25 May 2018

Κυριάκος Αθανασιάδης - Κίκα Τσιλιγγερίδου: Αρσέν και Φαντομά - Το μυστήριο με τα στοιχειωμένα τυράκια, του

Μπορεί ο Αρσέν και η Φαντομά να είναι ένας σκύλος και μία γάτα, ωστόσο δεν τσακώνονται όπως ο σκύλος με τη γάτα. Είναι πολύ αγαπημένοι, είναι αδέλφια – αφού είναι μέλη της ίδιας οικογένειας – και επίσης είναι και οι καλύτεροι συνεργάτες αφού, ως δαιμόνιοι ντετέκτιβς, διευθύνουν το Γραφείο Ιδιωτικότατων Ερευνών που φέρει τα ήδη διάσημα ονόματά τους. Και είναι διάσημα τα ονόματά τους για δύο λόγους: πρώτον, τα έχουν δανειστεί από δύο πασίγνωστους μυθιστορηματικούς ληστές – τον Αρσέν Λουπέν, δημιούργημα του Μορίς Λεμπλάν και τον Φαντομά, ήρωα του Μαρσέλ Αλέν – και δεύτερον επειδή, ως αυτόνομες προσωπικότητες, είχαν ήδη αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προτού κατακτήσουν και τον χώρο της λογοτεχνίας.

Ο Αρσέν, ο αξιολάτρευτος σκύλος Παγκ που έχει αδυναμία στο φαγητό, ταλέντο στις έρευνες και την τάση να ψευδίζει όταν νευριάζει, και η Φαντομά, η πανέξυπνη γάτα Περσίας με το στοχαστικό βλέμμα και την αριστοκρατική προσωπικότητα, είναι δύο ζωάκια που υπάρχουν πραγματικά. Ανήκουν στην οικογένεια του συγγραφέα Κυριάκου Αθανασιάδη και της δημοσιογράφου Κίκας Τσιλιγγερίδου και εδώ και λίγο καιρό αποτελούν και ένα ασταμάτητο δίδυμο που έχει στόχο την καταπολέμηση του κακού – για την ακρίβεια, την αποδυνάμωση των μοχθηρών στοιχείων που καραδοκούν στην φιλήσυχη γειτονιά τους απειλώντας την ηρεμία της με διάφορους ύπουλους τρόπους. 

Στην πρώτη τους περιπέτεια, το «Μυστήριο του εξαφανισμένου παπαγάλου», ο Αρσέν και η Φαντομά γνώρισαν τον αδίστακτο Τσουμπάκα, ένα πολύ σατανικό μπουλντόγκ που είχε σκοπό να τους εξοβελίσει ώστε να επιβληθεί ο ίδιος σαν ντετέκτιβ, κάτι που εννοείται πως δεν ήταν για καλό: το πραγματικό σχέδιό του ήταν να κλονίσει την εμπιστοσύνη των ζώων της γειτονιάς προς τον Αρσέν και τη Φαντομά και να κερδίσει τη συμπάθειά τους για να μπορεί ανενόχλητος, κάτω από το προκάλυμμα του τίτλου του ντετέκτιβ, να κάνει κάθε λογής μοχθηρές πράξεις. Φυσικά ο Αρσέν τον πήρε χαμπάρι, και με τη βοήθεια της Φαντομά κατάφερε να τον ξεσκεπάσει, λύνοντας παράλληλα και το μυστήριο της εξαφάνισης της Φερράντε, του παπαγάλου από το τυροπιτάδικο.

Τώρα λοιπόν ο Αρσέν και η Φαντομά επανέρχονται στην ενεργό δράση για να λύσουν το «Μυστήριο με τα στοιχειωμένα τυράκια». Αυτή η πολύ περίεργη υπόθεση με «θύματα» τα τυράκια του μπακάλικου, την οποία ζωντανεύει, όπως και την προηγούμενη, με τα διασκεδαστικά και ιδιαίτερα εκφραστικά ασπρόμαυρα σχέδιά της η Ναταλία Καπατσούλια, αποδεικνύεται πως έχει και έντονο μεταφυσικό χαρακτήρα (όπως φαίνεται έως τώρα τουλάχιστον, γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι επιφυλάσσει το μέλλον), αφού στην ιστορία εμπλέκεται και ένα τρομακτικό φάντασμα που κατοικεί σε μια εγκαταλελειμμένη πολυκατοικία, ενώ δεν είναι αμέτοχος και ο Τσουμπάκα, άσπονδος εχθρός και Νέμεσις των ατρόμητων ηρώων μας.

Αυτό που ορίζει το χιούμορ σε μια ιστορία δεν είναι κάτι συγκεκριμένο. Άλλες φορές πηγάζει από τον τρόπο αφήγησης, άλλοτε από τους χαρακτήρες, σε κάποιες περιπτώσεις από τις καταστάσεις, αλλά μπορεί και να είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων μαζί. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα βιβλία για παιδιά, το χιούμορ μπαίνει συνήθως σε διαφορετικές βάσεις. Παρ᾽όλο που κάτι αυθεντικά χιουμοριστικό έχει απήχηση στους αναγνώστες ανεξάρτητα από την ηλικία τους, τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους διαφορετικά, γι᾽αυτό και η σύνθεση μιας ιστορίας για παιδιά με έντονο το χιουμοριστικό στοιχείο είναι συχνά μια διαδικασία πολύ πιο περίπλοκη και απαιτητική. Από την άλλη, γενικά συνηθίζεται στα βιβλία για παιδιά να επιστρατεύεται ο ανθρωπομορφισμός των ζώων – είναι μια τεχνική ιδιαίτερα αγαπητή, η οποία βρίσκει ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό των μικρότερων ηλικιών. Στις ιστορίες του Αρσέν και της Φαντομά, το χιούμορ βγαίνει τόσο από τις καταστάσεις όσο και από την πολύ έξυπνη και ανεβασμένη αφήγηση η οποία γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από την Φαντομά. Ο ανθρωπομορφισμός αξιοποιείται με εξαιρετικό τρόπο, καθώς οι τετράποδοι χαρακτήρες σκέφτονται μεν και μιλάνε σαν άνθρωποι, δεν ξεχνάνε ωστόσο ούτε στιγμή την ουσιαστική τους φύση η οποία τονίζεται διακριτικά μέσα από μικρές λεπτομέρειες – για παράδειγμα, λέει η Φαντομά σε κάποια φάση: «Ήταν δίπλα μου πριν προλάβω καν να φουντώσω τη γούνα μου και να καμπουριάσω την πλάτη μου», φέρνοντας στο νου μια πολύ οικεία εικόνα σε σχέση με τις γάτες. Μιλάει, δηλαδή, σαν άνθρωπος αλλά οι αντιδράσεις της είναι πέρα για πέρα γατίσιες. Η συμπεριφορά του καθενός είναι σε απόλυτη συνάρτηση με τη φυσική του υπόσταση αλλά και τον χαρακτήρα του. «Είμαι ο τελειότερος ιδιωτικός ντετέκτιβ», δηλώνει πιο κάτω ο Αρσέν, εκφράζοντας την γεμάτη αυτοπεποίθηση προσωπικότητά του. 

Ο Αρσέν, η Φαντομά και οι υπόλοιποι ήρωες τοποθετούνται σε μια εκδοχή της πραγματικότητας που είναι εν μέρει ρεαλιστική και εν μέρει αγγίζει το φανταστικό. Ο κόσμος μεταφέρεται στην δική τους οπτική, οι δραστηριότητές τους έχουν να κάνουν με θέματα που δεν γίνονται αντιληπτά από τους ανθρώπους – ή γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι χαρακτήρες και τα γεγονότα αποκτούν αναπόφευκτα μια σουρεαλιστική διάσταση η οποία ωστόσο αποδίδεται με απόλυτη συνέπεια, και το αποτέλεσμα είναι ανατρεπτικό, πρωτότυπο και εξαιρετικά ευχάριστο.

Το χιούμορ των βιβλίων αυτών προσδιορίζεται εν μέρει και από τις αναφορές που μπορεί να εντοπίσει κανείς εν είδει easter eggs – πρόκειται για έναν όρο που προέρχεται από τον χώρο του προγραμματισμού και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει όλα εκείνα τα κρυμμένα στοιχεία και τις αναφορές που περιλαμβάνονται σε ένα έργο και που παραπέμπουν σε άλλα έργα της ευρύτερης καλλιτεχνικής παραγωγής. Τα βιβλία της σειράς μπορεί να απευθύνονται πρωτίστως σε παιδιά, αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο «μιλάνε» σε αναγνώστες με προσλαμβάνουσες, καθώς είναι γεμάτα με ανάλογες αναφορές. Η γάτα Κριστίν και η σκυλίτσα Κάρι (από τo δαιμονισμένo αυτοκίνητο και την εκδικητική αδικημένη μαθήτρια, αντίστοιχα, στις ομώνυμες ιστορίες τρόμου του Στίβεν Κινγκ), ο Τσουμπάκα (από τις ταινίες Star Wars), τα χάμστερς Πιν και Τσον (από το όνομα του συγγραφέα Τόμας Πίντσον), κλείνουν το μάτι στους ενήλικες αναγνώστες και σίγουρα θα τους κάνουν να χαμογελάσουν καθώς θα παίρνουν μέρος σ’ αυτό το ανεπίσημο παιχνίδι ανακάλυψης των αναφορών / easter eggs που, κατά κάποιον τρόπο, εξελίσσεται παράλληλα με την πλοκή. Κι αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο οι περιπέτειες του Αρσέν και της Φαντομά διαβάζονται εξίσου ευχάριστα και από μεγάλους – βασικά πρόκειται για βιβλία τα οποία, ουσιαστικά, δεν έχουν περιορισμένο ηλικιακό κοινό, κι αυτή είναι μία από τις σημαντικές αρετές τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2018
https://diastixo.gr/kritikes/paidika/9947-athanasiadis-tsiligeridou

15 May 2018

Giovanni Verga: Οι ιστορίες του κάστρου της Τρέτσα

«Νεανικό σφάλμα» είχε χαρακτηρίσει ο Τζοβάννι Βέργκα τη σπονδυλωτή νουβέλα του «Οι ιστορίες του κάστρου της Τρέτσα», χωρίς να συνειδητοποιεί πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν, και χωρίς φυσικά να ξέρει πόσο δημοφιλής θα γινόταν αργότερα η γοτθική λογοτεχνία. Γέννημα – θρέμμα της μαγευτικής γης της Σικελίας, με καταγωγή από αριστοκρατική οικογένεια, ο Βέργκα ξεκίνησε να γράφει από την εφηβική του ηλικία. Τα περισσότερα έργα του – μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες – σκιαγραφούν με γλαφυρότητα και ρεαλισμό τη ζωή στη Σικελική επαρχία, επικεντρωμένα στους ανθρώπους της, τις συνήθειές τους και τις δεισιδαιμονίες τους.

Οι «Ιστορίες του κάστρου της Τρέτσα», που τις διαβάζουμε εδώ στην ωραία μετάφραση του Παναγιώτη Σκόνδρα, γράφτηκαν όταν ο Σικελός συγγραφέας ήταν γύρω στα 35. Μέχρι τον θάνατό του το 1922 δεν έγραψε ξανά κανένα άλλο έργο με ανάλογο θέμα και ατμόσφαιρα, αφιερώνοντας από εκεί και πέρα τη δημιουργικότητά του σε ιστορίες εμπνευσμένες από τη ζωή των καθημερινών ανθρώπων της Σικελίας. Καθιερώθηκε έτσι ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Ιταλικού ρεαλισμού. Σχεδόν όλα τα κείμενά του, ωστόσο, έχουν γενικά ένα στοιχείο ιδιαίτερα σκοτεινό – φτάνει να θυμηθούμε την περίφημη «Αγροτική Ιπποσύνη» (είναι φυσικά η «Cavalleria Rusticana», στην οποία βασίστηκε και η ομώνυμη όπερα του Πιέτρο Μασκάνι) ή άλλες ιστορίες του που διαδραματίζονται στη Σικελική επαρχία, όπως «Η Λύκαινα» ή το μυθιστόρημα «Οι Μαλαβόλια», στο οποίο στηρίχτηκε το σενάριο της ταινίας «Η Γη τρέμει» του Λουκίνο Βισκόντι.

Έχοντας επηρεαστεί από συγγραφείς όπως ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Βέργκα έγραψε τις «Ιστορίες του κάστρου της Τρέτσα» συνδυάζοντας το γοτθικό κλίμα τρόμου που ερχόταν από τον ευρωπαϊκό Βορρά αλλά και την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, με το μυστηριακό στοιχείο των μεσογειακών τοπίων όπου είχε μεγαλώσει και γνώριζε τόσο καλά. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο ύφος γραφής που με μαεστρία πλέκει τη μια αφήγηση μέσα στην άλλη: πρόκειται για μια ιστορία που διαδραματίζεται μέσα σε μια άλλη, που και αυτή με τη σειρά της αποτελεί κομμάτι μιας άλλης ιστορίας, η οποία έχει και τη μεγαλύτερη βαρύτητα, μιας και είναι αυτή από την οποία ξεκίνησαν όλα.

Στο μακρινό παρελθόν, η Βιολάντη παντρεύτηκε τον βαρόνο ντ’ Αρβέλο ο οποίος βρέθηκε να έχει στην ιδιοκτησία του φέουδα ύστερα από τη δολοφονία του ανιψιού του. Ήταν ένας τραχύς και άξεστος χωριάτης που καμία σχέση δεν είχε με την ανώτερη τάξη, παρ’ όλα αυτά απατούσε την ευγενική σύζυγό του που ήταν και πολύ νεότερή του αλλά και αληθινή αριστοκράτισσα. Η Βιολάντη ξεκίνησε έναν παράνομο δεσμό με τον συνεσταλμένο ακόλουθο Κορράντο ο οποίος κάποια στιγμή, για να αποφύγει την έκθεση της αγαπημένης του, θυσίασε τη ζωή του. Στη συνέχεια η Βιολάντη έπεσε από το παράθυρο και πνίγηκε στη θάλασσα. Από τότε άρχισαν να ακούγονται φωνές και περίεργοι θόρυβοι τη νύχτα, με κάποιους από τους κατοίκους του κάστρου να ισχυρίζονται ότι είδαν ένα φάντασμα να τριγυρίζει στους διαδρόμους. Λίγο αργότερα, κι ενώ ο βαρόνος είχε ήδη ξαναπαντρευτεί, μια συνταρακτική αποκάλυψη που αφορούσε τη Βιολάντη ήρθε να ταράξει ακόμα περισσότερο την ήδη επεισοδιακή ζωή στο κάστρο, και οι συνέπειες αυτού του γεγονότος ήταν καταλυτικές.

Στο παρόν, η Ματθίλδη και ο Τζορντάνο επισκέπτονται το κάστρο της Τρέτσα μαζί με μια παρέα. Εκεί, ο νεαρός Λουτσιάνο κάνει λόγο για τον θρύλο της περιοχής που έχει να κάνει με τα φαντάσματα του κάστρου. Η ανήσυχη Ματθίλδη θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτή την ιστορία. Καθώς ο Λουτσιάνο μπαίνει σε όλο και περισσότερες λεπτομέρειες, η Ματθίλδη φαίνεται να ταυτίζεται με τη Βιολάντη. Τελικά εξομολογείται ότι φοβάται τον άντρα της και συνάπτει σχέση με τον Λουτσιάνο, κάτι που θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες την επόμενη φορά που θα βρεθούν στο «στοιχειωμένο» κάστρο.

Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο ιστορίες, η Ιζαμπέλλα, η δεύτερη σύζυγος του βαρόνου, προσπαθεί να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από τα φαντάσματα του κάστρου. Της λένε διάφορα σχετικά, κάποιοι ισχυρίζονται ότι έχουν και προσωπική εμπειρία. Η Ιζαμπέλλα δεν δείχνει να πείθεται ότι το μέρος είναι στοιχειωμένο, βάζει τη λογική της σε πρώτο πλάνο και με βάση αυτήν πορεύεται, γι’ αυτό άλλωστε και επιβιώνει.

Οι τρεις γυναίκες είναι σαν μία ζυγαριά, με την Ιζαμπέλλα στον ρόλο του κεντρικού άξονα να ισορροπεί ανάμεσα στα δύο μέρη, τη Βιολάντη και τη Ματθίλδη. Η Βιολάντη ουσιαστικά δημιουργεί, άθελά της, τον θρύλο, η Ματθίλδη παγιδεύεται σ’ αυτόν και παρασύρεται από την υποτιθέμενη κατάρα του. Η Ιζαμπέλλα είναι η φωνή της λογικής, καταδικασμένη να μην την ακούει κανείς. Ο κόσμος προτιμά να γαντζώνεται σε ένα συναρπαστικό, αν και τρομακτικό, παραμύθι και να αγνοεί την πιο πεζή αλλά πολλές φορές ακόμα πιο δραματική αλήθεια, ακόμα κι αν την βλέπει να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του. Ο θρύλος επιβάλλεται και αναπαράγεται ατέρμονα και φυλακίζει το κάστρο και μαζί όσους βρίσκονται σ’ αυτό, με την ιστορία να επαναλαμβάνεται σε έναν αέναο κύκλο. Είτε υπάρχουν φαντάσματα είτε όχι, είναι ένας τόπος μοιραίος για τους παράνομους, απελπισμένους εραστές. Ο καταραμένος έρωτας του παρελθόντος ανάμεσα στη Βιολάντη και τον Κορράντο στοιχειώνει ακόμα τους διαδρόμους, τους τοίχους, τις αίθουσες και τα δωμάτια του κάστρου και αναζητά δικαίωση μέσα από τον κρυφό δεσμό της Ματθίλδης και του Λουτσιάνο, η μοίρα των οποίων ωστόσο δεν παραλλάσσει και πολύ από εκείνη των παλιών εραστών.

Η γλώσσα του Βέργκα είναι άμεση, οι υποβλητικές περιγραφές του είναι απόλυτα στοχευμένες. Επιτυγχάνει ένα ιδιότυπο γοτθικό κλίμα, μέσα από τον σκοτεινό λυρισμό που διατρέχει όλη του την αφήγηση, θυμίζοντας τα εμβληματικά επικά ποιήματα του Σ.Τ. Κόλεριτζ («Κρίσταμπελ») ή του Άλφρεντ Τένισον («Ο Εραστής της Πορφύρια»). Από την άλλη, ωστόσο, είναι αναπόφευκτοι οι συνειρμοί που φέρνουν στο μυαλό πολύ μεταγενέστερες ιστορίες, όπως αυτή της «Ρεβέκκας» της Δάφνης ντι Μοριέ.

Οι «Ιστορίες του κάστρου της Τρέτσα» είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Βέργκα, αξίζει όμως να διαδοθεί γιατί δείχνει μια άλλη πτυχή αυτού του τόσο ιδιαίτερου συγγραφέα. Ίσως αν ο Βέργκα δεν είχε αρκεστεί σ’ αυτόν τον πειραματισμό του με τη γοτθική λογοτεχνία και είχε ασχοληθεί λίγο περισσότερο με την ανάλογη πλευρά της πεζογραφίας, να είχε τελικά αφήσει το δικό του πολύ ξεχωριστό στίγμα σ’ αυτήν. Πρόκειται για ένα είδος που είναι ευρέως συσχετισμένο με την αγγλοσαξονική, τη γερμανική και την αμερικανική λογοτεχνική παραγωγή, ενώ πολύ σπανιότερα το συναντάμε στην πεζογραφία και την ποίηση των περιοχών της Μεσογείου. Ο ήλιος, ο καθαρός ουρανός, τα καταπράσινα τοπία, είναι κάπως μακριά από το κλίμα που «επιβάλλουν» οι ιστορίες με γοτθική θεματολογία, ωστόσο διαβάζοντας τη νουβέλα του Βέργκα βλέπουμε πώς ο έμπειρος συγγραφέας με το αστείρευτο και πηγαίο ταλέντο του καταφέρνει να συνδέσει αυτά τα δύο φαινομενικά αταίριαστα στοιχεία και να δημιουργεί σκοτεινές ιστορίες, σαν παραμύθια τρόμου και μυστηρίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2018
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/9871-oi-istories-tou-kastrou-tis-tretsa