11 October 2017

Neil Gaiman: Ποτέ και Πουθενά

Ο Ρίτσαρντ στη Χώρα των Θαυμάτων

Υπάρχει μια πολύ διακριτική αναλογία (που, ωστόσο, γίνεται ιδιαίτερα έντονη μόλις την αντιληφθείς) ανάμεσα στο ‘Ποτέ και Πουθενά’ του Νιλ Γκέιμαν και την ‘Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων’: όπως η Αλίκη συναντάει το λευκό κουνέλι και το ακολουθεί για να μεταφερθεί σε έναν παράλληλο, φανταστικό κόσμο, έτσι και ο Ρίτσαρντ, ο ήρωας του Γκέιμαν, βρίσκει την Ντορ, μια μυστηριώδη τραυματισμένη κοπέλα, και την ακολουθεί σε μια παράλληλη πραγματικότητα, σε ένα Λονδίνο διαφορετικό, μια πόλη κάτω από την πόλη. Στη συνέχεια, τόσο η Αλίκη όσο και ο Ρίτσαρντ συναντούν μια σειρά από αλλόκοτους χαρακτήρες από τους οποίους άλλοι γίνονται σύμμαχοι και άλλοι εχθροί τους. Αυτή η κοινή συνισταμένη δεν είναι τυχαία. Όπως λέει ο ίδιος ο Γκέιμαν στην εισαγωγή του: «Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που θα ήταν για τους μεγάλους αυτό που ήταν για μένα τα βιβλία που είχα αγαπήσει παιδί, βιβλία σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων ή την Τριλογία της Νάρνια ή τον Μάγο του Οζ.»

Και ουσιαστικά αυτό είναι το ‘Ποτέ και Πουθενά’: ένα σύγχρονο ενήλικο παραμύθι που μεταφέρει το χώρο δράσης από τις κλασικές τοποθεσίες των παραμυθιών στη μοντέρνα μεγαλούπολη και μας οδηγεί σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου όλα όσα ξέραμε φαίνονται διαφορετικά. Το υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο του Λονδίνου, με τα δαιδαλώδη τούνελ, τις μυστηριώδεις στοές, τις εγκαταλελειμμένες αποβάθρες και τις γοητευτικές ονομασίες των σταθμών αποτελεί το ιδανικό σκηνικό μιας περιπέτειας που ισορροπεί ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, το πραγματικό και το μεταφυσικό. Ο Ρίτσαρντ Μέιχιου είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, ένας αρχικά μάλλον αφανής νεαρός, ο οποίος ωστόσο διαθέτει πολλή περισσότερη γοητεία απ’ όσο αντιλαμβάνεται (παρεμπιπτόντως, Ρίτσαρντ είναι και το δεύτερο όνομα του Γκέιμαν, ενώ όταν περιγράφει τον ήρωά του, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ σαν να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη). Ένα βροχερό βράδυ, προσφέρει την ομπρέλα του σε μια φτωχή ηλικιωμένη γυναίκα η οποία, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της, προσφέρεται να του πει τη μοίρα. «Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου […] δρόμο που αρχίζει με πόρτες», του λέει κρυπτικά, και η συνέχεια έρχεται να τη δικαιώσει.

Η Ντορ μπαίνει στη ζωή του με παράξενο τρόπο – τη βλέπει μισολιπόθυμη στην άκρη του δρόμου, χτυπημένη και γεμάτη αίματα. Παρά τις αντιρρήσεις της αρραβωνιαστικιάς του, θυσιάζει το επαγγελματικό δείπνο στο οποίο θα πήγαιναν μαζί, για να βοηθήσει το κορίτσι. Η Ντορ, που το εντελώς συμβολικό και διόλου τυχαίο όνομά της σημαίνει ‘πόρτα’, δεν είναι μια συνηθισμένη κοπέλα. Είναι η τελευταία απόγονος μιας αριστοκρατικής γενιάς με σπάνια χαρίσματα και προέρχεται κυριολεκτικά από έναν άλλο κόσμο, στον οποίο έχει τη δυνατότητα να μπαίνει και να βγαίνει, δημιουργώντας πόρτες σε κάθε λογής συμπαγείς επιφάνειες.

Ο κόσμος της Nτορ είναι το Κάτω Λονδίνο – είναι οι υπόγειες διαβάσεις, οι υπόνομοι και οι γραμμές του μετρό κάτω από τη γη. Εκεί ζει και δραστηριοποιείται μια ολόκληρη κοινωνία από παράξενους ανθρώπους και πλάσματα, που φέρουν περίεργες ιδιότητες και ασυνήθιστα ονόματα: οι Ποντικομίλητοι, η Σερπεντάιν (Οφιοειδής), το Σφουγγαρόπανο Χωρίς Όνομα, η Αναισθησία, η Χάντερ (Κυνηγός), και φυσικά ο επιβλητικός και ιδιόρρυθμος Μαρκήσιος ντε Καραμπάς (που παραπέμπει απευθείας στο παραμύθι του ‘Παπουτσωμένου Γάτου’) είναι λίγοι μόνο από αυτούς τους αξέχαστους χαρακτήρες. Παράλληλα, μέσα από το πρίσμα του Κάτω Λονδίνου, τα πάντα θεωρούνται από μια διαφορετική οπτική. Οι σταθμοί του μετρό, ας πούμε, αντικατοπτρίζουν αυτό που λέει το όνομά τους σε απόλυτη κυριολεξία – στη γέφυρα Μπλακφράιαρς (Μαύροι Καλόγεροι) υπάρχει όντως ένα μοναστήρι με μαύρους καλόγερους. Αυτή η κυριολεκτική απεικόνιση μεταφορικών εννοιών και εκφράσεων είναι ένα εύρημα που έχει τις απαρχές του στην αρχετυπική Αλίκη του Λιούις Κάρολ, και το συναντάμε και σε άλλα βιβλία του Γκέιμαν.

Από τη στιγμή που ο Ρίτσαρντ πηγαίνει στο Κάτω Λονδίνο, γίνεται πρακτικά αόρατος στον πάνω κόσμο. Αυτό που λέμε πολλές φορές ότι ‘μια εμπειρία με έκανε άλλο άνθρωπο’, στον Ρίτσαρντ συμβαίνει στην κυριολεξία. Το διαμέρισμά του δεν του ανήκει πια, στη δουλειά του δεν τον αναγνωρίζουν, η αρραβωνιαστικιά του τον βλέπει στο δρόμο και απλά της φαίνεται αμυδρά γνωστός. Μην έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάζεται να επιστρέψει στο υπόγειο Λονδίνο και σταδιακά, χωρίς κι εκείνος να το συνειδητοποιεί, αρχίζει να προσαρμόζεται στις πρωτόγνωρες γι’ αυτόν συνθήκες. Η αλλαγή του Ρίτσαρντ ξεκινά από μέσα, αλλά επεκτείνεται σε όλη την ύπαρξη και την προσωπικότητά του. Σιγά σιγά αρχίζει ν’ αποκτά ιδιότητες που ούτε καν τις φανταζόταν. Επιδεικνύει γενναιότητα, αντιμετωπίζει τους τρομακτικούς αιμοσταγείς δολοφόνους Κρουπ και Βάντεμαρ που καταδιώκουν λυσσαλέα τη Ντορ για να τη σκοτώσουν, παλεύει με το Θηρίο του Λονδίνου που στοιχειώνει τους υπονόμους της πόλης, αναπτύσσει το ένστικτό του και στο τέλος αποκτά κι εκείνος την ικανότητα να δημιουργεί και να ανοίγει πόρτες.

Το ‘Ποτέ και Πουθενά’ είναι ένα εξελικτικό μυθιστόρημα αστικής φαντασίας (Bildungsroman / urban fantasy), το οποίο ο Γκέιμαν έγραψε αρχικά σαν σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά του BBC. Καθώς πολλές από τις σκηνές του απορρίπτονταν, του ήρθε η ιδέα να γράψει το βιβλίο. Η τελική εκδοχή εκδόθηκε το 1996, ενώ ακολούθησαν κάποιες άλλες τα επόμενα χρόνια, ανάμεσα στις οποίες κι αυτή στην οποία βασίστηκε η πολύ καλή ελληνική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και που περιέχει διάφορα πρώτα σχεδιάσματα, καθώς και κομμάτια από την αμερικανική έκδοση. Περιλαμβάνει επίσης το διήγημα ‘Πώς ξαναπήρε ο μαρκήσιος το παλτό του’, ένα υπέροχο σκοτεινό παραμύθι με εξίσου ονειρική και αναπάντεχη ιστορία, με πρωταγωνιστή τον μαρκήσιο ντε Καραμπάς.

Η πρώτη μου επαφή με το ‘Ποτέ και Πουθενά’ ήταν πριν από μια δεκαπενταετία περίπου – τότε ο Γκέιμαν δεν ήταν τόσο δημοφιλής εδώ, και αναζήτησα και διάβασα το βιβλίο από το πρωτότυπο, με κύριο έναυσμα τις αναφορές σε αυτό σε ένα βιντεοπαιχνίδι. Μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν το βιβλίο που καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντίληψή μου και, δικαιώνοντας το θέμα του και την υπέροχη αντι-ηρωίδα του, μού άνοιξε μία ‘πόρτα’ σε πολλά δημιουργικά μονοπάτια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι είναι ένα υπόδειγμα σύγχρονης γραφής, από τη μία με διαλόγους ολοζώντανους και με την απαραίτητη δόση χιούμορ όπου χρειάζεται, και από την άλλη με τη σύνθεση και περιγραφή υποβλητικών εικόνων, σκηνών αλλά και προσώπων. Τόσο από λογοτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, αγγίζει την τελειότητα.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Οκτώβριο του 2017
http://fractalart.gr/pote-kai-pouthena/


22 September 2017

E. M. Forster: Ένα Δωμάτιο Με Θέα

Ένα από τα ωραιότερα και αρτιότερα μυθιστορήματα της αγγλικής λογοτεχνίας, το  ‘Ένα Δωμάτιο Με Θέα’ του Ε. Μ. Φόρστερ δεν αποτέλεσε τυχαία τη βάση για την ομώνυμη και εξίσου υπέροχη ταινία του Τζέιμς Άιβορι. Εξαιρετικός τεχνίτης της γλώσσας και με ιδιαίτερη ικανότητα στη δημιουργία και εμβάθυνση χαρακτήρων, ο Φόρστερ είναι πάντα εύστοχος στους σχολιασμούς του - και οι περιγραφές του, αν και λιτές χωρίς περιττολογίες, είναι ολοζώντανες, γλαφυρές και δημιουργούν εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη αρμονικά, με εσωτερικό ρυθμό που διατηρείται ακέραιος από την αρχή ως το τέλος.

Ο Ε. Μ. Φόρστερ εξέδωσε το ‘Ένα Δωμάτιο Με Θέα’ το 1908. Αν και ήταν το τρίτο του μυθιστόρημα – είχαν προηγηθεί το ‘Where Angels Fear To Tread’ (Εκεί Όπου Οι Άγγελοι Φοβούνται Να Διαβούν’) και το ‘The Longest Journey’ (Το Πιο Μακρύ Ταξίδι) – μια πρώτη μορφή είχε ήδη γράψει από το 1901, με τον τίτλο ‘Λούσι’. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, με ιδιαίτερη έμφαση ωστόσο στην κριτική του κοινωνικού περίγυρου, κάτι που εντοπίζουμε σε όλα τα έργα του Φόρστερ. Ηρωίδα είναι η Λούσι Χάνιτσερτς, μια νεαρή Αγγλίδα που πηγαίνει διακοπές στη Φλωρεντία, συνοδευόμενη από την ξαδέρφη της Σάρλοτ. Αν και μεγαλωμένη σε μια σχετικά αντισυμβατική οικογένεια, αποτελούμενη από τη μητέρα της, τον μικρότερο αδερφό της και την ίδια (ο πατέρας έχει πεθάνει), μέσα στην οποία έχει μια κάποια ελευθερία, δεν μπορεί ούτε κι εκείνη να ξεφύγει εύκολα από τις συμβάσεις, τα στερεότυπα και τις τυπικότητες της αγγλικής κοινωνίας. Είναι ένα ‘φορτίο’ που κουβαλάει διαρκώς μαζί της, ανεξάρτητα από τη θέλησή της και τις προσωπικές της επιθυμίες. Αυτό το ‘φορτίο’ συμβολίζει αλληγορικά η Σάρλοτ, γεροντοκόρη και γεμάτη παραξενιές, η οποία έχει πάρει τόσο σοβαρά το ρόλο της ως κηδεμόνας της Λούσι ώστε τις περισσότερες φορές να ξεπερνάει τα όρια της προσωπικής ελευθερίας και επιλογής.

Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο εντελώς διαφορετικό κλίμα και περιβάλλον της ιταλικής επαρχίας, με τους αυθόρμητους και εκδηλωτικούς ντόπιους, η Λούσι ξετρυπώνει μια χαραμάδα ελευθερίας. Το δωμάτιο της ιταλικής πανσιόν, με την καθηλωτική θέα του στον Άρνο, αποτελεί το σημείο εκκίνησης της αντίστροφης μέτρησης για την απελευθέρωση της Λούσι από τους αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες. Η γνωριμία της με τον συμπατριώτη της Τζορτζ Έμερσον, ο οποίος βρίσκεται επίσης στην ίδια πανσιόν μαζί με τον πατέρα του, θα πυροδοτήσει την ερωτική αφύπνισή της, αν και θα χρειαστεί να περάσει ένα διάστημα μέχρι να το παραδεχτεί στον εαυτό της.

Το πρώτο και ιδιαίτερα σοκαριστικό βήμα προς την απελευθέρωσή της συμβαίνει όταν γίνεται μάρτυρας μιας άγριας και αιματηρής συμπλοκής στην πλατεία της Φλωρεντίας. Η ησυχία και η ηρεμία του υπέροχου τοπίου διαταράσσονται ανεπανόρθωτα, το ίδιο και η εσωτερική γαλήνη της Λούσι – ή μάλλον η εσωτερική γαλήνη που νόμιζε πως είχε. Εκείνη την ώρα της «μη πραγματικότητας», της ώρας «όπου ανοίκεια πράγματα γίνονται πραγματικά», η Λούσι βιώνει το πρώτο ξύπνημα, την πρώτη ουσιαστική επιφοίτηση, την καθοριστική εκείνη εμπειρία που της ανοίγει το δρόμο για την ενηλικίωση. Από κει και πέρα, τα γεγονότα είναι συνταρακτικά για τη Λούσι, είναι λες και όλα όσα συμβαίνουν την κατευθύνουν σ’ αυτόν τον προορισμό, κλείνοντας πίσω της όλες τις πόρτες που θα μπορούσαν να την γυρίσουν πίσω.

Όπως και σε ένα ακόμα αξέχαστο μυθιστόρημα του Φόρστερ, το ‘A Passage To India’ (Πέρασμα Στην Ινδία), έτσι και εδώ μια εκδρομή θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων αλλά και στην ταχύτητα της αλλαγής των πρωταγωνιστών. Η παρέα των Άγγλων τουριστών αποφασίζει μια μέρα να επισκεφθεί την πανέμορφη εξοχή, και φυσικά τίποτα δε θα είναι το ίδιο από κει και πέρα. Η ιταλική φύση με την οργιαστική, καταπράσινη βλάστηση και τον φωτεινό ήλιο έχει επιστρατευτεί σαν καταλυτικός παράγοντας και σε ένα άλλο βιβλίο του Φόρστερ, το ‘Where Angels Fear To Tread’ (‘Εκεί όπου οι άγγελοι φοβούνται να διαβούν’). Εκεί ωστόσο η ηρωίδα του, η Λίλια, γοητεύεται από έναν νεαρό ντόπιο και αποφασίζει να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή της και να μείνει μαζί του. Σε αντίθεση με τη Λίλια, η Λούσι στο ‘Ένα Δωμάτιο Με Θέα’ ελκύεται από τον συμπατριώτη της Τζορτζ, ο οποίος, όπως θα φανεί στη συνέχεια, είναι λόγω ιδιοσυγκρασίας και χαρακτήρα αυθόρμητος και μποέμ και όχι επειδή παρασύρθηκε περιστασιακά από την μεσογειακή ραθυμία. Παράλληλα η Λούσι, η οποία εξαιτίας της ανατροφής της δεν εξωτερικεύει εύκολα τα συναισθήματά της, βιώνει μία εσωτερική μεταστροφή την οποία δεν προδίδει με τη συμπεριφορά της. Η δική της αλλαγή και απελευθέρωση είναι περισσότερο εγκεφαλική και έχει να κάνει κυρίως με τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα και πολύ λιγότερο με το πώς αντιδρά. Συνακόλουθα, οι αντιδράσεις της είναι άμεση απόρροια της αλλαγής στον τρόπο σκέψης της, κάτι που γενικά αποφεύγει να συζητήσει, επιλέγοντας επιπλέον να θολώνει τα νερά, κρύβοντας την αλήθεια μέχρι να καταλήξει στην τελική της απόφαση.

Η επιστροφή στην Αγγλία δεν είναι εύκολη για κανέναν, πόσω μάλλον για τη Λούσι, που είναι αρραβωνιασμένη με τον λιμοκοντόρο Σέσιλ Βάις, και, εκτός των άλλων, είναι αναγκασμένη να ανέχεται την υποκρισία και την προσποίηση του δικού του κοινωνικού κύκλου. Για τη Λούσι, που προφανώς πάντα ήταν βαθιά μέσα της ένα ελεύθερο πνεύμα καταπιεσμένο από την ανατροφή της και τις συμβάσεις του περιγύρου, το ταξίδι στην Ιταλία ήταν σαν ξύπνημα από μια πνευματική και συναισθηματική χειμερία νάρκη – κάτι που, από τη στιγμή που το βίωσε, της ήταν αδύνατο να αποδεχτεί την προκαθορισμένη από την κοινωνία μοίρα της. Στο μεταξύ, ο Τζορτζ επανεμφανίζεται – και όχι μόνο αυτό, αλλά γίνεται και γείτονάς της. Ο ‘πειρασμός’ δεν την αφήνει στιγμή να ξεχαστεί και να συγκεντρωθεί, όχι τόσο επειδή είναι ερωτευμένη με τον Τζορτζ και δεν θέλει τον Σέσιλ, αλλά κυρίως επειδή η παρουσία του Τζορτζ της υπενθυμίζει ότι βαδίζει προς τη συναισθηματική ωρίμανση και οφείλει στον εαυτό της να πάρει μια καθοριστική απόφαση για το μέλλον της και, κατά συνέπεια, να πάρει επιτέλους τη ζωή της στα χέρια της.

Ένα άλλο βασικό θέμα που αναλύεται με διακριτικότητα στο βιβλίο είναι οι σχέσεις γονιών – παιδιών: μέσα από τη σχέση της Λούσι και του αδερφού της με τη μητέρα τους, του Τζορτζ με τον πατέρα του, του Σέσιλ με τη δική του μητέρα. Οι διαφορές που εντοπίζονται σ’ αυτές τις σχέσεις έχουν να κάνουν με την κοινωνική θέση που αντιπροσωπεύει ο καθένας από τους ήρωες και με το κατά πόσο αφήνεται να επηρεαστεί από τις συμβάσεις και τους άγραφους κοινωνικούς κανόνες. Κατά συνέπεια, οι πράξεις και η συμπεριφορά των παιδιών αντικατοπτρίζουν τη σχέση τους με τους γονείς τους, και αναπόφευκτα το αν και πόση ειλικρίνεια χαρακτηρίζει την κάθε μία από αυτές.

Η συμπάθεια με την οποία ο Φόρστερ βλέπει τους ήρωές του είναι προφανής σε όλα του τα έργα, και το ‘Ένα Δωμάτιο Με Θέα’ δεν αποτελεί εξαίρεση. Η Λούσι είναι αξιολάτρευτη, το ίδιο και ο Τζορτζ. Ακόμα και οι εν δυνάμει αντιπαθείς χαρακτήρες, όπως η Σάρλοτ ή ο Σέσιλ, καταλήγουν συμπαθείς γιατί μπορεί κανείς να διακρίνει, χάρις στην ευαισθησία και την οξυδέρκεια του Φόρστερ, τα βαθύτερα κίνητρα και τις επιρροές που τους οδηγούν σε συγκεκριμένες προβληματικές συμπεριφορές.

Εκεί ωστόσο που ο Φόρστερ είναι ανελέητος, αλλά πάντα με το γάντι, είναι όταν σχολιάζει, άμεσα ή έμμεσα, τους ξιπασμένους μεγαλοαστούς. Έχοντας ζήσει από μέσα τη μεσαία τάξη και τις σχέσεις της με τα συναφή κοινωνικά στρώματα, και όντας ο ίδιος υπέρμαχος της ελεύθερης έκφρασης και της αποδοχής των προσωπικών επιλογών, είχε πάντα πολλά να πει για την υποκρισία που έβλεπε γύρω του. Ο μικρόκοσμος αυτών των κοινωνικών τάξεων όπως αποτυπωνόταν μέσα από τη ζωή τους στα προάστια είναι συχνά αγαπημένο θέμα του Φόρστερ. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα έργα του υπάρχει τουλάχιστον ένας εκπρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης που συμβολίζει όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό: η μητέρα του Σέσιλ στο ‘Ένα Δωμάτιο Με Θέα’ θυμίζει την κυρία Ντέραμ από τον μεταγενέστερο ‘Maurice’ (Μόρις): και οι δύο θεωρούν πως η κοινωνική τους θέση είναι αρκετή για να τις καταστήσει άτομα αξιοσέβαστα και ότι τους δίνει το δικαίωμα να κρίνουν όσους θεωρούν κατώτερούς τους. Η μεγαλοαστή κυρία Ντέραμ, βέβαια, αν και θεωρούσε τον Μόρις φύσει και θέσει κατώτερο κοινωνικά, γιατί ανήκε στη μεσαία αστική τάξη, απέφευγε να εκφράσει ανοιχτά την άποψή της γιατί ο Μόρις ήταν συμφοιτητής του γιου της και επομένως στο ίδιο μορφωτικό επίπεδο μ’ αυτόν. Η κυρία Βάιζ στο ‘Ένα Δωμάτιο Με Θέα’ στοχεύει άμεσα τη Λούσι με την κριτική της και ενώ τη συμπαθεί σε γενικές γραμμές, και μετράει στα θετικά της μέλλουσας νύφης της τα καλλιτεχνικά της ταλέντα, θεωρεί πως χρειάζεται εκπαίδευση για να μπει στα μεγάλα σαλόνια και να γίνει αντάξια σύζυγος για το γιο της. Πράγμα που σημαίνει ότι αν η Λούσι επέλεγε να υποταχθεί στη μοίρα της καταπνίγοντας την σαρωτική αλλαγή που βίωνε μέσα της, θα ήταν διπλά χαμένη και ταπεινωμένη: από τη μια θα γινόταν μεν αποδεκτή στους κύκλους της μεγαλοαστικής τάξης χωρίς ωστόσο να θεωρηθεί ποτέ αξιόλογο μέλος της, και από την άλλη θα έχανε τη μοναδική της ευκαιρία να ζήσει ευτυχισμένη δίπλα στον Τζορτζ.

Ο Φόρστερ, βέβαια, που συνήθιζε να γράφει ανεπίσημους επιλόγους για τα μυθιστορήματά του, τους οποίους για διάφορους λόγους δεν συμπεριελάμβανε στις τελικές εκδόσεις (το έχει κάνει και στον ‘Μόρις’), σε έναν τέτοιο επίλογο για το ‘Ένα Δωμάτιο με Θέα’ επιφύλασσε κάπως άσχημα νέα για τη Λούσι: ο Τζορτζ πηγαίνει στον πόλεμο και κάνει τα γλυκά μάτια στις νοσοκόμες, ξεχνώντας για λίγο την αγαπημένη του. Έτσι απομυθοποιείται κάπως ακόμα και η φαινομενικά ιδανική αγάπη, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα: οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι, έχουν αδυναμίες και είναι επιρρεπείς στο στραβοπάτημα και τη λάθος επιλογή. Και φυσικά είναι ίδιοι σε όλες τις εποχές, κάτι που τα διαχρονικά μυθιστορήματα του Φόρστερ περιγράφουν και αναλύουν με τόση ευστοχία και συνέπεια, που είναι σα να μην μας χωρίζει απ’ αυτά πάνω από ένας αιώνας.

Στην όμορφη έκδοση από το Μεταίχμιο, η πολύ καλή μετάφραση είναι της Ιωάννας Καρατζαφέρη, ενώ τον κατατοπιστικό πρόλογο υπογράφει η Κατερίνα Σχινά.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Σεπτέμβριο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/7879-ena-dwmatio-me-thea