23 July 2018

Sean Ferrell: Το Τζάτζαλο

Το ‘Τζάτζαλο’, σαν λέξη, ακούγεται παράξενο. Σου τραβάει την προσοχή, σε ιντριγκάρει. Θέλει να ασχοληθείς μαζί του. Όπως ακριβώς δηλαδή και το ίδιο το Τζάτζαλο: είναι εκείνο το κακομούτσουνο τερατάκι που όλοι έχουμε μέσα μας, το οποίο λαγοκοιμάται σε μια γωνίτσα του εαυτού μας με το ένα μάτι ανοιχτό, έτοιμο να πεταχτεί επάνω και να πάρει, με το έτσι θέλω, πρωτοβουλία, βάζοντάς μας να κάνουμε πράγματα που εμείς, σαν αθώα παιδιά που (δεν) είμαστε, δεν θα κάναμε ποτέ. Η Ρούθι έχει κι αυτή το Τζάτζαλό της. Είναι μεγάλο, είναι επιβλητικό, μονίμως εκνευρισμένο, τη συνοδεύει παντού και την βάζει συνεχώς σε μπελάδες. Γιατί, φυσικά, η Ρούθι δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να πάει αδιάβαστη στο σχολείο, ή να κοροϊδεύει τους συμμαθητές της ή να χαλάσει τη ζωγραφιά του διπλανού της. Όλα τα κάνει το Τζάτζαλο.

Στο πανέξυπνο και ξεκαρδιστικό βιβλίο του Σον Φέρελ, οι παιδικές σκανταλιές, το τόσο οικείο και βασανιστικό συναίσθημα της ζήλειας, οι αταξίες στο σχολείο, παίρνουν μια άλλη διάσταση. Αποκτούν πρόσωπο και ταυτότητα και καταδυναστεύουν τη Ρούθι, τη μικρή πρωταγωνίστρια, στην καθημερινότητά της. Το Τζάτζαλο της Ρούθι δεν την αφήνει σε ησυχία. Κάθεται στη θέση της, πιλατεύει τον φίλο της, κάνει ζαβολιές. Και εννοείται ότι για όλα αυτά, η Ρούθι είναι που βρίσκει τον μπελά της και δέχεται την παρατήρηση, παρά τις διαμαρτυρίες της: «Δεν το ‘κανα εγώ! […] Το Τζάτζαλο!»

Με την λέξη ‘τζάτζαλο’ – που σημαίνει ‘κουρέλι’ και έχει να κάνει με ένα αρχαίο έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι κρεμούσαν κομμάτια από ρούχα έξω από τις εκκλησίες σαν αναθήματα για να θεραπευτούν από ασθένειες – απέδωσε πολύ έξυπνα ο Αντώνης Παπαθεοδούλου το ‘Snurtch’, λέξη προφανώς φτιαχτή που μάλλον προέρχεται από τη μείξη του ‘snatch’, που σημαίνει ‘αρπάζω’ και του ‘burtch’ – λέξη της αργκό που περιγράφει έναν άνθρωπο μουλωχτό που θέλει πάντα να περνάει το δικό του. Γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το Τζάτζαλο: κάτι ύπουλο, που γαντζώνεται πάνω στο θύμα του και πάντα βρίσκει τον τρόπο να επιβάλλεται με κάθε κόστος. Εκμεταλλεύεται τον φαινομενικό του όγκο αποδυναμώνοντας τον ‘ξενιστή’ του, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα κυριολεκτικό τζάτζαλο, ένα ανυπόστατο, κουρελιασμένο πλάσμα χωρίς ουσία το οποίο τρέφεται από τις δικές μας ανασφάλειες.

Το Τζάτζαλο της Ρούθι κάνει κουμάντο παντού και είναι γεμάτο αυτοπεποίθηση. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει. Εκτός από την ίδια τη Ρούθι. Κάποια στιγμή η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο και η Ρούθι αποφασίζει να αλλάξει ρότα. Είναι μια απόφαση αναπάντεχη, της στιγμής, αλλά τα αποτελέσματά της είναι θεαματικά. Είναι κάτι που το Τζάτζαλο δεν περίμενε ποτέ να συμβεί, γι’ αυτό και αποσυντονίζεται εντελώς. Δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο ρόλος του περιορίζεται. Δεν εξαφανίζεται, αλλά η Ρούθι μπορεί πλέον, τις περισσότερες φορές, να το θέτει υπό έλεγχο. Κάποιες φορές βρίσκει τον τρόπο να δείξει τον παλιό, κακό εαυτό του, αλλά τώρα πια η Ρούθι μπορεί να το κουμαντάρει. Όπως και όλοι οι άλλοι γύρω της, άλλωστε, αφού ο καθένας έχει το δικό του, προσωπικό Τζάτζαλο.

Το ‘Τζάτζαλο’ είναι ένα υπέροχο, χιουμοριστικό βιβλίο. Γραμμένο από τον Σον Φέρελ με απλό αλλά διεισδυτικό και καίριο χιούμορ, λέει πάρα πολλά με λίγα λόγια. Το ύφος του είναι άμεσο, λιτό, χωρίς διάθεση εντυπωσιασμού, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι τόσο περιεκτικό και διασκεδαστικό. Οι αστείες, εκφραστικές και γεμάτες κίνηση φιγούρες του Τσαρλς Σαντόζο που συνοδεύουν το κείμενο αποδίδουν εξαιρετικά το δεύτερο επίπεδο της ιστορίας – δηλαδή την αδιάκοπη παρουσία του Τζάτζαλου στη ζωή της Ρούθι, κάτι που μόνο εκείνη μπορεί να δει. Το Τζάτζαλο έχει απεικονιστεί στην εικονογράφηση τόσο παραστατικά και με τόσες αστείες εναλλαγές στις εκφράσεις του, που είναι σα να σχολιάζει από μόνο του τα όσα συμβαίνουν. Οι εικόνες αποτελούν πολύ σημαντικό κομμάτι του βιβλίου, καθώς αποκαλύπτουν τι γίνεται πραγματικά, σε παράλληλη δράση με την αφήγηση που αντιπροσωπεύει την οπτική της Ρούθι. Το Τζάτζαλο εμφανίζεται πίσω της σαν να έχει ξεπηδήσει από παιδική ζωγραφιά, έχοντας αποκτήσει δική του ζωή, διεκδικώντας το έδαφός του. Αντιμετωπίζοντάς το με τα δικά του όπλα, η Ρούθι τελικά το ξορκίζει ζωγραφίζοντάς το, εγκλωβίζοντάς το σε μια χαρούμενη εκδοχή του εαυτού του.

Αν και το προφανές αναγνωστικό κοινό του βιβλίου είναι τα παιδιά, το ‘Τζάτζαλο’ απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες αφού η ύπαρξη μιας αρνητικής πλευράς είναι κοινός παρονομαστής σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας. Όλοι μας έχουμε μέσα μας ένα τερατάκι που αποζητά μονίμως να βγει στην επιφάνεια και να κυριαρχήσει. Άλλοτε το καταφέρνει, άλλοτε πάλι κάθεται και περιμένει στη γωνιά του, καραδοκώντας για την επόμενη ευκαιρία. Καμιά φορά, αν είμαστε τυχεροί, μπορεί και να είναι μονίμως κοιμισμένο. Αυτό που έχει σημασία, και που τόσο έξυπνα λέει, ουσιαστικά, το βιβλίο, είναι να το αποδεχτούμε, να συμφιλιωθούμε με την ύπαρξή του και ίσως, αν είναι ανάγκη, να το αφήνουμε πού και πού να εκφράζεται κι αυτό. Αν προσπαθήσουμε να το εξαφανίσουμε, αφ’ ενός δεν θα καταφέρουμε τίποτα και αφ’ ετέρου θα το εξαγριώσουμε ακόμα περισσότερο – και κανείς δεν θα ήθελε να ωθήσει το Τζάτζαλό του στα άκρα, γιατί η αντίδρασή του μπορεί να είναι απρόβλεπτη.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2018
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/10331-tzatzalo

16 July 2018

Barbara Cantini: Μορτίνα - μια ιστορία για να πεθάνεις από τα γέλια

Συστήνοντάς μας την αλλόκοτη και αξιολάτρευτη Μορτίνα, η Ιταλίδα σκιτσογράφος και συγγραφέας Μπάρμπαρα Καντίνι καταπιάνεται με το θέμα της διαφορετικότητας μέσα από μια ευφάνταστη ιστορία εναλλακτικής πραγματικότητας. Η ηρωίδα της ζει σε μια έπαυλη με πολλά δωμάτια, μαζί με τη θεία της, έναν σκύλο κι έναν γάτο. Κι αν όλα αυτά ακούγονται συνηθισμένα, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά: η Μορτίνα είναι ένα κορίτσι με χλωμή επιδερμίδα και βαθουλωτά ματάκια, ένα αντισυμβατικό κορίτσι που μπορεί να βγάζει και να βάζει κατά βούληση διάφορα μέλη του σώματός της. Eίναι ένα κορίτσι – ζόμπι!

Τα ζόμπι είναι από τα δημοφιλέστερα πλάσματα των ιστοριών τρόμου σε όλα σχεδόν τα είδη της καλλιτεχνικής παραγωγής. Αν και η ουσιαστική υπόστασή τους είναι τρομακτική, ο τρόπος απεικόνισής τους μέσα από τις τέχνες της εικόνας έχει συμβάλλει κατά πολύ στην απομυθοποίησή τους. Το κενό και απλανές βλέμμα τους, η ανυπαρξία σκέψης, ο μηχανικός, σχεδόν ρομποτικός βηματισμός τους, οι αλλόκοτοι, άναρθροι ήχοι που βγάζουν αντί για ομιλία, είναι χαρακτηριστικά που ακόμα και σε σοβαρές ιστορίες τρόμου έχουν πολλές φορές μια κωμική παράμετρο.

Αυτήν την κωμική παράμετρο αξιοποιεί και η Καντίνι, παρουσιάζοντας ωστόσο την ηρωίδα της σαν μια μικρή παραλλαγή του παραπάνω «μοντέλου»: η Μορτίνα είναι ζόμπι κυρίως όσον αφορά το παρουσιαστικό της και ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, αφού, κατά τα άλλα, και το μυαλό της λειτουργεί κανονικά, και μιλάει σαν ένα συνηθισμένο παιδί. Το ότι μπορεί να βγάζει το κεφάλι ή το χέρι της και να τα ξαναβάζει μετά στη θέση τους είναι απλώς μια ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια. Το ότι η μπιζουτιέρα της θείας της είναι το… κεφάλι του θείου που μιλάει ακατάπαυστα απευθυνόμενο στο νεανικό του πορτρέτο που είναι κρεμασμένο στον τοίχο, είναι μια άνευ σημασίας εκτροπή από τα συνηθισμένα. Μήπως άλλη τόση παράνοια, σε άλλο επίπεδο, δεν κρύβεται και πίσω από τις πόρτες των συμβατικών σπιτιών; Απλώς στην περίπτωση της Μορτίνα, τα πάντα είναι «λίγο» πιο θεαματικά. Παρ’ όλα αυτά η ίδια αισθάνεται πως είναι ένα απλό, καθημερινό παιδί και δυσανασχετεί που είναι αναγκασμένη να μένει κλεισμένη στην έπαυλη ώστε να μην ανακαλύψει κανείς το μυστικό της.

Το κείμενο, βασισμένο στο μαύρο χιούμορ και τις μακάβριες αναφορές (το όνομα της Μορτίνα ακούγεται σαν θηλυκή, υποκοριστική εκδοχή του ‘morte’, που σημαίνει θάνατος στα ιταλικά, η θεία της λέγεται Εκλιπούσα – Dipartita, στο πρωτότυπο, που σημαίνει ακριβώς αυτό), έχει παραμυθικά στοιχεία, τα οποία όμως ανατρέπονται εδώ. Ο πύργος του παραμυθιού είναι μια έπαυλη ξεπεσμένη (όνομα και πράγμα, αφού έτσι είναι όντως το όνομά της) με παράξενη διακόσμηση, τα ζωάκια – πιστοί φίλοι της ηρωίδας είναι ένας αλμπίνος σκύλος αμφιβόλου ύπαρξης και ένας γάτος που… ξηλώνεται, ενώ η ίδια η Μορτίνα είναι ο ορισμός της αντι-ηρωίδας. Μιας αντι-ηρωίδας, ωστόσο, που κάνει την ανατροπή και μέσα στην παρακμή και την αποσύνθεση που χαρακτηρίζει το περιβάλλον και την καθημερινότητά της, διεκδικεί το δικαίωμά της να ζήσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί.

Το Χαλογουίν, η γιορτή με τα μασκαρέματα, είναι η ιδανική ευκαιρία για τη Μορτίνα να πραγματοποιήσει την πολυπόθητη κοινωνική της εξόρμηση. Μια τέτοια μέρα, όπου όλοι κυκλοφορούν μεταμφιεσμένοι, είναι η καλύτερή της, αφού δεν χρειάζεται καν να μασκαρευτεί. Βγαίνει έξω και, επιτέλους, είναι ο εαυτός της. Ουσιαστικά χρησιμοποιεί την αληθινή της ταυτότητα σαν κάλυψη για να συγχρωτιστεί με τους συνομήλικούς της. Κάνει το αντίθετο από αυτό που κάνουν συνήθως τα παιδιά – και όχι μόνο – για να γίνουν αποδεκτά ή αρεστά, που δηλαδή προσποιούνται κάτι που δεν είναι για να αποφύγουν την απόρριψη. Η Μορτίνα εκμεταλλεύεται, με την καλή έννοια, την ασυνήθιστη εμφάνισή της ώστε να μπορέσει να τρυπώσει σε μια παρέα παιδιών, τα οποία την αποδέχονται αμέσως, ενθουσιασμένα με την υποτιθέμενη επιτυχημένη μεταμφίεσή της.

Αλλά κάτι εξακολουθεί να μην είναι σωστό. Γιατί μπορεί εκείνη να έκανε επιτέλους πραγματικότητα το όνειρό της, να βγει έξω και να παίξει με τα άλλα παιδιά, αλλά ακόμα δεν την έχουν αποδεχτεί γι’ αυτό που είναι. Νομίζουν ότι είναι μασκαρεμένη, εκλαμβάνουν το όνομά της ως «Μαρτίνα» – με άλλα λόγια και πάλι τα κοινωνικά στερεότυπα επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες. Μέχρι, φυσικά, να αποφασίσει η Μορτίνα να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία, με τους δικούς της όρους. Είναι ένα ρίσκο, αλλά τελικά της βγαίνει σε καλό. Και επιπλέον διαπιστώνει ότι κάποιες φορές οι άνθρωποι είναι και πιο ανοιχτόμυαλοι απ’ όσο φαίνονται και πιο έτοιμοι να αποδεχτούν κάτι ασυνήθιστο απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Οι εικόνες της Καντίνι, με χρώματα και αποχρώσεις που θυμίζουν παλιές ζωγραφιές, συνδυάζουν εύστοχα το κλίμα του μυστηρίου με ένα αντισυμβατικό χιούμορ. Δίνεται έμφαση στο πορτοκαλί, χρώμα κατ’ εξοχήν συνυφασμένο με τη γιορτή του Χαλογουίν, μέσα σε μία γενικότερη βίντατζ αισθητική που φέρνει στο μυαλό πότε τη «Νεκρή Νύφη» και τον «Χριστουγιεννάτικο Εφιάλτη» του Τιμ Μπάρτον, και πότε τις ντελικάτες γοτθικές συνθέσεις της Αμπιγκέιλ Λάρσον. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι επιτυχώς αφομοιωμένα στις ζωγραφιές της Καντίνι και το αποτέλεσμα διακρίνεται από ένα ιδιαίτερο, αξιομνημόνευτο καλλιτεχνικό ύφος.

Στην όμορφη έκδοση από τα Ελληνικά Γράμματα, η μετάφραση και η προσαρμογή του κειμένου είναι της Γιούλης Δελιοπούλου, η οποία έχει επίσης φιλοτεχνήσει και τα χειρόγραφα στοιχεία που λειτουργούν σαν λεζάντες σε ορισμένες εικόνες ή σαν συνοδευτικό κείμενο πάνω σε κάποιες από αυτές. Η ιστορία της Μορτίνα είναι, ουσιαστικά, σαν την ηρωίδα της: ανατρεπτική και πολυδιάστατη. Όπως η Μορτίνα φαίνεται παράξενη στην όψη, αλλά κάτω από την επιφάνεια είναι ένα παιδί που θέλει να κοινωνικοποιηθεί, έτσι και η ιστορία της μπορεί να διαβαστεί και σαν ένα χιουμοριστικό, μαύρο παραμύθι που συνδυάζει το ρεαλιστικό στοιχείο με το φανταστικό, αλλά μπορεί επίσης και να εκληφθεί, ιδωμένη από μια άλλη οπτική, σαν μία αλληγορία πάνω στην κοινωνική αποδοχή, με όλους τους σχετικούς, καίριους συμβολισμούς που αυτό συνεπάγεται.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιούλιο του 2018
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/10288-barbara-cantini