9 April 2018

Luis Prats: Χάτσικο, ο σκύλος που περίμενε

Είναι λίγο - πολύ γνωστή η αληθινή ιστορία του Χάτσικο, του πιστού σκύλου Ακίτα που είχε τόσο πολύ δεθεί με το αφεντικό του ώστε να εξακολουθεί να τηρεί την καθημερινή τους συνήθεια ακόμα και όταν ο θάνατος μπήκε ανάμεσά τους. Το 2009 γυρίστηκε η ταινία ‘Χάτσικο, η ιστορία ενός σκύλου’ με τη δράση να μεταφέρεται στην σύγχρονη Αμερική και πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Γκιρ, ενώ πολύ νωρίτερα είχε γυριστεί και μία γιαπωνέζικη εκδοχή, το ‘Hachico monogatori’ (1987). Έχουν επίσης γραφτεί και αρκετά βιβλία με θέμα τους αυτή την τόσο συγκινητική και βαθιά συναισθηματική ιστορία.

Το ‘Χάτσικο, ο σκύλος που περίμενε’ του Λουίς Πρατς, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση της Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη, αφηγείται τα αυθεντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα ανάμεσα στα έτη 1924 και 1935 στο Τόκιο της Ιαπωνίας, διανθισμένα με τα απαραίτητα στοιχεία μυθοπλασίας.

Τον Ιανουάριο του 1924, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός καθηγητής αγρονομίας Χιντεσαμπούρο Ουένο παραλαμβάνει από τον τοπικό σιδηροδρομικό σταθμό ένα κουτάβι Ακίτα τριών μηνών για την κόρη του, ωστόσο ελάχιστος χρόνος χρειάζεται για να δεθεί ο ίδιος με το πανέμορφο, χιονάτο σκυλάκι, το οποίο, με τη σειρά του, τον συμπάθησε από την πρώτη στιγμή: «Υπήρχε κάτι πιο βαθύ και έξυπνο σε εκείνα τα θλιμμένα και μελαγχολικά μάτια. Ποτέ ο καθηγητής Χιντεσαμπούρο, ακόμα κι όταν είχε κάνει την πρακτική του στους κάμπους του Κιότο, κοντά στα αυτοκρατορικά παλάτια, και είχε χρειαστεί να εργαστεί με κάθε είδους ζώο, δεν είχε συναντήσει πλάσμα που να τον παρατηρεί χωρίς να περιμένει τίποτα, ενώ ταυτόχρονα έμοιαζε να περιμένει τα πάντα.» 

Για ένα διάστημα λίγων μηνών μέχρι τον Μάιο του 1924, ο καθηγητής Ουένο και ο Χάτσικο ακολουθούν μια εξαιρετικά ευχάριστη και ιδιότυπη ρουτίνα: ο Χάτσικο ξεκινάει κάθε μέρα μαζί με τον καθηγητή την ώρα που εκείνος φεύγει για να πάει στη δουλειά του και τον συνοδεύει μέχρι τον σταθμό του τρένου. Στη συνέχεια γυρίζει στο σπίτι και το απόγευμα, καθώς πλησιάζει η ώρα για την επιστροφή του καθηγητή, ο Χάτσικο βγαίνει και πάλι έξω, φτάνει στον σταθμό και περιμένει το αγαπημένο του αφεντικό να κατέβει από το τρένο για να γυρίσουν μαζί στο σπίτι.

Αυτή η τόσο ξεχωριστή καθημερινότητα, η αφοσίωση του Χάτσικο και το δέσιμο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον σκύλο είναι στοιχεία που, φυσικά, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητα, και σύντομα ο μικρόκοσμος γύρω από τον σταθμό και τους γειτονικούς δρόμους μαθαίνει γι’ αυτήν την πρωτότυπη αλλά τόσο συγκινητική φιλία και ο Χάτσικο γρήγορα γίνεται η μασκότ και το σήμα κατατεθέν της περιοχής: «Ο Χάτσικο ήταν ήδη αρκετά γνωστός στη γειτονιά, αφού όσοι έπαιρναν το τρένο στον σταθμό της Σιμπούγια τον έβλεπαν να περιμένει τον καθηγητή Χιντεσαμπούρο, και εκείνος ανταποκρινόταν με τον ίδιο τρόπο σε όλους όσοι τον χαιρετούσαν ή τον χάιδευαν.»

Οι ώρες της ημέρας που ο καθηγητής περνάει με τον τετράποδο φίλο του είναι πολύτιμες και μαγικές: «Όταν έβγαιναν για περίπατο, ο καθηγητής εξηγούσε στον Χάτσικο όλα τα διαφορετικά είδη πεταλούδας, τι έτρωγαν και πού ζούσαν.»

Αντιμετωπίζει πλέον τον Χάτσικο σαν άνθρωπο, και ο σκύλος, με το ένστικτο και τη νοημοσύνη που χαρακτηρίζει τη ράτσα του, ανταποκρίνεται ανάλογα. Δεν πρόκειται πια για έναν άνθρωπο και έναν σκύλο – οι δυο τους γίνονται οι καλοί φίλοι που κάνουν την βόλτα τους και «κουβεντιάζουν» με έναν δικό τους μοναδικό κώδικα επικοινωνίας.

Μια μέρα ωστόσο ο καθηγητής δεν γυρίζει το απόγευμα στο σπίτι του. Παθαίνει εγκεφαλική συμφόρηση κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης και σύντομα πεθαίνει. Ο Χάτσικο αντιλαμβάνεται με το δυνατό του ένστικτο την τραγική αυτή εξέλιξη, αλλά μέσα του τίποτα δεν αλλάζει. Συνεχίζει να τηρεί ευλαβικά την αγαπημένη συνήθεια που τον συνέδεε με το αφεντικό του, επιστρέφοντας καθημερινά στον σταθμό, περιμένοντας τον κύριό του, για δέκα περίπου συνεχόμενα χρόνια.

Με λιτότητα, απλές αλλά ουσιαστικές περιγραφές, ενίοτε απέριττα λυρικές, ο Λουίς Πρατς, Καταλανός συγγραφέας δοκιμίων, μελετών τέχνης, εφηβικών και παιδικών βιβλίων καθώς και ιστορικών μυθιστορημάτων, με σπουδές στην Ιστορία της Τέχνης και την Αρχαιολογία, ξεδιπλώνει την όμορφη αυτή ιστορία μέσα από μια καταγραφή των καθοριστικών γεγονότων που την συνέθεσαν. Εξίσου λιτές, φιλοτεχνημένες με ευαισθησία, οι εικόνες της Πολωνής εικονογράφου Ζουζάνα Τσελέι αποτυπώνουν το κλίμα της αφήγησης, με τον ασπρόμαυρο τόνο τους να παραπέμπει εύστοχα στην περασμένη εποχή όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα της ιστορίας. Μέσα από αυτήν την συνολική απλότητα, τα συγκινητικά και διαχρονικά μηνύματα που περνούν διακριτικά πίσω από τις λέξεις, γίνονται άμεσα αντιληπτά και απόλυτα κατανοητά σε όλη τους την ουσιαστική σημασία.

Η αγάπη, η αφοσίωση, η πίστη, οι συναισθηματικοί δεσμοί, είναι αξίες που δεν φθείρονται με το πέρασμα του χρόνου. Οι άνθρωποι συνήθως έχουν την τάση να ξεχνούν και να μην αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικές και πολύτιμες είναι οι φαινομενικά μικρές αλλά, στην ουσία, πέρα για πέρα σημαντικές χαρές τις καθημερινότητας.

Ο Χάτσικο, ‘ο πιστός σκύλος’ – όπως καίρια τον χαρακτηρίζει η επιγραφή που συνοδεύει το άγαλμά του στην πλατεία έξω από τον σταθμό του τρένου, δίνει μαθήματα ζωής, τιμώντας για όλη την υπόλοιπη ζωή του τον άνθρωπο που του έδωσε όλη του την αγάπη και που τον έκανε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς του. Έφτανε αυτό για να τον κάνει ευτυχισμένο και δεν ήθελε τίποτε άλλο. Και όταν ήρθε η ώρα να ανταμώσει με το αγαπημένο του αφεντικό, οι δυο τους έσμιξαν στον σταθμό του τρένου, εκεί όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί, ενώ τους περίμενε μια αιωνιότητα γεμάτη ατελείωτες βόλτες. Αυτό ήταν, κατά κάποιο τρόπο, και το μικρό τους μυστικό, κάτι που όλοι όσοι ήξεραν και είχαν αγαπήσει τον Χάτσικο δεν σκέφτηκαν όταν έμαθαν για τον θάνατό του: «Αυτό που κανείς τους δεν ήξερε ήταν ότι πολλά, πάρα πολλά χιλιόμετρα μακριά από τη Σιμπούγια, πάνω στη χρυσή άμμο μιας ατέλειωτης παραλίας, περπατούσε ένας γέρος καθηγητής αγρονομίας και ότι δίπλα του, όπως ακριβώς του είχε ορκιστεί επισήμως το αφεντικό του, ένας σκύλος γάβγιζε χαρούμενος παίζοντας με τα κύματα.»



Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Απρίλιο του 2018
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/9590-hachiko

4 April 2018

Μάκης Τσίτας: Δώρο Γενεθλίων

Έχοντας ασχοληθεί πολλές φορές, με ιδιαίτερη ευστοχία και ευαισθησία, με τις σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια, ο Μάκης Τσίτας στο «Δώρο Γενεθλίων» εστιάζει σε ένα θέμα με διαφορετική παράμετρο. Τι συμβαίνει όταν ο παράγοντας «χρήμα» μπαίνει στη μέση και πόσο εύκολο είναι να τον διαχειριστούν τα παιδιά; Αν κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στις οικογενειακές σχέσεις και αξίες και τους «πειρασμούς» της καταναλωτικής κοινωνίας, θα είναι άραγε σε θέση να κάνουν το σωστό;

Η Τασία και ο αδελφός της αποφασίζουν να μαζέψουν χρήματα για να αγοράσουν ένα δώρο για τον μπαμπά τους. Σε λίγους μήνες είναι τα γενέθλιά του, και τα δύο αδέρφια θέλουν να του πάρουν κάτι πολύ καλό. Αρχίζουν λοιπόν την αποταμίευση. Σε πρώτη φάση όλα πάνε καλά, καθώς κανείς τους δεν έρχεται αντιμέτωπος άμεσα με την χειροπιαστή χρήση του χρήματος. Τα λεφτά μπαίνουν κατευθείαν στον κουμπαρά και αποτελούν μια αόριστη έννοια που, σε βάθος χρόνου, θα τους βοηθήσει να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους.

Ωστόσο το πράγματα αλλάζουν όταν έρχεται η ώρα της αγοράς. Τα χρήματα που έχουν μαζέψει είναι πάρα πολλά, είναι περισσότερα από όσα φαντάζονταν. Ο μικρός αφηγητής της ιστορίας κάνει τη σχετική διαπίστωση με αντικειμενικότητα, χωρίς να συσχετίζει το γεγονός αυτό με κάτι άλλο:

«Ήταν πολύ περισσότερα από ότι περιμέναμε! Σίγουρα έφταναν για να του πάρουμε κάτι πολύ ωραίο!»

Ο ήρωάς μας έχει εστιάσει στον σκοπό του σχεδίου και δεν αποκλίνει από αυτόν. Στο μυαλό του, δεν έχει θέση κάτι άλλο, εφόσον στόχος της αποταμίευσης ήταν εξαρχής η αγορά ενός πολύ ωραίου δώρου για τον μπαμπά τους. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την αδελφή του, η οποία, σαν μεγαλύτερη, είναι από τη μια περισσότερο επιρρεπής στις «σειρήνες» του καταναλωτισμού, και από την άλλη το μυαλό της κάνει συσχετισμούς και κατεβάζει ιδέες που θα φαίνονταν ανήκουστες στον μικρό πρωταγωνιστή.

Η απόφαση της Τασίας να εκμεταλλευτεί την κατάσταση αυτόματα την απομακρύνει από τον αδελφό της, βάζοντας ανάμεσά τους ένα μυστικό το οποίο είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε και η ίδια να κρατήσει για πολύ. Ο μικρός το ανακαλύπτει εντελώς τυχαία και είναι γι᾽ αυτόν ένα μικρό πολιτισμικό σοκ. Η πρώτη του σκέψη είναι να ξεμπροστιάσει την Τασία, απαριθμώντας μάλιστα μια λίστα με πιθανούς τρόπους εκδίκησης. Χαρακτηριστικό όλων αυτών των εκδοχών είναι ότι η αδελφή του καταλήγει ντροπιασμένη, με την πονηρή και άστοχη πράξη της να γίνεται βούκινο, προκαλώντας άλλοτε γέλια και κοροϊδία (αν το μάθουν οι φίλες της) και άλλοτε θυμό και τιμωρία (αν το μάθουν οι γονείς).

«Να το πω στους γονείς μου, για να τη μαλώσουν πολύ. Και μετά να βάλω και τα κλάματα (αφού έτσι κι αλλιώς με πείραξε πολύ αυτό που έκανε), για να τη μαλώσουν ακόμη περισσότερο.»

Ο χρόνος, ωστόσο, που μεσολαβεί μέχρι την ημέρα των γενεθλίων δίνει στον μικρό την ευκαιρία να σκεφτεί πιο καθαρά. Με τον τρόπο που τελικά αποφασίζει να χειριστεί την κατάσταση, αποκαθιστά την διπλή αδικία – απέναντι τόσο στον ίδιο όσο και, κυρίως, στον πατέρα του – ενώ παράλληλα δίνει στην αδελφή του ένα μάθημα ζωής σχετικά με την υπευθυνότητα και την ωριμότητα, προσφέροντάς της στη συνέχεια την ευκαιρία να ζητήσει συγνώμη, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους με τις λιγότερες δυνατές συναισθηματικές απώλειες για όλους.

Καλογραμμένο, τρυφερό, με λεπτό, καλόγουστο χιούμορ, το βιβλίο του Μάκη Τσίτα προσεγγίζει τις οικογενειακές σχέσεις με φυσικότητα, στήνοντας εικόνες οικείες και καθημερινές, φιλτραρισμένες ωστόσο μέσα από το πρίσμα του παρατηρητή που τοποθετεί τους ήρωές του σε γνώριμες καταστάσεις με σκοπό τη λύση των προβλημάτων που προκύπτουν μέσα από λογικές αποφάσεις και πράξεις.

Τόσο η Τασία όσο και ο αδελφός της ξεκινούν με ενθουσιασμό να μαζεύουν χρήματα με σκοπό την αγορά του δώρου για τον πατέρα τους. Ο εαυτός τους είναι εντελώς απέξω σε πρώτη φάση και ο εγωισμός δεν έχει θέση. Παίρνοντας όμως τα χρήματα στα χέρια της, η Τασία παρασύρεται από την παρόρμηση της στιγμής και αμέσως ο κοινός στόχος ξεμακραίνει, διαστρεβλώνεται, και είναι θέμα χρόνου μέχρι να πάψει να είναι κοινός. Και καθώς το ένα φέρνει το άλλο, η παρορμητική πράξη της την αναγκάζει να λέει το ένα ψέμα μετά το άλλο.

Ο αδελφός της, νευριασμένος αρχικά με την υποκρισία της, επιδεικνύει τελικά ανωτερότητα και ωριμότητα και την φέρνει αντιμέτωπη με την ατασθαλία της. Η Τασία βρίσκεται προ τετελεσμένων γεγονότων, με τον αδελφό της να έχει κατευθύνει με τέτοιο τρόπο τις εξελίξεις ώστε να την αναγκάσει να παραδεχτεί το λάθος της και να αναλάβει τις ευθύνες της. Και εννοείται φυσικά ότι αυτό είναι κάτι για το οποίο, σε βάθος χρόνου, θα τον ευγνωμονεί.

Η απλή αλλά τόσο ουσιαστική ιστορία εξελίσσεται με γρήγορο ρυθμό μέσα από σύντομα, απολαυστικά στιγμιότυπα που σκιαγραφούν τη σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια αλλά και τις ευρύτερες οικογενειακές τους σχέσεις μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο όλοι μας βρίσκουμε λίγο πολύ σημεία αναφοράς.

Ένα από τα πιο σημαντικά προσόντα του κειμένου είναι ότι είναι γραμμένο έτσι που να μπορεί πολύ άνετα να διαβαστεί από ένα παιδί, δίνοντάς του διακριτικά κατευθυντήριες γραμμές ώστε να εντοπίσει και να κατανοήσει τις βαθύτερες έννοιες που διαφαίνονται σε δεύτερο επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα είναι ανάλαφρο και ευχάριστο. Καθόλου τυχαία – αφού ο Μάκης Τσίτας έχει γράψει και βιβλία για ενήλικες, με πιο γνωστό το εξαιρετικό και πολύ επιτυχημένο «Μάρτυς μου ο Θεός», επομένως έχει μια ευρύτερη γνώση της αντίληψης του αναγνωστικού κοινού – η ώριμη και ανεπιτήδευτη παιδικότητα που χαρακτηρίζει το ύφος της γραφής κάνει το βιβλίο εξίσου διασκεδαστικό και για έναν ενήλικα. Πολύ όμορφη και ταιριαστά χιουμοριστική με το κείμενο, η πολύχρωμη εικονογράφηση του Νίκου Γιαννόπουλου αποτυπώνει τις σκηνές σε ζωντανές εικόνες, με έμφαση στα εκφραστικά πρόσωπα τα οποία με τις καθαρές γραμμές τους μεταδίδουν με αμεσότητα τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Απρίλιο του 2018
http://fractalart.gr/doro-genethlion/