14 October 2017

Το Φαινόμενο


Είναι εκείνη η ώρα της ημέρας που από απόγευμα πάει να γίνει βράδυ, τότε που ο ουρανός παίρνει αυτό το μουντό χρυσαφί χρώμα που μοιάζει και δε μοιάζει με χάραμα, και είναι σαν να μπλέκονται οι ώρες και να μην μπορεί να ξεχωρίσει η μέρα από τη νύχτα. Το ένα λεπτό λες ότι θα βραδιάσει, το άλλο σου φαίνεται ότι ξημερώνει. Τα φώτα του δρόμου αρχίζουν ν’ ανάβουν και το θαμπό τους φως παίρνει μια αλλόκοτη λάμψη, καθώς στην ουσία δε φωτίζει τίποτα, αφού δεν έχει σκοτεινιάσει καλά καλά ακόμα.

Η Έλσα πάντα αποκαλούσε αυτή την ώρα ‘το φαινόμενο’, επειδή δε μπορούσε να εξηγήσει γιατί συνέβαινε – και κυρίως γιατί δεν το παρατηρούσε κάθε μέρα. Αλλά το είχε εντοπίσει αρκετές φορές στη ζωή της ώστε να συνειδητοποιήσει την ύπαρξή του, αν και δεν είχε καταφέρει ακόμα να ανακαλύψει αν η εμφάνισή του ακολουθούσε κάποιες συγκεκριμένες συγκυρίες. Ωστόσο κάθε φορά που το αντιλαμβανόταν, είχε την αίσθηση ότι δεν ήταν τυχαίο, και ότι παράλληλα μ’ αυτό, κάτι άλλο συνέβαινε, κάτι που δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να γίνει αντιληπτό.

Το φαινόμενο είχε πάρα πολύ καιρό να συμβεί όταν ένα απόγευμα που η Έλσα έφευγε από το Πανεπιστήμιο, έτυχε να βρεθεί μόνη της στο τέρμα των λεωφορείων. Ή μάλλον, σχεδόν μόνη της, γιατί στην αριστερή άκρη του ανοιχτού δρόμου μπροστά από τη στάση, στεκόταν ένας άνθρωπος με γυρισμένη την πλάτη και κοιτούσε προφανώς κάπου απέναντί του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ακίνητος, λες και είχε κοκαλώσει στη θέση όπου στεκόταν, και το πάνω μέρος του σώματός του είχε μια ελαφριά κλίση προς τα δεξιά, λες και προσπαθούσε να διακρίνει, σε μεγάλη απόσταση, κάτι που δε βρισκόταν στην ευθεία των ματιών του. Η Έλσα παραξενεύτηκε βλέποντάς τον, ωστόσο πριν το μυαλό της προλάβει ν’ ασχοληθεί περισσότερο μαζί του, το βλέμμα της στράφηκε στον ουρανό.

Η ανεπαίσθητη ομίχλη και το κοκκινόχρυσο χρώμα της ατμόσφαιρας έδειχναν καθαρά πως συνέβαινε το φαινόμενο. Σαν προγραμματισμένα γι’ αυτό, τα φώτα του δρόμου άναψαν στη στιγμή, αλλά τα περισσότερα έσβησαν απότομα ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα. Έμεινε αναμμένο μόνο ένα ισχνό και καχεκτικό, ακριβώς πάνω από τον άνθρωπο που στεκόταν ακίνητος απέναντι από την Έλσα και που, παρεμπιπτόντως, δεν φαινόταν να συγκινείται καθόλου από το φαινόμενο. Κάτι που σήμαινε πως είτε το είχε δει πολλές φορές και δεν του έκανε πια εντύπωση, ή δεν είχε προσέξει ποτέ ότι συνέβαινε, ή ήξερε πού οφειλόταν η εμφάνισή του.

Η ώρα περνούσε και κανένα λεωφορείο δε φαινόταν από τη στροφή. Η Έλσα κοίταξε το ρολόι της, για να διαπιστώσει ότι οι δείκτες του κινούνταν με ασυνήθιστη ταχύτητα, ο ένας προς τα δεξιά κι ο άλλος προς τα αριστερά, και όταν έφταναν σ’ ένα σημείο όπου συναντιόνταν, σταματούσαν για πολύ λίγο και στη συνέχεια κινούνταν πάλι με τον ίδιο παράλογο τρόπο. Η Έλσα τράβηξε το κουρντιστήρι, αλλά οι δείκτες δεν φάνηκαν να επηρεάζονται καθόλου απ’ αυτό. Ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς της να επιταχύνονται, και κοίταξε με αγωνία προς τη στροφή, για να δει αν επιτέλους εμφανιζόταν κάποιο λεωφορείο.

Εξακολουθούσε όμως να επικρατεί η ίδια αφόρητη ησυχία, δεν ακουγόταν τίποτα απολύτως, ούτε καν οι ήχοι από την κοντινή λεωφόρο ή έστω μια φωνή, μια κόρνα, ένα γάβγισμα. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να νυχτώνει, αν και ακόμα το ελάχιστο φως της μέρας ήταν αρκετό ώστε να είναι ευδιάκριτα τα πάντα τριγύρω. Η Έλσα γύρισε από ένστικτο προς το μέρος του ανθρώπου που στεκόταν στην αριστερή πλευρά, νιώθοντας την ανάγκη να μην παραμείνει εντελώς μόνη. Άρχισε να περπατάει προς το μέρος του, συνειδητοποιώντας καθώς τον πλησίαζε ότι αυτός δεν είχε αλλάξει στάση. Κοντοστάθηκε μερικά βήματα πίσω του, ξερόβηξε σιγανά και είπε διστακτικά:

«Με συγχωρείτε… κύριε…»

Καθώς δεν πήρε απάντηση, κι ενώ ένα μέρος του μυαλού της τής έλεγε να γυρίσει πίσω, συνέχισε να περπατάει, ώσπου βρέθηκε να τη χωρίζει από τον άνθρωπο μόλις ένα βήμα. Άπλωσε το χέρι της, τον ακούμπησε στον ώμο – ίσα που τον ακούμπησε, και τότε το πάνω μέρος του σώματός του έγειρε λίγο ακόμα προς τα δεξιά, λες και το βάρος του χεριού της τού ήταν ασήκωτο. Η Έλσα τράβηξε το χέρι της τρομαγμένη κι έκανε ένα βήμα πίσω, καθώς ο άνθρωπος άρχισε να γυρίζει αργά προς το μέρος της.

Ήταν ντυμένος με ρούχα που κάποτε θα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, αλλά τώρα ήταν φθαρμένα σε πολλά σημεία και γεμάτα σκόνη και χώματα. Τα χέρια του ήταν τρομακτικά -  ζαρωμένα και γεμάτα ξεραμένες πληγές, με νύχια μακριά και μαυριδερά, αλλά αυτό που ήταν πραγματικά φρικτό ήταν το πρόσωπό του: λες και είχε φύγει η μισή σάρκα από πάνω του, ίσα που δε φαίνονταν τα κόκαλα του κρανίου του. Τα μάτια του ήταν άσπρα, σαν γυάλινα. Μερικές θλιβερές τρίχες πετάγονταν από το πάνω μέρος του κεφαλιού του, και από το στόμα του, που δεν έμοιαζε πια με στόμα αλλά ήταν λες και είχε κοπεί ένα κομμάτι από το πρόσωπό του και είχε μείνει ένα ακανόνιστο κενό σ’ εκείνο το σημείο, έβγαινε ένας ήχος σιγανός αλλά ανατριχιαστικός, σαν τη φωνή που μας ξεφεύγει όταν βλέπουμε βραχνά και προσπαθούμε να ξυπνήσουμε αλλά δεν μπορούμε. Ένας ήχος στριγγός, βραχνός και διαπεραστικός, χωρίς ωστόσο καμία έκφραση ή αίσθηση.

Η Έλσα έβγαλε μια κοφτή κραυγή χωρίς να το θέλει, έκανε μερικά βήματα πίσω, και αμέσως έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει προς τη στροφή. Πίσω της άκουγε βήματα – ήταν σίγουρη πως άκουγε βήματα, όμως πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος – αυτό το πλάσμα, μάλλον – να τρέχει, αφού δε μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Αυτή η λογική σκέψη επικράτησε μέσα στον πανικό της, και κοντοστάθηκε για να γυρίσει να κοιτάξει.

Και το είδε αυτό το πλάσμα να κατευθύνεται προς το μέρος της, μπορεί να μην έτρεχε, ωστόσο έσερνε γρήγορα τα σχεδόν μηχανικά του βήματα που το οδηγούσαν αλάνθαστα προς το μέρος της.

«Τι θα κάνω;» μουρμούρισε, «τι θα κάνω;»

Της ερχόταν να ξεσπάσει σε κλάματα, όμως ήξερε πως δεν ήταν λύση. Κι επιπλέον, θα τραβούσε ακόμα περισσότερο την προσοχή του πλάσματος, κάτι που φυσικά ήταν το τελευταίο που ήθελε εκείνη τη στιγμή. Άρχισε πάλι να τρέχει, πέρασε τη στροφή και συνέχισε στην κατηφόρα. Αυτός ο δρόμος που κάθε μέρα ήταν γεμάτος κόσμο και αυτοκίνητα, τώρα ήταν άδειος και μισοσκότεινος – γιατί στο μεταξύ είχε σχεδόν νυχτώσει. Κάθε μερικά βήματα, σταματούσε και κοίταζε πίσω της – άλλοτε διέκρινε το πλάσμα σε μια απόσταση, άλλοτε άκουγε τα βήματά του τόσο κοντά της, που λες και έτσι να άπλωνε το χέρι της, θα το ακουμπούσε. Σε κάποια στιγμή την πλησίασε τόσο πολύ, που ένιωσε το παγωμένο χέρι του στον ώμο της.

«Μα πού χάθηκαν όλοι;» ψιθύριζε λαχανιασμένη στον εαυτό της, «πού εξαφανίστηκαν όλοι;»

Τα σπίτια όλα ήταν σκοτεινά, άλλα με κλεισμένα τα ρολά και τα παντζούρια, και άλλα με σβηστά τα φώτα. Όσο έβλεπε το μάτι της, δε διέκρινε ούτε ένα φως, ούτε μια φιγούρα που θα μπορούσε να είναι ανθρώπινη. Σε λίγο δε μπορούσε να τρέξει περισσότερο – έπρεπε να πάρει μια ανάσα. Συνέχισε ωστόσο να περπατάει με γρήγορο ρυθμό, ώσπου σε κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι τα μόνα βήματα που ακούγονταν πια ήταν τα δικά της. Σταμάτησε και κοίταξε πίσω – ήταν βέβαια σκοτεινά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην διακρίνεται τίποτα. Αφουγκράστηκε την ησυχία, και όντως δεν ακουγόταν τίποτα απολύτως. Κοίταξε ωστόσο γύρω της πολλές φορές, γιατί αυτά τα πλάσματα δεν το έχουν σε τίποτα να πεταχτούν ξαφνικά από κει που δεν το περιμένεις. Δεν εμφανίστηκε όμως κανείς, ούτε ακούστηκε τίποτα που θα πρόδιδε κάποια ανεπιθύμητη παρουσία.

Και τότε, από το πουθενά, ένα φως άναψε σε κάποιο σπίτι. Μετά ένα άλλο. Άναψαν και τα περισσότερα φώτα του δρόμου, κι ακούστηκε από κάπου μακριά η μηχανή ενός αυτοκινήτου που ξεκινούσε. Οι δείκτες του ρολογιού της κινούνταν πάλι φυσιολογικά. Μπροστά στα πόδια της άστραψαν δύο μικροσκοπικά φωτάκια, σαν μικροί προβολείς, η κολώνα της ΔΕΗ πίσω της έριξε επιτέλους το φως της και τα φωτάκια πήραν το σχήμα ματιών πάνω στο κεφαλάκι μιας γάτας, η οποία νιαούρισε ερωτηματικά κοιτάζοντας την Έλσα.

Το πλάσμα είχε εξαφανιστεί. Λες και το είχε καταπιεί η γη. Ο δρόμος άρχισε να γεμίζει από περαστικούς, οι οποίοι περπατούσαν αμέριμνοι, χωρίς κανένα δείγμα στη συμπεριφορά τους ότι είχαν δει νωρίτερα το πλάσμα. Η Έλσα δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να το ψάξει το θέμα περισσότερο ή να το ξεχάσει. Δεν ήταν καν σίγουρη ότι όντως της είχε συμβεί και δεν το είχε φανταστεί. Άρχισε να περπατάει κανονικά, κοιτώντας στην αρχή με αγωνία πίσω της, αλλά βλέποντας ότι όλα ήταν ήρεμα και ότι το τοπίο γύρω της ήταν απόλυτα φυσιολογικό, άρχισε να ηρεμεί και να πείθει όλο και περισσότερο τον εαυτό της ότι όλα ήταν αποκύημα της φαντασίας της, λόγω της περίεργης αίσθησης που της δημιουργούσε εδώ και χρόνια το φαινόμενο, και επειδή ήταν η πρώτη φορά που είχε βρεθεί στο τέρμα των λεωφορείων εντελώς μόνη της τέτοια ώρα.

Έφτασε στον κεντρικό δρόμο και πήγε ως τη στάση για να πάρει ένα λεωφορείο που θα την κατέβαζε στο κέντρο. Το λεωφορείο ήρθε σε λίγα λεπτά, και η Έλσα μπήκε μέσα και πλησίασε τη μοναδική άδεια θέση, δίπλα σε μια κοπέλα που φαινόταν ελάχιστα μεγαλύτερή της, και ήταν απ’ αυτούς τους τύπους που σε περιεργάζονται απροκάλυπτα, σαν τα λαγωνικά.

Η Έλσα της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα, ελπίζοντας πως της έδινε έτσι να καταλάβει ότι είχε ενοχληθεί από την αδιακρισία της. Εκείνη ωστόσο δε φάνηκε να πτοείται και μόλις η Έλσα κάθισε δίπλα της, της είπε με μια επεικώς κακόηχη φωνή που ψεύδιζε ελαφρά:
«Από την Πανεπιστημιούπολη έρχεσαι;»
Η Έλσα έγνεψε ένα κοφτά ναι, και η άλλη άρχισε να χαχανίζει.
«Χε χε, τα ζόμπι!»
Η Έλσα ανατρίχιασε ακούγοντας αυτή τη λέξη και γύρισε και την κοίταξε έντρομη.
«Τα ζό – ζόμπι;» ρώτησε.
«Ναι, έτσι δε σας λένε εσάς; Επειδή είστε δίπλα στο νεκροταφείο.»
«Α, γι’ αυτό λες», είπε η Έλσα σχεδόν ψιθυριστά με μια ανάσα ανακούφισης. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το άκουγε αυτό, ήταν ένα ‘αστείο’ – μάλλον κακόγουστο της φαινόταν τώρα – που κυκλοφορούσε ανάμεσα στους φοιτητές, κυρίως των άλλων σχολών που δεν βρίσκονταν σε ανάλογη ‘προνομιακή’ θέση.
«Χε χε», συνέχισε η άλλη, ενώ εξακολουθούσε να κοιτάζει την Έλσα επίμονα. «Τι χώματα είναι αυτά που έχεις εκεί;»
Κι έδειξε με το σαγόνι της τον ώμο της Έλσας.

Τα χώματα… Το πλάσμα… Το πλάσμα ήταν γεμάτο χώματα… Την είχε ακουμπήσει στον ώμο. Όντως την είχε ακουμπήσει στον ώμο. Εκείνη τη στιγμή που την είχε πλησιάσει τόσο πολύ, όντως την είχε ακουμπήσει. Επομένως δεν ήταν όλα αυτά αποκύημα της φαντασίας της. Είχαν στ’ αλήθεια συμβεί. Και το πλάσμα δεν είχε εξαφανιστεί. Κάπου είχε κρυφτεί και παραφύλαγε. Παραφύλαγε μέχρι να εμφανιστεί πάλι το φαινόμενο. Γιατί ήταν ολοφάνερο ότι είχε έρθει μαζί με το φαινόμενο.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2017
http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/8067-to-fainomaeno

11 October 2017

Neil Gaiman: Ποτέ και Πουθενά

Ο Ρίτσαρντ στη Χώρα των Θαυμάτων

Υπάρχει μια πολύ διακριτική αναλογία (που, ωστόσο, γίνεται ιδιαίτερα έντονη μόλις την αντιληφθείς) ανάμεσα στο ‘Ποτέ και Πουθενά’ του Νιλ Γκέιμαν και την ‘Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων’: όπως η Αλίκη συναντάει το λευκό κουνέλι και το ακολουθεί για να μεταφερθεί σε έναν παράλληλο, φανταστικό κόσμο, έτσι και ο Ρίτσαρντ, ο ήρωας του Γκέιμαν, βρίσκει την Ντορ, μια μυστηριώδη τραυματισμένη κοπέλα, και την ακολουθεί σε μια παράλληλη πραγματικότητα, σε ένα Λονδίνο διαφορετικό, μια πόλη κάτω από την πόλη. Στη συνέχεια, τόσο η Αλίκη όσο και ο Ρίτσαρντ συναντούν μια σειρά από αλλόκοτους χαρακτήρες από τους οποίους άλλοι γίνονται σύμμαχοι και άλλοι εχθροί τους. Αυτή η κοινή συνισταμένη δεν είναι τυχαία. Όπως λέει ο ίδιος ο Γκέιμαν στην εισαγωγή του: «Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που θα ήταν για τους μεγάλους αυτό που ήταν για μένα τα βιβλία που είχα αγαπήσει παιδί, βιβλία σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων ή την Τριλογία της Νάρνια ή τον Μάγο του Οζ.»

Και ουσιαστικά αυτό είναι το ‘Ποτέ και Πουθενά’: ένα σύγχρονο ενήλικο παραμύθι που μεταφέρει το χώρο δράσης από τις κλασικές τοποθεσίες των παραμυθιών στη μοντέρνα μεγαλούπολη και μας οδηγεί σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου όλα όσα ξέραμε φαίνονται διαφορετικά. Το υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο του Λονδίνου, με τα δαιδαλώδη τούνελ, τις μυστηριώδεις στοές, τις εγκαταλελειμμένες αποβάθρες και τις γοητευτικές ονομασίες των σταθμών αποτελεί το ιδανικό σκηνικό μιας περιπέτειας που ισορροπεί ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, το πραγματικό και το μεταφυσικό. Ο Ρίτσαρντ Μέιχιου είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, ένας αρχικά μάλλον αφανής νεαρός, ο οποίος ωστόσο διαθέτει πολλή περισσότερη γοητεία απ’ όσο αντιλαμβάνεται (παρεμπιπτόντως, Ρίτσαρντ είναι και το δεύτερο όνομα του Γκέιμαν, ενώ όταν περιγράφει τον ήρωά του, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ σαν να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη). Ένα βροχερό βράδυ, προσφέρει την ομπρέλα του σε μια φτωχή ηλικιωμένη γυναίκα η οποία, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της, προσφέρεται να του πει τη μοίρα. «Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου […] δρόμο που αρχίζει με πόρτες», του λέει κρυπτικά, και η συνέχεια έρχεται να τη δικαιώσει.

Η Ντορ μπαίνει στη ζωή του με παράξενο τρόπο – τη βλέπει μισολιπόθυμη στην άκρη του δρόμου, χτυπημένη και γεμάτη αίματα. Παρά τις αντιρρήσεις της αρραβωνιαστικιάς του, θυσιάζει το επαγγελματικό δείπνο στο οποίο θα πήγαιναν μαζί, για να βοηθήσει το κορίτσι. Η Ντορ, που το εντελώς συμβολικό και διόλου τυχαίο όνομά της σημαίνει ‘πόρτα’, δεν είναι μια συνηθισμένη κοπέλα. Είναι η τελευταία απόγονος μιας αριστοκρατικής γενιάς με σπάνια χαρίσματα και προέρχεται κυριολεκτικά από έναν άλλο κόσμο, στον οποίο έχει τη δυνατότητα να μπαίνει και να βγαίνει, δημιουργώντας πόρτες σε κάθε λογής συμπαγείς επιφάνειες.

Ο κόσμος της Nτορ είναι το Κάτω Λονδίνο – είναι οι υπόγειες διαβάσεις, οι υπόνομοι και οι γραμμές του μετρό κάτω από τη γη. Εκεί ζει και δραστηριοποιείται μια ολόκληρη κοινωνία από παράξενους ανθρώπους και πλάσματα, που φέρουν περίεργες ιδιότητες και ασυνήθιστα ονόματα: οι Ποντικομίλητοι, η Σερπεντάιν (Οφιοειδής), το Σφουγγαρόπανο Χωρίς Όνομα, η Αναισθησία, η Χάντερ (Κυνηγός), και φυσικά ο επιβλητικός και ιδιόρρυθμος Μαρκήσιος ντε Καραμπάς (που παραπέμπει απευθείας στο παραμύθι του ‘Παπουτσωμένου Γάτου’) είναι λίγοι μόνο από αυτούς τους αξέχαστους χαρακτήρες. Παράλληλα, μέσα από το πρίσμα του Κάτω Λονδίνου, τα πάντα θεωρούνται από μια διαφορετική οπτική. Οι σταθμοί του μετρό, ας πούμε, αντικατοπτρίζουν αυτό που λέει το όνομά τους σε απόλυτη κυριολεξία – στη γέφυρα Μπλακφράιαρς (Μαύροι Καλόγεροι) υπάρχει όντως ένα μοναστήρι με μαύρους καλόγερους. Αυτή η κυριολεκτική απεικόνιση μεταφορικών εννοιών και εκφράσεων είναι ένα εύρημα που έχει τις απαρχές του στην αρχετυπική Αλίκη του Λιούις Κάρολ, και το συναντάμε και σε άλλα βιβλία του Γκέιμαν.

Από τη στιγμή που ο Ρίτσαρντ πηγαίνει στο Κάτω Λονδίνο, γίνεται πρακτικά αόρατος στον πάνω κόσμο. Αυτό που λέμε πολλές φορές ότι ‘μια εμπειρία με έκανε άλλο άνθρωπο’, στον Ρίτσαρντ συμβαίνει στην κυριολεξία. Το διαμέρισμά του δεν του ανήκει πια, στη δουλειά του δεν τον αναγνωρίζουν, η αρραβωνιαστικιά του τον βλέπει στο δρόμο και απλά της φαίνεται αμυδρά γνωστός. Μην έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάζεται να επιστρέψει στο υπόγειο Λονδίνο και σταδιακά, χωρίς κι εκείνος να το συνειδητοποιεί, αρχίζει να προσαρμόζεται στις πρωτόγνωρες γι’ αυτόν συνθήκες. Η αλλαγή του Ρίτσαρντ ξεκινά από μέσα, αλλά επεκτείνεται σε όλη την ύπαρξη και την προσωπικότητά του. Σιγά σιγά αρχίζει ν’ αποκτά ιδιότητες που ούτε καν τις φανταζόταν. Επιδεικνύει γενναιότητα, αντιμετωπίζει τους τρομακτικούς αιμοσταγείς δολοφόνους Κρουπ και Βάντεμαρ που καταδιώκουν λυσσαλέα τη Ντορ για να τη σκοτώσουν, παλεύει με το Θηρίο του Λονδίνου που στοιχειώνει τους υπονόμους της πόλης, αναπτύσσει το ένστικτό του και στο τέλος αποκτά κι εκείνος την ικανότητα να δημιουργεί και να ανοίγει πόρτες.

Το ‘Ποτέ και Πουθενά’ είναι ένα εξελικτικό μυθιστόρημα αστικής φαντασίας (Bildungsroman / urban fantasy), το οποίο ο Γκέιμαν έγραψε αρχικά σαν σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά του BBC. Καθώς πολλές από τις σκηνές του απορρίπτονταν, του ήρθε η ιδέα να γράψει το βιβλίο. Η τελική εκδοχή εκδόθηκε το 1996, ενώ ακολούθησαν κάποιες άλλες τα επόμενα χρόνια, ανάμεσα στις οποίες κι αυτή στην οποία βασίστηκε η πολύ καλή ελληνική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και που περιέχει διάφορα πρώτα σχεδιάσματα, καθώς και κομμάτια από την αμερικανική έκδοση. Περιλαμβάνει επίσης το διήγημα ‘Πώς ξαναπήρε ο μαρκήσιος το παλτό του’, ένα υπέροχο σκοτεινό παραμύθι με εξίσου ονειρική και αναπάντεχη ιστορία, με πρωταγωνιστή τον μαρκήσιο ντε Καραμπάς.

Η πρώτη μου επαφή με το ‘Ποτέ και Πουθενά’ ήταν πριν από μια δεκαπενταετία περίπου – τότε ο Γκέιμαν δεν ήταν τόσο δημοφιλής εδώ, και αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο από το πρωτότυπο, με κύριο έναυσμα τις αναφορές σε αυτό σε ένα βιντεοπαιχνίδι. Μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν το βιβλίο που καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντίληψή μου και, δικαιώνοντας το θέμα του και την υπέροχη αντι-ηρωίδα του, μού άνοιξε μία ‘πόρτα’ σε πολλά δημιουργικά μονοπάτια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι είναι ένα υπόδειγμα σύγχρονης γραφής, από τη μία με διαλόγους ολοζώντανους και με την απαραίτητη δόση χιούμορ όπου χρειάζεται, και από την άλλη με τη σύνθεση και περιγραφή υποβλητικών εικόνων, σκηνών αλλά και προσώπων. Τόσο από λογοτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, αγγίζει την τελειότητα.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Οκτώβριο του 2017
http://fractalart.gr/pote-kai-pouthena/