1 February 2020

Θοδωρής Γκόνης – Φώτης Σιώτας: Τα δεύτερα, γιατί κουράστηκαν τα πρώτα

«Τώρα μόνο τα δεύτερα θέλω να τραγουδώ / δεν είναι που τρελάθηκα / είναι που σε ζητώ». Μόνο τα δεύτερα, λοιπόν, γιατί κουράστηκαν τα πρώτα: τα δεύτερα λόγια, οι δεύτερες σκέψεις, οι συλλογισμοί στο πίσω μέρος του μυαλού, οι αγωνίες της καρδιάς. Έρχεται το συναίσθημα και περνάει μπροστά από τη λογική. Ο άλλος μας εαυτός, ο κρυφός, οι μύχιες επιθυμίες. Όλα όσα ήταν στο παρασκήνιο, όσα λούφαζαν σε κάποια γωνιά της ψυχής και του μυαλού, περιμένοντας να έρθει η δική τους ώρα για να βγουν στην επιφάνεια. Λέξεις, επικλήσεις, αναμνήσεις, αναπολήσεις – κομμάτια από την πορεία της ζωής μας με τις καλές και τις κακές στιγμές της.

Η συλλογή τραγουδιών του Φώτη Σιώτα σε στίχους του Θοδωρή Γκόνη «Τα δεύτερα (γιατί κουράστηκαν τα πρώτα)» ξεκινάει με ένα υποβλητικό ορχηστρικό κομμάτι όπου κυριαρχούν στοιχεία της δυτικής μουσικής αλλά στην κατάληξη γεμίζει με ανατολίτικα γυρίσματα. Αυτό είναι και το γενικότερο κλίμα των τραγουδιών, που είναι μεν λαϊκότροπα, με ρυθμούς και μελωδίες με χρώμα γνήσια ελληνικό, αλλά η ορχήστρα που συνοδεύει στο φόντο διαθέτει έναν χαρακτήρα βαθιά λυρικό, χάρη στις λεπτοδουλεμένες ενορχηστρώσεις και την άρτια συμμετοχή λαϊκών και παραδοσιακών οργάνων.

Ο Θοδωρής Γκόνης, ποιητής και πεζογράφος με μακρά θητεία στον χώρο της λογοτεχνίας, αλλά και στιχουργός και σκηνοθέτης με πλούσιο και ιδιαίτερα σημαντικό έργο, έγραψε τους στίχους αυτούς στον δρόμο, όπως λέει χαρακτηριστικά στο σημείωμά του, «αποθηκευμένα στη μνήμη ενός οδοιπόρου που γράφει ό,τι ακούει, ό,τι βλέπει και καταλαβαίνει ζωντανά, με το αυτί, με την καρδιά και με το μάτι και όχι πάνω στο χαρτί.» Εμπειρίες λοιπόν, εικόνες περαστικές, διαπιστώσεις υπαρξιακές, συνθέτουν ένα σύνολο όπου κυριαρχεί η αρμονία και η ισορροπία. Αρμονία όχι μόνο με την κυριολεκτική σημασία, την αρμονία της μουσικής, αλλά και όσον αφορά την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα που βγάζουν τα τραγούδια αυτά. Και ισορροπία επίσης συναισθηματική, αλλά και από άποψη τεχνική: τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο σαν κεφάλαια ενός βιβλίου, όπου στο καθένα μπορεί να αλλάζει το κλίμα αλλά υπάρχει ο κοινός παρονομαστής, ο οποίος στην περίπτωση αυτή είναι η ομάδα των δημιουργών, των ερμηνευτών και των μουσικών – ένα άρτιο σύνολο που τα μέλη του αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν με τον παραδοσιακό τρόπο – η ορχήστρα έπαιζε ζωντανά στο στούντιο συνοδεύοντας τους τραγουδιστές. Αυτό ήταν και το όνειρο του Φώτη Σιώτα, και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Δεξιοτέχνης βιολιστής, μουσικός με δυνατό ένστικτο και μεγάλο ταλέντο, ο Φώτης Σιώτας είναι επίσης εξαιρετικός τραγουδιστής. Όντας για χρόνια συνεργάτης του Μανώλη Φάμελλου, έχει ερμηνεύσει μοναδικά τραγούδια με ιδιαίτερο ηχόχρωμα, όπως είναι το παραδοσιακό «Καληνύχτα» από την Κάτω Ιταλία και οι συμμετοχές του στη «Μαύρη Αγάπη» του Φάμελλου. Εδώ ωστόσο μοιράζεται το ερμηνευτικό κομμάτι και με άλλους τραγουδιστές που επίσης ξεχωρίζουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Την Ιουλία Καραπατάκη με τη γνήσια αλλά καλοδουλεμένη λαϊκή χροιά, τον Γιάννη Διονυσίου με την εκφραστικότητα και το βάθος της ερμηνείας που ξεδιπλώνει εντυπωσιακά στον αμανέ τού «Ο περιττός ο άνθρωπος», τη Δήμητρα Γαλάνη με τη γλυκιά, υποβλητική φωνή της, τον Σωκράτη Μάλαμα με τον χαρακτηριστικό αντρίκειο δυναμισμό που θυμίζει άλλες εποχές.

Τραγούδια – μικρές ιστορίες που μιλούν στον καθένα με τρόπο διαφορετικό, τραγούδια – μυστικά που προσφέρονται για εξομολόγηση σε κάποιον αγαπημένο («Να είν’ ο κόσμος δροσερός / να καίει σαν καμίνι / το ξέρω απ’ την αγάπη μας /η στάχτη μας θα μείνει», Να είμαι κάτω απ’ τη μουριά), πότε μελαγχολικά («Έχω αγιάτρευτη πληγή / και περπατώ μαζί της / πάντα μαζί μα μοναχή / λέει την προσευχή της», Προσευχή), πότε παιχνιδιάρικα («Η Καρδίτσα όταν κλειδώσει / μη φοβάσαι να σε δώσει / αποκλείεται / Είναι νόμος είναι κράτος / είναι καιομένη βάτος / ετελείωσε», Στην Καρδίτσα), εξέχουσα θέση έχει ωστόσο το θαλασσινό στοιχείο, το τόσο χαρακτηριστικό αυτό ελληνικό θέμα, είτε με την κυριολεκτική είτε με την αλληγορική του σημασία («Καβούρι είμαι στο βράχο / και μαύρος αχινός / τ’ αγκάθι μου για σένα / λουλούδι και ανθός», Μαύρος αχινός, «Αν είν’ η ανάμνηση νησί / εσύ είσαι το νησί μου / το κάστρο μου είσαι το κλειδί / η θέα, η μουσική μου», Το νησί μου).

Αξίζει ωστόσο να σταθούμε και στη σημειολογία του πολύ ιδιαίτερου εξωφύλλου, και τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου Σηργάνου. Μέσα σε μια κουζίνα που παραπέμπει είτε σε παλιότερες δεκαετίες είτε σε επαρχιακό σπίτι, ο Φώτης Σιώτας και η Ιουλία Καραπατάκη κάθονται σε ένα άδειο τραπέζι, ντυμένοι με τα ίδια ρούχα, ανέκφραστοι με την πρώτη ματιά αλλά, αν τους παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, με μια αδιόρατη αύρα μελαγχολίας. Μοιάζουν ακινητοποιημένοι, παγωμένοι στον χρόνο. Αυτή η εικόνα σε συνδυασμό με το «σπάσιμο» του τίτλου – οι δύο πρώτες λέξεις (τα δεύτερα) είναι τοποθετημένες κάτω από τη φωτογραφία μαζί με έναν αστερίσκο που παραπέμπει στο οπισθόφυλλο όπου ο υπόλοιπος τίτλος (γιατί κουράστηκαν τα πρώτα), με πλάγια γράμματα, σαν υποσημείωση, συνυπάρχει με τα περιεχόμενα και μια λεπτομέρεια που φαίνεται και δεν φαίνεται στην φωτογραφία του εξωφύλλου – είναι σαν να εικονογραφεί τη «δήλωση» του τίτλου. Οι πρωταγωνιστές της εικόνας είναι σαν ρέπλικες του εαυτού τους, οι εναλλακτικές, δεύτερες (με την καλή έννοια) εκδοχές τους που αναλαμβάνουν δράση όταν οι ίδιοι «αποσύρονται». Ή πάλι θα μπορούσε να είναι και το ακριβώς αντίθετο: να είναι αυτοί που βλέπουμε οι αυθεντικοί που περιμένουν στην αναμονή όσο οι εναλλακτικοί τους εαυτοί τους εκπροσωπούν στον κόσμο.

Κάπως έτσι υποδηλώνεται και η διττή υπόσταση των τραγουδιών, η λαϊκή / παραδοσιακή και η έντεχνη. Και κάπως έτσι τα δεύτερα γίνονται πρώτα και εκφράζουν τα πιο βαθιά, τα πιο ουσιαστικά συναισθήματα.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020
https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/13618-deytera

20 January 2020

JD Salinger: Η Φράννυ και ο Ζούι

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έγραψε το διήγημα «Φράννυ» το 1955 και τη νουβέλα «Ζούι» το 1957. Οι δύο ιστορίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην εφημερίδα New Yorker τις αντίστοιχες χρονιές, ενώ το 1961 εκδόθηκαν για πρώτη φορά μαζί ως βιβλίο με τον τίτλο «Η Φράννυ και ο Ζούι». Οι δύο χαρακτήρες του τίτλου είναι τα μικρότερα παιδιά των Γκλας, μιας φανταστικής πολυμελούς οικογένειας που εμφανιζόταν συχνά σε διηγήματα του Σάλιντζερ και αποτελούνταν από τους γονείς, πρώην φίρμες του βαριετέ, και εφτά παιδιά με κοινό χαρακτηριστικό την εξαιρετικά υψηλή ευφυΐα τους. 

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο καταλαμβάνει η σύντομη ιστορία της Φράννυ, η οποία είναι φοιτήτρια και έρχεται να συναντήσει τον Λέιν, τον φίλο της, για να περάσουν μαζί ένα σαββατοκύριακο. Η πρώτη και τελευταία τους στάση είναι ένα εστιατόριο, όπου τα σχέδια του Λέιν για ένα ήρεμο διήμερο με το κορίτσι του που, ιδανικά, θα περιλαμβάνει και την παρακολούθηση ενός αγώνα στο γήπεδο, αρχίζουν να καταρρέουν όταν η Φράννυ, φαινομενικά από το πουθενά, αρχίζει να τα βάζει με τους ψευτοδιανοούμενους καθηγητές του πανεπιστημίου της και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να εκνευρίσει και να φέρει σε δύσκολη θέση τον Λέιν κριτικάροντας την υποκρισία και την ασχετοσύνη των πάντων. Στην κορύφωση αυτής της αλλόκοτης συνάντησης, που κάθε άλλο παρά ρομαντικό ραντεβού θυμίζει, η Φράννυ καταλήγει να πέσει κάτω λιπόθυμη, ματαιώνοντας οριστικά τα σχέδια του Λέιν.

Στο δεύτερο μέρος, το οποίο περιλαμβάνει την πολύ εκτενέστερη ιστορία του Ζούι, μεταφερόμαστε στο διαμέρισμα των Γκλας όπου, ουσιαστικά, η δράση χωρίζεται σε τρεις σκηνές. Στην πρώτη, ο Ζούι, ανερχόμενος ηθοποιός, τον οποίο χαρακτηρίζουν η εκπληκτική ομορφιά και ο ανυπόφορος κυνισμός, έχει μια εκτενή συζήτηση με τη μητέρα του όπου, κατά τη συνήθειά του όπως φαίνεται, της απευθύνεται με οξυδερκείς ειρωνικές ατάκες, γυρίζοντας ανάποδα ό,τι και αν του λέει εκείνη. Παρά τις συνεχείς αντιδράσεις του, ωστόσο, ακούει τα παρακάλια της και πηγαίνει να μιλήσει στην Φράννυ, η οποία βρίσκεται πλέον στο σπίτι, κουκουλωμένη κάτω από μια κουβέρτα στον καναπέ του καθιστικού, παρέα με τον τεράστιο, ακοινώνητο γάτο της οικογένειας. Εκεί ξεκινάει και η δεύτερη σκηνή, όπου ο Ζούι υποτίθεται ότι προσπαθεί να μάθει τι συμβαίνει με την αδερφή του, αλλά στην πραγματικότητα δεν την αφήνει σε χλωρό κλαρί βασανίζοντάς την με φιλοσοφικές αναλύσεις, μέχρι που στο τέλος την κάνει να ξεσπάσει σε κλάματα. Η αναπάντεχη εξέλιξη της ιστορίας καλύπτει την τρίτη και τελευταία σκηνή, όπου ο Ζούι επιχειρεί, με τον δικό του ασυνήθιστο τρόπο, να επανορθώσει για ό,τι προηγήθηκε.

Ιδιόρρυθμος και μοναχικός, ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (1919-2010), πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μια ηθελημένη απομόνωση από τον κόσμο και τις κοινωνικές σχέσεις, κάτι για το οποίο ευθυνόταν σε πολύ μεγάλο μέρος η ανεξέλεγκτη – και όχι πάντα θετική – δημοσιότητα που του είχε φέρει το αριστούργημά του, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» (1951). Σ’ αυτές εδώ τις ιστορίες, λοξοδρομεί φαινομενικά από τα θέματα του «Φύλακα», ωστόσο και πάλι, μέσα από τους πρωταγωνιστικούς του χαρακτήρες, ασκεί κριτική στα πνευματικά ήθη της εποχής, τους ψευτοκουλκτουριάρηδες διανοούμενους, την υποκρισία της κοινωνίας και της (μεγαλο)αστικής τάξης. Στοιχεία από τον Χόλντεν, τον ήρωα και αφηγητή του «Φύλακα», βρίσκουμε τόσο στον Ζούι όσο και στη Φράννυ, εδώ όμως η έμφαση δίνεται στις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στα περιορισμένα πλαίσια ενός τυπικού νεοϋορκέζικου διαμερίσματος και τους διαταραγμένους δεσμούς ανάμεσα στα αδέλφια της οικογένειας Γκλας. Κατά τον χρόνο δράσης των δύο ιστοριών, δύο από τα εφτά παιδιά των Γκλας έχουν ήδη πεθάνει, και όπως είναι φυσικό αυτές οι δύο απώλειες στοιχειώνουν ακόμα την οικογένεια, ωστόσο αυτό το καταφέρνουν και κάποιοι που είναι ζωντανοί, με ύπουλο τρόπο. «Δε με πολυνοιάζει να με στοιχειώνει ένα πεθαμένο φάντασμα, αλλά απεχθάνομαι όσο ο διάολος το λιβάνι να με στοιχειώνει ένα μισοπεθαμένο», λέει ο Ζούι αναφερόμενος αρχικά στον Σίμουρ, που έχει αυτοκτονήσει εδώ και εφτά χρόνια, και στη συνέχεια στον Μπάντι, τον απόντα – παρόντα μεγαλύτερο εν ζωή αδελφό, ο οποίος, μαζί με τον Σίμουρ, είχε αναλάβει την πνευματική καθοδήγηση του Ζούι και της Φράννυ χρόνια πριν. 

Τόσο ο Ζούι όσο και η Φράννυ θεωρούν ότι είναι φρικιά, και ότι υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι ο Σίμουρ και ο Μπάντι με την περίπλοκη φιλοσοφική – θρησκευτική εκπαίδευση που τους έδωσαν. Έχουν πολλά κοινά στοιχεία, άλλες τόσες, όμως, διαφορές. Είναι και οι δύο πανέξυπνοι και ικανοί να εξοντώσουν όποιον έχουν απέναντί τους με τα λόγια, ωστόσο η Φράννυ είναι ανοιχτό βιβλίο ενώ ο Ζούι είναι πραγματικός αχαρτογράφητος λαβύρινθος. Και οι δύο, όμως, ο καθένας με τον τρόπο του, παραμένουν αινιγματικοί σαν χαρακτήρες. Όπως και στην ιστορία του Χόλντεν, χρειάζεται κανείς να διαβάσει πίσω από τις λέξεις για να αποκρυπτογραφήσει τον Σάλιντζερ. Οι αρχικές αδιαθεσίες και η λιποθυμία της Φράννυ, ας πούμε, σε κάνουν να υποψιαστείς ότι ίσως βρίσκεται στα πρώτα στάδια μιας εγκυμοσύνης. Όμως μιλάμε για τον Σάλιντζερ, επομένως πρέπει να έχουμε κατά νου ότι συνήθως αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Ίσως η Φράννυ να είναι όντως έγκυος, ίσως πάλι όχι. Ίσως «απλώς» - και είναι το πιο πιθανό – δεν άντεξε άλλο την πνευματική πίεση από τη δική της υπερανεπτυγμένη ευφυΐα σε συνδυασμό με την αδαημοσύνη όσων την περιτριγύριζαν, συμπεριλαμβανομένου και του ανυποψίαστου Λέιν, αλλά και με την σύγχυση που της έχει προκαλέσει η πολύχρονη «διδασκαλία» των μεγαλύτερων αδελφών της σχετικά με τις προσευχές και τις ανατολίτικες θρησκευτικές αναζητήσεις. Ο Ζούι, από την άλλη, μοιάζει να έχει υιοθετήσει το ζεν στοιχείο της Ανατολής – τίποτα δεν είναι ικανό να τον ταράξει ή να τον θορυβήσει. Παράλληλα ωστόσο έχει το ταλέντο να βγάζει τους άλλους από τα ρούχα τους και να τους φέρνει στα όριά τους, ξεστομίζοντας με θαυμαστή ευφράδεια τις δηλητηριώδεις ατάκες του. Ουσιαστικά βέβαια αυτό που συμβαίνει στον Ζούι και τη Φράννυ είναι ότι δεν χωράνε στον εαυτό τους, «καταδικασμένοι» να βλέπουν αναγκαστικά αφ’ υψηλού όσους δεν διαθέτουν τη δική τους υψηλή νοημοσύνη και αντίληψη. 

Ο Σάλιντζερ, με τη μοναδική του ευστροφία, ρίχνει μέσα στην αφήγηση πολλά και διαφορετικά στοιχεία τα οποία από τη μια εικονογραφούν με ακρίβεια και ευστοχία το πλαίσιο δράσης – όπως, για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή της διακόσμησης στο καθιστικό των Γκλας ή η τελετουργία του Ζούι στο μπάνιο – από την άλλη, πάλι, ίσως και να αποτελούν «κλειδιά» για την αποκρυπτογράφηση των θεμάτων και των χαρακτήρων. Είτε σαν καυστικά σχόλια για την κοινωνική και πνευματική – ακαδημαϊκή ζωή της εποχής, είτε σαν πράξεις μια μικρής ενδοοικογενειακής αστικής τραγικωμωδίας, οι αλληλένδετες ιστορίες της Φράννυ και του Ζούι συναποτελούν ένα πολύ ιδιαίτερο ανάγνωσμα, που κάθε φορά που το διαβάζεις, η αίσθηση που σου αφήνει είναι διαφορετική και κάθε φορά παρατηρείς και άλλα πράγματα. Η πολύ καλή μετάφραση στη συγκεκριμένη έκδοση, που στέκεται με πιστότητα και σεβασμό απέναντι στο πρωτότυπο κείμενο, είναι της Αθηνάς Δημητριάδου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2020