15 February 2022

Συνέντευξη με τον James Norbury


Ο Τζέιμς Νόρμπουρι (γενν. 1976, Forest of Dean) είναι συγγραφέας και αυτοδίδακτος καλλιτέχνης. Από μικρός αγαπούσε τη φύση και τα ζώα, και του άρεσε να σκαρφίζεται ιστορίες και να ζωγραφίζει. Σπούδασε Ζωολογία και μετά την αποφοίτησή του μετακόμισε στην Ιρλανδία. Ταξίδεψε σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, διαμένοντας για κάποια χρονικά διαστήματα στο Νιούκασλ, το Σουόνσι και το Τσέλτεναμ. Κάποια στιγμή που έφτασε σε προσωπικό αδιέξοδο, βρήκε απαντήσεις στις αναζητήσεις του σε πνευματικές διδασκαλίες από το παρελθόν, κάτι που έμελλε να γίνει σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Επέστρεψε στο Σουόνσι, όπου και εργάστηκε ως εθελοντής για τους «Σαμαρείτες», φιλανθρωπικό σωματείο που παρέχει συναισθηματική υποστήριξη μέσω τηλεφώνου σε ανθρώπους που υποφέρουν από κατάθλιψη, μοναξιά και απόγνωση. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19, άρχισε να ανεβάζει στο Facebook και το Instagram εικόνες που ζωγράφιζε για να συνοδεύει τις σκέψεις του, που θα μετουσιώνονταν αργότερα στο βιβλίο Το Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος. Με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Σοφίας Τάπα, είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του.

Ποια ήταν η έμπνευσή σας πίσω από το βιβλίο Το Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος;

Στο παρελθόν, είχα ταλαιπωρηθεί από θέματα ψυχικής υγείας. Ανακάλυψα πως η ενασχόλησή μου με τον βουδισμό και την πνευματικότητα γενικότερα έκανε τη μεγάλη διαφορά και με έβαλε σε ένα ιδιαίτερα θετικό μονοπάτι. Ένιωσα τότε ότι όλα αυτά που έμαθα θα μπορούσαν να βοηθήσουν κι άλλους ανθρώπους, κι έτσι προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να τα μεταδώσω – το εν λόγω βιβλίο μου είναι ο τρόπος που βρήκα για να μοιραστώ τις σκέψεις αυτές με τον κόσμο.

Η εργασία σας στους «Σαμαρείτες» έπαιξε κάποιον ρόλο στη συγγραφή του βιβλίου;

Είχα ξεκινήσει να φτιάχνω τις εικόνες προτού εργαστώ στους «Σαμαρείτες», αλλά έχω την αίσθηση ότι η όλη διαδικασία τού να απαντάω στα τηλέφωνα εκεί επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το πώς κατανοούσα πλέον τα προβλήματα των άλλων κι έμαθα πάρα πολλά για την επικοινωνία με τον κόσμο. Οπωσδήποτε λοιπόν αξιοποίησα στο βιβλίο όλα όσα έμαθα εκεί και νομίζω πως αυτός είναι κι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ιστορία αυτή μπορεί να βοηθήσει όσους υποφέρουν.

Η φύση κατέχει σημαντικό κομμάτι στην ιστορία σας. Πιστεύετε ότι υπάρχει πιθανότητα ο σύγχρονος άνθρωπος, που έχει απομακρυνθεί πολύ από τη φύση, να αποκαταστήσει τον δεσμό του μαζί της;

Οπωσδήποτε. Νομίζω ότι θα χρειαστεί χρόνος και προσπάθεια, ωστόσο ακόμα και κάτι τόσο απλό, όπως το να παρατηρείς τις πάπιες σε μια λιμνούλα, είναι δυνατόν να επαναφέρει έστω και λίγο αυτή την επαφή με τη φύση. Είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους στις μέρες μας, καθώς έχουμε την τάση να στρεφόμαστε συνεχώς στην τεχνολογία, και πάντα χρειάζεται να κάνουμε κάτι – π.χ. ελάχιστοι άνθρωποι θα ήταν ευχαριστημένοι απλώς παρατηρώντας τον αέρα να φυσάει τα κλαδιά ενός δέντρου (συνήθως προτιμάμε να τσεκάρουμε τα μηνύματά μας, κ.λπ.). Αλλά αν το πάρουμε απόφαση απλά να αφιερώνουμε ελάχιστα λεπτά στην επαφή μας με τη φύση, πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να ανακαλύψουμε εκ νέου την αναζωογονητική δύναμή της.

Στο βιβλίο σας υπάρχει μια πολύ όμορφη αλληγορία του κύκλου της ζωής, που συμβολίζεται με την εναλλαγή των εποχών. Κάτι που, ταυτόχρονα, προσφέρει ένα πολύ αισιόδοξο μήνυμα σχετικά με το πώς τα πράγματα πάντα αλλάζουν προς το καλύτερο, ακόμα κι αν δεν είναι πάντα εμφανές αυτό. Ποιος θα μπορούσε να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος να «συντονίσουμε» τον εαυτό μας με τέτοιον τρόπο ώστε πάντα να κοιτάμε μπροστά, χωρίς να νιώθουμε «ακρωτηριασμένοι» από τις δυσκολίες;

Εγώ προσωπικά, όταν περνάω δύσκολα, έχω δύο πράγματα που θυμάμαι και με βοηθάνε σημαντικά.

1. Έχω περάσει πολύ άσχημα στο παρελθόν, ωστόσο είμαι ακόμα εδώ, ο κόσμος εξακολουθεί να γυρίζει και είμαι καλά. Επομένως κι αυτή την καταιγίδα θα την ξεπεράσω.

2. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω κάθε φορά μπορεί να μην είναι το πρόβλημα που νομίζω εγώ, αν δω το θέμα πιο σφαιρικά. Έχασα πολύ χρόνο στο παρελθόν εξαιτίας κακών αποφάσεων, αλλά αυτή η απώλεια με έκανε να τραβήξω έναν καινούργιο δρόμο κι αυτός ο δρόμος με οδήγησε εδώ που είμαι σήμερα. Δεν είναι πάντα τόσο απλό να διακρίνεις τι είναι καλό και τι κακό, και μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία – αυτή η ιδέα είναι θεμελιώδης στον βουδισμό και είναι ιδιαίτερα δυνατή, αν και προφανώς δεν είναι εύκολο να την έχει κανείς πάντα στο μυαλό του, ιδίως όταν έχει να κάνει με καταστάσεις που μόνο ως αρνητικές μπορούν να εκληφθούν. Ακόμα κι έτσι όμως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσει κανείς να δει τη ζωή μέσα από αυτή την οπτική.

Το βιβλίο σας είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από τη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής: τόσο το Πάντα όσο και ο Δράκος είναι σύμβολα του κινεζικού πολιτισμού – και σε κάποιο σημείο αναφέρετε και την κερασιά, που έχει σχέση με την Ιαπωνία. Ποια είναι τα στοιχεία αυτών των χωρών που σας εμπνέουν;

Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για την κουλτούρα της Άπω Ανατολής, και ιδίως για εκείνη της Ιαπωνίας. Με ενθουσιάζει το πώς η ριζωμένη παράδοση βρίσκει σημεία συνάντησης με τον σύγχρονο κόσμο και πάρα πολλά έργα της παραδοσιακής αλλά και μοντέρνας καλλιτεχνικής παραγωγής αυτών των χωρών τα βρίσκω πανέμορφα, και αποτελούν πηγή έμπνευσης για μένα. Υπάρχουν τόσα συναρπαστικά στοιχεία στην ιαπωνική κουλτούρα, ώστε είναι αδύνατο να τα απαριθμήσω όλα, αλλά ας πούμε ότι είναι ένα μέρος για το οποίο επιθυμώ συνεχώς να μαθαίνω περισσότερα και θα ήθελα πραγματικά να το επισκεφτώ κάποια μέρα.

Το Πάντα έχει ιδιαίτερη δύναμη, και σαν σύμβολο και σαν εικόνα: η αντίθεση του άσπρου με το μαύρο στα χρώματά του αντιπροσωπεύουν τη σχέση του γιν με το γιανγκ. Στο βιβλίο σας εμφανίζεται σαν ένας σοφός συμβουλάτορας, που είναι σαν να εκπροσωπεί την κινεζική φιλοσοφία. Αισθάνεστε ότι ο Δυτικός πολιτισμός έχει κάπως χάσει τον δρόμο του κόβοντας τους δεσμούς του με την παράδοση;

Ως έναν βαθμό ναι, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι η παράδοση είναι πάντα κάτι καλό. Μόνο και μόνο επειδή κάνουμε κάτι με έναν συγκεκριμένο τρόπο για χρόνια, δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και πολύτιμο ή ευεργετικό. Πιστεύω ωστόσο ότι υπάρχουν συγκεκριμένες πρακτικές και τρόποι ζωής που έχουν χαθεί και μας έχουν αφήσει φτωχότερους, σωματικά και πνευματικά. Για να δούμε όμως και τη θετική πλευρά, αν υπάρχουν παραδόσεις ή συνήθειες που αισθανόμαστε ότι θα έκαναν τον κόσμο μας καλύτερο, δεν χάνουμε τίποτα να προσπαθήσουμε να τις αναβιώσουμε, έστω κι αν αυτό θα γίνει σε προσωπικό μονάχα επίπεδο.

Κάθε φορά που ο μικρός Δράκος εκφράζει τους φόβους και τις ανησυχίες του για τη ζωή και το μέλλον, το μεγάλο Πάντα σπεύδει να προσφέρει τη συμβουλή του με έναν ήρεμο, ήπιο τρόπο, σαν τη φωνή της λογικής που είναι τόσο σημαντική αλλά συνεχώς την αγνοούν. Γιατί θεωρείτε ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να εστιάζουν κυρίως στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων;

Κάποιος μου είπε πρόσφατα πως άκουσε ότι, στο πλαίσιο της φυσικής εξέλιξης, η αρνητική κριτική μπορεί να μας φανεί πολύ χρήσιμη, καθώς μας αποτρέπει από το να κάνουμε κάτι επιζήμιο – όπως και τα ζώα, έχουμε την τάση να δίνουμε περισσότερη προσοχή σε κάτι που μας απειλεί. Στην εποχή μας, αυτή η απειλή μπορεί να αφορά το εγώ μας και όχι το σώμα μας, ωστόσο την παίρνουμε πολύ σοβαρά. Τείνω να συμφωνήσω μ’ αυτή την ιδέα – βγάζει νόημα σε μεγάλο βαθμό, κατά τη γνώμη μου.

Είστε συγγραφέας και εικονογράφος. Πώς λειτουργεί συνήθως για εσάς η διαδικασία της καλλιτεχνικής έκφρασης; Η κάθε ιδέα παίρνει πρώτα σχήμα σαν εικόνα ή σαν γραπτός λόγος;

Αρχικά έχω την ιδέα, την οποία καταγράφω στο σημειωματάριό μου. Στη συνέχεια, ύστερα από λίγες μέρες, αφιερώνω λίγο χρόνο στο να οργανώσω την ιδέα με τη μορφή διαλόγου ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες και το πώς θα φτάσω στην ουσία του μηνύματος μέσα σε λίγες λέξεις. Αφού γίνει κι αυτό, ζωγραφίζω την εικόνα η οποία ελπίζω να συμπυκνώνει τη διάθεση και το θέμα του μηνύματος. Και μετά μπορεί να παίξω και πάλι με το κείμενο, όταν η εικόνα έχει πια ολοκληρωθεί.

Οι όμορφες εικόνες σας μοιάζουν να έχουν εμπνευστεί από τους κινέζικους και τους ιαπωνικούς παπύρους. Πρόκειται για μια συνειδητή στιλιστική επιλογή;

Ναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αγαπώ αυτό το είδος τέχνης και έχω την αίσθηση ότι δίνει στις εικόνες έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα και τις κάνει ξεχωριστές. Ωστόσο, χρησιμοποιώ και τεχνικές που δεν είναι παραδοσιακές και δεν θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν, αλλά θεωρώ ότι αυτό είναι κιόλας που δίνει στη δουλειά μου το προσωπικό μου ύφος.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO στις 15 Φεβρουαρίου 2022

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/17803-james-norbury


 

10 January 2022

Silvia Moreno - Garcia: Mexican Gothic

Το «Mexican Gothic» αυτοπροσδιορίζεται από τον τίτλο του σαν ένα γοτθικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο Μεξικό. Και είναι ακριβώς αυτό, αλλά δεν είναι μόνο αυτό: ξεκινά σε ανάλαφρο κλίμα, τονίζοντας έτσι την ανεμελιά και τον πρόσχαρο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, της νεαρής κοσμικής Νοεμί, για να μετατραπεί προοδευτικά και με εντυπωσιακή μαεστρία σε μια ανατριχιαστική, σκοτεινή ιστορία γεμάτη τρόμο, μυστήριο αλλά και ακαταμάχητη γοητεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 στο Μεξικό, η Νοεμί πηγαίνει να επισκεφθεί την Καταλίνα, την αγαπημένη της εξαδέλφη με την οποία μεγάλωσαν μαζί, ύστερα από ένα αινιγματικό και φαινομενικά ασυνάρτητο γράμμα της τελευταίας όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο άντρας της προσπαθεί να τη δηλητηριάσει. Η Καταλίνα είναι παντρεμένη με τον Βέρτζιλ Ντόιλ, αριστοκράτη βρετανικής καταγωγής, ο οποίος, μετά τον γάμο τους, την πήρε μαζί του στην απομονωμένη έπαυλη της οικογένειάς του, κόβοντας έμμεσα την επικοινωνία με τους δικούς της. Η έπαυλη, που ονομάζεται «Το Ψηλό Μέρος», βρίσκεται σε μια επαρχία ξεχασμένη από τον χρόνο, απομακρυσμένη από κάθε στοιχείο πολιτισμού, σε μια αφιλόξενη και αγχωτική ορεινή ύπαιθρο. Φτάνοντας εκεί, η Νοεμί θα γνωρίσει για πρώτη φορά τα τρία μέλη της οικογένειας του Βέρτζιλ – την αυστηρή και εμμονική με τους κανόνες αδερφή του Φλόρενς, τον υπερήλικα πατριάρχη Χάουαρντ και τον Φράνσις, τον μοναχικό και συνεσταλμένο γιο της Φλόρενς. Βρίσκοντας την Καταλίνα απόμακρη και καταβεβλημένη, η Νοεμί αποφασίζει να παρατείνει την παραμονή της στην έπαυλη, ενώ αρχίζουν να συμβαίνουν στο σπίτι πράγματα παράξενα, σχεδόν ανεξήγητα με τη λογική. Καθώς οι μέρες περνάνε και σιγά σιγά τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειας βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια, η Νοεμί έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με έναν κόσμο που της ήταν παντελώς άγνωστος μέχρι τότε, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό.

Γεννημένη το 1981 και μεγαλωμένη στο Μεξικό, η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία ζει στον Καναδά από το 2004. Έχει γράψει εφτά μυθιστορήματα και πάρα πολλά διηγήματα, κάποια από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές που έχει εκδώσει. Από τον 2019, γράφει για βιβλία στην εφημερίδα The Washington Post.

Με επιρροές από την κλασική γοτθική λογοτεχνία και τη μυθοπλασία τρόμου, το «Mexican Gothic» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που οφείλει μέρος της ομορφιάς και της μυστηριακής ατμόσφαιράς του στον τόπο καταγωγής της δημιουργού του. Το φολκλόρ της Κεντρικής Αμερικής, από τα πιο πλούσια και γοητευτικά παγκοσμίως, αν και δεν έχει, φαινομενικά, πρωταρχικό ρόλο, ενυπάρχει σε όλη την ιστορία με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η Νοεμί, για παράδειγμα, έχει Ινδιάνικη καταγωγή, από την πλευρά της μητέρας της. Κάτι που της προσδίδει ιδιότητες και χαρακτηριστικά, όχι μόνο όσον αφορά την εξωτερική της εμφάνιση, αλλά και την ψυχοσύνθεσή της: είναι δεκτική σε ερεθίσματα, επικοινωνεί με τον χώρο γύρω της με έναν ιδιαίτερο τρόπο. 

Ωστόσο είναι αυτός ο ακριβώς ο χώρος που παίζει τoν σημαντικότερο ρόλο και κυριαρχεί: ο ευρύτερος σκηνικός χώρος – το φυσικό τοπίο της μυστηριώδους υπαίθρου – και ο πιο συγκεκριμένος, το Ψηλό Μέρος, η βικτοριανής αισθητικής έπαυλη των Ντόιλ, που είναι και ο βασικότερος «χαρακτήρας» της ιστορίας, μαζί με ό,τι καραδοκεί στα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – θεμέλιά της: κάποτε ένα μεγαλοπρεπές αρχοντικό και πλέον άντρο παρακμής και αλλόκοτων συμβάντων, δρα και αντιδρά σαν ένας ζωντανός οργανισμός, του οποίου τα μέλη και τα ζωτικά όργανα είναι, εν μέρει, οι αινιγματικοί κάτοικοί του – και όχι μόνο, όπως θα αποκαλυφθεί στην πορεία. Εκεί μέσα η ηρωίδα καταδύεται σε μια Κόλαση που κρύβει ακόμα πιο φοβερά μυστικά, με την πραγματικότητα να διαστρεβλώνεται συνεχώς, σαν να παρεμβάλλονται στον χώρο και τον χρόνο της παραμορφωτικά κάτοπτρα. Το «Mexican Gothic» ακολουθεί μοτίβα που συναντάμε συχνά στη μυθοπλασία με διαφορετικές παραλλαγές – διαβάζοντάς το, έρχονται στο μυαλό εικόνες από κλασικά μυθιστορήματα (Ρεβέκκα της Δάφνης Ντι Μοριέ, Τζέιν Έιρ της Σαρλότ Μπροντέ, Μεγάλες Προσδοκίες του Τσαρλς Ντίκενς), από σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες (Πορφυρός Λόφος του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, Το Αντικλείδι του Ιέιν Σόφτλι) αλλά και βιντεοπαιχνίδια με συγγενικές θεματολογίες (Resident Evil 4, The Evil Within) – και μάς προσφέρει ένα υπέροχο θρίλερ με έντονο το στοιχείο του μεταφυσικού, με καθόλου τυχαίες αναφορές στη φύση (η Νοεμί παρομοιάζει μέλη της οικογένειας Ντόιλ με έντομα ή σαρκοβόρα φυτά, κάτι που, όπως αποδεικνύεται, είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό σχήμα λόγου), με μια πρωταγωνίστρια αξιολάτρευτη που εξελίσσεται κι εκείνη μέσα από τον εφιάλτη που βρέθηκε να ζει – και, υπό αυτό το πρίσμα, έχουμε να κάνουμε, εν μέρει και με ένα Bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), που εδώ ωστόσο αφορά την συναισθηματική και πνευματική ωρίμανση της ηρωίδας – και ένα σύνολο χαρακτήρων, πρωταγωνιστικών και δευτερευόντων, που μένουν όλοι πραγματικά αξέχαστοι.

Μέσα σε ένα κλίμα σχεδόν μονίμως οριακά ανησυχητικό, η Νοεμί διαπιστώνει κάθε μέρα και περισσότερο ότι η γενική «προσταγή» που την αφορά είναι να πλησιάζει όσο το δυνατόν λιγότερο την Καταλίνα. Προσπαθώντας αφενός να βοηθήσει την ξαδέρφη της και αφετέρου να λύσει το μυστήριο που μοιάζει να έχει δέσει την έπαυλη με κάτι που, αρχικά, εύκολα θα το ερμήνευε κανείς σαν στοίχειωμα ή μαγεία, ξεπερνάει συνεχώς τον εαυτό της και τα όριά της, ενώ σταδιακά αποκτά μια ζεστή, φιλική σχέση με τον Φράνσις. Από ένα σημείο και πέρα, η φιλία αυτή εξελίσσεται σε ένα τρυφερό, ερωτικό αίσθημα που προοδευτικά αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη για τις αποφάσεις αλλά και τις αντιδράσεις της Νοεμί, όταν πλέον το απίστευτο παρελθόν του πατριάρχη Χάουαρντ, μαζί με τα ανατριχιαστικά μυστικά της οικογένειας και τα εφιαλτικά σχέδιά της, αρχίζουν να έρχονται στο φως.

Η αφήγηση είναι γεμάτη ζωντάνια και γλαφυρότητα, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο στις σκηνές εκείνες όπου οι περιγραφές αφορούν εικόνες και καταστάσεις τρομακτικές. Η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία έχει πετύχει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο θρίλερ, το παραμύθι και τον ρεαλισμό, με τα τρία στοιχεία πότε να διαδέχονται το ένα το άλλο και πότε να μπλέκονται μεταξύ τους, καθιστώντας τα όρια ανάμεσά τους εσκεμμένα θολά και δυσδιάκριτα. Είναι δύσκολο – μέχρι και αδύνατο – να αφήσεις από τα χέρια σου το «Mexican Gothic» όταν αρχίσεις να το διαβάζεις. Σ’ αυτό συμβάλλει και η απολαυστική μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, η οποία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Στο εξώφυλλο (έχει διατηρηθεί το πρωτότυπο της ξένης έκδοσης), η ζωηρόχρωμη και ατμοσφαιρική εικόνα σε βάζει αμέσως στο κλίμα: θυμίζει πίνακες της Φρίντα Κάλο και «παίζει» με τα χρώματα του Μεξικού, στον βικτοριανό φόντο και το φόρεμα της γυναικείας φιγούρας που το κοσμεί, με την υποψία της παρακμής που αποτυπώνεται στο ελαφρώς ξεραμένο μπουκέτο που κρατάει στα χέρια της να προδίδει την αίσθηση της παρακμής και της αποσύνθεσης που αποπνέει το Ψηλό Μέρος. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2022

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17581-mexican-gothic