24 March 2017

Γιώτα Λιβάνη: Πάνω από όλα φαντασία


Eίναι άραγε εύκολο για ένα παιδί να κατανοήσει τη διαδικασία σύλληψης και συγγραφής μιας απλής ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος; Το πρωτότυπο και χαριτωμένο βιβλίο της Γιώτας Λιβάνη «Πάνω από όλα φαντασία» επιχειρεί με απλό και εύληπτο τρόπο να εξοικειώσει τις μικρές ηλικιακά αναγνωστικές ομάδες μ’ αυτό το ουσιαστικά περίπλοκο και πολυδιάστατο πεδίο.

Αν και το τελικό αποτέλεσμα της έμπνευσης ενός συγγραφέα μπορεί να είναι ιδιαίτερα συνεκτικό και ευρύ, ο βασικός καμβάς πάνω στον οποίο αναπτύσσει τις ιδέες του αποτελείται από πολύ συγκεκριμένα στοιχεία: μία ιδέα (ή και περισσότερες, κατά περίπτωση), επιλεγμένοι ήρωες που μπορούν να την εξυπηρετήσουν στην όποια εξέλιξή της, και μια γερή δόση φαντασίας – ειδικά όταν μιλάμε για ιστορίες που απευθύνονται σε παιδιά, η φαντασία είναι συστατικό ζωτικής σημασίας, ανεξάρτητα από το πόσο ρεαλιστικό ή μη είναι το θέμα που πραγματευόμαστε.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, γι’ αυτό και η αρχή της ιστορίας μας πρέπει να είναι δυνατή, συναρπαστική και να κινεί αμέσως το ενδιαφέρον. Να θέλει ο αναγνώστης να διαβάσει τη συνέχεια, να έχει περιέργεια για την εξέλιξή της. Δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην παράμετρο της φαντασίας, γιατί αυτή είναι που αποτελεί το πλέον σημαντικό συστατικό της δημιουργικότητας. «Η πρωτογενής φαντασία», είχε πει ο S.T. Coleridge, «είναι η ζωτική δύναμη και ο πρωταρχικός φορέας της συνολικής αντίληψης του ανθρώπινου μυαλού». Ξεκινώντας λοιπόν από κει, αφήνοντας το μυαλό να ταξιδέψει ελεύθερο και κάνοντας συσχετισμούς και συνδυασμούς ιδεών, προσώπων και καταστάσεων, γεννιέται σιγά σιγά η κάθε φανταστική ιστορία και ζωντανεύει τόσο μέσα από τις λέξεις που την αφηγούνται, όσο και μέσα από τις εικόνες που, τυχόν, τη συνοδεύουν.

Η επιλογή του ήρωά μας είναι εξίσου σημαντική, καθώς αυτός είναι που θα σηκώσει στους ώμους του το βάρος της ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα θα είναι κι αυτός που θα την προχωρά και θα την εξελίσσει μέσα από τις πράξεις και τις αποφάσεις του, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό και δεν εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες. Ο τόπος και ο χρόνος δράσης έχουν το δικό τους ρόλο, καθώς επίσης και μία ή περισσότερες ανατροπές οι οποίες, σε καίρια στιγμή, θα επανακεντρίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ίσως δώσουν και μια νέα διάσταση στα γεγονότα που περιγράφονται.

Και φυσικά το τέλος, εξίσου σημαντικό με την αρχή, είναι ένα δομικό στοιχείο που μπορεί να απογειώσει το θέμα μας – γι’ αυτό και η σύνθεση και η παρουσίασή του πρέπει να γίνονται με υπολογισμό όλων των παραμέτρων της ιστορίας μας.

Το βιβλίο της Γιώτας Λιβάνη είναι γραμμένο έτσι ώστε να διευκολύνει τους πολύ μικρούς αναγνώστες να μπουν στο κλίμα της δημιουργικής διαδικασίας, παίρνοντας ερεθίσματα από το απλό, καθημερινό τους περιβάλλον: μέχρι και ένα συνηθισμένο αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει τη βάση και την έμπνευση για μια απίθανη ιστορία, φτάνει να επιστρατεύσει κανείς τη φαντασία του και να μην προσπαθήσει να την περιορίσει. Ο/η εικονογράφος, που υπογράφει με τα αρχικά Ρ.Κ., χρησιμοποιεί έναν έξυπνο συνδυασμό ασπρόμαυρων και έγχρωμων εικόνων για να τονίσει τη δύναμη της φαντασίας και τις άπειρες δυνατότητες και προοπτικές που προσφέρει.

Εννοείται φυσικά ότι η ουσιαστική εξοικείωση για το παιδί έρχεται με την συστηματική πρακτική ενασχόληση, είτε πρόκειται για ακρόαση (αν το παιδί είναι μικρό, οπότε κάποιος άλλος του διαβάζει βιβλία), είτε για άμεση αναγνωστική διαδικασία, είτε για την προσωπική δημιουργική απασχόλησή του - ωστόσο εδώ δίνονται κάποιες σημαντικές πρώτες βάσεις για να έρθει σε επαφή με το όλο θέμα και να κατανοήσει αυτά τα απλά αλλά τόσο θεμελιώδη στοιχεία. Εξάλλου ακόμα και η πιο περίπλοκη διαδικασία, αν απογυμνωθεί από τα επιπρόσθετα χαρακτηριστικά της, για βάση της πάντα έχει έναν απλό σκελετό – οι μακροσκελείς μαθηματικές εξισώσεις βασίζονται στις τέσσερις απλές πράξεις, ακόμα και τα πιο περίτεχνα μουσικά κομμάτια έχουν για σημείο εκκίνησης τις εφτά νότες του πενταγράμμου. Κατανοώντας το αυτό κανείς, φτάνοντας στο σημείο να κατέχει αυτή τη γνώση, είναι στη συνέχεια σε θέση να αναπτύξει τα βασικά στοιχεία με όποιον τρόπο τον εκφράζει καλύτερα.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2017
http://diastixo.gr/kritikes/paidika/6693-pano-apo-ola-fantasia

12 March 2017

Ευγένιος Τριβιζάς: Τσιμπιτσούξ και Τσιμπινέλα

Η ευφάνταστη, πρωτότυπη και τόσο ξεχωριστή πένα του Ευγένιου Τριβιζά μας χαρίζει αυτή τη φορά ένα πανέξυπνο, πολύχρωμο παραμύθι με θέμα την διαφορετικότητα και την κοινωνική αποδοχή, δοσμένο ανάλαφρα, με τη γνωστή περιγραφική δεινότητα και το υψηλού επιπέδου χιούμορ του πολυγραφότατου και αγαπημένου συγγραφέα. 

Ο μικρός σκαντζόχοιρος Τσιμπιτσούξ περιπλανιέται σ’ ένα πολύχρωμο δάσος που μοιάζει να έχει βγει από κάποιο όνειρο, αναζητώντας μια «θεραπεία» για την μεγάλη λύπη που νιώθει. Αυτό που πρέπει να κάνει, του έχει πει ο σοφός παπαγάλος Πιρπιρίνος Πλουμ Πλουμ Παπαρδελίνος, είναι να βρει κάποιον να τον πάρει αγκαλιά και να του δώσει ένα, δύο, τρία, τέσσερα φιλιά. Μ’ άλλα λόγια, η λύση στο πρόβλημά του είναι να βρει ένα πλάσμα που θα μπορέσει να τον αγαπήσει απεριόριστα, διώχνοντας μακριά την ανασφάλεια και τη θλίψη του. Ο Τσιμπιτσούξ αρχίζει την αναζήτηση μέσα στο δάσος, κι ενώ αυτό που ψάχνει είναι τόσο απλό, θα δυσκολευτεί ιδιαίτερα να το βρει.

Η «εκφοβιστική» εμφάνισή του κρατάει μακριά τα υπόλοιπα πλάσματα που είναι μεν πρόθυμα να του μιλήσουν, αλλά δεν είναι διατεθειμένα να τον πλησιάσουν περισσότερο, από φόβο μήπως τραυματιστούν από τα αγκάθια του. Για τον σκαντζόχοιρο, τα αγκάθια είναι ένα δεδομένο, κάτι που δεν χρειάζεται να επεξηγήσει, αφού έχει γεννηθεί μ’ αυτά για να μπορεί να αμύνεται. Αυτή η σημαντική πληροφορία δεν απασχολεί τους υπόλοιπους – κανείς δεν αναζητά την αιτία αυτής της σωματικής - γενετικής λεπτομέρειας, αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μην κινδυνεύσουν. Από τη στιγμή που κάτι δεν τους αφορά άμεσα, παύει να τους απασχολεί. Κι αν αυτό φέρνει στο μυαλό λιγότερο ή περισσότερο την κοινωνία των ανθρώπων, είναι πέρα για πέρα γνωστό ότι τα παραμύθια, τόσο τα κλασικά όσο και τα σύγχρονα, τόσο τα παραδοσιακά όσο και τα μοντέρνα, πάντα περνάνε μηνύματα πολύ πιο ουσιαστικά και βαθιά, πέρα και κάτω από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης που αφορά το πεδίο της φαντασίας.

Μέσα στο ονειρικό αυτό περιβάλλον, ο μικρός σκαντζόχοιρος μοιάζει με ξένο σώμα, μόνο και μόνο εξαιτίας της αγκαθωτής του ράχης. Ακόμα και η Νέλλη, το άσπρο κουνέλι, είναι φίλη με τη Μαλιμπού την αλεπού, παρ’ όλο που τυπικά αυτά τα δύο ζώα δε μπορούν να συνυπάρξουν – ωστόσο είναι πολύ πιο εύκολο να πλησιάσουμε και να συναναστραφούμε κάποιον που θεωρητικά θα μπορούσαμε να τον φοβόμαστε αλλά εμφανισιακά δεν έχει κάτι αποτρεπτικό, παρά κάποιον που είναι ακίνδυνος αλλά, κατά κάποιον τρόπο, τον «αδικεί» η εμφάνισή του – τον εντάσσει, ας πούμε, σε μια κατηγορία που αυτόματα τον καθιστά επικίνδυνο και τον καταδικάζει στην κοινωνική απομόνωση.

Αναπάντεχα, το πλάσμα που τελικά θα χαρίσει απλόχερα την αγάπη του στον Τσιμπιτσούξ δεν ανήκει στο δικό του είδος, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Κάποιοι θα θυμούνται το καρτούν του Tex Avery «Little ‘Tinker» όπου ο ήρωας, ένας καλόκαρδος ασβός, περιφερόταν μόνος καθώς όλοι τον απέφευγαν εξαιτίας της φυσικής δυσάρεστης μυρωδιάς του. Κι εκεί που είχε απογοητευτεί, βρήκε έναν άλλο ασβό, θηλυκό, και μαζί βρήκε και την αγάπη. Αν όμως ο ήρωας του Avery περιορίστηκε στο δικό του κοινωνικό χώρο, ο μικρός σκαντζόχοιρος του Τριβιζά γίνεται ο καλύτερος και πιο αγαπημένος φίλος ενός καθ’ όλα ανθρώπινου πλάσματος, ενός κοριτσιού. Η Τσιμπινέλα, μια κοπέλα που ζει στο χωριό των Φακίρηδων, δεν ξενίζεται από τα αγκάθια του Τσιμπιτσούξ γιατί και ή ίδια είναι συνηθισμένη να περιβάλλεται από αιχμηρά αντικείμενα και φυτά – κάκτους, τσουκνίδες, τριανταφυλλιές με τα αγκάθια τους – ενώ και το φόρεμά της είναι φτιαγμένο από πευκοβελόνες, καθώς και το βραχιόλι της από πινέζες. Κατά συνέπεια, ο Τσιμπιτσούξ δεν της φαίνεται επικίνδυνος ή απωθητικός, αλλά συμπαθητικός και αξιολάτρευτος, αυτό δηλαδή που πραγματικά είναι. Η εξοικείωση φέρνει την συμπάθεια και η συμπάθεια οδηγεί στη φιλία. Από τη στιγμή που η Τσιμπινέλα παίρνει τον Τσιμπιτσούξ υπό την προστασία της και γίνονται αχώριστοι φίλοι, ο μικρός σκαντζόχοιρος βρίσκεται στο στοιχείο του: ονειρεύεται ελεύθερα ξιφίες, κοιμάται σε κρεβάτι από μοσχοκάρφια, μ’ άλλα λόγια είναι ο εαυτός του, ο μοναδικός, αυθεντικός εαυτός του. 

Υπάρχει χώρος για όλους, μας λέει αυτή η σουρεαλιστικά όμορφη ιστορία, φτάνει κανείς να έχει τα μάτια, το μυαλό και την καρδιά του ανοιχτά για να καταφέρει να τον βρει. Γιατί πολλές φορές τα πράγματα δεν γίνονται όπως τα περιμένουμε, και τα καλά μπορεί να έρθουν από κει που υποψιαζόμαστε λιγότερο.

Το κείμενο ρέει, τρυφερό και συνάμα απολαυστικό και διασκεδαστικό, διανθισμένο με έξυπνα λογοπαίγνια. Άλλωστε είναι γνωστή η μαεστρία του Ευγένιου Τριβιζά με τον λόγο και η ικανότητά του να συνδυάζει το ρεαλισμό με την παραμυθική φαντασία. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι και η σημειολογία των ονομάτων (για παράδειγμα, ο σκαντζόχοιρος λέγεται Τσιμπιτσούξ – αν σε τσιμπήσει με τα αγκάθια του, το τσίμπημα θα τσούξει, η Νέλλη - το κουνέλι κάνει ρίμα, όπως και η Μαλιμπού - η αλεπού) καθώς και η επιστράτευση των ζώων που τόσο συχνά συναντάμε στα παραμύθια – ο λαγός, η αρκούδα, ο σκίουρος, η αλεπού – σε συνάρτηση και με άλλα, όχι τόσο διαδεδομένα – θα λέγαμε και εξωτικά, σε σχέση με το σύμπαν των παραμυθιών, όπως ο ρινόκερος ή η λιμπελούλα. 

Ενώ το παραμυθικό στοιχείο υπάρχει διάχυτο, τα μηνύματα της ιστορίας, που προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες, είναι πάντα σαφή και ξεκάθαρα. Οι λιτές, χαριτωμένες και γεμάτες τρυφερότητα και χρώμα εικόνες της Λίζας Ηλιού ζωντανεύουν με τον καλύτερο τρόπο τη φαντασιακή – εικονοπλαστική πλευρά, με την έντονη παρουσίασή τους να δένει στέρεα και αρμονικά με την αφήγηση από την αρχή μέχρι το τέλος.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Μάρτιο του 2017