6 March 2021

Το μέλλον είναι εδώ: Οι προφητικές δυστοπίες του Τζορτζ Όργουελ


Από την 1η Ιανουαρίου του 2021, τα βιβλία του Τζορτζ Όργουελ είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων, και με την ευκαιρία αυτή, κυκλοφόρησαν στη χώρα μας πολλές και διαφορετικές εκδόσεις των έργων του. Ανάμεσά τους φυσικά δεν θα μπορούσαν να μην είναι τα δύο πιο εμβληματικά, η νουβέλα Η Φάρμα των Ζώων και το μυθιστόρημα 1984, κλασικές αλληγορίες που τυχαίνει να είναι και πιο επίκαιρες από ποτέ.

Αν και τα δύο αυτά έργα γράφτηκαν μέσα σε συγκεκριμένες γεωπολιτικές – κοινωνικές συνθήκες, και με σκοπό να καυτηριάσουν στοχευμένα πολιτικές και καθεστώτα της εποχής, η αλληγορική τους δυναμική ξεπερνάει τυχόν χρονικά και τοπικά όρια και βρίσκει εφαρμογή και αντιστοιχία ακόμα και στις μέρες μας – και μάλιστα πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Άλλωστε δεν έχει και τόση σημασία ποιο είναι το εκάστοτε καθεστώς και πώς ονομάζεται, καθώς η ιστορία έχει δείξει – και συνεχίζει, δυστυχώς, να αποδεικνύει καθημερινά – ότι όποιος αναλαμβάνει μια θέση κυριαρχική, δεν αργεί να ξεχάσει τις τυχόν λαϊκές καταβολές του και την όποια ιδεολογία τον έσπρωξε αρχικά να επιδιώξει ένα υψηλό πολιτικό πόστο, και τελικά καταλήγει σχεδόν αντίγραφο αυτού τον οποίο ανέτρεψε, με τις συνέπειες να είναι πάντα εξίσου δυσάρεστες για την πλειονότητα των ανθρώπων οι οποίοι υφίστανται οποιασδήποτε μορφής και πολιτικής κατεύθυνσης απολυταρχική εξουσία.

Η Φάρμα των Ζώων διαδραματίζεται σε ένα αγρόκτημα, όπου τα ζώα, αγανακτισμένα από την κακομεταχείριση των ανθρώπων, αποφασίζουν να επαναστατήσουν. Η ανταρσία τους στέφεται με απόλυτη επιτυχία, οι άνθρωποι εκδιώκονται κακήν κακώς, και σύντομα αρχίζει στη φάρμα μια περίοδος ευημερίας όπου κυριαρχούν η ισότητα και η δικαιοσύνη. Όμως σύντομα οι μέχρι πρότινος πρωτεργάτες της επανάστασης καλομαθαίνουν στην εξουσία, αρχίζουν να κοιτάζουν το προσωπικό τους συμφέρον και να αδιαφορούν για τα υπόλοιπα ζώα, τα οποία από ένα σημείο και πέρα μετατρέπονται ξανά σε υποτελείς και επανέρχονται σε συνθήκες ζωής και εργασίας που ελάχιστα διαφέρουν από την εποχή που είχαν τους ανθρώπους πάνω από το κεφάλι τους. Οι νόμοι που είχαν συντάξει όλοι μαζί, για να τηρούνται ευλαβικά από το σύνολο της κοινωνίας της Φάρμας, προοδευτικά διαστρεβλώνονται συστηματικά και μεθοδικά, έτσι ώστε κανείς τελικά να μη θυμάται τι είχε αρχικά συμφωνηθεί. Τα ζώα χωρίζονται σιγά σιγά σε κοινωνικές τάξεις, με τους προνομιούχους αρχηγούς να υιοθετούν όλο και περισσότερες ανθρώπινες συνήθειες, να έρχονται όλο και πιο συχνά σε επικοινωνία με τους ανθρώπους και στο τέλος να γίνονται κυριολεκτικά ίδια μ’ αυτούς. 

Το 1984 περιγράφει μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, όπου η αστυνόμευση και ο έλεγχος έχουν μπει κυριολεκτικά μέσα στα σπίτια, και οι άνθρωποι απαγορεύεται να έχουν συναισθήματα, να διαβάζουν, να ψυχαγωγούνται, να ερωτεύονται. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού, ο οποίος παρακολουθεί τα πάντα ασταμάτητα μέσα από οθόνες που είναι τοποθετημένες σε κάθε σπίτι, η ζωή είναι απόλυτα κατευθυνόμενη. Οι πολίτες του Λονδίνου είναι απλά γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής, και όχι μόνο η ελεύθερη έκφραση, αλλά και η ελεύθερη σκέψη είναι αυστηρά απαγορευμένες. Το λεξιλόγιο έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες λέξεις, με προοπτική να συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο. Τόσο η μακρινή όσο και η σύγχρονη ιστορία διαστρεβλώνονται, η λογοτεχνία κατακρεουργείται από την λογοκρισία, κλασικά κείμενα ξαναγράφονται για να φύγει από τις σελίδες τους κάθε τι που θεωρείται επικίνδυνο ή απειλητικό για την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Παρόμοια μεταχείριση έχουν και οι ειδήσεις, οι οποίες κυριολεκτικά κόβονται και ράβονται, ανάλογα με την περίσταση. Οι μνήμες των ανθρώπων χάνονται μέσα σε παραπλανητικές και εσκεμμένα λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με το παρελθόν. Κόντρα σε όλα αυτά, ο Ουίνστον Σμιθ, ο ήρωας της ιστορίας, αρχικά μηχανεύεται έναν τρόπο ώστε η οθόνη παρακολούθησης που βρίσκεται στο διαμέρισμά του να μην μπορεί να τον δει κάθε στιγμή. Ανακαλύπτει ένα παλαιοπωλείο και αγοράζει ένα σημειωματάριο, όπου κρατάει ημερολόγιο. Αργότερα ερωτεύεται. Η Τζούλια, η κοπέλα με την οποία σχετίζεται ανήκει σε νεότερη γενιά κι έχει γαλουχηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την προπαγάνδα του συστήματος, παρ’ όλα αυτά, εκείνη είναι που πρώτη εκφράζει τα συναισθήματά της απέναντί του. Ο Ουίνστον σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Θεωρεί ότι βρίσκει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο του Ο’ Μπράιεν, ενός χαρισματικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος, στον οποίο είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη παρ’ όλο που είναι άνθρωπος του συστήματος, καθώς ασκεί επάνω του μια ανεξήγητη γοητεία. Όταν έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια, ο Ουίνστον μένει με ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης, αν και από την αρχή απόλυτη επίγνωση της έτσι κι αλλιώς προδιαγεγραμμένης εξέλιξης των πραγμάτων.

Η Φάρμα των Ζώων και το 1984 ολοκληρώθηκαν με σχετικά μικρή χρονική διαφορά – το πρώτο το 1945, και το δεύτερο τρία χρόνια αργότερα (αν και εκδόθηκε το 1949). Το κίνητρο για την σύνθεσή τους ήταν για τον Όργουελ πάνω – κάτω το ίδιο, τα έργα ωστόσο έχουν σημαντικές διαφορές, οι οποίες τα κάνουν να αλληλοσυμπληρώνονται: Η Φάρμα των Ζώων εστιάζει κυρίως στους εκπροσώπους της εξουσίας, ενώ το 1984 μεταφέρει τον βασικό χώρο δράσης του στα λαϊκά – εργατικά στρώματα. Επιπλέον, Η Φάρμα των Ζώων παρακολουθεί την «επανάσταση» από τη γέννησή της μέχρι και κάποια στάδια της εξέλιξής της, ενώ στο 1984 βλέπουμε τις συνέπειες μιας ανάλογης ενέργειας σε βάθος χρόνου. Τα στοιχεία του μύθου, του παραμυθιού και της παραβολής που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά στη Φάρμα των Ζώων (καθόλου τυχαία, ο Όργουελ συνόδευε αρχικά τον τίτλο του έργου με τον υπότιτλο «Ένα παραμύθι», ο οποίος στη συνέχεια απορρίφθηκε όταν ήταν να εκδοθεί το βιβλίο) μετεξελίσσονται στο απογυμνωμένο και αφιλόξενο δυστοπικό κλίμα του 1984. Από το ακαθόριστο τοπικά και χρονικά σκηνικό της Φάρμας των Ζώων, περνάμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο στο 1984, όπου η κοινωνική-πολιτική-γεωγραφική κατάσταση είναι πλέον παγιωμένη. Προφανώς το 1984 φάνταζε σαν πολύ μακρινό μέλλον στα τέλη της δεκαετίας του ‘40 (παρεμπιπτόντως υπάρχει η άποψη ότι ο Όργουελ επέλεξε αυτή τη χρονολογία σαν αριθμοπαίγνιο με το 1948, χρονιά που ολοκλήρωσε το 1984), αλλά δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι σχεδόν τα πάντα που περιγράφονται στο βιβλίο έχουν αποδειχτεί ανατριχιαστικά προφητικά. Όχι τόσο όσον αφορά την πολιτική πτυχή, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό την παγκόσμια κοινωνία όπως έχει διαμορφωθεί κυρίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Μέσα στη δεκαετία του ‘80 μπορούμε να εντοπίσουμε μεμονωμένα τις απαρχές των κοινωνικών φαινομένων που κυριαρχούν στις μέρες μας και που κατά κάποιον τρόπο δικαιώνουν τις δυστοπικές προβλέψεις του Όργουελ. Ο φόβος του αόρατου εχθρού, η υπερβάλλουσα πολιτική ορθότητα, ο αναθεωρητισμός που ουσιαστικά αναιρεί σημαντικό μέρος της κλασικής λογοτεχνίας και, κατ’ επέκταση, της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο συστηματικός έλεγχος και η έμμεση αστυνόμευση, όχι μόνο δεν προάγουν την ελεύθερη σκέψη αλλά την περιορίζουν σε εγκληματικό βαθμό, κάτι που έρχεται σε άκρα αντίθεση με την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας η οποία, υπό ιδανικές συνθήκες, θα εξέλισσε τον κάθε άνθρωπο σε ένα απόλυτα αυτόνομο, ανεξάρτητο και ελεύθερο άτομο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2021

9 February 2021

Georges Simenon: Ο πάτος του μπουκαλιού

Στην άγρια και αφιλόξενη έρημο της Αριζόνα, στα σύνορα με το Μεξικό, διαδραματίζεται το μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν “Ο πάτος του μπουκαλιού”, με κεντρικούς ήρωες δύο αποξενωμένα αδέρφια, τον Πατ και τον Ντόναλντ, που ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες και άκρως αγχωτικές. Ο Πατ, που προτιμά να τον φωνάζουν Π.Μ., έχει ένα ράντσο στην περιοχή, κληρονομιά της δεύτερης γυναίκας του, και είναι δικηγόρος και βοηθός σερίφη. Είναι ευκατάστατος και πηγαίνει πάντα με το γράμμα του νόμου, σε αντίθεση με τον Ντόναλντ, ο οποίος είναι άνθρωπος λαϊκός, οριακά φτωχός και πρόσφατα καταδικασμένος για απόπειρα δολοφονίας. Με τη βοήθεια της αδερφής τους, καταφέρνει να δραπετεύσει από τη φυλακή και καταφεύγει στο ράντσο του Π.Μ. με σκοπό να περάσει τα σύνορα και να φτάσει στο Μεξικό όπου βρίσκονται η γυναίκα και τα παιδιά του. Αν και πιστός τηρητής του νόμου και υπέρμαχος της κυριαρχίας των ισχυρών, ο Π.Μ. δέχεται να τον βοηθήσει, παρέχοντάς του καταφύγιο προσωρινά καθώς, εξαιτίας των αντίξοων καιρικών συνθηκών, ο ποταμός που πρέπει να διασχίσει ο Ντόναλντ για να περάσει στο Μεξικό είναι απροσπέλαστος. Στη γυναίκα του, που δεν ξέρει ότι ο άντρας της έχει αδελφό, αλλά και στους γείτονες, τον συστήνει σαν έναν παλιό του φίλο. Στο μεταξύ, η κακοκαιρία μαίνεται στην περιοχή, αναγκάζοντας τον Ντόναλντ να παραμείνει στο ράντσο, υπομένοντας την παρέα των εύπορων ντόπιων, στους οποίους ωστόσο γίνεται απροσδόκητα συμπαθής, και ιδιαίτερα στις γυναίκες, οι οποίες τον θεωρούν αδύναμο και απροστάτευτο, συγκινημένες από το θλιμμένο του βλέμμα. 

Πολυγραφότατος και με πολυτάραχη ζωή (έχει γράψει, μεταξύ άλλων, γύρω στα 200 μυθιστορήματα, πάνω από 150 νουβέλες, άρθρα, αυτοβιογραφικά κείμενα καθώς και λαϊκά αναγνώσματα με διάφορα ψευδώνυμα), ο Ζορζ Σιμενόν είναι κυρίως γνωστός στο ευρύτερο κοινό ως δημιουργός του Επιθεωρητή Μαιγκρέ και των αστυνομικών περιπετειών του. Στη λεγόμενη Αμερικανική περίοδό του ανήκει ο “Πάτος του Μπουκαλιού”, μαζί με άλλα έργα τα οποία έγραψε το διάστημα που είχε καταφύγει στην Αμερικανική Ήπειρο για να αποφύγει διάφορες παρενέργειες, απόρροια της αμφιλεγόμενης συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εποχή που έζησε στο Νογάλες, στα σύνορα της Αριζόνα με το Μεξικό, ενέπνευσε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σύλληψη της ιδέας για το βιβλίο αυτό, που είναι ένα ιδιότυπο είδος γουέστερν με έμφαση στον ψυχολογικό παράγοντα. Γράφτηκε το 1949, ενώ το 1956 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Χένρι Χάθαγουεϊ. Κυκλοφορεί σε ωραία μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ από τις εκδόσεις Άγρα, στη σειρά με τα έργα του Σιμενόν που ξεκίνησε το 2002 και περιλαμβάνει τα αστυνομικά με τον Επιθεωρητή Μαιγκρέ και τα “σκληρά” μυθιστορήματά του.

Μια κλειστή κοινωνία από χαρακτήρες με έντονη προσωπικότητα – ο καθένας με τον τρόπο του – απαρτίζουν το σύνολο των προσώπων που παίρνουν μέρος στην παράξενη αυτή ιστορία. Στο κέντρο είναι φυσικά τα δύο αδέρφια, σε άκρα αντίθεση μεταξύ τους, χωρίς τίποτα να τους συνδέει πέρα από τον δεσμό αίματος. Σαν ένας άλλος άσωτος υιός, ο παράνομος Ντόναλντ εισβάλλει στην ήρεμη ζωή του αδελφού του και την κάνει άνω-κάτω χωρίς ουσιαστικά να είναι αυτή η πρόθεσή του. Κερδίζει τη συμπάθεια όλων χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, ωστόσο εξαιτίας του ψέματος του Π.Μ. σχετικά με την ταυτότητά του αναγκάζεται να προσποιείται συνεχώς και να ανέχεται προσεγγίσεις που όχι μόνο δεν είναι του γούστου του, αλλά και για τις οποίες αδιαφορεί παντελώς στην πραγματικότητα. Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειονότητα των παράνομων που επιθυμούν να περάσουν από το Μεξικό στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ θέλει πάση θυσία να φύγει από τις ΗΠΑ για να φτάσει στο Μεξικό. Από μόνο του αυτό το γεγονός τον κάνει να διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο. Μοναδικός του στόχος είναι να ξανασμίξει με την οικογένειά του, η οποία ζει σε απόλυτη φτώχεια στην άλλη πλευρά. Ο Π.Μ., νιώθοντας αίφνης τύψεις που, ως δικηγόρος, δεν είχε αναλάβει την υπεράσπισή του όταν επρόκειτο να δικαστεί, αποφασίζει να δείξει καλή θέληση και να τον βοηθήσει αυτή τη δύσκολη στιγμή. Δεν είναι όμως σίγουρο πως είναι έτοιμος να το κάνει, ούτε αν τελικά το θέλει πραγματικά. Τα αισθήματα συμπάθειας και τρυφερότητας που προκαλεί ο Ντόναλντ τον εκνευρίζουν αφόρητα, γιατί ξέρει ότι τον ίδιο, όσο κι αν προσπαθήσει, όση καλή διάθεση κι αν δείξει, δεν πρόκειται ποτέ να τον αντιμετωπίσουν ανάλογα οι φίλοι και οι γνωστοί του. Δεν είναι ακριβώς ζήλεια, είναι περισσότερο το αίσθημα της αδικίας που τον κρατάει δέσμιο, και στην ουσία δεν τα έχει με τον αδελφό του, αλλά με τον τρόπο που η κοινωνία κατατάσσει τους ανθρώπους σε αδύναμους και δυνατούς, σε ανίσχυρους και ισχυρούς, με ό,τι συνέπειες συνεπάγεται αυτός ο διαχωρισμός.

Ο Σιμενόν ακολουθεί τον Π.Μ. σε όλη τη διάρκεια της δικής του προσωπικής καθόδου στην Κόλαση, συμμετέχοντας και ταυτόχρονα κρατώντας απόσταση από τις μεταστροφές στη σκέψη και τα συναισθήματά του. Η ιστορία αυτή είναι κατ’ ουσίαν μια ψυχογραφία με φόντο το απογυμνωμένο τοπίο της Αριζόνα και με συχνές αναφορές στον υπερχειλισμένο ποταμό που αποτελεί και το φυσικό σύνορο με το Μεξικό. Τα στοιχεία της φύσης συνδέονται με την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, ο οποίος προσπαθεί συνεχώς να διατηρήσει την καλή εικόνα του απέναντι στους άλλους, ενώ την ίδια στιγμή μέσα του μαίνεται μια καταιγίδα ίσως χειρότερη απ’ αυτήν που έχει αναγκάσει τους ντόπιους να παραμείνουν κλεισμένοι μέσα, αντιμέτωποι κι εκείνοι ο καθένας με τα δικά του θέματα. Ο Π.Μ. κρατάει κρυφή την ταυτότητα του Ντόναλντ όχι για να προφυλάξει τον αδελφό του, αλλά τον εαυτό του, όμως αυτή η απόκρυψη της αλήθειας αφ’ ενός δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί για πολύ, και αφ΄ετέρου δεν μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα. Ώρα με την ώρα, το ψέμα του Π.Μ. τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μάτι του κυκλώνα που θέλει τόσο πολύ να αποφύγει, εγκλωβίζοντάς τον σε μια κατάσταση από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει – και όσο περισσότερο μπλέκεται σ’ αυτήν, τόσο λιγότερο μπορεί πια να την ελέγξει.

Είναι καθηλωτικός και τεχνικά εντυπωσιακός ο τρόπος που επιλέγει ο Σιμενόν για να εξελίξει την αφήγηση, χρησιμοποιώντας ήρεμες περιγραφές για να αποδώσει τη μανία και την αγριότητα των φυσικών φαινομένων. Αυτή η αντίθεση είναι ακριβώς που κάνει το κείμενο τόσο συναρπαστικό και τόσο δυνατό. Από την άλλη η εσωτερική σύγχυση των ηρώων διαφαίνεται πολλές φορές μέσα από τις αντιδράσεις όσων τους περιβάλλουν και ιδίως στις φάσεις εκείνες κατά τις οποίες οι υπόλοιποι ζουν ακόμα μέσα στην αυταπάτη και ο τρόπος που φέρονται στον Ντόναλντ έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την συμπεριφορά που θα έδειχναν απέναντί του αν ήξεραν την αλήθεια. Αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι ο πιο έντονα αγχωτικός παράγοντας, κι όταν με αναπάντεχο τρόπο η αλήθεια βγει εν μέρει στο φως, οι συνέπειες είναι απείρως πιο δραματικές απ’ όσο θα ήταν αν ο Π.Μ. είχε επιλέξει να είναι ειλικρινής με τη γυναίκα και τους φίλους του από την αρχή. Το γεγονός ότι πληρώνουμε τις επιλογές μας επανέρχεται σαν θέμα πολλές φορές μέσα στην ιστορία, άλλοτε με πιο ανώδυνο τρόπο και άλλοτε πιο δραματικά, ενώ οι αστάθμητοι παράγοντες, ανθρώπινοι και φυσικοί, πουν μπαίνουν στη μέση, περιπλέκουν τις καταστάσεις και τις οδηγούν σε απρόβλεπτες καταλήξεις, τόσο για τους κεντρικούς χαρακτήρες, όσο και για το περιβάλλον τους.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Φεβρουάριο του 2021