ο νεκροζώντανος από το νεκροταφείο – και όχι μόνο – αλλά για καλή της τύχη σύντομα καταφεύγει εκεί και ο Μπεν (Ντουέιν Τζόουνς), τον οποίο επίσης καταδιώκουν νεκροζώντανοι αλλά έχει καταφέρει να κρατήσει την ψυχραιμία του και έχει ήδη αρχίσει να μηχανεύεται διάφορους τρόπους για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Λίγο αργότερα, ανακαλύπτουν ότι στο κελάρι του σπιτιού είναι κρυμμένοι ο Χάρι και η Έλεν Κούπερ (Καρλ Χάρντμαν και Μέριλιν Ίστμαν) μαζί με την κόρη τους Κάρεν (Κίρα Σον), η οποία βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση γιατί ένα ζόμπι της επιτέθηκε και τη δάγκωσε πριν μπουν στο σπίτι. Σύντομα στο αγροτόσπιτο βρίσκει καταφύγιο και ένα νεαρό ζευγάρι, ο Τομ και η Τζούντι (Κιθ Ουέιν και Τζούντιθ Ρίντλεϊ).

Κι ενώ η ενημέρωση από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση είναι ελλιπής και κανένας αρμόδιος δε φαίνεται να ξέρει – ή να είναι διατεθειμένος να πει – τι είναι αυτό που κάνει ξαφνικά τους πεθαμένους να ζωντανεύουν ως αιμοβόρα ζόμπι και να επιτίθενται στους ζωντανούς, αυτή η ετερόκλητη ομάδα άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων θα κληθεί να συνεργαστεί κάτω από εξαιρετικά αντίξοες και επικίνδυνες συνθήκες μέσα στο αγροτόσπιτο, ενώ η κατάσταση γύρω τους γίνεται ολοένα και πιο έκρυθμη και ανεξέλεγκτη κάθε ώρα που περνάει. Ο λογικός και ψύχραιμος Μπεν προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, ενώ ο οξύθυμος Χάρι άθελά του υπονομεύει την ασφάλεια όλων με την επίμονη άρνησή του να συνεργαστεί για το κοινό καλό. Ο Τομ και η Τζούντι, θαρραλέοι και καλοπροαίρετοι, είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν για ό,τι τους ζητηθεί, ενώ η Μπάρμπρα, ανίκανη να διαχειριστεί όλες αυτές τις απανωτές και πρωτόγνωρες σοκαριστικές εμπειρίες, βυθίζεται σιγά σιγά στην κατάθλιψη και την κατατονία.

Με έμφαση περισσότερο στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και τις αντιδράσεις των ηρώων – χωρίς βέβαια να λείπουν και ορισμένες ιδιαίτερα ανατριχιαστικές σκηνές – η «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς και με τη δράση να μεταφέρεται σταδιακά από τον έναν (τη Μπάρμπρα) στους πολλούς (όλη την υπόλοιπη ομάδα). Αντλώντας την έμπνευσή του κυρίως από το μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Μάθεσον «I Am Legend» (1954), που είχε σαν θέμα του έναν άντρα που μένει μόνος του πάνω στη γη ενώ όλοι οι υπόλοιποι γύρω του έχουν γίνει βρικόλακες, o Ρομέρο επιστρατεύει τα ζόμπι (αν και ποτέ δεν ονοματίζονται στην ταινία) και επάνω τους στηρίζει το στοιχείο του τρόμου. Ούτε καν η παρουσία τους – η αίσθηση και μόνο ότι βρίσκονται εκεί έξω, ότι πλησιάζουν το αγροτόσπιτο, ότι τίποτα δεν είναι ικανό να τα σταματήσει, φτάνει για να τρομοκρατήσει τους ταμπουρωμένους επιζήσαντες οι οποίοι άλλοτε πράττουν έξυπνα και αποτελεσματικά και άλλοτε παίρνουν λάθος αποφάσεις που μπορεί και να στοιχίσουν ακριβά. Κάποιοι, όπως ο Μπεν ή ο Τομ, δεν καταλαμβάνονται από πανικό και είναι συνεχώς σε εγρήγορση, κοιτώντας πώς το σχέδιο που προκύπτει κάθε φορά θα ωφελήσει όλη την ομάδα. Άλλοι, όπως ο Χάρι, βλέπουν μόνο το συμφέρον τους – ή αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ότι τους εξυπηρετεί – αδιαφορώντας και για τις συνέπειες που αυτό μπορεί να έχει στους άλλους αλλά και, μακροπρόθεσμα, στον εαυτό τους. Κάτι, που φυσικά, επεκτείνεται και γενικότερα μέσα στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο και εννοείται ότι ισχύει και για καταστάσεις λιγότερο δραματικές.

Είναι πολλά τα μηνύματα που μπορεί να «διαβάσει» κανείς πίσω από την βασική πλοκή: πολιτικά σχόλια, κοινωνικές αιχμές, ο ρόλος και η αποτελεσματικότητα των μέσων ενημέρωσης, η αξιοπιστία ή μη των κυβερνήσεων παγκοσμίως, ακόμα και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Κυρίως όμως η «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» είναι μια ιστορία επιβίωσης που, μέσα από τα καθαρόαιμα στοιχεία του τρόμου και της φαντασίας, ερευνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και ανοχής, της ετοιμότητας απέναντι σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, της αμφίβολης σταθερότητας των διαπροσωπικών και οικογενειακών σχέσεων.

Αυτοί οι εφτά άγνωστοι άνθρωποι, που κυριολεκτικά από τη μια στιγμή στην άλλη είδαν τη ζωή τους να ανατρέπεται ολοσχερώς, αναγκάζονται να συμβιώσουν σε έναν περιορισμένο χώρο κάτω από εξαιρετικά αγχωτικές συνθήκες. Κλειδαμπαρώνονται στο αγροτόσπιτο θεωρώντας ότι έχουν κρατήσει απ’ έξω το κακό, ωστόσο δεν θα αργήσουν να ανακαλύψουν ότι το ίδιο κακό καραδοκεί μέσα στα φαινομενικά ασφαλή όριά τους, και έχει πάνω από μία μορφές. Από τη μια είναι το κυριολεκτικό, προφανές κακό, το οποίο εκφράζεται μέσα από την κόρη του Χάρι Κούπερ που γίνεται ζόμπι στο κελάρι, αλλά από την άλλη είναι και το ύπουλο, καλυμμένο κακό που, σε κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε να είναι και ανώδυνο: το υπερτονισμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης του Χάρι θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων ενώ τελικά δεν καταφέρνει να σώσει ούτε τον ίδιο. Παράλληλα, η ολοκληρωτική έλλειψη συμμετοχής της Μπάρμπρα στον αγώνα για επιβίωση την καθιστά τον πιο εύκολο στόχο όταν θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον χειρότερο εφιάλτη της. Η ζοφερή κατάληξη της ιστορίας είναι αναπόφευκτη, ενώ για τον Μπεν επιφυλάσσεται και η πλέον τραγική ειρωνεία.

Ο Τζορτζ Α. Ρομέρο, που έφυγε από τη ζωή το 2017, δικαιολογημένα θεωρείται ο εμπνευστής της έννοιας του «ζόμπι» με τη μορφή και τα χαρακτηριστικά που αυτό πήρε στη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση σε όλους τους τομείς. Η σειρά κόμικς «The Walking Dead», στην οποία βασίζεται η ομώνυμη και ιδιαίτερα δημοφιλής τηλεοπτική σειρά, έχει την πνευματική της απαρχή στην «Νύχτα των ζωντανών νεκρών», ενώ τα κλασικά πλέον βιντεοπαιχνίδια της σειράς «Biohazard / Resident Evil» είναι κυριολεκτικά στοιχειωμένα από αναφορές στην εμβληματική ταινία του Ρομέρο – για να αναφέρω δύο μόνο από τα εκατοντάδες ανάλογα παραδείγματα.

Ο πολύ χαμηλός προϋπολογισμός της ταινίας και τα περιορισμένα μέσα της εποχής, δεν επέτρεπαν τη δημιουργία εντυπωσιακών εφέ, κάτι που, παρ’ όλα αυτά, δεν επηρεάζει στο ελάχιστο το συνολικό αποτέλεσμα. Για τις σκηνές όπου ορδές από ζόμπι κατακλύζουν την εξοχή γύρω από το αγροτόσπιτο, ο Ρομέρο χρησιμοποίησε εθελοντές κομπάρσους οι οποίοι προσφέρθηκαν με ενθουσιασμό να συμμετάσχουν στα γυρίσματα. Το αγροτόσπιτο, όπου λαμβάνει χώρα το μεγαλύτερο κομμάτι της δράσης, ήταν υπό κατεδάφιση, κάτι που συνετέλεσε στην τόσο ρεαλιστική απεικόνιση της εξελισσόμενης καταστροφής. Η «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» είναι μια ταινία καθηλωτική, υποβλητική μέσα από τα μελετημένα πλάνα της, τη χρήση των φωτοσκιάσεων, την καίρια αξιοποίηση του ατμοσφαιρικού κλίματος που δημιουργούν οι ασπρόμαυροι τόνοι. Είναι μια ταινία ανεπιτήδευτη, κι αυτό είναι που την κάνει αξέχαστη και μοναδική.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Απρίλιο του 2018
http://fractalart.gr/night-of-the-living-dead/

17 March 2018

Roar Uthaug: Tomb Raider - Lara Croft


Αν και έχουν περάσει 22 χρόνια από τότε που εμφανίστηκε το πρώτο βιντεοπαιχνίδι της σειράς Tomb Raider, η πρωταγωνίστριά του, η ατρόμητη αρχαιολόγος Λάρα Κροφτ, εξακολουθεί να έχει την ίδια δυναμική, ενώ από το 2000 και μετά, η φήμη της επεκτάθηκε και στον χώρο του κινηματογράφου, αλλά και της λογοτεχνίας. Από το 1996 έχουν κυκλοφορήσει 11 κύρια βιντεοπαιχνίδια (χωρίς να υπολογίζονται κάποιες συμπληρωματικές κυκλοφορίες και ειδικές εκδόσεις), με το δωδέκατο να αναμένεται τον Σεπτέμβριο του 2018, πέντε μυθιστορήματα και δύο ταινίες, το Lara Croft: Tomb Raider (2001) του Σάιμον Ουέστ και το Lara Croft Tomb Raider: Το Λίκνο της Ζωής (2003) του Γιαν ντε Μποντ, και οι δύο με πρωταγωνίστρια την Αντζελίνα Τζολί.

Με κυρίαρχα τα στοιχεία της δράσης και της περιπέτειας, συνδυασμένα με γοητευτικές ιστορίες οι οποίες βασίζονται σε πηγές υπαρκτές και μυθολογικές, με σκηνικά δράσης αρχαιολογικούς, ιστορικούς αλλά και σύγχρονους χώρους οι οποίοι απεικονίζονται με απόλυτη πιστότητα (η χαμένη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ο ναός του Άνγκορ Βατ στο Βιετνάμ, το υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο του Λονδίνου), και έμφαση σε ευρήματα με ανυπολόγιστη αξία (το πηνίο του Νίκολα Τέσλα, το Ημερολόγιο των Μάγιας, το ξίφος του βασιλιά Αρθούρου), και, κυρίως, με μια ηρωίδα συναρπαστική και δημοφιλή, η οποία στις τελευταίες ιστορίες έδειξε την πιο ανθρώπινη και ευαίσθητη πλευρά της, τα παιχνίδια της σειράς Tomb Raider αποτελούν μια εξαιρετική πρώτη ύλη για κινηματογραφική μεταφορά. Το φετινό Tomb Raider: Lara Croft του Νορβηγού Ρορ Ουθάγκ (Το Κύμα) με πρωταγωνίστρια την Σουηδή Αλίσια Βικάντερ (Το Κορίτσι από τη Δανία, Το Φως Ανάμεσα Στους Ωκεανούς) αποτελεί την τρίτη συνάντηση της ψηφιακής ηρωίδας με τη μεγάλη οθόνη. Βασισμένη κατά κύριο λόγο στο ομώνυμο βιντεοπαιχνίδι του 2013, και παίρνοντας ορισμένα στοιχεία και από το τελευταίο ως τώρα της σειράς, το Rise of the Tomb Raider του 2015, η ταινία του Ουθάγκ μας συστήνει ουσιαστικά από την αρχή τη Λάρα Κροφτ, τοποθετώντας την στις απαρχές του μύθου της.

Η ανανεωμένη Λάρα Κροφτ ζει στο Λονδίνο και εργάζεται ως κούριερ για να βγάζει τα προς το ζην, ενώ η αρχαιολογία δεν είναι ακόμα στα σχέδιά της. Η Λάρα είναι κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, την οποία ωστόσο δεν μπορεί να πάρει ακόμα στα χέρια της καθώς αρνείται να υπογράψει τα χαρτιά που ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι ο πατέρας της είναι νεκρός. Ο Ρίτσαρντ Κροφτ ήταν αρχαιολόγος και κατά την τελευταία του αποστολή σε ένα μυστηριώδες νησί στην Ιαπωνία, χάθηκαν ξαφνικά τα ίχνη του με αποτέλεσμα, εφτά χρόνια αργότερα, να θεωρείται επίσημα νεκρός. Με αφορμή ένα ατυχές περιστατικό, και με την παρότρυνση της Άννα Μίλερ, συνεταίρου του πατέρα της, η Λάρα αναγκάζεται να προχωρήσει σ’ αυτό που απέφευγε τόσον καιρό ελπίζοντας στην επιστροφή του, ωστόσο ενώ είναι έτοιμη να βάλει την υπογραφή της, κάνει μια πολύ σημαντική ανακάλυψη που αφορά την αποστολή του Ρίτσαρντ Κροφτ στην Ιαπωνία. Λύνοντας έναν γρίφο και, στη συνέχεια, ακολουθώντας τις σημειώσεις του πατέρα της, φτάνει στον Χονγκ Κονγκ όπου, με τη βοήθεια του καπετάνιου Λου Ρεν, αρχίζει την αναζήτηση του μυστηριώδους νησιού στα ανοιχτά της Ιαπωνίας. Μια άγρια θαλασσοταραχή την οδηγεί κατευθείαν στον προορισμό της, όπου θα έρθει αντιμέτωπη με μια συνταρακτική αποκάλυψη και μια σειρά καθηλωτικών εξελίξεων που θα την κάνουν να συνειδητοποιήσει τη δύναμη της ψυχής, του μυαλού και της θέλησής της αλλά και την δική της προσωπική αξία.

Αν και κατά βάση πρόκειται για μια περιπέτεια με έντονη δράση, το Tomb Raider: Lara Croft είναι παράλληλα ένα ταξίδι συναισθηματικής ενηλικίωσης της ηρωίδας του μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων που την ωριμάζουν απότομα, αλλά και της δίνουν σημαντικά μαθήματα ζωής, ενώ και οι άλλοι χαρακτήρες, δευτερεύοντες αλλά εξόχως σημαντικοί, αναπτύσσονται παράλληλα με την πρωταγωνίστρια τόσο όσο χρειάζεται ώστε να έχουν βαρύτητα και εκτόπισμα στον άξονα της δράσης τους. Η Λάρα είναι από την αρχή υπεύθυνη και συνειδητοποιημένη, ωστόσο μέσα από αυτήν την περιπέτεια ανακαλύπτει τον εαυτό της και το ψυχικό της σθένος. Ελέγχει τις αποφάσεις της και σκέφτεται λογικά και ψύχραιμα ακόμα και μέσα στο χάος. Νιώθει απέχθεια για τον Ματίας Βόγκελ, τον κακό της ιστορίας, αλλά στην τελική μάχη ανάμεσά τους τον αντιμετωπίζει με ανωτερότητα με αποτέλεσμα και εκείνος να την βλέπει απέναντί του σαν ίση.

Η Αλίσια Βικάντερ, αν και είχε αντιμετωπιστεί με δυσπιστία όταν ανακοινώθηκε η επιλογή της, είναι μια εξαιρετική Λάρα Κροφτ και πάρα πολύ κοντά στην εικόνα της ηρωίδας: είναι όμορφη, με ευγενική φυσιογνωμία, εκφραστική και πολύ γήινη. Αποδίδει τη Λάρα Κροφτ με εσωτερικότητα και έχει την ικανότητα να επικοινωνεί με τον θεατή, μεταδίδοντάς του κάθε φορά τα συναισθήματά της. Νιώθεις το ίδιο έντονα το δέος της μπροστά στη συνειδητοποίησή της ότι μόλις σκότωσε έναν άνθρωπο – έστω κι αν ήταν ένας αιμοσταγής μισθοφόρος που παραλίγο να γίνει ο δικός της δολοφόνος – αλλά και την απίστευτη αποφασιστικότητα που της δίνει η οργή της απέναντι στον Βόγκελ, ο οποίος έγινε η αιτία να χάσει για δεύτερη φορά κάτι ανεκτίμητο. Ο Βόγκελ, πάλι, τον οποίο ερμηνεύει πολύ πειστικά ο Ουόλτον Γκόγκινς (Django ο Τιμωρός), εμφανίζεται εντελώς αλλοτριωμένος από το περιβάλλον, τις συνθήκες στο νησί αλλά και την εμμονή του για την ολοκλήρωση της αποστολής του εκεί, σε βαθμό που να έχει χάσει τον εαυτό του και να μην μπορεί να δει τίποτα καθαρά. Αντίθετα ο Λου Ρεν (Ντάνιελ Γου, πιο γνωστός από την ταινία Ο Άνθρωπος με τις Σιδερένιες Γροθιές), τον οποίο η Λάρα βρίσκει μεθυσμένο και σε άθλια κατάσταση πριν το κοινό τους ταξίδι, γίνεται κύριος του εαυτού του και κλείνει κι αυτός δικούς του παλιούς λογαριασμούς. Ο Ρίτσαρντ Κροφτ (θαυμάσιος ο Ντόμινικ Ουέστ από τη σειρά The Affair) έχει μια πολύ καίρια παρουσία που δρα καταλυτικά σε περισσότερα από ένα επίπεδα, ενώ ουσιαστικά αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, τουλάχιστον όσον αφορά τη Λάρα. Στον μικρό αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο της αινιγματικής Άννα Μίλερ εμφανίζεται η Κριστίν Σκοτ Τόμας (Ο Άγγλος Ασθενής), ενώ κάνει ένα πέρασμα και ο βετεράνος Ντέρεκ Τζάκομπι (Εγώ ο Κλαύδιος, Νεκροί Ξανά).

Οι σκηνές δράσεις είναι καλοκουρδισμένες και αληθοφανείς, με δυνατά εφέ και συνεκτικό, επιβλητικό ρυθμό. Η μουσική υπόκρουση από τον Ολλανδό Τομ Χόλκενμποργκ (Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής) είναι σε αρμονικές δόσεις επική και συνοδευτική. Πολύ φροντισμένη και η φωτογραφία του Τζορτζ Ρίτσμοντ (Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία), προσδίδει ατμόσφαιρα στις εξωτερικές σκηνές και υποβλητικότητα στους κλειστούς χώρους στο νησί, όπου κυριαρχούν το μυστήριο και η αγωνία. Ο Ουθάγκ, όντας και ο ίδιος λάτρης των παιχνιδιών της σειράς, έχει εντάξει στην ταινία του λεπτομέρειες, αναφορές αλλά και ολόκληρες σκηνές που θα φανούν ιδιαίτερα οικείες σε όσους τα ξέρουν. Ωστόσο η ταινία είναι με τέτοιον τρόπο στημένη και χορογραφημένη ώστε να είναι το ίδιο απολαυστική και για όσους από εμάς έχουμε αγαπήσει τη Λάρα Κροφτ μέσα από τα βιντεοπαιχνίδια, αλλά και για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι μαζί της. Το τελευταίο πλάνο είναι ουσιαστικά ένα δώρο στους φίλους των βιντεοπαιχνιδιών της σειράς, στους οποίους κλείνει το μάτι με μια έξυπνη και συγκινητική αναφορά σε ένα σήμα κατατεθέν της ηρωίδας.

Η ταινία παίζεται στους κινηματογράφους από τις 15 Μαρτίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2015
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/9395-tomb-raider

11 February 2018

Luca Guadagnino: Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου


Καλοκαίρι του 1983, κάπου στη Βόρεια Ιταλία. Ο Όλιβερ, Αμερικανός φοιτητής, έρχεται ως φιλοξενούμενος στο σπίτι του 17χρονου Έλιο Πέρλμαν στην εξοχή. Ο πατέρας του Έλιο, καθηγητής Αρχαιολογίας, συνηθίζει να καλεί κάθε καλοκαίρι φοιτητές για να τον βοηθούν με τις έρευνές του, μια παράδοση που ο Έλιο αντιμετωπίζει με αδιαφορία και μάλλον δυσαρέσκεια καθώς είναι αναγκασμένος κάθε φορά να παραχωρεί το δωμάτιό του στον εκάστοτε καλεσμένο. Τα πράγματα δεν φαίνονται να εξελίσσονται διαφορετικά και με τον Όλιβερ, ωστόσο καθώς οι μέρες περνούν, ο Έλιο θα αρχίσει να έρχεται αντιμέτωπος με πρωτόγνωρα για εκείνον συναισθήματα, με την προσοχή του να μετατοπίζεται σιγά σιγά προς τον φιλικό αν και κάπως απόμακρο αλλά ιδιαίτερα γοητευτικό ‘εισβολέα’, για τον οποίο σταδιακά αισθάνεται μια πολύ έντονη ερωτική έλξη.

Έχοντας καταπιαστεί με συναφές θέμα και στο παρελθόν, ο ευφυής Τζέιμς Άιβορι κινείται σε οικεία γι’ αυτόν μονοπάτια, αναλαμβάνοντας το σενάριο στην ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη Λούκα Γκουαντανίνο, ο οποίος με το ‘Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου’ κλείνει την ‘Τριλογία του Πάθους’, όπως την έχει ο ίδιος ονομάσει – είχαν  προηγηθεί οι ταινίες ‘Είμαι ο Έρωτας’ (I am Love, 2009) και ‘Κάτω από τον ήλιο’ (A Bigger Splash, 2015). Το 1987 ο Άιβορι είχε σκηνοθετήσει το αριστουργηματικό ‘Μόρις’, με παρόμοιο θέμα, από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ε. Μ. Φόρστερ. Το ‘Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου’ έχει επίσης λογοτεχνικές καταβολές, καθώς είναι βασισμένο στο βιβλίο του Αντρέ Ασιμάν με τον ίδιο τίτλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γκουαντανίνο έχει επίσης σκηνοθετήσει το πρόσφατο ριμέικ του εκπληκτικού και εμβληματικού θρίλερ ‘Suspiria’ του Ντάριο Αρτζέντο.

Με φόντο τα καθηλωτικά τοπία της Βόρειας Ιταλίας, η ιστορία ενηλικίωσης του Έλιο εξελίσσεται με έναν ιδιότυπο ρυθμό που χαρακτηρίζεται από επιφανειακή ηρεμία η οποία λειτουργεί σαν προστατευτική ασπίδα για τις εσωτερικές τρικυμίες που βιώνει ο νεαρός πρωταγωνιστής. Ο Έλιο, Εβραίος με ρίζες από Ιταλία, Αμερική και Γαλλία, έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά συναισθηματικών ανακαλύψεων τις οποίες δυσκολεύεται να διαχειριστεί, παρ’ όλο που, απ’ ό, τι φαίνεται, ζει σε ένα περιβάλλον με προοδευτικές αντιλήψεις και άπειρη κατανόηση. Ο πατέρας του, μελετητής και λάτρης του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, είναι ένας άντρας με πράο και πρόσχαρο χαρακτήρα αλλά και με μια σχεδόν μόνιμη λανθάνουσα μελαγχολία (κάτι που σχετίζεται με ένα μυστικό το οποίο κάποια στιγμή εξομολογείται στον Έλιο), και η μητέρα του είναι μια γυναίκα μοντέρνα, πανέξυπνη, διορατική και πολύ στοργική.

Ο ερχομός του Όλιβερ είναι όχι μόνο καταλυτικός αλλά και ιδιαίτερα καθοριστικός για το μέλλον του Έλιο και τη συνειδητοποίηση της σεξουαλικής – και όχι μόνο – ταυτότητάς του. Ο ‘ξένος’ δρα σαν άξονας γύρω από τον οποίο τα πάντα αρχίζουν αργά και μεθοδικά να κινούνται με έναν συγκεκριμένο ρυθμό και με ακόμα πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση. Οι κινήσεις του Όλιβερ, φαινομενικά αμήχανες και τυχαίες, οδηγούν ουσιαστικά τις εξελίξεις, προδιαγράφοντάς τις, κατά κάποιον τρόπο.

Ο Όλιβερ είναι ταυτόχρονα καθρέφτης και αντίποδας του Έλιο. Είναι Εβραίος, αλλά με ξεκάθαρη εθνική καταγωγή. Συμμερίζεται τα αισθήματα του Έλιο, αλλά είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος σε σχέση με τη δική του συναισθηματική κατάσταση. Ο Έλιο είναι λεπτεπίλεπτος και λίγο άγαρμπος, ο Όλιβερ είναι πανύψηλος, εντυπωσιακός και με απόλυτο έλεγχο των κινήσεών του – ακόμα και όσων φαίνονται αυθόρμητες. Όλα βέβαια είναι σχετικά. Τα κίνητρα των ηρώων δεν είναι πάντα ξεκάθαρα. Κάποια στιγμή υπονοείται – αν και μπορεί να περάσει απαρατήρητο – ότι ο πατέρας του Έλιο έχει παίξει έναν μικρό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων, έστω και αν αυτό έγινε περισσότερο υποσυνείδητα και λιγότερο με σκοπό. Ο κύριος Πέρλμαν κουβαλάει αναμνήσεις από το παρελθόν που τον στοιχειώνουν, καθώς έχουν να κάνουν με επιθυμίες που δεν ευοδώθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, έχει μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή – αλλά υπάρχει πάντα ένα αγκάθι που τον βασανίζει διακριτικά.

Ο Έλιο κινείται σε άλλο μήκος κύματος, μεγαλώνοντας σε μια διαφορετική εποχή, με άλλα ήθη. Είναι μπερδεμένος, και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη σεξουαλική αφύπνισή του, αλλά και με την πολυπλοκότητα που είναι αποτέλεσμα της πολυεθνικής καταγωγής του. Η μητέρα του τον αποτρέπει από το να φοράει το Άστρο του Δαυίδ στον λαιμό του, γιατί, όπως λέει, «είναι διακριτικοί Εβραίοι». Αυτό βέβαια σημαίνει εν μέρει ότι παράλληλα τον παροτρύνει να μην ενδώσει ή, τουλάχιστον, να μην εκδηλώσει προς τα έξω τη σεξουαλική του ιδιαιτερότητα. Βλέποντας τον Όλιβερ να φοράει το Άστρο, ωστόσο, παρακινείται και το βάζει κι αυτός, γιατί η επιρροή που ασκεί επάνω του το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του οικογενειακού περιβάλλοντός του.

Τα ονόματα των δύο πρωταγωνιστών έχουν πολύ ενδιαφέρουσα σημειολογία: Η ρίζα του ‘Έλιο’ είναι η λέξη ‘ήλιος’, ενώ ‘Όλιβερ’ είναι ο καλλιεργητής της ελιάς. Ο ήλιος και η ελιά είναι δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της μεσογειακής φύσης που είναι αλληλένδετα και εξαρτώνται το ένα από το άλλο, αλλά περισσότερο η ελιά είναι που έχει ανάγκη τον ήλιο. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι αν και ο Όλιβερ είναι που δείχνει να έχει απόλυτη αυτοπεποίθηση και συναισθηματική ισορροπία, είναι αυτός που, στην πραγματικότητα, χρειάζεται την στήριξη του Έλιο, ο οποίος, μέσα στη σύγχυση που αντιμετωπίζει καθημερινά, διαθέτει έναν αυθορμητισμό κι ένα ένστικτο που τον καθοδηγούν πολύ πιο άμεσα. Ο Όλιβερ τελικά υποκύπτει στα κοινωνικά στερεότυπα και στον φόβο της κατακραυγής και προτιμά να καταπιέσει τον εαυτό του και, ουσιαστικά, να θυσιαστεί για τα μάτια του κόσμου. Αντίθετα ο Έλιο, από τη στιγμή που συνειδητοποιεί την σεξουαλική του ταυτότητα και αποδέχεται τον εαυτό του, δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει υποχωρήσεις.

Αρκετές σκηνές φέρνουν στο νου τον ‘Μόρις’, κάτι που μάλλον έγινε συνειδητά, είτε από τον Γκουαντανίνο είτε από τον  Άιβορι, σαν φόρος τιμής στην αξέχαστη ταινία του τελευταίου. Η σκηνοθεσία του Γκουαντανίνο είναι λιτή, με έμφαση στα πλάνα της ιταλικής εξοχής και εύστοχα καδραρίσματα των φωτογενών ηθοποιών του. Αυτό που έχει πετύχει περισσότερο είναι η ισορροπία ανάμεσα στην στατικότητα των πλάνων της πανέμορφης ιταλικής εξοχής και τον εσωτερικό γρήγορο ρυθμό της δράσης, που είναι σταθερός και αδιάκοπος. Κάτι που οφείλεται βέβαια και στους βασικούς πρωταγωνιστές, τον Τιμοτέ Σαλαμέ που ερμηνεύει εξαιρετικά τον μπερδεμένο και κάπως ατσούμπαλο Έλιο, και τον πανέμορφο Άρμι Χάμερ, που αποδίδει με τεχνική αρτιότητα τις λεπτές συναισθηματικές μεταπτώσεις του αινιγματικού Όλιβερ.

Η ταινία είναι διανθισμένη από τραγούδια της δεκαετίας του ’80. η ανασύσταση της οποίας είναι προσεκτική και συνεπής, ενώ ο πολυτάλαντος και πολυσχιδής Αμερικανός τραγουδοποιός Σουφγιάν Στίβενς έγραψε επί τούτου τρία τραγούδια που ερμηνεύει ο ίδιος (Futile Devices, Visions of Gideon και το διαμαντάκι Mystery of Love). Το ‘Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου’ είναι υποψήφιο για βραβείο Όσκαρ σε τέσσερις κατηγορίες (καλύτερης ταινίας, Α’ αντρικού ρόλου για τον Τιμοτέ Σαλαμέ, καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου για τον Τζέιμς Άιβορι, και καλύτερου πρωτότυπου τραγουδιού για το ‘Mystery of Love’), και είναι αφιερωμένο στον ηθοποιό Μπιλ Πάξτον, ο οποίος απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2017.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 8 Φεβρουαρίου, από τη Feelgood.



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2018
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/9098-luca-guadagnino

10 January 2018

Stephen Chbosky: Θαύμα


Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο της Ρ. Τζ. Παλάσιο, η ταινία ‘Θαύμα’ του Στίβεν Τσμπόσκι, δημιουργού της πιο πρόσφατης κινηματογραφικής απόδοσης του παραμυθιού ‘Η Ωραία και το Τέρας’, είναι ένα συναισθηματικό ταξίδι, που με συγκινησιακή φόρτιση και απλά μέσα έκφρασης μέσα από ένα άμεσο σκηνοθετικό ύφος, αναδεικνύει την αναγκαιότητα της αποδοχής του διαφορετικού, θέτοντας σαν πλαίσιο τις οικογενειακές αξίες.

Κεντρικός άξονας της δράσης είναι ο Όγκι Πούλμαν, ένα παιδί που είχε την ατυχία να γεννηθεί με πολλαπλές παραμορφώσεις στο πρόσωπο. Ο Όγκι, ερμηνευμένος με ευαισθησία και εκφραστικότητα, παρά το έντονο και ιδιαίτερα ρεαλιστικό μακιγιάζ, από τον εντεκάχρονο Τζέικομπ Τρεμπλέι, πάσχει από το το σύνδρομο Treacher-Collins, μια σπάνια ασθένεια που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι μια σειρά από δυσμορφίες σε όλο το κεφάλι (αυτιά, μάτια, ζυγωματικά, σαγόνι), αν και δεν κατονομάζεται στην ταινία ούτε και στο βιβλίο. Το αποτέλεσμα είναι η όψη του Όγκι να καθίσταται αποθαρρυντική για τον κοινωνικό περίγυρο και να μεταμορφώνεται σε έναν τοίχο τον οποίο κανείς δεν είναι διατεθειμένος να γκρεμίσει για να δει αυτό που πραγματικά είναι ο Όγκι: ένα πανέξυπνο παιδί με χρυσή καρδιά που δεν διαφέρει σε τίποτα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του.

Αφού πέρασε σχεδόν όλη του την παιδική ηλικία μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού του, με την μητέρα του Ίζαμπελ (υπέροχη όπως πάντα η Τζούλια Ρόμπερτς) να του παρέχει όλη την απαραίτητη μόρφωση, φτάνει κάποια στιγμή η μέρα που ο Όγκι πρέπει να πάει στο σχολείο. Επομένως, να βγει στην κοινωνία, να συγχρωτιστεί με άλλους ανθρώπους, με άτομα της ηλικίας του, να ζήσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Είναι όμως έτοιμη η κοινωνία να αποδεχτεί το διαφορετικό; Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για κάτι τόσο εμφανές. Ο Όγκι πρέπει να καταβάλει διπλή και τριπλή προσπάθεια για να γίνει συμπαθής, καθώς όλοι τον λένε ‘τέρας’ και ‘πανούκλα’. Πράγματα αυτονόητα για τα άλλα παιδιά, ο Όγκι είναι αναγκασμένος να τα αποδεικνύει καθημερινά (π.χ., ότι είναι καλός μαθητής ή ότι του αρέσει ο ‘Πόλεμος των Άστρων’).

Στον αντίποδα του Όγκι βρίσκεται η αδερφή του Βία (τον ρόλο της αποδίδει με τρυφερότητα η δεκαεξάχρονη Ιζαμπέλα Βίντοβιτς), ένα κορίτσι στην εφηβεία που λατρεύει τον αδερφό της και ενώ συνειδητοποιεί πολλές φορές ότι οι γονείς της στρέφουν όλη τους την προσοχή σ’ εκείνον δίνοντας ελάχιστη σημασία στις δικές της ανάγκες, δεν ένιωσε ποτέ μνησικακία για τον Όγκι. Αναγκασμένη να ζει σε ιδιάζουσες συνθήκες από πολύ μικρή – από τότε δηλαδή που γεννήθηκε ο Όγκι – η Βία αναγκαζόταν να παίρνει αποφάσεις μόνη της, κάτι που την βοήθησε να ωριμάσει πολύ νωρίς. Ήταν πάντα ‘το κοριτσάκι με τη μεγαλύτερη κατανόηση’, όπως της έλεγαν οι γονείς της.

Οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί των Πούλμαν έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στο να μεγαλώσει ο Όγκι σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Έχοντας και τη συνεχή, ουσιαστική στήριξη του πατέρα του Νέιτ (ο μάλλον υποτιμημένος Όουεν Ουίλσον είναι εδώ σε πολύ καλή φάση κι έχει εξαιρετική χημεία με τα υπόλοιπα μέλη της κινηματογραφικής του οικογένειας), περιβαλλόταν πάντα από αγάπη και στοργή. Τα δύσκολα αρχίζουν όταν πηγαίνει στο σχολείο, και καλείται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της συναναστροφής με άλλα παιδιά, τα οποία δεν είναι πάντα διατεθειμένα να τον αντιμετωπίσουν φιλικά. Η ζωή στο σχολείο δεν θα είναι εύκολη, ωστόσο μετά από μια σειρά δοκιμασίες, πρακτικές και συναισθηματικές, ο Όγκι θα γίνει όχι μόνο αποδεκτός, αλλά και ιδιαίτερα αγαπητός γι’ αυτό που είναι.

Αφήνοντας χώρο και (κινηματογραφικό) χρόνο τόσο στους κεντρικούς του ήρωες όσο και στους εξίσου σημαντικούς δευτεραγωνιστές του, ο Τσμπόσκι (ο οποίος, σημειωτέον, εκτός από σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι και συγγραφέας) πετυχαίνει και διατηρεί μέχρι το τέλος τις ισορροπίες σε όλα τα επίπεδα της ταινίας. Βασικό του σημείο αναφοράς είναι βέβαια ο Όγκι και η εξέλιξη της δικής του ιστορίας, ωστόσο ρίχνει το βλέμμα του και σε όλους εκείνους τους χαρακτήρες που συνδέονται μαζί του άμεσα ή έμμεσα και που τον επηρεάζουν ή επηρεάζονται απ’ αυτόν. 

Έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε πώς είναι η καθημερινότητα της Βία και όλα τα θέματα που αντιμετωπίζει – την καλή της φίλη Μιράντα (Ντανιέλ Ρόουζ Ράσελ) που ξαφνικά σταμάτησε να της μιλάει χωρίς λόγο, τον Τζάστιν (Νάτζι Τζέτερ), έναν συμμαθητή της με καλλιτεχνική φύση που της ξυπνάει το ερωτικό συναίσθημα – καθώς επίσης και να γνωρίσουμε καλύτερα τον σχολικό περίγυρο του Όγκι που αποτελείται από τον ελαφρώς εκκεντρικό αλλά καλοσυνάτο και δίκαιο διευθυντή κύριο Κωλαράκη (Μάντι Πατίνκιν), τους καθηγητές, με βασικότερο συμπαραστάτη του Όγκι τον αντισυμβατικό κύριο Μπράουν (Νταβίντ Ντιγκς) και, κυρίως, τους συμμαθητές του: καλοπροαίρετα παιδιά που παραμένουν ανεπηρέαστα από προκαταλήψεις και επιδιώκουν να γίνουν φίλοι του, αλλά και τους αναπόφευκτους νταήδες που τον κοροϊδεύουν και τον προσβάλλουν με κάθε ευκαιρία. 

Τα στιγμιότυπα που αφορούν κάποια από αυτά τα πρόσωπα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς δείχνουν ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τα ζόρια και τα μυστικά του, τα οποία κουβαλάει συνεχώς και πολλές φορές αναγκάζεται να καλύπτει είτε πίσω από μια προσποιητή συμπεριφορά είτε με ψέματα. Ο κακομαθημένος Τζούλιαν (Μπράις Γκέισαρ) που δεν αφήνει τον Όγκι σε χλωρό κλαρί, είναι στην ουσία θύμα της συμπεριφοράς της αυταρχικής και υπερφίαλης μητέρας του. Ο λόγος που η Μιράντα αποφεύγει τη Βία σχετίζεται με ένα δικό της σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα το οποίο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε προσπαθήσει να καλύψει λέγοντας ψέματα, και στη συνέχεια εγκλωβίστηκε σ’ αυτά και δεν είχε πώς να απαλλαγεί. Ο Τζακ Ουίλ (Νόα Τζουπ), που από την αρχή δείχνει τον καλό και ειλικρινή του χαρακτήρα, πέφτει κι αυτός κάποια στιγμή θύμα των περιστάσεων, βάζοντας σε κίνδυνο τη φιλία του με τον Όγκι. 

Κοντολογίς, όλοι έχουν προβλήματα, όπως και ο Όγκι – η μόνη διαφορά είναι ότι το πρόβλημα του Όγκι είναι προφανές, κι ενώ οι άλλοι μπορούν απλά να κρύβουν ό,τι τους απασχολεί με το να μην αναφέρονται σ’ αυτό, η μόνη λύση που έχει ο Όγκι για να καλύψει το πρόβλημά του είναι να φοράει το αγαπημένο του κράνος του αστροναύτη, και όταν περπατάει στην αυλή του σχολείου και όλοι τον κοιτάζουν και τον σχολιάζουν κοροϊδευτικά, να φαντάζεται ότι γυρίζει από μια διαστημική αποστολή και το πλήθος τον ζητωκραυγάζει. 

«Μπορείς να καταλάβεις πολλά για έναν άνθρωπο από τα παπούτσια του», λέει σε κάποια από τις πρώτες σκηνές της ταινίας. Ο Όγκι πάντα κοιτούσε χαμηλά, και παρατηρούσε πράγματα που για τους άλλους ήταν αδιάφορα. Όμως τα μάτια της καρδιάς και του μυαλού του πάντα ήταν στραμμένα ψηλά – εξ ου και η αγάπη του για το διάστημα. Ο Όγκι βρήκε το θάρρος και βγήκε στην κοινωνία, είδε και την καλή και την άσχημη πλευρά της, μπορεί κάποια στιγμή να απογοητεύτηκε και να έχασε την πίστη του στον εαυτό του και τους ανθρώπους, ωστόσο με υπομονή και επιμονή κατάφερε να επιβληθεί με την προσωπικότητά του αδιαφορώντας για ο,τιδήποτε θα τον κρατούσε δέσμιο των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων.

Το ‘Θαύμα’ είναι μια ταινία που συγκινεί βαθιά σχεδόν από το πρώτο λεπτό, και σε αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση αισιοδοξίας. Περνάει τα τόσο σημαντικά και θετικά μηνύματά της διακριτικά και με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να βρει κανείς σημεία ταύτισης, ανεξάρτητα από το αν το θέμα τον αφορά ή όχι, είτε σε προσωπικό είτε σε ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 28 Δεκεμβρίου. Το ομώνυμο βιβλίο της Ρ. Τζ. Παλάσιο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος. 



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2018
http://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/8781-wonder