Showing posts with label ξένη λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label ξένη λογοτεχνία. Show all posts

10 January 2022

Silvia Moreno - Garcia: Mexican Gothic

Το «Mexican Gothic» αυτοπροσδιορίζεται από τον τίτλο του σαν ένα γοτθικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο Μεξικό. Και είναι ακριβώς αυτό, αλλά δεν είναι μόνο αυτό: ξεκινά σε ανάλαφρο κλίμα, τονίζοντας έτσι την ανεμελιά και τον πρόσχαρο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, της νεαρής κοσμικής Νοεμί, για να μετατραπεί προοδευτικά και με εντυπωσιακή μαεστρία σε μια ανατριχιαστική, σκοτεινή ιστορία γεμάτη τρόμο, μυστήριο αλλά και ακαταμάχητη γοητεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 στο Μεξικό, η Νοεμί πηγαίνει να επισκεφθεί την Καταλίνα, την αγαπημένη της εξαδέλφη με την οποία μεγάλωσαν μαζί, ύστερα από ένα αινιγματικό και φαινομενικά ασυνάρτητο γράμμα της τελευταίας όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο άντρας της προσπαθεί να τη δηλητηριάσει. Η Καταλίνα είναι παντρεμένη με τον Βέρτζιλ Ντόιλ, αριστοκράτη βρετανικής καταγωγής, ο οποίος, μετά τον γάμο τους, την πήρε μαζί του στην απομονωμένη έπαυλη της οικογένειάς του, κόβοντας έμμεσα την επικοινωνία με τους δικούς της. Η έπαυλη, που ονομάζεται «Το Ψηλό Μέρος», βρίσκεται σε μια επαρχία ξεχασμένη από τον χρόνο, απομακρυσμένη από κάθε στοιχείο πολιτισμού, σε μια αφιλόξενη και αγχωτική ορεινή ύπαιθρο. Φτάνοντας εκεί, η Νοεμί θα γνωρίσει για πρώτη φορά τα τρία μέλη της οικογένειας του Βέρτζιλ – την αυστηρή και εμμονική με τους κανόνες αδερφή του Φλόρενς, τον υπερήλικα πατριάρχη Χάουαρντ και τον Φράνσις, τον μοναχικό και συνεσταλμένο γιο της Φλόρενς. Βρίσκοντας την Καταλίνα απόμακρη και καταβεβλημένη, η Νοεμί αποφασίζει να παρατείνει την παραμονή της στην έπαυλη, ενώ αρχίζουν να συμβαίνουν στο σπίτι πράγματα παράξενα, σχεδόν ανεξήγητα με τη λογική. Καθώς οι μέρες περνάνε και σιγά σιγά τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειας βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια, η Νοεμί έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με έναν κόσμο που της ήταν παντελώς άγνωστος μέχρι τότε, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό.

Γεννημένη το 1981 και μεγαλωμένη στο Μεξικό, η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία ζει στον Καναδά από το 2004. Έχει γράψει εφτά μυθιστορήματα και πάρα πολλά διηγήματα, κάποια από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές που έχει εκδώσει. Από τον 2019, γράφει για βιβλία στην εφημερίδα The Washington Post.

Με επιρροές από την κλασική γοτθική λογοτεχνία και τη μυθοπλασία τρόμου, το «Mexican Gothic» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που οφείλει μέρος της ομορφιάς και της μυστηριακής ατμόσφαιράς του στον τόπο καταγωγής της δημιουργού του. Το φολκλόρ της Κεντρικής Αμερικής, από τα πιο πλούσια και γοητευτικά παγκοσμίως, αν και δεν έχει, φαινομενικά, πρωταρχικό ρόλο, ενυπάρχει σε όλη την ιστορία με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η Νοεμί, για παράδειγμα, έχει Ινδιάνικη καταγωγή, από την πλευρά της μητέρας της. Κάτι που της προσδίδει ιδιότητες και χαρακτηριστικά, όχι μόνο όσον αφορά την εξωτερική της εμφάνιση, αλλά και την ψυχοσύνθεσή της: είναι δεκτική σε ερεθίσματα, επικοινωνεί με τον χώρο γύρω της με έναν ιδιαίτερο τρόπο. 

Ωστόσο είναι αυτός ο ακριβώς ο χώρος που παίζει τoν σημαντικότερο ρόλο και κυριαρχεί: ο ευρύτερος σκηνικός χώρος – το φυσικό τοπίο της μυστηριώδους υπαίθρου – και ο πιο συγκεκριμένος, το Ψηλό Μέρος, η βικτοριανής αισθητικής έπαυλη των Ντόιλ, που είναι και ο βασικότερος «χαρακτήρας» της ιστορίας, μαζί με ό,τι καραδοκεί στα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – θεμέλιά της: κάποτε ένα μεγαλοπρεπές αρχοντικό και πλέον άντρο παρακμής και αλλόκοτων συμβάντων, δρα και αντιδρά σαν ένας ζωντανός οργανισμός, του οποίου τα μέλη και τα ζωτικά όργανα είναι, εν μέρει, οι αινιγματικοί κάτοικοί του – και όχι μόνο, όπως θα αποκαλυφθεί στην πορεία. Εκεί μέσα η ηρωίδα καταδύεται σε μια Κόλαση που κρύβει ακόμα πιο φοβερά μυστικά, με την πραγματικότητα να διαστρεβλώνεται συνεχώς, σαν να παρεμβάλλονται στον χώρο και τον χρόνο της παραμορφωτικά κάτοπτρα. Το «Mexican Gothic» ακολουθεί μοτίβα που συναντάμε συχνά στη μυθοπλασία με διαφορετικές παραλλαγές – διαβάζοντάς το, έρχονται στο μυαλό εικόνες από κλασικά μυθιστορήματα (Ρεβέκκα της Δάφνης Ντι Μοριέ, Τζέιν Έιρ της Σαρλότ Μπροντέ, Μεγάλες Προσδοκίες του Τσαρλς Ντίκενς), από σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες (Πορφυρός Λόφος του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, Το Αντικλείδι του Ιέιν Σόφτλι) αλλά και βιντεοπαιχνίδια με συγγενικές θεματολογίες (Resident Evil 4, The Evil Within) – και μάς προσφέρει ένα υπέροχο θρίλερ με έντονο το στοιχείο του μεταφυσικού, με καθόλου τυχαίες αναφορές στη φύση (η Νοεμί παρομοιάζει μέλη της οικογένειας Ντόιλ με έντομα ή σαρκοβόρα φυτά, κάτι που, όπως αποδεικνύεται, είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό σχήμα λόγου), με μια πρωταγωνίστρια αξιολάτρευτη που εξελίσσεται κι εκείνη μέσα από τον εφιάλτη που βρέθηκε να ζει – και, υπό αυτό το πρίσμα, έχουμε να κάνουμε, εν μέρει και με ένα Bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), που εδώ ωστόσο αφορά την συναισθηματική και πνευματική ωρίμανση της ηρωίδας – και ένα σύνολο χαρακτήρων, πρωταγωνιστικών και δευτερευόντων, που μένουν όλοι πραγματικά αξέχαστοι.

Μέσα σε ένα κλίμα σχεδόν μονίμως οριακά ανησυχητικό, η Νοεμί διαπιστώνει κάθε μέρα και περισσότερο ότι η γενική «προσταγή» που την αφορά είναι να πλησιάζει όσο το δυνατόν λιγότερο την Καταλίνα. Προσπαθώντας αφενός να βοηθήσει την ξαδέρφη της και αφετέρου να λύσει το μυστήριο που μοιάζει να έχει δέσει την έπαυλη με κάτι που, αρχικά, εύκολα θα το ερμήνευε κανείς σαν στοίχειωμα ή μαγεία, ξεπερνάει συνεχώς τον εαυτό της και τα όριά της, ενώ σταδιακά αποκτά μια ζεστή, φιλική σχέση με τον Φράνσις. Από ένα σημείο και πέρα, η φιλία αυτή εξελίσσεται σε ένα τρυφερό, ερωτικό αίσθημα που προοδευτικά αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη για τις αποφάσεις αλλά και τις αντιδράσεις της Νοεμί, όταν πλέον το απίστευτο παρελθόν του πατριάρχη Χάουαρντ, μαζί με τα ανατριχιαστικά μυστικά της οικογένειας και τα εφιαλτικά σχέδιά της, αρχίζουν να έρχονται στο φως.

Η αφήγηση είναι γεμάτη ζωντάνια και γλαφυρότητα, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο στις σκηνές εκείνες όπου οι περιγραφές αφορούν εικόνες και καταστάσεις τρομακτικές. Η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία έχει πετύχει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο θρίλερ, το παραμύθι και τον ρεαλισμό, με τα τρία στοιχεία πότε να διαδέχονται το ένα το άλλο και πότε να μπλέκονται μεταξύ τους, καθιστώντας τα όρια ανάμεσά τους εσκεμμένα θολά και δυσδιάκριτα. Είναι δύσκολο – μέχρι και αδύνατο – να αφήσεις από τα χέρια σου το «Mexican Gothic» όταν αρχίσεις να το διαβάζεις. Σ’ αυτό συμβάλλει και η απολαυστική μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, η οποία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Στο εξώφυλλο (έχει διατηρηθεί το πρωτότυπο της ξένης έκδοσης), η ζωηρόχρωμη και ατμοσφαιρική εικόνα σε βάζει αμέσως στο κλίμα: θυμίζει πίνακες της Φρίντα Κάλο και «παίζει» με τα χρώματα του Μεξικού, στον βικτοριανό φόντο και το φόρεμα της γυναικείας φιγούρας που το κοσμεί, με την υποψία της παρακμής που αποτυπώνεται στο ελαφρώς ξεραμένο μπουκέτο που κρατάει στα χέρια της να προδίδει την αίσθηση της παρακμής και της αποσύνθεσης που αποπνέει το Ψηλό Μέρος. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2022

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17581-mexican-gothic

13 December 2021

Κιμ Μαν Τσουνγκ: Το νεφελώδες όνειρο των εννέα

Μέσα σ’ έναν κόσμο ονειρικό, στο μεταίχμιο ανάμεσα στη φαντασία και μια πραγματικότητα που κι εκείνη συμπεριέχει στοιχεία μυστηριακά και φαντασιακά, κινείται το «Νεφελώδες Όνειρο των Εννέα»,  γραμμένο από τον Κομφουκιανό λόγιο του 17ου αιώνα Κιμ Μαν Τσουνγκ. Εν μέρει παραμύθι, εν μέρει παραβολή, με στοιχεία φιλοσοφικά και υπαρξιακά, αφηγείται την ιστορία του Σονγκ-γι, ενός νεαρού βουδιστή μοναχού, ο οποίος, κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υποκύπτει σε δύο κοσμικούς πειρασμούς: πρώτα δέχεται να πιει κρασί, κάτι που του έχει απαγορευτεί ρητά, και στη συνέχεια ερωτοτροπεί με οχτώ νεράιδες που συναντάει στον δρόμο του. Αυτά τα δύο «παραπτώματα» οδηγούν στην αποπομπή του από το βουδιστικό τάγμα, και η τιμωρία που του επιβάλλεται είναι να ξαναγεννηθεί σαν κάποιος άλλος. Έτσι επιστρέφει στη γη ως  Σο-γιου, γιος ενός ερημίτη, ο οποίος μεγαλώνει και γίνεται ένας νέος πολύ όμορφος και πολύ χαρισματικός, μορφωμένος και ταλαντούχος, περιζήτητος γαμπρός που και ο ίδιος, ωστόσο, δεν μένει καθόλου ασυγκίνητος απέναντι στα θέλγητρα των κοριτσιών που γνωρίζει. Έχοντας την ευχέρεια, λόγω των ιδιοτήτων του αλλά και των ηθών της εποχής, να επιλέξει πάνω από μία συζύγους καθώς και ερωμένες, θα συνδεθεί διαδοχικά με οχτώ κοπέλες – υποψήφιες νύφες που προέρχονται από διαφορετικά μέρη και κοινωνικά στρώματα, όμως έχουν πολλά κοινά που τις συνδέουν. Η νέα του ζωή μοιάζει παραμυθένια, ωστόσο το γιατί του συμβαίνουν όλα αυτά και πού θα τον οδηγήσουν, θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να το ανακαλύψει.

Για να κατανοήσει κανείς το πνεύμα και τα βαθύτερα νοήματα του τόσο ξεχωριστού αυτού βιβλίου, πρέπει να λάβει καταρχάς υπόψη του την εποχή κατά τα την οποία γράφτηκε αλλά και την «καταγωγή» του. Η λογοτεχνία της Άπω Ανατολής χαρακτηρίζεται γενικά από τη βαθιά φιλοσοφική της φύση, η οποία ωστόσο διατρέχει τα κείμενα με απλότητα και πρωτογένεια, σαν ένα ακόμα κομμάτι της ζωής. Ο λυρισμός, οι ονειρικές περιγραφές, η έντονη, ανεπιτήδευτη ποιητικότητα είναι αναπόσπαστα στοιχεία της. Ο Κιμ Μαν Τσουνγκ ήταν Κορεάτης λόγιος και διανοούμενος και η ιστορία του βιβλίου του διαδραματίζεται στην Κίνα, σε έναν χωροχρόνο οριακά μυθικό, όπου οι άνθρωποι είναι σε συνεχή επικοινωνία με τη φύση και τον κόσμο των πνευμάτων. Οι κοπέλες που περιστοιχίζουν τον ήρωα του βιβλίου έχουν ονόματα πουλιών ή στοιχείων της φύσης (Χελιδόνα, Αγριόχηνα, Συννεφένια, Φεγγαρένια), και διαθέτουν διττή υπόσταση: παρουσιάζονται σαν πλάσματα που, πέρα από την ανθρώπινη οντότητά τους, έχουν και ιδιότητες που τις κατατάσσουν στον κόσμο των άυλων πλασμάτων. Αυτή η διττότητα άλλωστε εκφράζεται μέσα στο βιβλίο μέσα και από πολλές άλλες δυαδικότητες που αντικατοπτρίζουν την αρχέτυπη δυάδα γιν και γιανγκ με διάφορους τρόπους και εκφάνσεις. Πιο χειροπιαστά κατανοητές είναι οι δυαδικές σχέσεις που οι οχτώ κοπέλες συνάπτουν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ουσιαστικά τέσσερα «ζεύγη» από αγαπημένες φίλες, και στα οποία ζεύγη το ένα μέλος συμπληρώνει το άλλο, χωρίς κανένα από τα δύο να υστερεί σε κάτι ούτε να θεωρείται υποδεέστερο. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, ο Σονκ-γι και ο Σο-γιου (ο ήρωας και η μετενσάρκωσή του) αποτελούν μια βασική δυάδα, τα μέλη της οποίας ωστόσο συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο και δεν εμφανίζονται ποτέ μαζί. Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας, ωστόσο, ο Σο-γιου γίνεται για λίγο και ο ίδιος μέλος μιας ορατής δυάδας, όταν περνάει στο προσκήνιο ο πρίγκιπας αδελφός μιας από τις κοπέλες.

Σε άμεση συνάρτηση με το στοιχείο της δυαδικότητας, που εκ των πραγμάτων κυριαρχεί στην ιστορία, είναι και οι μεταμορφώσεις, μεταφορικές και κυριολεκτικές, που συντελούνται κατά τη διάρκειά της, με πρώτη απ’ όλες την αρχική, την μετενσάρκωση του Σονγκ-γι στον Σο-γιου, η οποία αποτελεί, από μόνη της, μια δοκιμασία εξέχουσας σημασίας για τον ήρωα και την εξέλιξή του. Οι οχτώ κοπέλες έχουν κι εκείνες περάσει από ένα στάδιο μεταμόρφωσης, κάτι που αποκαλύπτεται πολύ αργότερα μαζί με την πραγματική ταυτότητά τους. Βλέπουμε να γίνονται και άλλες μεταμορφώσεις, οι οποίες με μια πρώτη ματιά φαίνονται επιφανειακές: ο Σο-γιου μεταμφιέζεται σε ιέρεια για να μπορέσει να μπει στο σπίτι μιας κοπέλας και να τη δει από κοντά, μία από τις άλλες κοπέλες μεταμφιέζεται σε αγόρι για να τον πλησιάσει, κάποια άλλη υποδύεται την άλλη εκπρόσωπο της δικής της δυάδας. Ωστόσο και αυτές οι μεταμφιέσεις είναι μικρότερες δοκιμασίες, από τις οποίες περνάει ο ήρωας χωρίς πάντα να το αντιλαμβάνεται, και όλες μαζί λειτουργούν σαν επιμέρους εξεταστικές διαδικασίες μιας, πνευματικής κυρίως, τελετουργίας που διαρκεί πολλά χρόνια και εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της ζωής του. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορία του βιβλίου είναι και κατά ένα μεγάλο μέρος της μια πορεία συναισθηματικής και πνευματικής ενηλικίωσης, καθώς ο ήρωας γίνεται ολοένα και σοφότερος μαθαίνοντας πράγματα για τον εαυτό του, χωρίς να παραλείπει βέβαια να παίρνει και τα ανάλογα μαθήματα ζωής, συνέπειες και απόρροιες τόσο των αξιέπαινων ενεργειών όσο και των ατοπημάτων του. 

Οι μυστηριώδεις ιδιότητες της δυαδικότητας επεκτείνονται και στη γενικότερη χρήση των αριθμών ως μαγικών στοιχείων. Το δύο έτσι κι αλλιώς θεωρείται μαγικός αριθμός, όπως και το εννέα που επίσης έχει μεγάλη σημασία στην ιστορία: οι οχτώ νεράιδες και ο Σονγκ-γι, και στη συνέχεια οι οχτώ υποψήφιες νύφες και ερωμένες και ο Σο-γιου, απαρτίζουν δύο ομάδες που αποτελούνται από εννέα άτομα. Οχτώ παιδιά απέκτησε ο ήρωας, ένα με κάθε μία από τις κοπέλες, ενώ το βιβλίο ξεκινάει απαριθμώντας τα πέντε όρη της Ανατολικής Ασίας. Η φιλοσοφία επίσης παίζει σημαντικό ρόλο: εκτός από τον Βουδισμό, ο Κιμ Μαν Τσουνγκ μνημονεύει επίσης τον Ταοϊσμό και τον Κομφουκιανισμό ως σημαντικούς φιλοσοφικούς κλάδους, κάτι που αντικατοπτρίζεται και μέσα στην ιστορία μέσα από διάφορα στοιχεία, όπως την προαναφερθείσα χρήση των αριθμών.

Ο ήρωας, αλλά και τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας, μιλούν με πνευματικότητα όπως και ο αφηγητής, που χρησιμοποιεί όμορφες λέξεις, ποιητικές αλληγορίες και συχνές αναφορές στη φύση, τα πλάσματα και τα λουλούδια της. Τα σκηνικά είναι εξίσου ονειρικά: ανθισμένα λιβάδια, ηλιόλουστες βουνοκορφές, παλάτια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Το βιβλίο του Κιμ Μαν Τσουνγκ διαβάζεται εύκολα χάρη στη ρέουσα, ανάλαφρη γλώσσα του, εδώ σε πολύ καλή μετάφραση της Ελένης Κατσιώλη, που αφήνει στον αναγνώστη μια αίσθηση ευφορίας και ψυχικής ηρεμίας. Ωστόσο είναι γεμάτο περίπλοκες φιλοσοφικές σκέψεις και νοήματα που επιδέχονται πολλές ερμηνείες, μέσα από ένα πνεύμα πανανθρώπινο και διαχρονικό.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17450-nefelodes-oniro-ennea

22 October 2021

E.T.A. Hoffman: Τα ελιξίρια του διαβόλου

Αν και σαφώς επηρεασμένο από το κίνημα του ρομαντισμού και με προφανείς τις επιρροές από την γοτθική λογοτεχνία του ευρωπαϊκού βορρά, το σκοτεινό, μεταφυσικό και μυστηριακό μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α Χόφμαν «Τα Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ουσιαστικά μια φιλοσοφική μελέτη που διεισδύει στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Ο αδελφός Μεράρδος, κατά κόσμον Φραντς, κεντρικός ήρωας και βασικός αφηγητής, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είχε φαινομενικά όλες τις προδιαγραφές για να ζήσει μια φωτισμένη, εναρετη ζωή, ένας άνθρωπος χαρισματικός ο οποίος ωστόσο κουβαλάει στους ώμους του τη βαριά κληρονομιά των πράξεων των προγόνων του. Οι πράξεις αυτές επαναλαμβανονται από γενιά σε γενιά με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια και ο ήρωας, αδύναμος μπροστά στο προκαθορισμενο του πεπρωμένο, δεν μπορεί παρά να τις επαναλάβει με τη σειρά του και ο ίδιος.

Πολυπράγμων και πολυσχιδής, ο Έρνεστ Τέοντορ Αμαντεους Χόφμαν (1776-1822) ήταν, εκτός από λογοτέχνης, και νομικός, συνθέτης, σκηνογράφος, κριτικός μουσικής, διευθυντής ορχήστρας και δικαστής, μεταξύ άλλων. Προς τιμήν του Μότσαρτ, άλλαξε το όνομά του από Βίλχελμ σε Αμαντέους. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικους συγγραφείς του κινήματος του ρομαντισμού, καθώς επηρέασε και πολλούς μεταγενεστερους συγγραφείς, όπως τον Πόε, τον Μποντλέρ, τον Κάφκα, τον Ντίκενς και τον Ντοστογιεφσκι. Τα έργα του ενέπνευσαν συνθέσεις μπαλέτων όπως ο «Καρυοθραύστης» του Τσαϊκόφσκι και η «Κοπέλια» του Ντεμπισί, ενώ σε τρεις ιστορίες του βασίζεται η όπερα του Ζακ Όφενμπαχ «Τα παραμύθια του Χόφμαν» στην οποία μάλιστα πρωταγωνιστικός ήρωας είναι ο ίδιος ο Χόφμαν.

Τα «Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο και στην δομή του ακόμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Χωρίζεται σε δύο εκτενή μέρη, γραμμένα με αρκετή χρονική απόσταση μεταξύ τους, από τα οποία το πρώτο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και το δεύτερο από τρία. Έχουμε αφήγηση μέσα στην αφήγηση – ο κύριος όγκος είναι η εξιστόρηση του Μεράρδου σε πρώτο πρόσωπο, η οποία παρατίθεται από τον εκδότη του χειρογράφου του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αφήγησης του Μεράρδου, τόσο ο ίδιος όσο και άλλα ατομα που συναντάει και συναναστεφεται αφηγούνται ιστορίες, κατά κανόνα μακροσκελείς και με έμφαση στις λεπτομέρειες. Οι ιστορίες αυτές σχετίζονται άμεσα η έμμεσα με τον Μεράρδο, άλλοτε φωτίζοντας πτυχές της δικής του ιστορίας και άλλοτε προσθέτοντας επιπλέον μυστήριο σε καίρια γεγονότα της ζωής του. 

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα μοναστήρι προτού ακόμη αποφασίσει να γίνει μοναχός, ο Μεράρδος, στην πορεία της ζωής του, έρχεται συνεχώς αντιμέτωπος με ανατροπές, αποκαλύψεις και μοιραίες συναντήσεις με άτομα των οποίων η ζωή φαίνεται να συνδέεται με τη δική του με έναν μυστικό, άρρηκτο δεσμό. Η έννοια της μοίρας αλλά και του πεπρωμένου έπαιζε έτσι κι αλλιώς πολύ σημαντικό ρόλο στη λογοτεχνία του ρομαντισμού και ιδίως του σκοτεινού ρομαντισμού, του άμεσα επηρεασμένου από την γοτθική λογοτεχνία. Άλλωστε, και ο Χόφμαν είχε σαν αφετηρία για την σύνθεση της ιστορίας αυτής ένα παλιότερο κείμενο, τον «Καλόγερο», αρχετυπικό μυθιστόρημα γοτθικού τρόμου που ο συγγραφέας του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις είχε γράψει προτού καν κλείσει τα είκοσι. 

Από την αρχή της ζωής του, ο Μεράρδος είχε έντονη γύρω του την παρουσία της θρησκείας και των εκπροσώπων της. Στα 16 του αποφασίζει να ακολουθήσει την ιερατική σταδιοδρομία, όπου αποδεικνύεται ότι διαθέται έμφυτο ταλέντο. Γρήγορα εξελίσσεται σε χαρισματικό ρήτορα που συνεπαίρνει το ποίμνιό του, και είναι το καμάρι των ανωτέρων του στη μονή όπου ζει. Όλα αυτά μέχρι που μπαίνει στον πειρασμό και δοκιμάζει λίγο από το ελιξίριο του διαβόλου, ένα μυστηριώδες κρασί που φυλάσσεται στη μονή σαν κειμήλιο. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, αρχίζει η διαρκής αναμέτρησή του με την σκοτεινή πλευρά του. Από πιστός και αφοσιωμένος μοναχός και χαρισματικός ρήτορας, μετατρέπεται σε υποχείριο των πιο απαγορευμένων επιθυμιών του και εμπλέκεται σε μια αλυσίδα εγκληματικών και άνομων πράξεων από τις οποίες η παράξενη μοίρα του τον προστατεύει, απαλλάσσοντάς τον από την ενοχή του για ένα μεγαλο διάστημα. Ο Μεράρδος παίρνει διάφορες μορφές και ταυτότητες, όπως ο διάβολος. Άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, άλλοτε εξαιτίας μιας παρεξήγησης, πότε μόνος του και πότε με κάποιον ακούσιο βοηθό, υποδύεται πρόσωπα που, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει ακόμα, συνδέονται μαζί του με τους πιο στενούς δεσμούς αίματος. Το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειάς του, που ο ίδιος το αγνοεί, έρχεται σιγά σιγά στο προσκήνιο και αρχίζει να κατευθύνει και να καθορίζει τη ζωή του. Ταυτίζοντας τη θρησκευτική ευλάβεια με την ερωτική επιθυμία, ερωτεύεται την αθώα Αυρηλία η οποία, από ένα ειρωνικό γύρισμα της τύχης, μετατρέπεται, εν μέρει άθελά της, στη νέμεσή του. 

Ο Μεράρδος  και ο «κακός» εαυτός του είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυαδικότητας που παίζει εξέχοντα ρόλο στο μυθιστόρημα και πολλές φορές κυριαρχεί, και τυχαίνει να είναι και το πιο σύνθετο. Όταν αποφασίζει να γίνει μοναχός, αποκτά τη θρησκευτική έκφανση του εαυτού του, σε αντιδιαστολή με την ήδη υπάρχουσα κοσμική. Στη συνέχεια, όταν αναδύεται από τα υπόγεια του μυαλού του η σκοτεινή πλευρά του, διχάζεται και πάλι ανάμεσα στην ενάρετη υπόσταση του μοναχού και μια ύπουλη προσωπικότητα που φαινομενικά καθοδηγείται από τον διάβολο. Αργότερα, για να καλύψει κάποιες από τις πράξεις του, δανείζεται το όνομα του Λεονάρδου, του ηγούμενου της μονής του, ενώ, καθώς μια αποκάλυψη από το παρελθόν φέρνει στο προσκήνιο ένα πρόσωπο – κλειδί, ο Μεράρδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εκδοχή του εαυτού του που δεν περίμενε ποτέ να συναντήσει. Ανάλογες «δυάδες» συναντάμε και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία είτε πιο ξεκάθαρα είτε πιο κρυπτικά αντικατοπτρίζουν το ένα το άλλο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ένα από τα δύο είναι το ενάρετο, το «καθαρό», και το δεύτερο αποτελεί την κακή, ψυχικά και πνευματικά παραμορφωμένη εκδοχή του.

Χειμαρρώδες, συναρπαστικό, δαιδαλώδες και πολυεπίπεδο, το μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, εδώ σε εξαιρετική μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού, που υπογράφει και το ιδιαίτερα κατατοπιστικό Επίμετρο, αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής κατά την οποία γράφτηκε. Η δύναμη της θρησκευτικής εξουσίας, οι πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις, οι προλήψεις και οι δυσειδαιμονίες, η τυφλή πίστη στις άυλες δυνάμεις, καλές και κακές, όλα αυτά στον υπερθετικό βαθμό, σχολιάζονται μέσα από την ιστορία του καταραμένου ήρωα Μεράρδου, ο οποίος, εν τέλει, υπέκυψε όχι τόσο στον πειρασμό της σάρκας όσο σε εκείνον της υπέρμετρης αλαζονείας. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις πνευματικές του ικανότητες τον έκανε να θεωρεί ότι ήταν σε θέση να ελέγξει την επίδραση που θα είχε στο μυαλό και την ψυχή του του ελιξίριο του διαβόλου. Αλλά επρόκειτο όντως για ένα δαιμονικό ποτό; Ή τελικά ήταν απλά ένα παλιό κρασί που, μόνο και μόνο εξαιτίας της σκανδαλιστικής ονομασίας του, πρόσφερε σε όποιον το δοκίμαζε την ψευδαίσθηση ότι περιείχε κάτι ικανό να τον αλλάξει, δίνοντάς του έτσι το άλλοθι για να ακολουθήσει έναν δρόμο που, σε άλλη περίπτωση, θα δίσταζε να πάρει, έχοντας πλέον τη δικαιολογία ότι «δεν φταίω εγώ, ο διάβολος με παρέσυρε», θέτοντας παράλληλα σε δοκιμασία και την πίστη του; Όπως άλλωστε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πάπας σε μια συνομιλία του με τον ήρωα, «το αιώνιο πνεύμα δημιούργησε έναν γίγαντα που μπορεί να δαμάσει και να αλυσοδέσει εκείνο το τυφλό κτήνος που μαίνεται μέσα μας. Αυτός ο γίγαντας ονομάζεται συνείδηση και από την πάλη του με το κτήνος γεννιέται η ελεύθερη βούληση. Η νίκη του γίγαντα είναι η αρετή, η νίκη του κτήνους η αμαρτία».


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17119-elixiria-diavolou

21 September 2021

Katharina Bendixen: Το δέντρο με τα μπουκάλια του ουίσκι

Εγκλωβισμένοι στην καθημερινότητα, θύματα της ρουτίνας τις περισσότερες φορές, αλλά και δικών τους εμμονών και απωθημένων, οι ήρωες της Καταρίνα Μπέντιξεν μοιάζουν με μέλη ενός αλλόκοτου θιάσου, που κινούνται οριακά μεταξύ μιας ασφυκτικής πραγματικότητας και μιας ακόμα πιο νοσηρής, παράλογης φαντασίας. Ζουν καταστάσεις και γεγονότα τα οποία είναι, στη βάση τους, οικεία και συνηθισμένα, ωστόσο παίρνουν εξωπραγματικές, εξωφρενικές, ακόμα και εφιαλτικές προεκτάσεις ιδωμένα από απροσδόκητες, εντελώς αντισυμβατικές, οπτικές γωνίες. Αυτό ακριβώς είναι και το στίγμα των ιστοριών αυτών, που αποτελούν το συγγραφικό ντεμπούτο της Μπέντιξεν, κάτι που διαφαίνεται ήδη και από τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος είναι και ο τίτλος ενός από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται σ᾽αυτήν.

Η ολοένα αναβαλλόμενη επίσκεψη της κόρης που ζει στην Αφρική, η παρουσία παιδιών σε ένα σπίτι, η επιθυμία για απαλλαγή από μια κουραστική σχέση, η τραγική ανάμνηση ενός ατυχήματος, ο θάνατος μιας συναδέλφου στη δουλειά – πράγματα που μπορεί να τύχουν στον καθένα και που η απλή αναφορά και περιγραφή τους δεν έχει τίποτα το αξιοπερίεργο, εντάσσονται εδώ σε έναν κόσμο που μοιάζει να υφίσταται παράλληλα με τον «πραγματικό» και φαντάζει σαν μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της υπαρκτής καθημερινότητας. Σαν κάτι «κουνημένες» φωτογραφίες, όπου το περίγραμμα των ανθρώπων και των αντικειμένων είναι θολό, φαίνεται διπλό και τριπλό, και αλλοιώνει την αναμενόμενη και οικεία στο μάτι εικόνα που έχουμε για τον κόσμο γύρω μας. Παραδόξως, ωστόσο, μέσα από αυτή τη διαστρέβλωση, αποκαλύπτονται ανατριχιαστικές αλήθειες, και αναδεικνύεται η τραγικότητα και η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ζωής όταν αμφότερες γίνονται έρμαια ανεξέλεγκτων καταστάσεων αλλά και άλλων ανθρώπων.

«[…] Εν τω μεταξύ είχε γεμίσει και η τραπεζαρία με δέκα παιδιά, και τα παιδιά κατακτάνε το δωμάτιό μας. Στο πάτωμα σέρνονται ήδη είκοσι, και στις γωνιές του κρεβατιού μας τη νύχτα κοιμούνται άλλα πέντε. Μόνο κάποια μέρη του κρεβατιού μας έχουνε μείνει ακόμα. Τα παιδιά δεν μας αφήνουνε να σηκωθούμε, να φάμε, να κοιμηθούμε, είμαστ’ αναγκασμένοι να φυλάμε μικροσκοπικά κομμάτια των σεντονιών.» (Το στενόχωρο σπίτι μας)

Είναι πολύ λεπτό το όριο ανάμεσα στην τετριμμένη καθημερινότητα και την τρέλα. Οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες της Μπέντιξεν είναι μπλεγμένοι στα γρανάζια μιας ρουτίνας, ανίκανοι να αντιδράσουν σε ό,τι τους καταπιέζει. Άλλοτε πάλι, εμπειρίες και βιώματα από το παρελθόν έρχονται και γαντζώνονται πάνω τους σαν χαμοδράκια – δεν τους αφήνουν στιγμή σε ησυχία και από ένα σημείο και πέρα αποκτούν τερατώδεις διαστάσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, τύψεις για τυχόν λάθη εξογκώνονται, κυριαρχούν στις μνήμες τους και μοιάζουν να ορίζουν σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωή τους.

Η Μπέντιξεν εισχωρεί στο μυαλό των ηρώων της και καταγράφει επακριβώς τις βαθύτερες ανησυχίες και τα πιο καλά κρυμμένα συναισθήματα και μυστικά τους. Όλες οι ιστορίες είναι σε πρώτο πρόσωπο, και κάθε φορά ο αφηγητής είναι διαφορετικός. Οι σύντομες αφηγήσεις τους θυμίζουν τους βραχνάδες – εκείνα τα εγκλωβιστικά άσχημα όνειρα από τα οποία είναι πολύ δύσκολο να ξυπνήσεις. Άλλωστε κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους ανθρώπους αυτούς. Η ζωή τους, η καθημερινότητά τους, φτάνουν σ᾽ένα σημείο όπου είτε τους καταπίνουν, είτε τους «αναγκάζουν» να προβούν σε πράξεις παράτολμες και επικίνδυνες  που, σε ένα άλλο επίπεδο, θα τις έλεγε κανείς και εγκληματικές. Τρόπον τινά, δηλαδή, τους αναγκάζουν – εξ ου και τα εισαγωγικά – γιατί οι πράξεις αυτές είτε παραμένουν τελικά στη σφαίρα της φαντασίας τους, είτε, αν πράγματι τελούνται, είναι ενέργειες που εκείνοι πάντα ήθελαν να τις κάνουν, αλλά για τον ένα ή τον άλλο λόγο δείλιαζαν. Κυρίως από το φόβο του τι θα πει ο κόσμος. 

«[…] Πολύ σύντομα δεν άντεχα πια τα παρακάλια της, και δεν μου έμενε τίποτ’ άλλο απ’ το να εξαφανίσω τα παρακάλια μαζί μ’ εκείνη τη γυναίκα στην πρέσα σιδερώματος. Τύλιξα τη γυναίκα στο σιδερόπανο στο ρολό και τη γύρισα πέρα δώθε, λίγο αντιστάθηκε μόνο. Λιώμα από το βάρος των κυλίνδρων, κατέβηκε τρέμοντας από την πρέσα. Έπεσε κάποιες φορές πάνω στην κάσα της πόρτας κι ύστερα βγήκε έξω σκοντάφτοντας στο κατώφλι.» (Προς το παρόν δεν θέλω σκοτούρες)

Στην πρώτη της αυτή συλλογή διηγημάτων, η Καταρίνα Μπέντιξεν εναλλάσσει τον ωμό ρεαλισμό με τις σουρεαλιστικές περιγραφές, φέρνοντας έτσι στην επιφάνεια τον παραλογισμό της καθημερινότητας και φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές πτυχές του μυαλού και της ψυχής των ανθρώπων. Με γραφή άμεση, αυθόρμητη και συχνά – πυκνά ωμή και συνειρμική, η οποία έχει αποδοθεί εξαιρετικά στη γλώσσα μας από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, συνθέτει εικόνες οι οποίες, μέσα από τον αλληγορικό χαρακτήρα τους και τον δαιδαλώδη συμβολισμό τους, βγάζουν απόλυτα νόημα και βρίσκουν σημεία ταύτισης με στοιχεία της καθημερινότητας που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι ίσως περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε οικεία.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/16915-dentro-mpoukalia

27 April 2021

Κι αυτό θα περάσει - Ένα περσικό παραμύθι

Από την ανεξάντλητη παγκόσμια δεξαμενή της λαϊκής σοφίας, η φράση «κι αυτό θα περάσει» ίσως είναι από τις πιο σοφές, αν και τόσο απλές, ρήσεις. Ο άνθρωπος, από τη στιγμή που καλλιέργησε τη λογική και το συναίσθημά του αιώνες πριν, είχε και εξακολουθεί να έχει πάντα την τάση από τη μια να ενθουσιάζεται με ό,τι του προκαλεί ευδαιμονία και από την άλλη να απογοητεύεται με τις αναποδιές, τις περισσότερες φορές χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να εκλογικεύσει ούτε τη μία περίπτωση, ούτε την άλλη. 

Το αποτέλεσμα συνήθως είναι το ίδιο, καθώς τόσο ο άμετρος ενθουσιασμός όσο και η ολοκληρωτική απογοήτευση οδηγούν στην αδράνεια και την στασιμότητα. Ο ενθουσιασμός δίνει μια ψευδαίσθηση απόλυτης ευτυχίας, και η απογοήτευση την εντύπωση ότι όλα έχουν τελειώσει. Το υπερβολικά θετικό συναίσθημα κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει ότι θα παραμείνει πανευτυχής για όλη του τη ζωή επομένως παύει να προσπαθεί για το καλύτερο, από την άλλη το βαθιά αρνητικό συναίσθημα τον κάνει απαισιόδοξο και αδιάφορο για το μέλλον. Ωστόσο και οι δύο αυτές ακραίες καταστάσεις, όσο έντονες κι αν είναι κάποιες φορές, δεν παύουν να είναι εφήμερες. Όση κι αν είναι η διάρκειά τους, έχουν ημερομηνία λήξης, και αποδεικνύεται συνεχώς από καθημερινά παραδείγματα, ότι η λύπη διαδέχεται τη χαρά και το αντίστροφο σε μια αδιάκοπη λούπα.

Η φράση «κι αυτό θα περάσει» έχει τις ρίζες της στα βάθη της Περσίας, αν και ρήσεις με παρόμοιο νόημα συναντάμε και στην Αρχαία Ελλάδα, την βουδιστική φιλοσοφία, αλλά και στην εβραϊκή παράδοση. Όπως διαβάζουμε στο κατατοπιστικό επίμετρο της παρούσας έκδοσης, οι πρώτες αναφορές εντοπίζονται, με μικρές παραλλαγές, σε έργα Περσών ποιητών του 11ου, 12ου και 13ου μ.Χ. αιώνα.

Ένας βασιλιάς ζητάει από τους σοφούς του παλατιού του να του βρουν το πιο πολύτιμο μήνυμα, που να είναι όμως αρκετά σύντομο ώστε να χωράει στο εξίσου πολύτιμο πετράδι που κοσμεί το δαχτυλίδι του. Καθώς κανένας από τους σοφούς δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι για την περίσταση, ο βασιλιάς στρέφεται στον γέρο υπηρέτη του ο οποίος τον ήξερε από μικρό παιδί. Εκείνος του δίνει το μήνυμά του, μαζί με τη συμβουλή να το διαβάσει μόνο όταν δεν θα έχει καμία άλλη διέξοδο. 

Πράγματι ο βασιλιάς διαβάζει το μήνυμα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, και όντως αμέσως αρχίζει να διαφαίνεται μια αχτίδα φωτός. Σύντομα έρχονται ευτυχισμένες μέρες, και τότε ο υπηρέτης παροτρύνει τον βασιλιά να διαβάσει ξανά το μήνυμα. Ο βασιλιάς ξαφνιάζεται, παρ’ όλα αυτά ακολουθεί τη συμβουλή του υπηρέτη του και συνειδητοποιεί την πεμπτουσία αυτού του μηνύματος: όπως και το κακό, έτσι και το καλό είναι εξίσου εφήμερο, και ο άνθρωπος δεν πρέπει ούτε να επαναπαύεται αλλά ούτε και να απελπίζεται, παρά να αντιμετωπίζει τη ζωή με ψυχραιμία, καθαρό μυαλό και ελπίδα.

Ο βασιλιάς και ο σοφός υπηρέτης θα μπορούσαν να είναι εκφάνσεις του ίδιου ανθρώπου – η πλευρά που λειτουργεί με το συναίσθημα σε αντιδιαστολή με εκείνη που κινείται βάσει της λογικής. Αυτά τα δύο τόσο βασικά και αναπόσπαστα στοιχεία της ανθρώπινης υπόστασης θα πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία, ώστε να μην επικρατεί το ένα σε βάρος του άλλου στις περιπτώσεις εκείνες που απαιτούν ξεκάθαρες σκέψεις και αποφάσεις. Από την άλλη πάλι, ο σοφός υπηρέτης, με την πείρα της ζωής που κουβαλάει, αντιπροσωπεύει τη λαϊκή σοφία η οποία είναι μια σταθερή αξία όσοι αιώνες κι αν περάσουν, και αποτελεί πάντα μια πηγή γνωστικού πλούτου, ξεπερνώντας σύνορα και χρονικούς περιορισμούς. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, για παράδειγμα, οι παροιμίες που έχουν γεννηθεί τόσα χρόνια πριν, όχι μόνο χρησιμοποιούνται ακόμα στην καθημερινότητα, αλλά και βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή, και περιγράφουν με ακρίβεια καταστάσεις που ζούμε ακόμα και σήμερα. Η ρήση «κι αυτό θα περάσει», απλή κι όμως βαθιά ουσιαστική και με πολύ μεγάλη σημασία, λειτουργεί, τόσο μέσα στην ιστορία, όσο και στην πρακτική της χρήση, σαν ένα μάντρα: μια μαγική φράση που την λες μέσα σου σαν ένα είδος προσευχής που σε προστατεύει και σου δίνει δύναμη, θυμίζοντάς σου παράλληλα ότι όλα είναι περαστικά.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο από τις εκδόσεις “Αιώρα”, με ωραία μετάφραση από την Νικολέττα Σαρρή. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα πολύ όμορφα σχέδια του Παναγιώτη Σταυρόπουλου που συνοδεύουν το κείμενο: διακριτικά, ασπρόμαυρα, με λεπτές γραμμές, άλλοτε πιο λιτά και άλλοτε με έμφαση στη λεπτομέρεια (όπως το εκπληκτικό αρχίγραμμα στο ξεκίνημα της ιστορίας), θυμίζουν φιλιγκράν και γκραβούρες – κοσμήματα παλιών εκδόσεων.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Απρίλιο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/16187-ki-auto-tha-perasei

6 March 2021

Το μέλλον είναι εδώ: Οι προφητικές δυστοπίες του Τζορτζ Όργουελ


Από την 1η Ιανουαρίου του 2021, τα βιβλία του Τζορτζ Όργουελ είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων, και με την ευκαιρία αυτή, κυκλοφόρησαν στη χώρα μας πολλές και διαφορετικές εκδόσεις των έργων του. Ανάμεσά τους φυσικά δεν θα μπορούσαν να μην είναι τα δύο πιο εμβληματικά, η νουβέλα Η Φάρμα των Ζώων και το μυθιστόρημα 1984, κλασικές αλληγορίες που τυχαίνει να είναι και πιο επίκαιρες από ποτέ.

Αν και τα δύο αυτά έργα γράφτηκαν μέσα σε συγκεκριμένες γεωπολιτικές – κοινωνικές συνθήκες, και με σκοπό να καυτηριάσουν στοχευμένα πολιτικές και καθεστώτα της εποχής, η αλληγορική τους δυναμική ξεπερνάει τυχόν χρονικά και τοπικά όρια και βρίσκει εφαρμογή και αντιστοιχία ακόμα και στις μέρες μας – και μάλιστα πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Άλλωστε δεν έχει και τόση σημασία ποιο είναι το εκάστοτε καθεστώς και πώς ονομάζεται, καθώς η ιστορία έχει δείξει – και συνεχίζει, δυστυχώς, να αποδεικνύει καθημερινά – ότι όποιος αναλαμβάνει μια θέση κυριαρχική, δεν αργεί να ξεχάσει τις τυχόν λαϊκές καταβολές του και την όποια ιδεολογία τον έσπρωξε αρχικά να επιδιώξει ένα υψηλό πολιτικό πόστο, και τελικά καταλήγει σχεδόν αντίγραφο αυτού τον οποίο ανέτρεψε, με τις συνέπειες να είναι πάντα εξίσου δυσάρεστες για την πλειονότητα των ανθρώπων οι οποίοι υφίστανται οποιασδήποτε μορφής και πολιτικής κατεύθυνσης απολυταρχική εξουσία.

Η Φάρμα των Ζώων διαδραματίζεται σε ένα αγρόκτημα, όπου τα ζώα, αγανακτισμένα από την κακομεταχείριση των ανθρώπων, αποφασίζουν να επαναστατήσουν. Η ανταρσία τους στέφεται με απόλυτη επιτυχία, οι άνθρωποι εκδιώκονται κακήν κακώς, και σύντομα αρχίζει στη φάρμα μια περίοδος ευημερίας όπου κυριαρχούν η ισότητα και η δικαιοσύνη. Όμως σύντομα οι μέχρι πρότινος πρωτεργάτες της επανάστασης καλομαθαίνουν στην εξουσία, αρχίζουν να κοιτάζουν το προσωπικό τους συμφέρον και να αδιαφορούν για τα υπόλοιπα ζώα, τα οποία από ένα σημείο και πέρα μετατρέπονται ξανά σε υποτελείς και επανέρχονται σε συνθήκες ζωής και εργασίας που ελάχιστα διαφέρουν από την εποχή που είχαν τους ανθρώπους πάνω από το κεφάλι τους. Οι νόμοι που είχαν συντάξει όλοι μαζί, για να τηρούνται ευλαβικά από το σύνολο της κοινωνίας της Φάρμας, προοδευτικά διαστρεβλώνονται συστηματικά και μεθοδικά, έτσι ώστε κανείς τελικά να μη θυμάται τι είχε αρχικά συμφωνηθεί. Τα ζώα χωρίζονται σιγά σιγά σε κοινωνικές τάξεις, με τους προνομιούχους αρχηγούς να υιοθετούν όλο και περισσότερες ανθρώπινες συνήθειες, να έρχονται όλο και πιο συχνά σε επικοινωνία με τους ανθρώπους και στο τέλος να γίνονται κυριολεκτικά ίδια μ’ αυτούς. 

Το 1984 περιγράφει μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, όπου η αστυνόμευση και ο έλεγχος έχουν μπει κυριολεκτικά μέσα στα σπίτια, και οι άνθρωποι απαγορεύεται να έχουν συναισθήματα, να διαβάζουν, να ψυχαγωγούνται, να ερωτεύονται. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού, ο οποίος παρακολουθεί τα πάντα ασταμάτητα μέσα από οθόνες που είναι τοποθετημένες σε κάθε σπίτι, η ζωή είναι απόλυτα κατευθυνόμενη. Οι πολίτες του Λονδίνου είναι απλά γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής, και όχι μόνο η ελεύθερη έκφραση, αλλά και η ελεύθερη σκέψη είναι αυστηρά απαγορευμένες. Το λεξιλόγιο έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες λέξεις, με προοπτική να συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο. Τόσο η μακρινή όσο και η σύγχρονη ιστορία διαστρεβλώνονται, η λογοτεχνία κατακρεουργείται από την λογοκρισία, κλασικά κείμενα ξαναγράφονται για να φύγει από τις σελίδες τους κάθε τι που θεωρείται επικίνδυνο ή απειλητικό για την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Παρόμοια μεταχείριση έχουν και οι ειδήσεις, οι οποίες κυριολεκτικά κόβονται και ράβονται, ανάλογα με την περίσταση. Οι μνήμες των ανθρώπων χάνονται μέσα σε παραπλανητικές και εσκεμμένα λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με το παρελθόν. Κόντρα σε όλα αυτά, ο Ουίνστον Σμιθ, ο ήρωας της ιστορίας, αρχικά μηχανεύεται έναν τρόπο ώστε η οθόνη παρακολούθησης που βρίσκεται στο διαμέρισμά του να μην μπορεί να τον δει κάθε στιγμή. Ανακαλύπτει ένα παλαιοπωλείο και αγοράζει ένα σημειωματάριο, όπου κρατάει ημερολόγιο. Αργότερα ερωτεύεται. Η Τζούλια, η κοπέλα με την οποία σχετίζεται ανήκει σε νεότερη γενιά κι έχει γαλουχηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την προπαγάνδα του συστήματος, παρ’ όλα αυτά, εκείνη είναι που πρώτη εκφράζει τα συναισθήματά της απέναντί του. Ο Ουίνστον σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Θεωρεί ότι βρίσκει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο του Ο’ Μπράιεν, ενός χαρισματικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος, στον οποίο είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη παρ’ όλο που είναι άνθρωπος του συστήματος, καθώς ασκεί επάνω του μια ανεξήγητη γοητεία. Όταν έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια, ο Ουίνστον μένει με ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης, αν και από την αρχή απόλυτη επίγνωση της έτσι κι αλλιώς προδιαγεγραμμένης εξέλιξης των πραγμάτων.

Η Φάρμα των Ζώων και το 1984 ολοκληρώθηκαν με σχετικά μικρή χρονική διαφορά – το πρώτο το 1945, και το δεύτερο τρία χρόνια αργότερα (αν και εκδόθηκε το 1949). Το κίνητρο για την σύνθεσή τους ήταν για τον Όργουελ πάνω – κάτω το ίδιο, τα έργα ωστόσο έχουν σημαντικές διαφορές, οι οποίες τα κάνουν να αλληλοσυμπληρώνονται: Η Φάρμα των Ζώων εστιάζει κυρίως στους εκπροσώπους της εξουσίας, ενώ το 1984 μεταφέρει τον βασικό χώρο δράσης του στα λαϊκά – εργατικά στρώματα. Επιπλέον, Η Φάρμα των Ζώων παρακολουθεί την «επανάσταση» από τη γέννησή της μέχρι και κάποια στάδια της εξέλιξής της, ενώ στο 1984 βλέπουμε τις συνέπειες μιας ανάλογης ενέργειας σε βάθος χρόνου. Τα στοιχεία του μύθου, του παραμυθιού και της παραβολής που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά στη Φάρμα των Ζώων (καθόλου τυχαία, ο Όργουελ συνόδευε αρχικά τον τίτλο του έργου με τον υπότιτλο «Ένα παραμύθι», ο οποίος στη συνέχεια απορρίφθηκε όταν ήταν να εκδοθεί το βιβλίο) μετεξελίσσονται στο απογυμνωμένο και αφιλόξενο δυστοπικό κλίμα του 1984. Από το ακαθόριστο τοπικά και χρονικά σκηνικό της Φάρμας των Ζώων, περνάμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο στο 1984, όπου η κοινωνική-πολιτική-γεωγραφική κατάσταση είναι πλέον παγιωμένη. Προφανώς το 1984 φάνταζε σαν πολύ μακρινό μέλλον στα τέλη της δεκαετίας του ‘40 (παρεμπιπτόντως υπάρχει η άποψη ότι ο Όργουελ επέλεξε αυτή τη χρονολογία σαν αριθμοπαίγνιο με το 1948, χρονιά που ολοκλήρωσε το 1984), αλλά δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι σχεδόν τα πάντα που περιγράφονται στο βιβλίο έχουν αποδειχτεί ανατριχιαστικά προφητικά. Όχι τόσο όσον αφορά την πολιτική πτυχή, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό την παγκόσμια κοινωνία όπως έχει διαμορφωθεί κυρίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Μέσα στη δεκαετία του ‘80 μπορούμε να εντοπίσουμε μεμονωμένα τις απαρχές των κοινωνικών φαινομένων που κυριαρχούν στις μέρες μας και που κατά κάποιον τρόπο δικαιώνουν τις δυστοπικές προβλέψεις του Όργουελ. Ο φόβος του αόρατου εχθρού, η υπερβάλλουσα πολιτική ορθότητα, ο αναθεωρητισμός που ουσιαστικά αναιρεί σημαντικό μέρος της κλασικής λογοτεχνίας και, κατ’ επέκταση, της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο συστηματικός έλεγχος και η έμμεση αστυνόμευση, όχι μόνο δεν προάγουν την ελεύθερη σκέψη αλλά την περιορίζουν σε εγκληματικό βαθμό, κάτι που έρχεται σε άκρα αντίθεση με την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας η οποία, υπό ιδανικές συνθήκες, θα εξέλισσε τον κάθε άνθρωπο σε ένα απόλυτα αυτόνομο, ανεξάρτητο και ελεύθερο άτομο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2021

9 February 2021

Georges Simenon: Ο πάτος του μπουκαλιού

Στην άγρια και αφιλόξενη έρημο της Αριζόνα, στα σύνορα με το Μεξικό, διαδραματίζεται το μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν “Ο πάτος του μπουκαλιού”, με κεντρικούς ήρωες δύο αποξενωμένα αδέρφια, τον Πατ και τον Ντόναλντ, που ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες και άκρως αγχωτικές. Ο Πατ, που προτιμά να τον φωνάζουν Π.Μ., έχει ένα ράντσο στην περιοχή, κληρονομιά της δεύτερης γυναίκας του, και είναι δικηγόρος και βοηθός σερίφη. Είναι ευκατάστατος και πηγαίνει πάντα με το γράμμα του νόμου, σε αντίθεση με τον Ντόναλντ, ο οποίος είναι άνθρωπος λαϊκός, οριακά φτωχός και πρόσφατα καταδικασμένος για απόπειρα δολοφονίας. Με τη βοήθεια της αδερφής τους, καταφέρνει να δραπετεύσει από τη φυλακή και καταφεύγει στο ράντσο του Π.Μ. με σκοπό να περάσει τα σύνορα και να φτάσει στο Μεξικό όπου βρίσκονται η γυναίκα και τα παιδιά του. Αν και πιστός τηρητής του νόμου και υπέρμαχος της κυριαρχίας των ισχυρών, ο Π.Μ. δέχεται να τον βοηθήσει, παρέχοντάς του καταφύγιο προσωρινά καθώς, εξαιτίας των αντίξοων καιρικών συνθηκών, ο ποταμός που πρέπει να διασχίσει ο Ντόναλντ για να περάσει στο Μεξικό είναι απροσπέλαστος. Στη γυναίκα του, που δεν ξέρει ότι ο άντρας της έχει αδελφό, αλλά και στους γείτονες, τον συστήνει σαν έναν παλιό του φίλο. Στο μεταξύ, η κακοκαιρία μαίνεται στην περιοχή, αναγκάζοντας τον Ντόναλντ να παραμείνει στο ράντσο, υπομένοντας την παρέα των εύπορων ντόπιων, στους οποίους ωστόσο γίνεται απροσδόκητα συμπαθής, και ιδιαίτερα στις γυναίκες, οι οποίες τον θεωρούν αδύναμο και απροστάτευτο, συγκινημένες από το θλιμμένο του βλέμμα. 

Πολυγραφότατος και με πολυτάραχη ζωή (έχει γράψει, μεταξύ άλλων, γύρω στα 200 μυθιστορήματα, πάνω από 150 νουβέλες, άρθρα, αυτοβιογραφικά κείμενα καθώς και λαϊκά αναγνώσματα με διάφορα ψευδώνυμα), ο Ζορζ Σιμενόν είναι κυρίως γνωστός στο ευρύτερο κοινό ως δημιουργός του Επιθεωρητή Μαιγκρέ και των αστυνομικών περιπετειών του. Στη λεγόμενη Αμερικανική περίοδό του ανήκει ο “Πάτος του Μπουκαλιού”, μαζί με άλλα έργα τα οποία έγραψε το διάστημα που είχε καταφύγει στην Αμερικανική Ήπειρο για να αποφύγει διάφορες παρενέργειες, απόρροια της αμφιλεγόμενης συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εποχή που έζησε στο Νογάλες, στα σύνορα της Αριζόνα με το Μεξικό, ενέπνευσε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σύλληψη της ιδέας για το βιβλίο αυτό, που είναι ένα ιδιότυπο είδος γουέστερν με έμφαση στον ψυχολογικό παράγοντα. Γράφτηκε το 1949, ενώ το 1956 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Χένρι Χάθαγουεϊ. Κυκλοφορεί σε ωραία μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ από τις εκδόσεις Άγρα, στη σειρά με τα έργα του Σιμενόν που ξεκίνησε το 2002 και περιλαμβάνει τα αστυνομικά με τον Επιθεωρητή Μαιγκρέ και τα “σκληρά” μυθιστορήματά του.

Μια κλειστή κοινωνία από χαρακτήρες με έντονη προσωπικότητα – ο καθένας με τον τρόπο του – απαρτίζουν το σύνολο των προσώπων που παίρνουν μέρος στην παράξενη αυτή ιστορία. Στο κέντρο είναι φυσικά τα δύο αδέρφια, σε άκρα αντίθεση μεταξύ τους, χωρίς τίποτα να τους συνδέει πέρα από τον δεσμό αίματος. Σαν ένας άλλος άσωτος υιός, ο παράνομος Ντόναλντ εισβάλλει στην ήρεμη ζωή του αδελφού του και την κάνει άνω-κάτω χωρίς ουσιαστικά να είναι αυτή η πρόθεσή του. Κερδίζει τη συμπάθεια όλων χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, ωστόσο εξαιτίας του ψέματος του Π.Μ. σχετικά με την ταυτότητά του αναγκάζεται να προσποιείται συνεχώς και να ανέχεται προσεγγίσεις που όχι μόνο δεν είναι του γούστου του, αλλά και για τις οποίες αδιαφορεί παντελώς στην πραγματικότητα. Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειονότητα των παράνομων που επιθυμούν να περάσουν από το Μεξικό στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ θέλει πάση θυσία να φύγει από τις ΗΠΑ για να φτάσει στο Μεξικό. Από μόνο του αυτό το γεγονός τον κάνει να διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο. Μοναδικός του στόχος είναι να ξανασμίξει με την οικογένειά του, η οποία ζει σε απόλυτη φτώχεια στην άλλη πλευρά. Ο Π.Μ., νιώθοντας αίφνης τύψεις που, ως δικηγόρος, δεν είχε αναλάβει την υπεράσπισή του όταν επρόκειτο να δικαστεί, αποφασίζει να δείξει καλή θέληση και να τον βοηθήσει αυτή τη δύσκολη στιγμή. Δεν είναι όμως σίγουρο πως είναι έτοιμος να το κάνει, ούτε αν τελικά το θέλει πραγματικά. Τα αισθήματα συμπάθειας και τρυφερότητας που προκαλεί ο Ντόναλντ τον εκνευρίζουν αφόρητα, γιατί ξέρει ότι τον ίδιο, όσο κι αν προσπαθήσει, όση καλή διάθεση κι αν δείξει, δεν πρόκειται ποτέ να τον αντιμετωπίσουν ανάλογα οι φίλοι και οι γνωστοί του. Δεν είναι ακριβώς ζήλεια, είναι περισσότερο το αίσθημα της αδικίας που τον κρατάει δέσμιο, και στην ουσία δεν τα έχει με τον αδελφό του, αλλά με τον τρόπο που η κοινωνία κατατάσσει τους ανθρώπους σε αδύναμους και δυνατούς, σε ανίσχυρους και ισχυρούς, με ό,τι συνέπειες συνεπάγεται αυτός ο διαχωρισμός.

Ο Σιμενόν ακολουθεί τον Π.Μ. σε όλη τη διάρκεια της δικής του προσωπικής καθόδου στην Κόλαση, συμμετέχοντας και ταυτόχρονα κρατώντας απόσταση από τις μεταστροφές στη σκέψη και τα συναισθήματά του. Η ιστορία αυτή είναι κατ’ ουσίαν μια ψυχογραφία με φόντο το απογυμνωμένο τοπίο της Αριζόνα και με συχνές αναφορές στον υπερχειλισμένο ποταμό που αποτελεί και το φυσικό σύνορο με το Μεξικό. Τα στοιχεία της φύσης συνδέονται με την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, ο οποίος προσπαθεί συνεχώς να διατηρήσει την καλή εικόνα του απέναντι στους άλλους, ενώ την ίδια στιγμή μέσα του μαίνεται μια καταιγίδα ίσως χειρότερη απ’ αυτήν που έχει αναγκάσει τους ντόπιους να παραμείνουν κλεισμένοι μέσα, αντιμέτωποι κι εκείνοι ο καθένας με τα δικά του θέματα. Ο Π.Μ. κρατάει κρυφή την ταυτότητα του Ντόναλντ όχι για να προφυλάξει τον αδελφό του, αλλά τον εαυτό του, όμως αυτή η απόκρυψη της αλήθειας αφ’ ενός δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί για πολύ, και αφ΄ετέρου δεν μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα. Ώρα με την ώρα, το ψέμα του Π.Μ. τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μάτι του κυκλώνα που θέλει τόσο πολύ να αποφύγει, εγκλωβίζοντάς τον σε μια κατάσταση από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει – και όσο περισσότερο μπλέκεται σ’ αυτήν, τόσο λιγότερο μπορεί πια να την ελέγξει.

Είναι καθηλωτικός και τεχνικά εντυπωσιακός ο τρόπος που επιλέγει ο Σιμενόν για να εξελίξει την αφήγηση, χρησιμοποιώντας ήρεμες περιγραφές για να αποδώσει τη μανία και την αγριότητα των φυσικών φαινομένων. Αυτή η αντίθεση είναι ακριβώς που κάνει το κείμενο τόσο συναρπαστικό και τόσο δυνατό. Από την άλλη η εσωτερική σύγχυση των ηρώων διαφαίνεται πολλές φορές μέσα από τις αντιδράσεις όσων τους περιβάλλουν και ιδίως στις φάσεις εκείνες κατά τις οποίες οι υπόλοιποι ζουν ακόμα μέσα στην αυταπάτη και ο τρόπος που φέρονται στον Ντόναλντ έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την συμπεριφορά που θα έδειχναν απέναντί του αν ήξεραν την αλήθεια. Αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι ο πιο έντονα αγχωτικός παράγοντας, κι όταν με αναπάντεχο τρόπο η αλήθεια βγει εν μέρει στο φως, οι συνέπειες είναι απείρως πιο δραματικές απ’ όσο θα ήταν αν ο Π.Μ. είχε επιλέξει να είναι ειλικρινής με τη γυναίκα και τους φίλους του από την αρχή. Το γεγονός ότι πληρώνουμε τις επιλογές μας επανέρχεται σαν θέμα πολλές φορές μέσα στην ιστορία, άλλοτε με πιο ανώδυνο τρόπο και άλλοτε πιο δραματικά, ενώ οι αστάθμητοι παράγοντες, ανθρώπινοι και φυσικοί, πουν μπαίνουν στη μέση, περιπλέκουν τις καταστάσεις και τις οδηγούν σε απρόβλεπτες καταλήξεις, τόσο για τους κεντρικούς χαρακτήρες, όσο και για το περιβάλλον τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2021

24 November 2020

Γιούλι Τσε: Πρώτη του έτους

Ιδιότυπο ψυχολογικό θρίλερ, που εξελίσσεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, το μυθιστόρημα της Γιούλι Τσε “Πρώτη του έτους” εξερευνά τις έννοιες της μνήμης και των παιδικών τραυμάτων με έναν τρόπο αντισυμβατικό και, συχνά-πυκνά, αναπάντεχο. Ο κεντρικός ήρωάς της, ο Χένινγκ, είναι επιμελητής βιβλίων σε εκδοτικό οίκο της Γερμανίας και όταν ξεκινάει η αφήγηση, τον βρίσκουμε μαζί με την οικογένειά του – τη γυναίκα του και τα δύο τους μικρά παιδιά – στο Λανθαρότε των Καναρίων Νήσων, για τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Είναι πολύ δεμένος με τη Λούνα, την μικρότερη αδερφή του, η οποία ζει μια μποέμικη ζωή και αποτελεί ένα μελανό σημείο στη σχέση του Χένινγκ με τη γυναίκα του καθώς η τελευταία δεν την συμπαθεί ιδιαίτερα, παρ’ όλα αυτά, η ζωή του φαίνεται σχεδόν ιδανική, και ο ίδιος έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος. Όμως κάτι τον βασανίζει εδώ και χρόνια χωρίς να μπορεί ούτε να το εντοπίσει ούτε να το εξηγήσει, και αυτό το κάτι τον ταλαιπωρεί κατά διαστήματα με κρίσεις πανικού που οριακά θέτουν σε κίνδυνο τις οικογενειακές  ισορροπίες.

H Γιούλι Τσε γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974 και εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο το 2002, για το οποίο και βραβεύτηκε. Από τότε έχει εκδώσει πάνω από δέκα μυθιστορήματα, καθώς και δοκίμια και φιλοσοφικά κείμενα. Από τον Ιανουάριο του 2019, είναι επίτιμη δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο του Βρανδεμβούργου.

Γραμμένο κατά κύριο λόγο στον ενεστώτα χρόνο, το κείμενο δίνει την αίσθηση του “εδώ και τώρα” -  η αφήγηση δεν γίνεται, ως συνήθως, στο παρελθόν αλλά στο άμεσο παρόν, άρα όλα είναι ακόμα θολά, τίποτα δεν έχει διαλευκανθεί, κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει και τι θα αποκαλυφθεί και ο ήρωας ζει στάσιμος, σαν μέσα σε τέλμα. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον προς το παρόν: κοιτώντας πίσω, η παιδική του ηλικία έχει άπειρα κενά σημεία, ερωτηματικά, διαστρεβλωμένες μνήμες. Όμως ούτε μπροστά μπορεί να πάει μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στο μυαλό του και να μπουν στη σειρά τα σκόρπια θραύσματα που έρχονται και παρέρχονται, σαν κομμάτια παζλ που αιωρούνται στο κενό χωρίς να μπορούν ποτέ να ενωθούν για να σχηματίσουν μια πλήρη εικόνα. Την πρώτη μέρα του χρόνου, μέσα στο ηφαιστειακό τοπίο, άγριο και συνάμα ηρεμιστικό, ο Χένινγκ κάνει με το ποδήλατό του μια ανάβαση στο βουνό ενώ ταυτόχρονα, σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, καταδύεται στα βάθη της μνήμης του για να ανασύρει γεγονότα από την παιδική ηλικία που σημάδεψαν τον ίδιο αλλά και την αδερφή του. Κάτι στην περιοχή αυτή του φαίνεται ανατριχιαστικά οικείο, και δεν είναι τόσο αυτά που βλέπει, όσο η αίσθηση που του δίνει ο περιβάλλων χώρος. Με έμφαση στη λεπτομέρεια, και συχνά φλας μπακ σε στιγμιότυπα από τις προηγούμενες μέρες των διακοπών καθώς ο Χένινγκ συνεχίζει την ανάβαση στο βουνό, η Γιούλι Τσε προετοιμάζει το έδαφος αρχικά για την κορύφωση της ιστορίας και στη συνέχεια για την ανατροπή που φέρνει τη λύση του μυστηρίου.

Το ατού της ιστορίας, ωστόσο, δεν είναι αυτή καθαυτή η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά η διεκπεραίωσή της. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: το πρώτο ασχολείται με το παρόν, το δεύτερο με το παρελθόν, και το τρίτο πάλι με το παρόν, πλέον μετά τη λύση του μυστηρίου. Το τελευταίο μέρος είναι πολύ σύντομο, σε αντίθεση με τα δύο πρώτα που έχουν παρόμοια έκταση. Και δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς ο ήρωας χρειάζεται να “σκάψει” πολύ βαθιά και πολύ μακριά για να βρει την εικόνα αυτή που θα πυροδοτήσει το ξεκλείδωμα των αναμνήσεών του. Η ανάβαση στο βουνό είναι εξουθενωτική και χρονοβόρα, όμως είναι ο μόνος τρόπος που έχει στη διάθεσή του, και από καθαρό ένστικτο τον ακολουθεί. Οι πρώιμες αναμνήσεις, λέει ο ίδιος συχνά, βασίζονται σε φωτογραφίες και αφηγήσεις άλλων. Όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι αξιόπιστα στο εκατό τοις εκατό. Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μόνο μια στιγμή, δεν λένε τίποτα απολύτως για την εκάστοτε περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Από την άλλη οι αφηγήσεις μπορεί να είναι λειψές, υπερβολικές, μεροληπτικές, ακόμα και ψεύτικες. Εξαρτάται από το πόσο εμπιστευόμαστε τον άνθρωπο που μας εξιστορεί γεγονότα από το παρελθόν μας, για το αν και πόσο θα θεωρήσουμε πως όπως μας τα λέει, έτσι και συνέβησαν. Πολλές φορές ο άλλος δεν το κάνει εσκεμμένα – κι εκείνος έχει εξίσου παραποιημένες μνήμες με μας. Άλλες φορές πάλι κάποιος μπορεί να εκμεταλλευτεί το ότι δεν θυμόμαστε κάτι καλά, για να πλάσει μια δική του εκδοχή της αλήθειας. Είτε γιατί τον συμφέρει περισσότερο, είτε για να αποφύγει βαθύτερες εξηγήσεις. Όμως πόσο σκόπιμο είναι τελικά να προφυλάσσει κανείς τα παιδιά από την αποκάλυψη μιας αλήθειας που μπορεί στιγμιαία να τους κοστίσει, όμως σε βάθος χρόνου θα τα έχει απαλλάξει από ανασφάλειες και ψυχολογικά τραύματα;

Μπορεί το βιβλίο να είναι “το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ γραμμένο για ενήλικες”, όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο, ωστόσο στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία που βασίζεται στη ραχοκοκαλιά του παραμυθιού κυρίως, καθώς η ατμόσφαιρα του ψυχολογικού τρόμου δημιουργείται περισσότερο από τις αντιδράσεις των ηρώων και πολύ λιγότερο από την όποια απειλή. Άλλωστε κάτι που για έναν ενήλικα είναι ίσως μια διαχειρίσιμη κακοτυχία, για ένα παιδί μπορεί να πάρει εφιαλτικές, τερατώδεις διαστάσεις. Παραμυθικά στοιχεία είναι διάσπαρτα στην αφήγηση, πολύ διακριτικά τις περισσότερες φορές, αυτό όμως που εσκεμμένα ξεχωρίζει είναι τα σπίτια: αναφορές σε μεγάλα σπίτια, που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, σε αντιδιαστολή με τις αναφορές σε μικρά σπιτάκια, που παραπέμπουν στο παραμύθι – όπως το σπιτάκι της μάγισσας στην ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ, που είναι και το προκείμενο. Η γραφή της Γιούλι Τσε είναι δυνατή, δωρική και υποβλητική, κάτι που αποδίδεται εξαιρετικά στα ελληνικά χάρις στην θαυμάσια μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού. 

Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/15309-proti-tou-etous

23 June 2020

Ίνγκο Ζίγκνερ: Ο μικρός δράκος Καρύδας - Δρακάκια στο σχολείο

Ο Ίνγκο Ζίνγκερ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1965 και στη διάρκεια της ζωής του καταπιάστηκε με διάφορα πράγματα προτού ασχοληθεί με τη συγγραφή παιδικών βιβλίων. Την περίοδο που εργαζόταν σε ένα γραφείο που διοργάνωνε οικογενειακά ταξίδια, συνήθιζε να αφηγείται διάφορες φανταστικές ιστορίες στα παιδιά που συμμετείχαν στα ταξίδια αυτά για να τα απασχολεί. Είχαν τόσο μεγάλη ανταπόκριση οι ιστορίες του, που κάποια στιγμή αποφάσισε να καθίσει και να τις γράψει. Παράλληλα, άρχισε να εξασκείται και στη ζωγραφική, για να μπορεί να τις εικονογραφεί μόνος του. Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι περιπέτειες του μικρού δράκου Καρύδα, μια σειρά από πολύχρωμα, χαριτωμένα βιβλία για μικρά παιδιά.

Ο Καρύδας, ένας μικρός δράκος της φωτιάς, γεμάτος αγωνία και περιέργεια, ξεκινάει για να πάει πρώτη μέρα στο σχολείο. Πραγματικά είναι μια μέρα αξέχαστη για όλα τα παιδιά, διαχρονικά και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Πολλά παιδιά θα ταυτιστούν με τα συναισθήματα του Καρύδα μπροστά στο σημαντικό αυτό γεγονός, το οποίο είχε γεμίσει την κοιλιά του με πεταλούδες που χόρευαν ασταμάτητα για τρεις μέρες. Ωστόσο μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο για το σχολείο θα του στρέψει αλλού την προσοχή και θα τον κάνει να ξεχάσει την αναστάτωσή του. Γνωρίζει έναν μικρό φαγανόδρακο, τον Όσκαρ, που παραφυλάει πίσω από κάτι θάμνους. Συνήθως οι φαγανόδρακοι είναι άξεστοι, νευρικοί και εχθρικοί, όμως ο Όσκαρ φαίνεται πολύ διαφορετικός. Είναι ντροπαλός και θέλει πάρα πολύ να πάει στο σχολείο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τον αφήνουν οι δικοί του. Όμως δεν είναι μόνο η αγάπη του για τη μόρφωση το μόνο πράγμα που τον καθιστά έναν ξεχωριστό φαγανόδρακο. Είναι και δεινός κολυμβητής, κάτι που επίσης δεν συνηθίζεται στο είδος του. Αφού όμως γίνει φίλος με τον Όσκαρ, θα βρει το θάρρος να διεκδικήσει ό,τι επιθυμεί για τον εαυτό του και να ενταχθεί στην ευρύτερη κοινωνία των δράκων.

Μπορεί να είναι μια απλή ιστορία, ωστόσο ο ανάλαφρος και διασκεδαστικός τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένη, κι έτσι καθώς είναι πλαισιωμένη με γλυκύτατες, χιουμοριστικές και καλαίσθητες εικόνες, φιλοτεχνημένες με το ιδιαίτερο ύφος του Ζίνγκερ, προσφέρεται εξαιρετικά όχι μόνο για τους μικρούς αναγνώστες, αλλά και για να διαβαστεί από μεγαλύτερους σε μικρότερα παιδιά. Έχει αρκετό κείμενο, ενώ η λιτή, ξεκάθαρη αφήγηση εμπλουτίζεται με άμεσους, σύντομους διαλόγους, ώστε να κεντρίζει το ενδιαφέρον και εκείνου που διαβάζει αλλά και όσων ακούν. 

Το εντελώς φανταστικό πλαίσιο που δημιουργεί ο Ζίνγκερ βρίσκει συνεχώς σημεία αναφοράς στην καθημερινότητα των παιδιών, κάτι που αυτόματα το μετατρέπει σε οικείο περιβάλλον δράσης. Το σπίτι, το σχολείο, οι φίλοι, οι εκδρομές, στοιχεία που αποτελούν τον μικρόκοσμο των παιδιών, παρουσιάζονται μέσα από το πρίσμα του παραμυθιού, παίρνουν μαγικές διαστάσεις κι έτσι γίνονται όλα πιο διασκεδαστικά στην καθημερινή πραγματικότητα. Η οπτική της φαντασίας τα κάνει τα πάντα πιο ευχάριστα, πιο υποφερτά, και πολλές φορές φέρνει στην επιφάνεια ενδιαφέρουσες πτυχές καταστάσεων και συνθηκών που δεν μπορεί κανείς να υποψιαστεί με μια απλή, επιφανειακή ματιά. Ο μικρός Καρύδας έχει άγχος που θα πάει πρώτη φορά στο σχολείο, όμως έτσι έχει την ευκαιρία να κάνει καινούριους φίλους. Από την άλλη ο Όσκαρ ανυπομονεί να πάει στο σχολείο, αλλά δεν μπορεί γιατί δεν το επιτρέπουν οι γονείς του. Κι έρχεται η φιλία τους να υπερνικήσει την αγωνία του ενός και τον φόβο του άλλου.

Το κείμενο έχει αποδοθεί με φρεσκάδα και ωραία γλώσσα από την Μαρία Αγγελίδου. Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν και τα υπόλοιπα βιβλία με τις ιστορίες του μικρού δράκου Καρύδα: Ταξίδι στην προϊστορία, Εκδρομή με το σχολείο, Ο θησαυρός της ζούγκλας, Περιπέτεια στο διάστημα, Ο μαύρος ιππότης, Ο μεγάλος μάγος, Το μυστικό του Φαραώ, Περιπέτεια στη χαμένη Ατλαντίδα, Στην εποχή των δεινοσαύρων, Ο μυστηριώδης ναός, Ταξίδι στον Βόρειο Πόλο, Επίσκεψη στον Άι-Βασίλη, Περιπέτεια στους Ινδιάνους, Οι πρώτες περιπέτειες.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούνιο του 2020

13 April 2020

André Aciman: Έλα να με βρεις

Το «Έλα να με βρεις» είναι η πολυαναμενόμενη συνέχεια στο υπέροχο «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου», ωστόσο είναι παράλληλα ένα μυθιστόρημα με τη δική του, ξεχωριστή ταυτότητα. Υπάρχει ένα μοτίβο που ξεκινάει σχεδόν ανεπαίσθητα μαζί με την αρχή της ιστορίας και σιγά σιγά κορυφώνεται ώσπου να κυριαρχήσει: αυτό της μουσικής. Οι τίτλοι των τεσσάρων κεφαλαίων του βιβλίου είναι μουσικοί όροι, απόλυτα σχετικοί και συνδεδεμένοι με τον ρυθμό, το κλίμα και την ατμόσφαιρα σε καθένα από αυτά. Στο κάθε κεφάλαιο έχουμε και διαφορετικό αφηγητή, που εξιστορεί γεγονότα από διαφορετικές χρονικές στιγμές, κάθε φορά και σε μια διαφορετική πόλη. 

Πιάνοντας το νήμα δέκα περίπου χρόνια μετά από το «Να με φωνάζεις με το όνομά σου», παρακολουθούμε στο πρώτο κεφάλαιο τον Σάμι, τον πατέρα του Έλιο – του νεαρού πρωταγωνιστή του πρώτου βιβλίου –, χωρισμένο πλέον, καθώς η ζωή του μπαίνει αναπάντεχα σε τροχιά αλλαγής. Ενώ ταξιδεύει με το τρένο για τη Ρώμη, γνωρίζει μια νεαρή κοπέλα, τη Μιράντα, η οποία είναι διαφορετική από τις άλλες γυναίκες, και διαθέτει μια πρωτογένεια και έναν αυθορμητισμό που δεν αργούν να του τραβήξουν την προσοχή και το ενδιαφέρον. Το «Τέμπο», το πρώτο κεφάλαιο, εξελίσσεται με νωχέλεια και ραθυμία, κάτι που μπορεί να ξενίσει κάπως, ενώ ο Σάμι δίνει την εντύπωση ότι περνάει κρίση μέσης ηλικίας την οποία προσπαθεί να ξεπεράσει μέσα από τη σχέση του με την πολύ νεότερή του κοπέλα. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα. Όπως αρχίζει ήδη να διαφαίνεται προς το τέλος του κεφαλαίου, όταν μπαίνει στο προσκήνιο ο Έλιο, το κλίμα και ο ρυθμός αρχίζουν να αλλάζουν, και κατόπιν ο τελευταίος γίνεται ο δεύτερος αφηγητής στο επόμενο κεφάλαιο που διαδραματίζεται κάπου μια πενταετία μετά από το πρώτο. 

Στην «Καντέντσα», το δεύτερο κεφάλαιο, ο Έλιο αφηγείται τη σημαδιακή, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, γνωριμία του στο Παρίσι με έναν αρκετά μεγαλύτερό του άντρα, τον Μισέλ. Μεγάλο μέρος του κεφαλαίου αυτού καλύπτει η αποκρυπτογράφηση ενός μουσικού γρίφου βασισμένου στην παρτιτούρα που είχε αφήσει σαν ιερό κληροδότημα στον Μισέλ ο πατέρας του, η οποία κρύβει πολλά μυστικά. Η επόμενη αλλαγή κλίματος συντελείται στο «Καπρίτσιο», το τρίτο κεφάλαιο, το οποίο εκτυλίσσεται λίγα χρόνια μετά την «Καντέντσα» και στο οποίο η δράση μεταφέρεται στη Νέα Αγγλία και η αφήγηση γίνεται από τον Όλιβερ, τον  δευτεραγωνιστή του «Να με φωνάζεις με το όνομά σου», ο οποίος τόσα χρόνια μετά, και παρ’ όλο που παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια, δεν φαίνεται να έχει ξεχάσει ούτε στιγμή από εκείνο το καλοκαίρι στην Ιταλία. Στο τελευταίο κεφάλαιο, το «Ντα Κάπο», τη σκυτάλη παίρνει και πάλι ο Έλιο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ενώ τώρα έχουν πια συμπληρωθεί είκοσι χρόνια από την ιστορία του πρώτου βιβλίου και ήδη έχουν αλλάξει πάρα πολλά στις ζωές των ηρώων.

Τρεις αφηγητές λοιπόν, σε τέσσερα διαφορετικά μέρη του κόσμου, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές στιγμές, αλλά πάντα σε συνάρτηση με τα όσα συνέβησαν στο πρώτο βιβλίο. Στο «Έλα να με βρεις», ο Αντρέ Ασιμάν ακολουθεί το ίδιο νοσταλγικό, λυρικό του ύφος, ωστόσο υπάρχει εδώ μια ιδιαίτερα σημαντική πτυχή που ίσως δεν φανεί με μία επιφανειακή ανάγνωση. Τους ήρωές του τους απασχολεί ο χρόνος, όχι όμως με την τετριμμένη και χιλιοειπωμένη έννοια του καιρού που περνάει, αλλά με αυτή της διατάραξης των ισορροπιών που συντελείται όταν κάτι, οτιδήποτε, μένει ανολοκλήρωτο. Και οι τρεις ήρωες έχουν αφήσει κάτι μισό: ο Σάμι την ίδια του τη ζωή, ο Έλιο τον έρωτά του για τον Όλιβερ, ο Όλιβερ τον έρωτά του για τον Έλιο. Όμως και οι συνοδοιπόροι τους στη ζωή, μόνιμοι ή περαστικοί, έχουν κι αυτοί κάτι που τους έχει μείνει ατελεύτητο. Η Μιράντα κουβαλάει ένα τρομερό μυστικό από το νεανικό της παρελθόν, ο Μισέλ ταλανίζεται από το αίνιγμα της παρτιτούρας του πατέρα του και την μόνιμη απορία γιατί σταμάτησε να παίζει πιάνο απότομα και τελεσίδικα, ενώ είχε ταλέντο σ’ αυτό, η Μίκολ, η γυναίκα του Όλιβερ, προφανώς πάντα ένιωθε ότι ο άντρας της δεν της ανήκε ποτέ στο εκατό τοις εκατό. Για κάποιους από αυτούς τους τρεις, θα έρθει η λύτρωση και η ευτυχία, για κάποιον άλλον ίσως όχι. 

«Η ζωή», λέει ο Μισέλ, «έχει απίθανους τρόπους να μας θυμίζει ότι […] μια λάμψη αναδρομικής ευφυίας υπάρχει στον τρόπο που παίζει τα χαρτιά της η μοίρα. Δεν μας μοιράζει πενήντα δύο χαρτιά: μοιράζει, ας πούμε, τέσσερα, πέντε, κι αυτά τυχαίνει να είναι όμοια με εκείνα που είχαν παίξει οι γονείς μας και οι παππούδες και οι προπαππούδες μας. […] Η επιλογή των κινήσεων είναι περιορισμένη: κάποια στιγμή η τράπουλα επαναλαμβάνει το παιχνίδι, σπάνια με την ίδια σειρά, αλλά πάντα με ένα μοτίβο που μοιάζει καταπληκτικά γνώριμο. Ορισμένες φορές το τελευταίο χαρτί δεν παίζεται καν από εκείνον που η ζωή του τελειώνει. Η μοίρα […] θα δώσει το τελευταίο σου χαρτί σε κάποιον άλλον.»
Αυτό το τελευταίο χαρτί είναι που καθορίζει και τις πορείες των τριών ηρώων, οι οποίοι αλληλοσυνδέονται με δεσμούς που δεν είναι μόνοι οι συγγενικοί ή οι ερωτικοί. 

Οι ζωές οι δικές τους και των συντρόφων τους είχαν μείνει ξεκρέμαστες επειδή κάπου, κάποτε, σε κάποιες άλλες χρονικές συνθήκες, κάτι άλλο είχε μείνει ανολοκλήρωτο. Στη συνέχεια, ο Έλιο και ο Όλιβερ διατάραξαν το μοτίβο του παιχνιδιού της μοίρας όταν έπαψαν να είναι μαζί. Όσο ζουν ωστόσο, οι δυο τους, και μαζί όσοι επηρεάζονται από την παρουσία τους, είναι «καταδικασμένοι» να αναζητούν τη δικαίωση. Υπάρχουν κοινά σημεία στις πορείες τους αλλά και στην ύπαρξή τους γενικότερα, τα οποία ακόμα κι αν δεν αφορούν πάντα και τους δύο, τους αφορούν με κάποιον τρόπο. Ο Έλιο, ας πούμε, είναι πολύ δεμένος με τον πατέρα του, όπως μαθαίνουμε ότι ήταν και ο Μισέλ με τον δικό του πατέρα. Ο πατέρας του Μισέλ, από την άλλη, ήταν ταλαντούχος πιανίστας, όπως είναι και ο Έλιο. Ο Όλιβερ είναι καθηγητής Πανεπιστημίου, όπως είναι και ο πατέρας του Έλιο, και ήταν και ο πατέρας της Μιράντα. Ο Σάμι, ο Έλιο και ο Όλιβερ έχουν συντρόφους που το όνομά τους αρχίζει από το ίδιο γράμμα (Μιράντα, Μισέλ, Μίκολ). Όμως το πιο δυνατό τελευταίο χαρτί είναι ο γρίφος της παρτιτούρας του Μισέλ, τον οποίο καλείται να αποκρυπτογραφήσει ο Έλιο. Είναι ένα κομμάτι στο βιβλίο πολύ ξεχωριστό και ενδιαφέρον τόσο σαν σύλληψη όσο και σαν διεκπεραίωση, με τη λύση του να σχετίζεται με κάτι που αναφέρεται στις πρώτες σελίδες, χωρίς τότε να υπάρχει η παραμικρή υποψία ότι μπορεί να παίξει ρόλο στη συνέχεια. 

Ο Ασιμάν τα εκθέτει όλα αυτά με μαεστρία, εναλλάσσοντας ανάλαφρες περιγραφές, καλαίσθητες ερωτικές σκηνές, τρυφερές στιγμές γεμάτες ευαισθησία, άλλοτε χαρούμενες, άλλοτε μελαγχολικές και άλλοτε βαθύτατα συγκινητικές, που είναι και το φόρτε του άλλωστε, και φιλοσοφικές ανησυχίες για τη ζωή, τον χρόνο και τις αλλαγές που έρχονται με το πέρασμά του, την ανθρώπινη ύπαρξη, τα συναισθήματα. Ωστόσο αυτό που κερδίζει είναι η αγνή, αληθινή αγάπη, που δεν χάνεται ούτε αλλοιώνεται ποτέ. Όπως και στο «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου», έτσι κι εδώ ο Νίκος Α. Μάντης έχει κάνει  για μια ακόμη φορά εξαιρετική δουλειά με την μετάφραση. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Απρίλιο του 2020

20 January 2020

JD Salinger: Η Φράννυ και ο Ζούι

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έγραψε το διήγημα «Φράννυ» το 1955 και τη νουβέλα «Ζούι» το 1957. Οι δύο ιστορίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην εφημερίδα New Yorker τις αντίστοιχες χρονιές, ενώ το 1961 εκδόθηκαν για πρώτη φορά μαζί ως βιβλίο με τον τίτλο «Η Φράννυ και ο Ζούι». Οι δύο χαρακτήρες του τίτλου είναι τα μικρότερα παιδιά των Γκλας, μιας φανταστικής πολυμελούς οικογένειας που εμφανιζόταν συχνά σε διηγήματα του Σάλιντζερ και αποτελούνταν από τους γονείς, πρώην φίρμες του βαριετέ, και εφτά παιδιά με κοινό χαρακτηριστικό την εξαιρετικά υψηλή ευφυΐα τους. 

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο καταλαμβάνει η σύντομη ιστορία της Φράννυ, η οποία είναι φοιτήτρια και έρχεται να συναντήσει τον Λέιν, τον φίλο της, για να περάσουν μαζί ένα σαββατοκύριακο. Η πρώτη και τελευταία τους στάση είναι ένα εστιατόριο, όπου τα σχέδια του Λέιν για ένα ήρεμο διήμερο με το κορίτσι του που, ιδανικά, θα περιλαμβάνει και την παρακολούθηση ενός αγώνα στο γήπεδο, αρχίζουν να καταρρέουν όταν η Φράννυ, φαινομενικά από το πουθενά, αρχίζει να τα βάζει με τους ψευτοδιανοούμενους καθηγητές του πανεπιστημίου της και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να εκνευρίσει και να φέρει σε δύσκολη θέση τον Λέιν κριτικάροντας την υποκρισία και την ασχετοσύνη των πάντων. Στην κορύφωση αυτής της αλλόκοτης συνάντησης, που κάθε άλλο παρά ρομαντικό ραντεβού θυμίζει, η Φράννυ καταλήγει να πέσει κάτω λιπόθυμη, ματαιώνοντας οριστικά τα σχέδια του Λέιν.

Στο δεύτερο μέρος, το οποίο περιλαμβάνει την πολύ εκτενέστερη ιστορία του Ζούι, μεταφερόμαστε στο διαμέρισμα των Γκλας όπου, ουσιαστικά, η δράση χωρίζεται σε τρεις σκηνές. Στην πρώτη, ο Ζούι, ανερχόμενος ηθοποιός, τον οποίο χαρακτηρίζουν η εκπληκτική ομορφιά και ο ανυπόφορος κυνισμός, έχει μια εκτενή συζήτηση με τη μητέρα του όπου, κατά τη συνήθειά του όπως φαίνεται, της απευθύνεται με οξυδερκείς ειρωνικές ατάκες, γυρίζοντας ανάποδα ό,τι και αν του λέει εκείνη. Παρά τις συνεχείς αντιδράσεις του, ωστόσο, ακούει τα παρακάλια της και πηγαίνει να μιλήσει στην Φράννυ, η οποία βρίσκεται πλέον στο σπίτι, κουκουλωμένη κάτω από μια κουβέρτα στον καναπέ του καθιστικού, παρέα με τον τεράστιο, ακοινώνητο γάτο της οικογένειας. Εκεί ξεκινάει και η δεύτερη σκηνή, όπου ο Ζούι υποτίθεται ότι προσπαθεί να μάθει τι συμβαίνει με την αδερφή του, αλλά στην πραγματικότητα δεν την αφήνει σε χλωρό κλαρί βασανίζοντάς την με φιλοσοφικές αναλύσεις, μέχρι που στο τέλος την κάνει να ξεσπάσει σε κλάματα. Η αναπάντεχη εξέλιξη της ιστορίας καλύπτει την τρίτη και τελευταία σκηνή, όπου ο Ζούι επιχειρεί, με τον δικό του ασυνήθιστο τρόπο, να επανορθώσει για ό,τι προηγήθηκε.

Ιδιόρρυθμος και μοναχικός, ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (1919-2010), πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μια ηθελημένη απομόνωση από τον κόσμο και τις κοινωνικές σχέσεις, κάτι για το οποίο ευθυνόταν σε πολύ μεγάλο μέρος η ανεξέλεγκτη – και όχι πάντα θετική – δημοσιότητα που του είχε φέρει το αριστούργημά του, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» (1951). Σ’ αυτές εδώ τις ιστορίες, λοξοδρομεί φαινομενικά από τα θέματα του «Φύλακα», ωστόσο και πάλι, μέσα από τους πρωταγωνιστικούς του χαρακτήρες, ασκεί κριτική στα πνευματικά ήθη της εποχής, τους ψευτοκουλκτουριάρηδες διανοούμενους, την υποκρισία της κοινωνίας και της (μεγαλο)αστικής τάξης. Στοιχεία από τον Χόλντεν, τον ήρωα και αφηγητή του «Φύλακα», βρίσκουμε τόσο στον Ζούι όσο και στη Φράννυ, εδώ όμως η έμφαση δίνεται στις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στα περιορισμένα πλαίσια ενός τυπικού νεοϋορκέζικου διαμερίσματος και τους διαταραγμένους δεσμούς ανάμεσα στα αδέλφια της οικογένειας Γκλας. Κατά τον χρόνο δράσης των δύο ιστοριών, δύο από τα εφτά παιδιά των Γκλας έχουν ήδη πεθάνει, και όπως είναι φυσικό αυτές οι δύο απώλειες στοιχειώνουν ακόμα την οικογένεια, ωστόσο αυτό το καταφέρνουν και κάποιοι που είναι ζωντανοί, με ύπουλο τρόπο. «Δε με πολυνοιάζει να με στοιχειώνει ένα πεθαμένο φάντασμα, αλλά απεχθάνομαι όσο ο διάολος το λιβάνι να με στοιχειώνει ένα μισοπεθαμένο», λέει ο Ζούι αναφερόμενος αρχικά στον Σίμουρ, που έχει αυτοκτονήσει εδώ και εφτά χρόνια, και στη συνέχεια στον Μπάντι, τον απόντα – παρόντα μεγαλύτερο εν ζωή αδελφό, ο οποίος, μαζί με τον Σίμουρ, είχε αναλάβει την πνευματική καθοδήγηση του Ζούι και της Φράννυ χρόνια πριν. 

Τόσο ο Ζούι όσο και η Φράννυ θεωρούν ότι είναι φρικιά, και ότι υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι ο Σίμουρ και ο Μπάντι με την περίπλοκη φιλοσοφική – θρησκευτική εκπαίδευση που τους έδωσαν. Έχουν πολλά κοινά στοιχεία, άλλες τόσες, όμως, διαφορές. Είναι και οι δύο πανέξυπνοι και ικανοί να εξοντώσουν όποιον έχουν απέναντί τους με τα λόγια, ωστόσο η Φράννυ είναι ανοιχτό βιβλίο ενώ ο Ζούι είναι πραγματικός αχαρτογράφητος λαβύρινθος. Και οι δύο, όμως, ο καθένας με τον τρόπο του, παραμένουν αινιγματικοί σαν χαρακτήρες. Όπως και στην ιστορία του Χόλντεν, χρειάζεται κανείς να διαβάσει πίσω από τις λέξεις για να αποκρυπτογραφήσει τον Σάλιντζερ. Οι αρχικές αδιαθεσίες και η λιποθυμία της Φράννυ, ας πούμε, σε κάνουν να υποψιαστείς ότι ίσως βρίσκεται στα πρώτα στάδια μιας εγκυμοσύνης. Όμως μιλάμε για τον Σάλιντζερ, επομένως πρέπει να έχουμε κατά νου ότι συνήθως αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Ίσως η Φράννυ να είναι όντως έγκυος, ίσως πάλι όχι. Ίσως «απλώς» - και είναι το πιο πιθανό – δεν άντεξε άλλο την πνευματική πίεση από τη δική της υπερανεπτυγμένη ευφυΐα σε συνδυασμό με την αδαημοσύνη όσων την περιτριγύριζαν, συμπεριλαμβανομένου και του ανυποψίαστου Λέιν, αλλά και με την σύγχυση που της έχει προκαλέσει η πολύχρονη «διδασκαλία» των μεγαλύτερων αδελφών της σχετικά με τις προσευχές και τις ανατολίτικες θρησκευτικές αναζητήσεις. Ο Ζούι, από την άλλη, μοιάζει να έχει υιοθετήσει το ζεν στοιχείο της Ανατολής – τίποτα δεν είναι ικανό να τον ταράξει ή να τον θορυβήσει. Παράλληλα ωστόσο έχει το ταλέντο να βγάζει τους άλλους από τα ρούχα τους και να τους φέρνει στα όριά τους, ξεστομίζοντας με θαυμαστή ευφράδεια τις δηλητηριώδεις ατάκες του. Ουσιαστικά βέβαια αυτό που συμβαίνει στον Ζούι και τη Φράννυ είναι ότι δεν χωράνε στον εαυτό τους, «καταδικασμένοι» να βλέπουν αναγκαστικά αφ’ υψηλού όσους δεν διαθέτουν τη δική τους υψηλή νοημοσύνη και αντίληψη. 

Ο Σάλιντζερ, με τη μοναδική του ευστροφία, ρίχνει μέσα στην αφήγηση πολλά και διαφορετικά στοιχεία τα οποία από τη μια εικονογραφούν με ακρίβεια και ευστοχία το πλαίσιο δράσης – όπως, για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή της διακόσμησης στο καθιστικό των Γκλας ή η τελετουργία του Ζούι στο μπάνιο – από την άλλη, πάλι, ίσως και να αποτελούν «κλειδιά» για την αποκρυπτογράφηση των θεμάτων και των χαρακτήρων. Είτε σαν καυστικά σχόλια για την κοινωνική και πνευματική – ακαδημαϊκή ζωή της εποχής, είτε σαν πράξεις μια μικρής ενδοοικογενειακής αστικής τραγικωμωδίας, οι αλληλένδετες ιστορίες της Φράννυ και του Ζούι συναποτελούν ένα πολύ ιδιαίτερο ανάγνωσμα, που κάθε φορά που το διαβάζεις, η αίσθηση που σου αφήνει είναι διαφορετική και κάθε φορά παρατηρείς και άλλα πράγματα. Η πολύ καλή μετάφραση στη συγκεκριμένη έκδοση, που στέκεται με πιστότητα και σεβασμό απέναντι στο πρωτότυπο κείμενο, είναι της Αθηνάς Δημητριάδου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020

15 January 2020

Ted Hughes: Ο σιδερένιος γίγαντας

Ένας σιδερένιος γίγαντας εμφανίζεται ξαφνικά σ’ ένα μικρό χωριό χωρίς κανείς να ξέρει ούτε την προέλευσή του ούτε τι ακριβώς είναι. Αρχίζει να καταβροχθίζει ό,τι μεταλλικό ή σιδερένιο αντικείμενο βρει μπροστά του, εξαφανίζοντας από μικροσκοπικά εξαρτήματα και εργαλεία μέχρι ολόκληρα τρακτέρ. Απελπισμένοι αλλά και τρομοκρατημένοι, οι κάτοικοι αποφασίζουν να παγιδέψουν τον γίγαντα και να τον φυλακίσουν σε ένα λαγούμι που έσκαψαν ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, όμως εκείνος καταφέρνει να βγει έξω και να συνεχίσει το αδηφάγο έργο του. Τότε ο μικρός Χόγκαρθ πείθει τους συντοπίτες του να αλλάξουν τακτική, και αντί για εχθρό να τον αντιμετωπίσουν σαν φίλο. Αυτή η καινούρια στρατηγική φαίνεται να έχει αποτέλεσμα, κι έτσι η ηρεμία αποκαθίσταται στο χωριό με τον γίγαντα να συνυπάρχει αρμονικά με τους ντόπιους. Μέχρι που κάνει την εμφάνισή του ένας ακόμα πιο μεγάλος και επικίνδυνος εχθρός, ένα τεράστιο φτερωτό πλάσμα με καταστροφικές διαθέσεις. 

Ο «Σιδερένιος γίγαντας» του σπουδαίου Βρετανού ποιητή Τεντ Χιουζ είναι μια αλληγορική ιστορία, ένα μοντέρνο παραμύθι που συνδυάζει το ρεαλιστικό στοιχείο με την μυθοπλασία του φανταστικού, τοποθετώντας τη δράση σε ένα οικείο σκηνικό, ένα απλό, συνηθισμένο χωριό, το οποίο απειλείται ξαφνικά από εισβολείς οι οποίοι μοιάζουν να έρχονται από έναν άλλο κόσμο. Αρχικά ο γίγαντας, ένα αλλόκοτο μεταλλικό πλάσμα, ένα θεόρατο ρομπότ, το οποίο είναι ασταμάτητο και αχόρταγο, και στη συνέχεια το φτερωτό πλάσμα, ένας «νυχτεριδοαγγελόδρακος», όπως τον λέει χαρακτηριστικά ο Χιουζ, που έρχεται από το διάστημα και καλύπτει τον κόσμο με τρομακτικό σκοτάδι, θέτουν σε κίνδυνο την ευημερία των ανθρώπων. 

Αδύναμοι μπροστά στους δύο αυτούς εχθρούς, οι κάτοικοι του χωριού αναζητούν απεγνωσμένα έναν τρόπο για να τους αντιμετωπίσουν και να καταφέρουν να επιβιώσουν. Με τον γίγαντα βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση χάρις στον μικρό Χόγκαρθ και έρχονται σε λογαριασμό. Το εκφοβιστικό ρομπότ θέλει απλώς να καταβροχθίζει μεταλλικά και σιδερένια αντικείμενα, και τότε δεν πειράζει κανέναν. Φροντίζουν λοιπόν να το προμηθεύουν τακτικά με την ασυνήθιστη τροφή του, και καταφέρνουν έτσι να ζουν ειρηνικά μαζί του, χωρίς να φοβούνται πια. Με το πλάσμα από το διάστημα, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Αν ο σιδερένιος γίγαντας ήταν μια φορά άγνωστος και απρόβλεπτος, ο νυχτεριδοαγγελόδρακος είναι μια πολυσύνθετη απειλή την οποία το ανθρώπινο μυαλό αδυνατεί να συλλάβει. Το τερατόμορφο πλάσμα από το διάστημα απειλεί να αφανίσει όλο τον πλανήτη. Βυθίζει τον κόσμο στο σκοτάδι και ο χρόνος αρχίζει να μετράει αντίστροφα. 

Ο Τεντ Χιουζ έγραψε το παραμύθι του «Σιδερένιου γίγαντα» το 1968, πέντε χρόνια μετά την αυτοκτονία της συζύγου του, ποιήτριας Σίλβια Πλαθ, για να το διαβάζει στα παιδιά του πριν κοιμηθούν. Ωστόσο τέτοιου είδους διαχρονικές ιστορίες, γραμμένες από τόσο σημαντικούς λογοτέχνες που το έργο τους δεν υπόκειται σε κατηγορίες, απευθύνονται σε όλες τις ηλικίες, καθώς ο καθένας, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσές του, μπορεί να τις ερμηνεύσει με πολλούς και διάφορους τρόπους. Κάποιος μπορεί να δει τον «Σιδερένιο γίγαντα» σαν ένα φουτουριστικό παραμύθι, άλλος σαν μια ιστορία φαντασίας με ρομπότ και δράκους. Ουσιαστικά όμως αυτή η παράξενη και ιδιοφυής σκοτεινή ιστορία είναι γεμάτη με συμβολισμούς – μια σύγχρονη παραβολή για τον πόλεμο, την βιομηχανοποίηση των πάντων, την καταστροφή του περιβάλλοντος. Μπορεί να έχει αισιόδοξη κατάληξη, όμως τα θέματα που θίγει και τα μηνύματα που αφήνει είναι ιδιαίτερα ζοφερά. Δεν είναι τυχαίος, άλλωστε, και ο υπότιτλός της, «Μια ιστορία σε πέντε νύχτες», που  υπενθυμίζει συνεχώς αυτό ακριβώς και προμηνύει το σκοτάδι που καλύπτει τον κόσμο όταν εμφανίζεται το πλάσμα από το διάστημα. Αυτό, με τη σειρά του, μοιάζει ανίκητο, άτρωτο και παντοδύναμο. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το κάνει έστω και λίγο να υποχωρήσει. Μήπως όμως τελικά όλα είναι θέμα στρατηγικής; Ακόμα κι έτσι όμως, μέχρι πότε θα μπορεί κανείς να ελίσσεται για να βρίσκει αναίμακτες λύσεις σε προβλήματα τέτοιου μεγέθους; 

Στην εποχή μας, που η καταστροφή του φυσικού κόσμου αλλά και η εμμονή για κυριαρχία και εξουσία έχουν πάρει τόσο μεγάλες και ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η ιστορία του Τεντ Χιουζ είναι απίστευτα επίκαιρη, ακόμα και αν έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από τότε που γράφτηκε. Συγκινεί, προβληματίζει, γοητεύει, πάνω απ’ όλα όμως είναι απολαυστική και συναρπαστική σαν αφήγηση – σε πολύ ωραία μετάφραση, σε αυτή την πραγματικά πανέμορφη έκδοση, της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη. Ο Κρις Μολντ, βραβευμένος και πολυπράγμων εικονογράφος, παίζει με το μπλε και το χρώμα της σκουριάς, στήνοντας μελαγχολικές εικόνες που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μοιάζουν να ανήκουν σε ένα μέρος όπου αδυνατεί να φτάσει το φως του ήλιου. Πού και πού ανάμεσα στις σελίδες, έχουμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε την καταπράσινη εξοχή προτού κυριαρχήσει και πάλι το μουντό ημίφως.

Το 1993 ο Χιουζ έγραψε την «Σιδερένια γυναίκα», μια ιστορία όπου εμφανίζεται και πάλι ο μικρός Χόγκαρθ, και που αποτελεί τη συνέχεια του «Σιδερένιου γίγαντα», με έμφαση ωστόσο εκεί στο κομμάτι της οικολογικής καταστροφής που έχει προκληθεί από τους ίδιους τους ανθρώπους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στον «Σιδερένιο γίγαντα» βασίστηκε το ομώνυμο ροκ μιούζικαλ του Πιτ Τάουνσεντ, κιθαρίστα του συγκροτήματος The Who, που κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1989 και ανέβηκε στο βρετανικό θέατρο Γιανγκ Βικ το 1993, καθώς και η ταινία επιστημονικής φαντασίας κινουμένων σχεδίων του Μπραντ Μπερντ με τον ίδιο τίτλο, το 1999. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020

17 December 2019

«Science Bob» Pflugfelder – Steve Hockensmith: Νικ και Τέσλα: Αφηνιασμένος ρομποστρατός

Ο Νικ και η Τέσλα είναι δύο δίδυμα αδέλφια που καταπιάνονται με τεχνολογικές κατασκευές. Είναι οι δυο τους λίγο σαν τον Άνγκους ΜακΓκάιβερ, τον ήρωα της διάσημης τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του ’80, ο οποίος κατασκεύαζε γκατζετάκια για διάφορες χρήσεις με ό,τι έβρισκε γύρω του. Η παρατηρητικότητα και η εξυπνάδα τους δεν περιορίζονται μόνο σε θέματα επιστημονικά, αλλά τους δίνουν συχνά το έναυσμα για να ασχοληθούν ερασιτεχνικά με την αστυνομική έρευνα. Στην περιπέτεια Αφηνιασμένος ρομποστρατός μπλέκονται σε μια περίπλοκη ιστορία μυστηρίου που εκτυλίσσεται στην πόλη τους, καθώς στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν έναν φίλο τους έρχονται αντιμέτωποι με μια σειρά περίεργων ληστειών σε διάφορα καταστήματα. Στο μεταξύ ο ο Νιουτ, θείος τους και εκκεντρικός επιστήμονας, φαίνεται ιδιαίτερα γοητευμένος από τη Χιρόκο, τη νέα ιδιοκτήτρια της Καλύβας των Θαυμάτων, ενός μαγαζιού γεμάτου τεχνολογικούς θησαυρούς παντός είδους, το οποίο τα δύο αδέλφια επισκέπτονται συχνά. Ο Νικ και η Τέσλα, με τη βοήθεια των φίλων τους, ρίχνονται στην έρευνα και ανακαλύπτουν πράγματα και θαύματα, αποφασισμένοι να φτάσουν στη λύση του μυστηρίου.

Ο Αφηνιασμένος ρομποστρατός είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς των Μπομπ Πφλαγκφέλντερ και Στιβ Χόκενσμιθ «Νικ και Τέσλα». Ο Μπομπ Πφλαγκφέλντερ είναι δάσκαλος Φυσικής, αλλά και διάσημη τηλεπερσόνα με συχνές συμμετοχές σε τηλεοπτικές εκπομπές όπως το σόου του Τζίμι Κίμελ, όπου μοιράζεται με το κοινό το πάθος του για τις επιστήμες. Ο Στιβ Χόκενσμιθ είναι συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου, ενώ είναι ίσως περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματα τρόμου – παρωδίες που έχει γράψει, βασισμένα στην Περηφάνια και προκατάληψη της Τζέιν Όστεν. Στη σειρά των βιβλίων «Νικ και Τέσλα», που απευθύνεται σε παιδιά 9 έως 12 ετών, επιχειρούν μια πρωτότυπη και χιουμοριστική προσέγγιση των επιστημών, με σκοπό την εξοικείωση των μικρών αναγνωστών με τα συναρπαστικά αυτά θέματα. Κάτι που, εκ των πραγμάτων, επιτελείται αρκετά εύκολα, καθώς η γοητεία που ασκεί σε τόσο πολύ κόσμο –και ιδιαίτερα στα παιδιά– η επιστήμη δεν είναι τυχαία. Η παρατήρηση του κόσμου γύρω μας οδηγεί συχνά σε συναρπαστικές ανακαλύψεις, κάτι που κεντρίζει σχεδόν πάντα το ενδιαφέρον των παιδιών τόσο σαν δραστηριότητα όσο και σαν γνώση.

Στις διασκεδαστικές ιστορίες μυστηρίου όπου πρωταγωνιστούν, οι δύο μικροί ήρωες έχουν την ευκαιρία να φτιάξουν ευρηματικές κατασκευές, τις οποίες χρησιμοποιούν στις περιπέτειές τους. Οι κατασκευές αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στα βιβλία σε ξεχωριστές ενότητες που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, και καθώς φτιάχνονται συνήθως με αντικείμενα που μπορεί κανείς να βρει γύρω του ή να προμηθευτεί πολύ εύκολα, οι μικροί αναγνώστες μπορούν κι εκείνοι με τη σειρά τους, ακολουθώντας προσεκτικά τις οδηγίες, να φτιάξουν κάτι αντίστοιχο. Άλλωστε και οι πρώτες εφευρέσεις και ανακαλύψεις ξεκίνησαν από απλά ερεθίσματα του φυσικού κόσμου και του περιβάλλοντος, και μελετήθηκαν στη συνέχεια, στα αρχικά τους στάδια, με πειράματα που βασίζονταν στη χρήση απλών και βασικών υλών.

Έχει ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη σειρά η σημειολογία των ονομάτων, τα οποία δεν έχουν επιλεγεί τυχαία. Ο Νικ και η Τέσλα έχουν δανειστεί τα ονόματά τους από τον σπουδαιότερο επιστήμονα της σύγχρονης ιστορίας, τον Νίκολα Τέσλα, στον οποίο χρωστάμε τη συντριπτική πλειονότητα των τεχνολογικών εφευρέσεων και ανακαλύψεων που ακόμα και σήμερα διευκολύνουν την καθημερινότητά μας, που ο περισσότερος κόσμος αγνοεί ότι οφείλονται σε εκείνον ή που αποδίδονται σε άλλους. Ο Τέσλα ήταν μια αδικημένη μεγαλοφυΐα, ένα σπάνιο επιστημονικό μυαλό. Είναι καλό τα παιδιά να μαθαίνουν γι’ αυτόν, με οποιονδήποτε τρόπο και οποιοδήποτε μέσο και να τους δίνεται κίνητρο να ψάξουν και να μάθουν μόνα τους ακόμα περισσότερα πράγματα. Ο θείος Νιουτ, από την πλευρά του, παραπέμπει στον Νεύτωνα (Νιούτον). Είναι ο κλασικός τρελούτσικος επιστήμονας που δεν χωράει στον εαυτό του και κυριολεκτικά ζει ανάμεσα στα παμπάλαια μηχανήματα και τους σωρούς από εξαρτήματα με τα οποία κατασκευάζει τις απίθανες εφευρέσεις του. Όλα αυτά βέβαια είναι μέσα στο βιβλίο δοσμένα με χιούμορ, Pflugfelder Hockensmithκαι με τέτοιον τρόπο ώστε να τραβήξουν και να κρατήσουν το ενδιαφέρον και την περιέργεια των παιδιών τονίζοντας παράλληλα, σε ένα δεύτερο επίπεδο, τη σπουδαιότητα των επιστημών στον σύγχρονο κόσμο.

Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν και τα βιβλία Επικίνδυνο εργαστήριο υψηλής τάσης, Γκατζετομάχη μυστικών πρακτόρων και Γάντι σούπερ σάιμποργκ.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2019

8 November 2019

H.G. Wells: Ο πόλεμος των κόσμων

Ο Χ. Τζ. Γουέλς είχε ζητήσει να χαράξουν στον τάφο του δύο απλές φράσεις: «Σας τά ‘λεγα εγώ. Καταραμένοι ηλίθιοι.» Και ίσως ο συγγραφέας της Μηχανής του Χρόνου και του Αόρατου Ανθρώπου να είναι αν όχι ο μόνος, σίγουρα ένας από τους ελάχιστους που όταν το έλεγε αυτό, μπορούσε και να το εννοεί απόλυτα.

Ο Γουέλς γεννήθηκε στο Κεντ της Μεγάλης Βρετανίας το 1866 και ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί μιας φτωχής οικογένειας. Στα οχτώ του χρόνια, είχε ένα σοβαρό ατύχημα που τον ανάγκασε να παραμείνει για πολλές μέρες στο κρεβάτι. Ο πατέρας του άρχισε να του φέρνει βιβλία από την τοπική βιβλιοθήκη για να περνάει την ώρα του κι έτσι ο μικρός Χέρμπερτ Τζορτζ γρήγορα βρήκε στο διάβασμα τη διέξοδο που αναζητούσε για να ξεφεύγει από τη βαρετή καθημερινότητα. Χρόνια αργότερα, στο κολέγιο, ασπάστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες της εποχής ενώ ταυτόχρονα άρχισε να οραματίζεται μια μελλοντική κοινωνία που θα είχε προέλθει από ριζική αναδιαμόρφωση. Σπούδασε Βιολογία και ειδικεύτηκε στη Ζωολογία. Οι επιστημονικές του γνώσεις σ’ αυτούς τους τομείς αποδείχτηκαν ιδιαίτερα σημαντικές για την σύλληψη και τη συγγραφή, στη συνέχεια, εμβληματικών ιστοριών, όπως Το Νησί του Δρ Μορό, όπου ένας παρανοϊκός γενετιστής επιχειρεί να δημιουργήσει υβρίδια από ανθρώπους και ζώα.

Όπως αυτός ο χαρακτήρας του τρελού επιστήμονα, έτσι και άπειρες άλλες ιδέες από τα έργα του Γουέλς αποτέλεσαν και εξακολουθούν να αποτελούν πηγή έμπνευσης για κάθε είδους καλλιτεχνική δημιουργία που εντάσσεται στον χώρο της φαντασίας – επιστημονικής και μη. Γιατί ο Πόλεμος των Κόσμων που έχουμε τώρα στα χέρια μας, σε ωραία μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, μπορεί μεν να ανήκει στην επιστημονική φαντασία, ωστόσο αυτό αφορά μία μόνο πτυχή του. Στην ουσία του, το μοναδικό αυτό μυθιστόρημα του Γουέλς είναι μια ιστορία τρόμου, ένα θρίλερ το οποίο σε πολύ μεγάλο βαθμό καθόρισε το ευρύτερο αυτό είδος, τόσο στη λογοτεχνία όσο και, αργότερα, στον κινηματογράφο. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ακόμα ότι το είδος του «τρόμου – επιβίωσης» (survival horror), το οποίο προέκυψε σαν όρος στις αρχές τις δεκαετίας του ‘90 για να περιγράψει, αρχικά, video games με σχετική θεματολογία και, αργότερα, λογοτεχνικά κείμενα και κινηματογραφικές ταινίες, έχει κι αυτό τις ρίζες του στο μυθιστόρημα του Γουέλς: στον Πόλεμο των Κόσμων συναντάμε την αρχετυπική απεικόνιση αυτής της ιδέας, καθώς ο ήρωας και αφηγητής βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο που έχει δεχτεί επίθεση από εξωγήινους, και προσπαθεί να επιβιώσει, πότε μόνος του και πότε ενώνοντας τις δυνάμεις του με άλλους περιστασιακά, ενώ ο κίνδυνος είναι εκεί, δίπλα του, και καραδοκεί ανεξέλεγκτος, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να τον αφανίσει.

Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, οι Αρειανοί κατεβαίνουν στη Γη και αρχίζουν να εξερευνούν με απροσδιόριστες διαθέσεις τις πόλεις και τα χωριά. Στο πέρασμά τους, αφήνουν πίσω τους ισοπεδωμένες περιοχές, ενώ η διαβίωση καθίσταται πρακτικά αδύνατη για τους ανθρώπους και παίρνει γρήγορα τη μορφή του αγώνα για επιβίωση. Ο ήρωας και αφηγητής καταφέρνει να καταφύγει έγκαιρα με τη γυναίκα του σε ένα απομακρυσμένο χωριό, στη συνέχεια ωστόσο επιστρέφει στον τόπο διαμονής του, το Σάρεϊ, για να τακτοποιήσει μια, σημαντική γι’ αυτόν, εκκρεμότητα. Στο μεταξύ, η κατάσταση έχει αγριέψει στην πόλη, με αποτέλεσμα ο αφηγητής να μην μπορεί να ξαναφύγει και να αναγκαστεί να παραμείνει εκεί, ζώντας έναν συνεχιζόμενο εφιάλτη με την κάθε μέρα που ξημερώνει καθώς ψάχνει συνεχώς τρόπους για να επιβιώσει ενώ πρέπει ταυτόχρονα να κινείται όσο πιο αθόρυβα μπορεί ώστε να μην γίνεται αντιληπτός από τους εξωγήινους εισβολείς. Κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής του, θα συνταντήσει διάφορους ανθρώπους που άλλοτε διευκολύνουν, άλλοτε δυσχεραίνουν την αγωνιώδη επιβίωσή του, ενώ οι Αρειανοί καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερες εκτάσεις και σταδιακά αποκαλύπτουν και τις αιμοβόρες συνήθειές τους. Παράλληλα, ο αδερφός του έχει να αντιμετωπίσει εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις στην προσπάθειά του να φύγει από το Λονδίνο, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και είναι παραδομένο στο χάος.

Ο Πόλεμος των Κόσμων του Χ. Τζ. Γουέλς, κείμενο παραπάνω κι από πρωτοποριακό για την εποχή του, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να αποτελεί ένα υπόδειγμα σύλληψης, οργάνωσης και αφήγησης για το τόσο αγαπητό αλλά ιδιαίτερα απαιτητικό είδος της λογοτεχνίας φαντασίας. Ο Γουέλς είχε σαν κανόνα του ότι όσο πιο απίθανη είναι μια ιστορία, τόσο πιο οικείο πρέπει να είναι το στήσιμό της. Πίστευε ότι ο συγγραφέας του φανταστικού, αφού εντάξει «το μαγικό συστατικό», τη φανταστική ιδέα στην ιστορία του, οφείλει στη συνέχεια να διατηρήσει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία σε ανθρώπινο και ρεαλιστικό επίπεδο. Αν το παρακάνει με το φανταστικό στοιχείο, αυτόματα αποδυναμώνει το εύρημά του. Ακούγεται σαν τον χρυσό κανόνα της λογοτεχνίας φαντασίας, και δεν είναι τυχαίο ότι όσες μεταγενέστερες ιστορίες κινούνται σ’ αυτό το μονοπάτι, είναι και οι πιο συναρπαστικές. Είναι πολύ πιο εύκολο να ταυτιστεί κανείς με έναν ήρωα που έχει ν’ αντιμετωπίσει κάτι εξωπραγματικό ή μεταφυσικό ενώ ζει μια συνηθισμένη καθημερινότητα σε ένα οικείο περιβάλλον, παρά με κάποιον που κινείται και δρα σε ένα σκηνικό πέρα για πέρα παραμυθικό.

Στον Πόλεμο των Κόσμων, η καταστροφή της ζωής στη Γη δεν οφείλεται σε κάποιο φυσικό φαινόμενο, ούτε σε έργα των ανθρώπων, γι’ αυτό και οι συνέπειες που έχει είναι πολύ πιο δύσκολο να υπολογιστούν και να συλληφθούν από τον ανθρώπινο νου. Ο Γουέλς παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην επιστήμη, και είχε γνώσεις που ξεπερνούσαν το δικό του αντικείμενο. Δεν επέλεξε τυχαία τον Άρη σαν πλανήτη προέλευσης των εξωγήινων εχθρών: ήταν ήδη γνωστό στην εποχή του ότι ο συγκεκριμένος πλανήτης έχει ατμόσφαιρα, επομένως μπορούσαν εκεί, έστω και θεωρητικά, να κατοικούν πλάσματα ζωντανά. Οι Αρειανοί του Γουέλς, πέρα από την αλλόκοτη εμφάνισή τους με τα τερατώδη χαρακτηριστικά, είναι έμβια όντα που απλώς τυχαίνει να ανήκουν σε είδος διαφορετικό από το ανθρώπινο – και η συνεννόηση μαζί τους καθίσταται αδύνατη γιατί έχουν άλλους κώδικες επικοινωνίας. Αναπόφευκτα, καθώς οι προθέσεις τους είναι ασαφείς και η συμπεριφορά τους ακατανόητη για τα ανθρώπινα δεδομένα, εκλαμβάνονται de facto ως εχθροί.

Ο Γουέλς είχε «προβλέψει» τόσα χρόνια πριν θέματα που ο κόσμος βρήκε μπροστά του πολύ αργότερα. Είχε μιλήσει για την πτώση του Γερμανικού μιλιταρισμού, τη δημιουργία μιας Ενωμένης Ευρώπης, την άνοδο του φασισμού, την πολιτική χειραγώγηση των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων από τις προνομιούχες τάξεις, ακόμα και για τη σεξουαλική απελευθέρωση. Είχε προβλέψει τη ραδιενέργεια, την πυρηνική ενέργεια, την ατομική βόμβα, τη δορυφορική τηλεόραση, μέχρι και μια πρωτόγονη μορφή του διαδικτύου. Εννοείται λοιπόν πως ένα κείμενο σαν τον Πόλεμο των Κόσμων μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως και να πάρει πολλές και διαφορετικές συμβολικές διαστάσεις που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, τις ιδεολογίες. Είναι όμως τόσο έντονο το στοιχείο της περιπέτειας στην αφήγηση, τόσο γλαφυρές οι περιγραφές της πόλης αλλά και της εξοχής που έχουν καταστραφεί και λεηλατηθεί, τόσο σύγχρονη και ταυτόχρονα ποιητική η αφήγηση του Γουέλς μέσα από τα μάτια του ήρωά του (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είναι συγγραφέας φιλοσοφικών δοκιμίων), που ακόμα κι αν μείνει κανείς στο πρώτο επίπεδο χωρίς να αναζητήσει άλλες προεκτάσεις, φτάνει για να εκτιμήσει την αξία αυτού του αξεπέραστου μυθιστορήματος. Υπάρχει μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή όπου ο αφηγητής, επιχειρώντας να δώσει μια συνολική εικόνα της καταστροφής, λέει: «Ακριβώς από κάτω του, ο άνθρωπος από το αερόστατο θα έβλεπε το δίκτυο των δρόμων, απέραντο, απλωμένο παντού, σπίτια, εκκλησίες, πλατείες, δρόμους, κήπους – ήδη ρημαγμένους – σαν σε έναν μεγάλο χάρτη με όλη τη νότια πλευρά του μουντζουρωμένη. Πάνω από το Ίλινγκ, το Ρίτσμοντ, το Ουίμπλεντον θα έμοιαζε λες και κάποια τερατώδης πένα έχυσε το μελάνι της στον χάρτη. [...]» (σ. 172) Όλο αυτό το κομμάτι είναι σαν μια σειρά από σκηνοθετικές οδηγίες για ένα πανοραμικό πλάνο από ψηλά, και είναι δοσμένο με τόση ακρίβεια που κυριολεκτικά σε κάνει να δεις μπροστά σου την εικόνα σαν να παρακολουθείς ταινία. Δεδομένου ότι το βιβλίο γράφτηκε το 1897, όταν ο κινηματογράφος ήταν ακόμα στις υποτυπώδεις απαρχές του, αντιλαμβανόμαστε πόσο μακριά έβλεπε ο Γουέλς και πόσο προχωρημένη ήταν η αντίληψή του.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2019
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/13132-polemos-kosmon