3 December 2020

Στρατής Βογιατζής: Χίος, Τόπος Εντός

Όταν ακούς το όνομα της Χίου, σου έρχονται άπειρα πράγματα στο μυαλό. Η μαστίχα και οι σκίνοι, τα μανταρίνια και οι λεμονανθοί, οι πορτοκαλιές και οι τουλίπες, τα αρχοντικά με τα μαγγανοπήγαδα, τα καστροχώρια, οι παπαρούνες και τα κυκλάμινα. Αλλά και τοποθεσίες που το όνομά τους κουβαλάει μια ιδιαίτερη φόρτιση: ο Ανάβατος, η επιβλητική καστροπολιτεία του βορρά, ο Κάμπος, τα Μαστιχοχώρια, το Κάστρο της πόλης, τα Νοτιόχωρα, τα Βορειόχωρα. Ιστορικά γεγονότα που έχουν ρίξει βαριά τη σκιά τους στο νησί και που οι συνέπειές τους δεν έχουν ακόμα εξαλειφθεί, όπως το πέρασμα ξένων κατακτητών, οι λεηλασίες, οι σφαγές, η προσφυγιά. Η Χίος είναι ένα νησί με χαρακτήρα, όπως άλλωστε και όλα τα νησιά της πατρίδας μας, όμως έχει και κάτι που την καθιστά μοναδική. Είναι σαν να έχεις μπροστά σου έναν πίνακα ζωγραφικής, ο οποίος συμπεριλαμβάνει στοιχεία από πολλές και διαφορετικές τεχνικές – κλασικές, σύγχρονες, φουτουριστικές – αλλά με έναν μαγικό τρόπο όλα αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία συνδέονται, συνδυάζονται και δένουν αρμονικά μεταξύ τους. 

Η Χίος είναι το νησί των ναυτικών. Είναι η ιστορία της και οι άνθρωποί της, η αρχιτεκτονική και η ύπαιθρός της. Τα σπίτια στο Πυργί με τα περίτεχνα μοτίβα στους εξωτερικούς τοίχους, τα σχεδόν απόρθητα χωριά-κάστρα του Νότου, το Κάστρο με τα δρομάκια που χάνονται ανάμεσα στα απροσπέλαστα τείχη και καταλήγουν αναπάντεχα σε μια μικρή, πολύχρωμη πλατεία, οι μυρωδάτες εκτάσεις με τα μαστιχόδεντρα που ανάμεσά τους, τον παλιό καιρό, παραφύλαγαν οι Αγεραγίες – οι πονηρές νεράιδες του Κάμπου - , η ονειρική παραλία στο Λιθί όπου καραδοκούν σμήνη από σφήκες, τα καραβάκια που πηγαινοέρχονται καθημερινά από το λιμάνι στην απέναντι ακτή, τη Μικρασία, πηγαινοφέρνοντας επισκέπτες και από τις δύο πλευρές μαζί με αναμνηστικά, μνήμες και συναισθήματα. 

Από το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς, κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα εξαιρετικό φωτογραφικό λεύκωμα αφιερωμένο στο πανέμορφο νησί του Βορείου Αιγαίου, το οποίο αποτυπώνει όλες αυτές τις εικόνες και ακόμα περισσότερες, με μια πολύ ξεχωριστή ματιά, μέσα από τον φακό του φωτογράφου Στρατή Βογιατζή. Το λεύκωμα περιλαμβάνει έναν μεγάλο όγκο φωτογραφιών που επικεντρώνονται στα τοπία του νησιού, σε εικόνες των χωριών και της εξοχής, αλλά και σε στοιχεία εσωτερικής και εξωτερικής αρχιτεκτονικής. Περίτεχνα αρχοντικά, εμπορικά καταστήματα με αντικείμενα και εργαλεία άλλων εποχών, διακοσμητικές λεπτομέρειες σε εσωτερικούς χώρους σπιτιών, υποβλητικά βουνά, μυστηριακές εκτάσεις της υπαίθρου πνιγμένες στο πράσινο, στενοί δρόμοι ανάμεσα σε σειρές από σπίτια, πέτρινες σκάλες, ορεινοί όγκοι και επιβλητικές ακτές, εναλλάσσονται και συνομιλούν σχηματίζοντας τη συνολική εικόνα ενός τόπου με μια ομορφιά άγρια και ανεπιτήδευτη, που σου δίνει την αίσθηση ότι, για να τον γνωρίσεις καλύτερα, πρέπει να τον αφήσεις να σου το επιτρέψει. 

Αν και οι άνθρωποι απουσιάζουν από την πλειοψηφία των φωτογραφιών, το ανθρώπινο στοιχείο είναι σχεδόν πάντα παρόν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Άλλωστε η Χίος είναι ένας τόπος που δεν “βουλιάζει” από κόσμο όπως συμβαίνει στα κατ’ εξοχήν τουριστικά νησιά. Η ζωή ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς όλες τις εποχές του χρόνου, και απλά προσαρμόζεται όταν είναι αναγκαίο, χωρίς όμως να αλλοτριώνεται ή να χάνει το νησί στοιχεία από την ταυτότητά του. Η Χίος παραμένει αυτό που ήταν πάντα: τρεις διαφορετικές γεωγραφικές ιδιοσυγκρασίες που η μία οδηγεί στην άλλη σε μια αδιάλειπτη διαδρομή από τον ορεινό, απόκρημνο βορρά στον ευωδιαστό, καταπράσινο Κάμπο του κέντρου κι από κει στον πεδινό, ευπρόσιτο νότο.

Ο Στρατής Βογιατζής γεννήθηκε στη Χίο το 1978, σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες καθώς και κοινωνική ανθρωπολογία. Έχει λάβει μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχουν εκδοθεί πέντε βιβλία του και ο ίδιος έχει σκηνοθετήσει ανεξάρτητα ντοκιμαντέρ που έχουν βραβευθεί σε εγχώρια και διεθνή φεστιβάλ. Το 2011 ξεκίνησε, μαζί με μια ομάδα δημιουργών και ερευνητών, το Caravan Project, μια δράση με πολιτιστικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, η οποία έχει σκοπό την καταγραφή ανθρώπινων ιστοριών και την ενδυνάμωση των τοπικών κοινοτήτων. Εκτός από φωτογράφος, είναι σκηνοθέτης και ανθρωπολόγος – δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι στήνει τις εικόνες του σαν πλάνα από ταινία, και στη συνέχεια τις συλλαμβάνει με τον φακό του σαν στιγμές στον χρόνο.  Δεν μιλάμε πλέον για στατικές φωτογραφίες που απλώς δείχνουν ένα αρχοντικό, μια αψίδα, ένα λιβάδι με παπαρούνες, ένα περιβόλι με μανταρινιές, ένα δέντρο σε μια αμμουδιά. Καθώς ο χρόνος περνάει, αφήνει πίσω του εικόνες που διαρκούν για ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου προτού χαθούν εντελώς. Αυτές ακριβώς οι εικόνες αποτυπώνονται στις φωτογραφίες, αιχμαλωτίζοντας φευγαλέες στιγμές που πολλές φορές περνούν από το οπτικό μας πεδίο κι ακόμα κι αν προλάβουμε να τις δούμε με τα μάτια, δεν προλαβαίνουμε να τις συνειδητοποιήσουμε. Αργότερα αντικρίζουμε το ίδιο τοπίο, το οποίο μπορεί να έχει αλλάξει αλλά εμείς ίσως να μην καταλάβουμε τη διαφορά, ώσπου να ανατρέξουμε στη φωτογραφία και να το διαπιστώσουμε.

Το λεύκωμα περιλαμβάνει ένα εκτεταμένο εισαγωγικό σημείωμα του φωτογράφου, με τίτλο “Το πνεύμα του τόπου”, με σημαντικές και διαφωτιστικές σκέψεις του σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται τη φωτογραφική απεικόνιση ενός τόπου, σε αντιδιαστολή αλλά και συνάρτηση με την απεικόνιση του τοπίου. Γενικά ο τόπος και το τοπίο είναι δύο έννοιες που κυριαρχούν στις φωτογραφίες, με τη μία να συμπληρώνει την άλλη με περισσότερους από έναν τρόπους. Τις ίδιες αυτές έννοιες σχολιάζει στο σημείωμα “ Ένα κρίσιμο γιώτα” ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, επιμελητής MOMus – ΜΦΘ, ενώ ο Μανώλης Βουρνούς, αρχιτέκτων ΕΜΠ, στο κείμενό του “Διαδρομές αρχιτεκτονικής” αναφέρεται στην ιστορία της χιώτικης αρχιτεκτονικής. Ο διευθυντής του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου Δημήτρης Τσούχλης αναλύει τη γεωγραφία της Χίου στο κομμάτι “Τοπία (του) τόπου”, και η φιλόλογος και δρ. Θεατρολογίας Στέλλα Τσιροπινά, στο “Βουβό κουβεντολόι μιας γεωγραφίας περαστικής” εστιάζει στην συνύπαρξη ανθρώπων και χώρων στις φωτογραφίες. Τον πρόλογο της έκδοσης, η οποία είναι δίγλωσση (ελληνικά και αγγλικά), υπογράφει ο Γιώργος Χατζηνικολάου, πρόεδρος του ΔΣ του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, ενώ οι μεταφράσεις των κειμένων στα αγγλικά είναι της Νερίνας Κιοσέογλου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2020

24 November 2020

Γιούλι Τσε: Πρώτη του έτους

Ιδιότυπο ψυχολογικό θρίλερ, που εξελίσσεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, το μυθιστόρημα της Γιούλι Τσε “Πρώτη του έτους” εξερευνά τις έννοιες της μνήμης και των παιδικών τραυμάτων με έναν τρόπο αντισυμβατικό και, συχνά-πυκνά, αναπάντεχο. Ο κεντρικός ήρωάς της, ο Χένινγκ, είναι επιμελητής βιβλίων σε εκδοτικό οίκο της Γερμανίας και όταν ξεκινάει η αφήγηση, τον βρίσκουμε μαζί με την οικογένειά του – τη γυναίκα του και τα δύο τους μικρά παιδιά – στο Λανθαρότε των Καναρίων Νήσων, για τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Είναι πολύ δεμένος με τη Λούνα, την μικρότερη αδερφή του, η οποία ζει μια μποέμικη ζωή και αποτελεί ένα μελανό σημείο στη σχέση του Χένινγκ με τη γυναίκα του καθώς η τελευταία δεν την συμπαθεί ιδιαίτερα, παρ’ όλα αυτά, η ζωή του φαίνεται σχεδόν ιδανική, και ο ίδιος έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος. Όμως κάτι τον βασανίζει εδώ και χρόνια χωρίς να μπορεί ούτε να το εντοπίσει ούτε να το εξηγήσει, και αυτό το κάτι τον ταλαιπωρεί κατά διαστήματα με κρίσεις πανικού που οριακά θέτουν σε κίνδυνο τις οικογενειακές  ισορροπίες.

H Γιούλι Τσε γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974 και εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο το 2002, για το οποίο και βραβεύτηκε. Από τότε έχει εκδώσει πάνω από δέκα μυθιστορήματα, καθώς και δοκίμια και φιλοσοφικά κείμενα. Από τον Ιανουάριο του 2019, είναι επίτιμη δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο του Βρανδεμβούργου.

Γραμμένο κατά κύριο λόγο στον ενεστώτα χρόνο, το κείμενο δίνει την αίσθηση του “εδώ και τώρα” -  η αφήγηση δεν γίνεται, ως συνήθως, στο παρελθόν αλλά στο άμεσο παρόν, άρα όλα είναι ακόμα θολά, τίποτα δεν έχει διαλευκανθεί, κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει και τι θα αποκαλυφθεί και ο ήρωας ζει στάσιμος, σαν μέσα σε τέλμα. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον προς το παρόν: κοιτώντας πίσω, η παιδική του ηλικία έχει άπειρα κενά σημεία, ερωτηματικά, διαστρεβλωμένες μνήμες. Όμως ούτε μπροστά μπορεί να πάει μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στο μυαλό του και να μπουν στη σειρά τα σκόρπια θραύσματα που έρχονται και παρέρχονται, σαν κομμάτια παζλ που αιωρούνται στο κενό χωρίς να μπορούν ποτέ να ενωθούν για να σχηματίσουν μια πλήρη εικόνα. Την πρώτη μέρα του χρόνου, μέσα στο ηφαιστειακό τοπίο, άγριο και συνάμα ηρεμιστικό, ο Χένινγκ κάνει με το ποδήλατό του μια ανάβαση στο βουνό ενώ ταυτόχρονα, σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, καταδύεται στα βάθη της μνήμης του για να ανασύρει γεγονότα από την παιδική ηλικία που σημάδεψαν τον ίδιο αλλά και την αδερφή του. Κάτι στην περιοχή αυτή του φαίνεται ανατριχιαστικά οικείο, και δεν είναι τόσο αυτά που βλέπει, όσο η αίσθηση που του δίνει ο περιβάλλων χώρος. Με έμφαση στη λεπτομέρεια, και συχνά φλας μπακ σε στιγμιότυπα από τις προηγούμενες μέρες των διακοπών καθώς ο Χένινγκ συνεχίζει την ανάβαση στο βουνό, η Γιούλι Τσε προετοιμάζει το έδαφος αρχικά για την κορύφωση της ιστορίας και στη συνέχεια για την ανατροπή που φέρνει τη λύση του μυστηρίου.

Το ατού της ιστορίας, ωστόσο, δεν είναι αυτή καθαυτή η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά η διεκπεραίωσή της. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: το πρώτο ασχολείται με το παρόν, το δεύτερο με το παρελθόν, και το τρίτο πάλι με το παρόν, πλέον μετά τη λύση του μυστηρίου. Το τελευταίο μέρος είναι πολύ σύντομο, σε αντίθεση με τα δύο πρώτα που έχουν παρόμοια έκταση. Και δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς ο ήρωας χρειάζεται να “σκάψει” πολύ βαθιά και πολύ μακριά για να βρει την εικόνα αυτή που θα πυροδοτήσει το ξεκλείδωμα των αναμνήσεών του. Η ανάβαση στο βουνό είναι εξουθενωτική και χρονοβόρα, όμως είναι ο μόνος τρόπος που έχει στη διάθεσή του, και από καθαρό ένστικτο τον ακολουθεί. Οι πρώιμες αναμνήσεις, λέει ο ίδιος συχνά, βασίζονται σε φωτογραφίες και αφηγήσεις άλλων. Όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι αξιόπιστα στο εκατό τοις εκατό. Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μόνο μια στιγμή, δεν λένε τίποτα απολύτως για την εκάστοτε περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Από την άλλη οι αφηγήσεις μπορεί να είναι λειψές, υπερβολικές, μεροληπτικές, ακόμα και ψεύτικες. Εξαρτάται από το πόσο εμπιστευόμαστε τον άνθρωπο που μας εξιστορεί γεγονότα από το παρελθόν μας, για το αν και πόσο θα θεωρήσουμε πως όπως μας τα λέει, έτσι και συνέβησαν. Πολλές φορές ο άλλος δεν το κάνει εσκεμμένα – κι εκείνος έχει εξίσου παραποιημένες μνήμες με μας. Άλλες φορές πάλι κάποιος μπορεί να εκμεταλλευτεί το ότι δεν θυμόμαστε κάτι καλά, για να πλάσει μια δική του εκδοχή της αλήθειας. Είτε γιατί τον συμφέρει περισσότερο, είτε για να αποφύγει βαθύτερες εξηγήσεις. Όμως πόσο σκόπιμο είναι τελικά να προφυλάσσει κανείς τα παιδιά από την αποκάλυψη μιας αλήθειας που μπορεί στιγμιαία να τους κοστίσει, όμως σε βάθος χρόνου θα τα έχει απαλλάξει από ανασφάλειες και ψυχολογικά τραύματα;

Μπορεί το βιβλίο να είναι “το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ γραμμένο για ενήλικες”, όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο, ωστόσο στην ουσία πρόκειται για μια ιστορία που βασίζεται στη ραχοκοκαλιά του παραμυθιού κυρίως, καθώς η ατμόσφαιρα του ψυχολογικού τρόμου δημιουργείται περισσότερο από τις αντιδράσεις των ηρώων και πολύ λιγότερο από την όποια απειλή. Άλλωστε κάτι που για έναν ενήλικα είναι ίσως μια διαχειρίσιμη κακοτυχία, για ένα παιδί μπορεί να πάρει εφιαλτικές, τερατώδεις διαστάσεις. Παραμυθικά στοιχεία είναι διάσπαρτα στην αφήγηση, πολύ διακριτικά τις περισσότερες φορές, αυτό όμως που εσκεμμένα ξεχωρίζει είναι τα σπίτια: αναφορές σε μεγάλα σπίτια, που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, σε αντιδιαστολή με τις αναφορές σε μικρά σπιτάκια, που παραπέμπουν στο παραμύθι – όπως το σπιτάκι της μάγισσας στην ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ, που είναι και το προκείμενο. Η γραφή της Γιούλι Τσε είναι δυνατή, δωρική και υποβλητική, κάτι που αποδίδεται εξαιρετικά στα ελληνικά χάρις στην θαυμάσια μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού. 

Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2020
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/15309-proti-tou-etous