24 May 2016

Διάφοροι: Η Εκδίκηση Των Ανέμων

“Φόβος για να με σταματήσει δεν υπάρχει / Θυμός για να με σταματήσει δεν υπάρχει / Αγάπη για να με σταματήσει δεν υπάρχει / Θάνατος δεν υπάρχει.”

Θα μπορούσαν να είναι στίχοι ενός δόκιμου ποιητή, ωστόσο είναι ένα από τα ποιήματα που άφησαν πίσω τους Ιάπωνες καμικάζι, γραμμένα από το χέρι τους λίγο πριν εκτελέσουν την προκαθορισμένη τους επίθεση αυτοκτονίας με στόχο κάποιο πλοίο των Συμμάχων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακολουθώντας την αρχετυπική παράδοση των Σαμουράι, οι οποίοι συνήθιζαν να γράφουν ένα ποίημα πριν αυτοκτονήσουν, προσφέροντας έτσι έναν ύστατο χαιρετισμό στη ζωή.

Η πολύ ιδιαίτερη και καλαίσθητη έκδοση από το ‘Ροδακιό’ παρουσιάζει ορισμένα από αυτά τα ολιγόστιχα ποιήματα που, όπως μας πληροφορεί η κατατοπιστική εισαγωγή του Δημήτρη Χουλιαράκη, γράφτηκαν είτε μέσα στο πιλοτήριο του αεροπλάνου τα τελευταία λεπτά πριν από την επίθεση, είτε στην αεροπορική βάση όπου οι πιλότοι περίμεναν την εντολή που θα τους έστελνε στην τελευταία τους αυτή αποστολή.

Είναι πολύ δύσκολο ακόμα και να προσπαθήσει κανείς να μπει στην ψυχοσύνθεση των καμικάζι, των εθελοντών πιλότων αυτοκτονίας που κατατάσσονταν κατά χιλιάδες στις Ειδικές Δυνάμεις της Ιαπωνικής Αεροπορίας κατά τη διάρκεια του Β᾽ Παγκοσμίου Πολέμου – σαν ‘σμήνη από μέλισσες᾽, σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο της εποχής. Η επιλογή της συγκεκριμένης παρομοίωσης δεν ήταν καθόλου τυχαία, δεν υπαινισσόταν μόνο τον μεγάλο αριθμό των εθελοντών, αλλά και την επιλογή της τύχης τους: όπως οι μέλισσες πεθαίνουν μόλις τσιμπήσουν το ῾θύμα’ τους, έτσι και οι καμικάζι άφηναν την τελευταία τους πνοή πέφτοντας με τα αεροπλάνα τους πάνω στους εχθρικούς στόχους.

Κατά τη διάρκεια του Β᾽ Παγκοσμίου Πολέμου, περίπου 4000 καμικάζι της Ιαπωνικής Αεροπορίας σκοτώθηκαν σε επιθέσεις αυτοκτονίας εναντίον πλοίων των Συμμάχων. Λιγότερο από το 20% αυτών των επιθέσεων είχαν καταφέρει να πετύχουν τον στόχο τους. Όλοι αυτοί, εξαιρετικά νεαροί σε ηλικία, ουσιαστικά είχαν εκπαιδευτεί για να πεθάνουν, και πρόσφεραν εν γνώσει τους τη ζωή τους υπέρ της πατρίδας τους. Η μεγάλη, ιστορική παράδοση των Σαμουράι ήταν και είναι πολύ σημαντικό μέρος της ζωής, του πολιτισμού και της κοινωνίας της Ιαπωνίας, και αναπόφευκτα έπαιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και στην στρατολόγηση αυτών των χαρισματικών πιλότων και στην απόλυτη αφοσίωσή τους στο καθήκον και τις αξίες που υπαγόρευε ο κώδικας τιμής των παλιών πολεμιστών προγόνων τους.

Η ίδια η ετυμολογία της λέξης ωστόσο μας δίνει από μόνη της αρκετά στοιχεία για να κατανοήσουμε ένα μέρος αυτής της εντελώς ξένης προς τον δυτικό κόσμο φιλοσοφίας. «Καμικάζι» σημαίνει «θεϊκός άνεμος», και στην προκειμένη περίπτωση προσομοιάζει την τιμωρία από τον ουρανό. Μ’  αυτό τον τρόπο πρόσδιδαν στον εαυτό τους θεϊκή υπόσταση και στην πράξη τους τη μεταφυσική διάσταση της Νέμεσης, καθώς και της αυτοθυσίας που επιφέρει ταυτόχρονα την αμείλικτη εξουδετέρωση του αντιπάλου. Αυτή η ηρωική διάσταση και η υστεροφημία που την ακολουθεί ξεπερνάει την τραγικότητα του γεγονότος αυτού καθαυτού, και καθιστά τον αυτόχειρα τιμωρό, χειριστή της ίδιας της ζωής – ιδιότητα θεού που έρχεται σε απόλυτη συνάρτηση με την πεποίθηση ότι το έθνος του έχει ρίζες θεϊκές τις οποίες νιώθει ότι οφείλει να τιμήσει.

Οι Ιάπωνες, ως έθνος και πολιτισμός, διακρίνονται από μια σειρά αντιφάσεις: αυστηρές παραδόσεις, απόλυτη αφοσίωση στο καθήκον από τη μια, τήρηση του κώδικα τιμής των Σαμουράι με κάθε θυσία, και από την άλλη η καλλιτεχνική τους έκφραση είναι γεμάτη ευαισθησία, ποιητικές εικόνες και τρυφερότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το εθνικό λουλούδι – σύμβολο της Ιαπωνίας είναι το άνθος της κερασιάς (sakura), λουλούδι συνδεδεμένο με τους Σαμουράι επειδή ζει λίγο και συμβολίζει τη θνητότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι επιθέσεις αυτοκτονίας δεν ήταν από την αρχή εσκεμμένες ούτε βασίζονταν σε συγκεκριμένο επιθετικό σχέδιο: αν κάποια στιγμή ένα αεροπλάνο παρουσίαζε βλάβη,  ο πιλότος του το έριχνε επίτηδες, για να αποφύγει το ενδεχόμενο να πέσει ο ίδιος στα χέρια των εχθρών – κάτι που αυτόματα σήμαινε ντροπή και ταπείνωση – επιλέγοντας τον θάνατο αντί για την αιχμαλωσία. Αυτές οι σχετικά αυθόρμητες, αρχικά, κινήσεις αποτέλεσαν τη βάση για τη σύσταση της επίσημης μονάδας ειδικών επιθέσεων. Στα μέσα του 1944 ξεκίνησαν οι πρώτες οργανωμένες επιθέσεις αυτοκτονίας, με συγκεκριμένους πλέον στόχους.

Η επίλεκτη μονάδα των καμικάζι ήταν χωρισμένη σε τέσσερις υποομάδες που, διόλου τυχαία, είχαν ονομασίες δανεισμένες από ένα πατριωτικό ποίημα του στοχαστή Μοτοόρι Νορινάγκα (1730 – 1801): «Το πνεύμα της Ιαπωνίας είναι σαν τα ανθάκια της κερασιάς που στραφταλίζουν στον πρωινό ήλιο.»  Ήταν λοιπόν οι μονάδες Shikishima (ποιητική ονομασία της Ιαπωνίας), Yamato (το πνεύμα της παλιάς Ιαπωνίας), Asahi (ο ανατέλλων ήλιος) και Yamazakura (το λουλούδι της κερασιάς).

Αυτή η ποιητική ευαισθησία που σχετίζεται με κάτι τόσο εντελώς αντίθετο, το πολεμικό / επιθετικό πνεύμα, έδινε βέβαια και το απαραίτητο έναυσμα στους νέους να στρατολογηθούν οικειοθελώς, αλλά εξέφραζε παράλληλα και αυτή την αντίθεση που ανέφερα παραπάνω, καθώς και την πίστη ότι η έμφυτη ηρωική φύση τους είναι αυτή που τελικά θα υπερισχύσει για να τιμήσει το ηρωικό παρελθόν της πατρίδας και των προγόνων τους.

Μέσα σ᾽ αυτό το πλαίσιο, ο πιλότος, ο στρατιώτης καμικάζι που σε λίγες μέρες, ώρες ή και λεπτά είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα πέσει πάνω στο πλοίο του εχθρού θυσιάζοντας τον εαυτό του για την πατρίδα του με τον πιο τραγικό τρόπο, δεν διστάζει να εκφράσει μέσα σε λίγους στίχους όσες σκέψεις προλαβαίνει να κάνει, όποια ανησυχία μπορεί να έχει εκείνη τη στιγμή - τον έρωτά του για κάποια κοπέλα που δεν θα ξαναδεί («[…] Ό, τι θυμάμαι, το μεταξένιο δέρμα, / τα μάγουλά της, τα γόνατά της»), την αγωνία του για την στιγμή που θα πάψει να υπάρχει («Μα τι σου έφταιξα λοιπόν;  / Κει που ξεχύνεται η αύρα του ωκεανού - / εκεί θα σβήσει η πνοή μου;» […]), την ψύχραιμη αποδοχή του πεπρωμένου του («Σαν έρθει η ώρα εκείνη, θα σκιαχτώ. / Ψεύτης δεν είμαι. / Είμαι γενναίος»).

Τα ποιήματα είναι απλά αλλά άρτια, με νοήματα άλλοτε πιο ξεκάθαρα, άλλοτε πιο συμβολικά, αλλά γραμμένα με ειλικρίνεια και, δεδομένης της φόρτισης και της έντασης της συγκεκριμένης περίστασης, αξιοθαύμαστη καθαρότητα σκέψης. Από τη μια η επιθυμία να θυσιαστούν για την πατρίδα, από την άλλη η νοσταλγία για τη ζωή, την οικογένεια, τα απλά καθημερινά πράγματα. Πάλι, δηλαδή, ερχόμαστε στην αντίφαση: δεν μετανιώνουν για την επιλογή τους, αλλά αναπολούν τις εικόνες από την συνηθισμένη ζωή, εικόνες που δεν θα ξαναδούν. Υπάρχει δέος, αγωνία, αλλά όχι απελπισία.

Ωστόσο διαβάζοντάς τα κανείς τώρα, έχοντας γνώση του ιστορικού πλαισίου αλλά και των συνθηκών μέσα στις οποίες γράφτηκαν, δεν μπορεί παρά να νιώσει τη συναισθηματική και συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής. Η πολύ ωραία μετάφραση αποδίδει με ακρίβεια τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων και την, κάποιες φορές, διττή σημασία τους – κυριολεκτική και μεταφορική.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάιο του 2016 
http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/5281-ekdikisi-ton-anemon

20 January 2016

Jack London: Το Κάλεσμα Της Άγριας Φύσης

Σε μια από τις χαρακτηριστικές και πιο υποβλητικές σκηνές της ιστορίας του Μπακ, ο ήρωας του Τζακ Λόντον ακούει το αρχέγονο κάλεσμα της φύσης του και έχει ν’ αντιμετωπίσει το μεγάλο δίλημμα, να ανταποκριθεί σ’ αυτό ή να παραμείνει κοντά στον άνθρωπο που είχε στο μεταξύ μάθει ν’ αγαπά και να του είναι απόλυτα πιστός. Αν και τετράποδος, ο Μπακ δεν διαφέρει και πολύ από τους ανθρώπους, ωστόσο εκείνος, λειτουργώντας κυρίως με το ένστικτο, είναι πολύ περισσότερο προετοιμασμένος να τα βάλει με την άγρια φύση και να προσπαθήσει να της επιβληθεί.

Το Κάλεσμα της άγριας φύσης είναι μια ιστορία επιβίωσης, όχι ωστόσο με την πιο συνηθισμένη και αναμενόμενη έννοια του όρου. Τη βλέπουμε και παρακολουθούμε την εξέλιξή της μέσα από τα μάτια του Μπακ, ενός πανέξυπνου σκύλου, διασταύρωση ποιμενικού με Αγίου Βερνάρδου, ο οποίος από την ασφάλεια και τη ζεστασιά της φάρμας στην οποία ζούσε, βρέθηκε αναπάντεχα να βιώνει στο πετσί του τις άγριες και απίστευτα σκληρές και απαιτητικές συνθήκες στο κυνήγι της αναζήτησης χρυσού.

Έχοντας ο ίδιος προσωπική εμπειρία από τον πυρετό του χρυσού στο Κλοντάικ, ο Τζακ Λόντον αφηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες του ήρωά του, τον οποίο φυσικά ελάχιστα ενδιαφέρει ο χρυσός αυτός καθαυτόν – για τον Μπακ πρόκειται απλώς για ένα «κίτρινο μέταλλο». Πρωταρχικό του μέλημα είναι να επιβιώσει στις πρωτόγνωρες γι’ αυτόν συνθήκες και έχοντας αυτή την έγνοια πάντα κατά νου, να προσπαθήσει παράλληλα να επιβληθεί στα υπόλοιπα σκυλιά της ομάδας, με στόχο την κατάληψη της θέσης του αρχηγού, μια θέση που έρχεται σε άμεση συνάρτηση με την επιβίωσή του.

Αν και ο Μπακ κυριαρχεί στην ιστορία και είναι η κινητήρια δύναμή της, ωστόσο ο Λόντον καταθέτει πολύ διακριτικά αλλά εξαιρετικά εύστοχα, μέσα από την καθαρή δράση, κάποιες κρίσεις σχετικά με τη μανία της χρυσοθηρίας που είχε κυριεύσει την Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν ήταν όλοι οι ιδιοκτήτες του Μπακ υποψιασμένοι για το τι επρόκειτο να συναντήσουν ξεκινώντας το μακρύ τους ταξίδι προς αναζήτηση χρυσού. Μπορεί κάποιοι να ήταν σκληραγωγημένοι, είτε από τη φύση τους, είτε λόγω δουλειάς, είτε λόγω της προσωπικής τους εμπειρίας, και να ήταν σε θέση να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες, υπήρχαν ωστόσο και κάποιοι που νόμιζαν ότι έφευγαν για ταξίδι αναψυχής, κι εκτός του ότι κουβαλούσαν μαζί τους το μισό τους σπίτι, θεωρούσαν επιπλέον ότι η διαδρομή θα ήταν σπαρμένη με ρόδα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όχι μόνο έκαναν τη δική τους ζωή δύσκολη και κάποιες φορές είχαν τραγική κατάληξη εξαιτίας της άγνοιάς τους και της άρνησης να δουν την πραγματικότητα, αλλά δεν είχαν και ιδέα πώς να φερθούν στα σκυλιά που αγόραζαν για να σέρνουν τα έλκηθρα, με συνέπεια κι εκείνα, με τη σειρά τους, να είναι αδύνατον να συνεργαστούν και να επιβιώσουν.

Σε μια τέτοια συγκυρία, ο Μπακ αλλάζει ιδιοκτήτη και βρίσκεται στην υπηρεσία του υπέροχου Τζον Θόρντον, με τον οποίο δένεται σχεδόν αμέσως και είναι έτοιμος να τον υπερασπιστεί κυριολεκτικά με νύχια και με δόντια από το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε. Δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η εξέλιξη του Μπακ, αν είχε πέσει από την αρχή στα χέρια του Τζον Θόρντον. Οι πρώτοι του ιδιοκτήτες ήταν σκληροί και άτεγκτοι, ίσως όχι χωρίς καθόλου ψήγματα καλοσύνης, αλλά καθώς η εύρεση χρυσού ήταν η μία και απόλυτη προτεραιότητά τους, ελάχιστα τους ένοιαζε για τα σκυλιά, κι ας τα είχαν ανάγκη για την επίτευξη του σκοπού τους. Τα συντηρούσαν και τα φρόντιζαν τόσο όσο ήταν απαραίτητο για να είναι σε θέση να εργαστούν και να ανταποκριθούν στις αντίξοες συνθήκες. Από κει και πέρα, δεν είχαν κανένα συναισθηματικό δέσιμο μαζί τους και δεν δίσταζαν να τα κακομεταχειριστούν.

Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, κι ενώ είχε σχεδόν ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του στη φάρμα, ο Μπακ άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει και να αποζητά μέσα του να κυριαρχήσει ο λύκος. Δεν ήταν μόνο η άμεση επαφή με τη φύση που το προκάλεσε αυτό, ήταν και η σκληρή αντιμετώπιση των ανθρώπων. Κι εκείνοι, ωστόσο, όπως και ο Μπακ, μέσα στις πρωτόγονες, άγριες συνθήκες έβγαζαν τον επιθετικό και αμείλικτο εαυτό τους. Μόλις βρίσκεται στην υπηρεσία του Τζον Θόρντον, του καλού και δίκαιου αφέντη του που μοιάζει να είναι η δική του ανθρώπινη εκδοχή, ο Μπακ δείχνει όλα τα καλά στοιχεία του χαρακτήρα του και αρχίζει μέρα με τη μέρα να θέλει, χωρίς να ξέρει τον τρόπο, να συμφιλιωθεί με την άγρια φύση του.

Όταν στο προσκήνιο μπαίνει ο Θόρντον και ο Μπακ τον ακολουθεί στα δικά του μονοπάτια για την εύρεση χρυσού, αλλάζει και ο ρυθμός της ιστορίας. Ελαχιστοποιούνται οι διάλογοι και κυριαρχούν οι υποβλητικές περιγραφές των φυσικών τοπίων. Ο Μπακ συναντάει τον λύκο κι έρχεται πρώτη φορά αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο με το αρχέγονο στοιχείο. Αντιλαμβάνεται ότι ανήκει εκεί, αλλά η πίστη και η αγάπη που νιώθει για τον αφέντη του δεν του επιτρέπει να τον εγκαταλείψει. Αρχίζει ωστόσο να εξερευνά και να καλλιεργεί το άγριο ένστικτό του, γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να το αρνηθεί, ότι είναι κατά κάποιον τρόπο μοιραίο και καθοριστικό για την ύπαρξη και τη ζωή του, αν και δεν ξέρει αν είναι ακόμα έτοιμος να το ακολουθήσει. Θα το κάνει ωστόσο, αναπόφευκτα, όταν ένα αναπάντεχο γεγονός θα του στερήσει τον αγαπημένο του φίλο.

Αν και γραμμένη στις αρχές του 20ού αιώνα και δομημένη πάνω σε περιορισμένα ιστορικά περιστατικά, σε πολύ συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, η νουβέλα του Λόντον διατηρεί ακέραιη τη διαχρονικότητά της, καθώς μέσα από την πλοκή πραγματεύεται θέματα, καταστάσεις και συναισθήματα που αφορούν όλο τον κόσμο, πέρα από εποχές και χρονικά όρια. Μπορεί οι άνθρωποι να μην ψάχνουν πια για χρυσό στα χιόνια, ωστόσο η απληστία εξακολουθεί να είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και μπορεί ο Μπακ να είναι απλώς ένας σκύλος, ωστόσο τα στοιχεία του χαρακτήρα του που τον κάνουν τόσο ξεχωριστό, εύκολα τα συναντάει κανείς και στους ανθρώπους, με τη διαφορά ότι η δική μας υποτιθέμενη λογική μάς κάνει να μην αντιλαμβανόμαστε –ή να αντιλαμβανόμαστε με λάθος τρόπο– το κάλεσμα της δικής μας άγριας φύσης.

Καλή, στρωτή η μετάφραση της Σοφίας Γρηγορίου και ατμοσφαιρικές, σύγχρονες οι εικόνες του Γιώργου Δημητρίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2016
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/4715-kalesma-agrias-fisis