20 January 2016

Jack London: Το Κάλεσμα Της Άγριας Φύσης

Σε μια από τις χαρακτηριστικές και πιο υποβλητικές σκηνές της ιστορίας του Μπακ, ο ήρωας του Τζακ Λόντον ακούει το αρχέγονο κάλεσμα της φύσης του και έχει ν’ αντιμετωπίσει το μεγάλο δίλημμα, να ανταποκριθεί σ’ αυτό ή να παραμείνει κοντά στον άνθρωπο που είχε στο μεταξύ μάθει ν’ αγαπά και να του είναι απόλυτα πιστός. Αν και τετράποδος, ο Μπακ δεν διαφέρει και πολύ από τους ανθρώπους, ωστόσο εκείνος, λειτουργώντας κυρίως με το ένστικτο, είναι πολύ περισσότερο προετοιμασμένος να τα βάλει με την άγρια φύση και να προσπαθήσει να της επιβληθεί.

Το Κάλεσμα της άγριας φύσης είναι μια ιστορία επιβίωσης, όχι ωστόσο με την πιο συνηθισμένη και αναμενόμενη έννοια του όρου. Τη βλέπουμε και παρακολουθούμε την εξέλιξή της μέσα από τα μάτια του Μπακ, ενός πανέξυπνου σκύλου, διασταύρωση ποιμενικού με Αγίου Βερνάρδου, ο οποίος από την ασφάλεια και τη ζεστασιά της φάρμας στην οποία ζούσε, βρέθηκε αναπάντεχα να βιώνει στο πετσί του τις άγριες και απίστευτα σκληρές και απαιτητικές συνθήκες στο κυνήγι της αναζήτησης χρυσού.

Έχοντας ο ίδιος προσωπική εμπειρία από τον πυρετό του χρυσού στο Κλοντάικ, ο Τζακ Λόντον αφηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες του ήρωά του, τον οποίο φυσικά ελάχιστα ενδιαφέρει ο χρυσός αυτός καθαυτόν – για τον Μπακ πρόκειται απλώς για ένα «κίτρινο μέταλλο». Πρωταρχικό του μέλημα είναι να επιβιώσει στις πρωτόγνωρες γι’ αυτόν συνθήκες και έχοντας αυτή την έγνοια πάντα κατά νου, να προσπαθήσει παράλληλα να επιβληθεί στα υπόλοιπα σκυλιά της ομάδας, με στόχο την κατάληψη της θέσης του αρχηγού, μια θέση που έρχεται σε άμεση συνάρτηση με την επιβίωσή του.

Αν και ο Μπακ κυριαρχεί στην ιστορία και είναι η κινητήρια δύναμή της, ωστόσο ο Λόντον καταθέτει πολύ διακριτικά αλλά εξαιρετικά εύστοχα, μέσα από την καθαρή δράση, κάποιες κρίσεις σχετικά με τη μανία της χρυσοθηρίας που είχε κυριεύσει την Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν ήταν όλοι οι ιδιοκτήτες του Μπακ υποψιασμένοι για το τι επρόκειτο να συναντήσουν ξεκινώντας το μακρύ τους ταξίδι προς αναζήτηση χρυσού. Μπορεί κάποιοι να ήταν σκληραγωγημένοι, είτε από τη φύση τους, είτε λόγω δουλειάς, είτε λόγω της προσωπικής τους εμπειρίας, και να ήταν σε θέση να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες, υπήρχαν ωστόσο και κάποιοι που νόμιζαν ότι έφευγαν για ταξίδι αναψυχής, κι εκτός του ότι κουβαλούσαν μαζί τους το μισό τους σπίτι, θεωρούσαν επιπλέον ότι η διαδρομή θα ήταν σπαρμένη με ρόδα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όχι μόνο έκαναν τη δική τους ζωή δύσκολη και κάποιες φορές είχαν τραγική κατάληξη εξαιτίας της άγνοιάς τους και της άρνησης να δουν την πραγματικότητα, αλλά δεν είχαν και ιδέα πώς να φερθούν στα σκυλιά που αγόραζαν για να σέρνουν τα έλκηθρα, με συνέπεια κι εκείνα, με τη σειρά τους, να είναι αδύνατον να συνεργαστούν και να επιβιώσουν.

Σε μια τέτοια συγκυρία, ο Μπακ αλλάζει ιδιοκτήτη και βρίσκεται στην υπηρεσία του υπέροχου Τζον Θόρντον, με τον οποίο δένεται σχεδόν αμέσως και είναι έτοιμος να τον υπερασπιστεί κυριολεκτικά με νύχια και με δόντια από το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε. Δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η εξέλιξη του Μπακ, αν είχε πέσει από την αρχή στα χέρια του Τζον Θόρντον. Οι πρώτοι του ιδιοκτήτες ήταν σκληροί και άτεγκτοι, ίσως όχι χωρίς καθόλου ψήγματα καλοσύνης, αλλά καθώς η εύρεση χρυσού ήταν η μία και απόλυτη προτεραιότητά τους, ελάχιστα τους ένοιαζε για τα σκυλιά, κι ας τα είχαν ανάγκη για την επίτευξη του σκοπού τους. Τα συντηρούσαν και τα φρόντιζαν τόσο όσο ήταν απαραίτητο για να είναι σε θέση να εργαστούν και να ανταποκριθούν στις αντίξοες συνθήκες. Από κει και πέρα, δεν είχαν κανένα συναισθηματικό δέσιμο μαζί τους και δεν δίσταζαν να τα κακομεταχειριστούν.

Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, κι ενώ είχε σχεδόν ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του στη φάρμα, ο Μπακ άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει και να αποζητά μέσα του να κυριαρχήσει ο λύκος. Δεν ήταν μόνο η άμεση επαφή με τη φύση που το προκάλεσε αυτό, ήταν και η σκληρή αντιμετώπιση των ανθρώπων. Κι εκείνοι, ωστόσο, όπως και ο Μπακ, μέσα στις πρωτόγονες, άγριες συνθήκες έβγαζαν τον επιθετικό και αμείλικτο εαυτό τους. Μόλις βρίσκεται στην υπηρεσία του Τζον Θόρντον, του καλού και δίκαιου αφέντη του που μοιάζει να είναι η δική του ανθρώπινη εκδοχή, ο Μπακ δείχνει όλα τα καλά στοιχεία του χαρακτήρα του και αρχίζει μέρα με τη μέρα να θέλει, χωρίς να ξέρει τον τρόπο, να συμφιλιωθεί με την άγρια φύση του.

Όταν στο προσκήνιο μπαίνει ο Θόρντον και ο Μπακ τον ακολουθεί στα δικά του μονοπάτια για την εύρεση χρυσού, αλλάζει και ο ρυθμός της ιστορίας. Ελαχιστοποιούνται οι διάλογοι και κυριαρχούν οι υποβλητικές περιγραφές των φυσικών τοπίων. Ο Μπακ συναντάει τον λύκο κι έρχεται πρώτη φορά αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο με το αρχέγονο στοιχείο. Αντιλαμβάνεται ότι ανήκει εκεί, αλλά η πίστη και η αγάπη που νιώθει για τον αφέντη του δεν του επιτρέπει να τον εγκαταλείψει. Αρχίζει ωστόσο να εξερευνά και να καλλιεργεί το άγριο ένστικτό του, γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να το αρνηθεί, ότι είναι κατά κάποιον τρόπο μοιραίο και καθοριστικό για την ύπαρξη και τη ζωή του, αν και δεν ξέρει αν είναι ακόμα έτοιμος να το ακολουθήσει. Θα το κάνει ωστόσο, αναπόφευκτα, όταν ένα αναπάντεχο γεγονός θα του στερήσει τον αγαπημένο του φίλο.

Αν και γραμμένη στις αρχές του 20ού αιώνα και δομημένη πάνω σε περιορισμένα ιστορικά περιστατικά, σε πολύ συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, η νουβέλα του Λόντον διατηρεί ακέραιη τη διαχρονικότητά της, καθώς μέσα από την πλοκή πραγματεύεται θέματα, καταστάσεις και συναισθήματα που αφορούν όλο τον κόσμο, πέρα από εποχές και χρονικά όρια. Μπορεί οι άνθρωποι να μην ψάχνουν πια για χρυσό στα χιόνια, ωστόσο η απληστία εξακολουθεί να είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και μπορεί ο Μπακ να είναι απλώς ένας σκύλος, ωστόσο τα στοιχεία του χαρακτήρα του που τον κάνουν τόσο ξεχωριστό, εύκολα τα συναντάει κανείς και στους ανθρώπους, με τη διαφορά ότι η δική μας υποτιθέμενη λογική μάς κάνει να μην αντιλαμβανόμαστε –ή να αντιλαμβανόμαστε με λάθος τρόπο– το κάλεσμα της δικής μας άγριας φύσης.

Καλή, στρωτή η μετάφραση της Σοφίας Γρηγορίου και ατμοσφαιρικές, σύγχρονες οι εικόνες του Γιώργου Δημητρίου.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2016
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/4715-kalesma-agrias-fisis

2 July 2015

Θεοδώρα Τζίτα: Όσα Ξέρουν Οι Χαμένοι

Μια μικρή γεύση μόνο της ερμηνευτικής ικανότητας και του ταλέντου της Θεοδώρας Τζίτα μπορούμε να πάρουμε από το mini cd «Όσα ξέρουν οι χαμένοι», ωστόσο καταφέρνει στα πέντε κομμάτια του να αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις με την ευαισθησία, την ευελιξία και την αμεσότητα της φωνής της. Έχοντας ήδη αρκετή εμπειρία στον χώρο, με αξιόλογες συνεργασίες στο ενεργητικό της, παρουσιάζει τώρα την πρώτη της δισκογραφική εμφάνιση, σε μουσική του Τάκη Σούκα και σε στίχους Δημήτρη Λέντζου, Μάκη Τσίτα, Κώστα Μπαλαχούτη και Γιώργου Μίτσιγκα.

Το άλμπουμ κινείται γενικά σε λαϊκούς δρόμους, με ρυθμούς και μελωδίες που παραπέμπουν στο κλασικό ρεμπέτικο και το καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι. Παρ’ όλα αυτά, είναι εύστοχη η ένταξη και κομματιών με διαφορετικό ύφος, καθώς δίνουν τη δυνατότητα στην καλλιτέχνιδα να αναδείξει μια ακόμα ξεχωριστή πτυχή της φωνής της.

Το ομώνυμο τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ είναι ένα δυνατό ζεϊμπέκικο με έντονο λαϊκό στοιχείο και φιλοσοφημένους στίχους. Οι λαϊκοί ρυθμοί, εξάλλου, στην πρωτογενή και αγνή τους μορφή, είναι το κατεξοχήν υπόβαθρο για την έκφραση συναισθημάτων πέρα και έξω από κάθε τι τετριμμένο και καθημερινό. Η στιβαρότητα του ζεϊμπέκικου δένει απόλυτα με την δωρική, επιβλητική ερμηνεία της Θεοδώρας Τζίτα και βάζει γρήγορα τον ακροατή μέσα στο κλίμα και το πνεύμα της θεματολογίας του άλμπουμ.

Στη συνέχεια το «Όταν θα φύγω ένα πρωί» κινείται στην ίδια ατμόσφαιρα με το προηγούμενο, αλλά ενώ υπάρχει στο τραγούδι αυτό ο λαϊκός απόηχος που το συνδέει με τα υπόλοιπα, φλερτάρει περισσότερο με το λεγόμενο έντεχνο και τονίζει ορισμένα στοιχεία στη φωνή της Θεοδώρας Τζίτα που δείχνουν ότι θα είχε ενδιαφέρον να την ακούσουμε και σε κομμάτια μπλουζ ή τζαζ. Άλλωστε η μουσική αυτή έχει πολλά κοινά στοιχεία με το ελληνικό ρεμπέτικο, ιδίως με τα γνήσια, αυθεντικά μπλουζ. Το τραγούδι αυτό είναι αργό, με μια διάχυτη μελαγχολία, που εκφράζεται πιο έντονα χάρη στην ευαίσθητη ερμηνεία, με τα δυνατά αλλά ταυτόχρονα και εύθραυστα γυρίσματα της φωνής.

Το τρίτο κομμάτι, «Άιντε εβίβα», είναι ένα ακόμα ζεϊμπέκικο, αλλά σε γρήγορο ρυθμό, την ίδια στιγμή μελαγχολικό και ανεβαστικό. Δεν είναι αντιφατικά αυτά τα δύο στοιχεία, πολλές φορές στη μουσική κομμάτια που, τεχνικά, διαθέτουν περισσότερα δραματικά στοιχεία λόγω του κυρίαρχου μινόρε τόνου τους, είναι στο βάθος και στην ουσία τους λυτρωτικά, ενώ άλλα, σε χαρούμενο τόνο, είναι στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο τραγικά απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Ακολουθεί το «Της Ανατολής παλάτια», ένα καθαρόαιμο τσιφτετέλι, με ατμόσφαιρα και συναίσθημα Ανατολής, που δικαιώνει τον τίτλο του απ’ όλες τις απόψεις. Η λιτή ενορχήστρωση αφήνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη φωνή η οποία γίνεται ένα μουσικό όργανο από μόνη της και κυριαρχεί. Εννοώ μ’ αυτό ότι αναλαμβάνει να τραγουδήσει τη μελωδία χωρίς να συνοδεύεται από κάποιο όργανο που να κάνει το ίδιο, με αποτέλεσμα η μουσικότητα της φωνής να έχει τον πρώτο λόγο, βάζοντας ουσιαστικά τον ακροατή μέσα στο κομμάτι. Αυτό ισχύει και για τα προηγούμενα κομμάτια, αλλά γίνεται πιο εμφανές εδώ, γιατί ενώ το κομμάτι αυτό έχει τόσο έντονο ρυθμό, σε συνδυασμό με τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση και την επιβλητική, απέριττη ερμηνεία, το αποτέλεσμα είναι υποβλητικό και ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό.

Το προτελευταίο κομμάτι με τίτλο «Ξεμυαλισμένος ουρανός» είναι ένα παιχνιδιάρικο ορχηστικό που συνδυάζει το λαϊκό ηχόχρωμα με μοντέρνα στοιχεία στην ενορχήστρωση.

Στο τραγούδι που κλείνει το άλμπουμ, «Βροχή τα παράπονα», η απόλυτη έλλειψη οργάνων δίνει την ευκαιρία στη φωνή της ερμηνεύτριας να αναδειχτεί ακόμα περισσότερο, υπογραμμίζοντας την έμφυτη μελωδικότητα, την αμεσότητα και την αρμονία της, εύθραυστη αλλά παράλληλα αγέρωχη και δυναμική.

Το cd κυκλοφορεί από το diastixo.gr, με καλαίσθητο artwork και συνοδεύεται από κατατοπιστικό βιβλιαράκι με τους στίχους όλων των τραγουδιών και φωτογραφίες.


Δημοσιεύτηκε στο έντυπο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣτ. 56, Απρίλιος-Ιούνιος 2015