21 September 2023

Λάδι από Σκύλο (Ambrose Bierce)

Ονομάζομαι Μπόφερ Μπινγκς. Οι γονείς μου ήταν τίμιοι άνθρωποι, ταπεινής καταγωγής, καθώς ο πατέρας μου ήταν παραγωγός λαδιού από σκύλους και η μητέρα μου διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο κάτω από τη μύτη της εκκλησίας του χωριού όπου ξεπάστρευε τα ανεπιθύμητα μωρά. Στα παιδικά μου χρόνια, εκπαιδεύτηκα και για τις δύο δραστηριότητες: όχι μόνο βοηθούσα τον πατέρα μου να προμηθεύεται σκυλιά για τα καζάνια του, αλλά συχνά πυκνά με αγγάρευε και η μητέρα μου για να ξεφορτώνομαι τα απομεινάρια της δουλειάς της στο εργαστήριο. Κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων, πολλές φορές χρειαζόταν να επιστρατεύσω όλη την εφευρετικότητα και την εξυπνάδα μου, γιατί η τοπική αστυνομία δεν έβλεπε με καλό μάτι την δραστηριότητα της μητέρας μου. Όχι πως της έκαναν και καμιά τρομερή αντιπολίτευση, ούτε και είχε πάρει το θέμα πολιτικές διαστάσεις, απλά αυτό συνέβαινε. Εννοείται πως η παραγωγή λαδιού από σκύλους του πατέρα μου ήταν πιο αποδεκτή, αν και οι ιδιοκτήτες των σκυλιών που εξαφανίζονταν καμιά φορά τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία, κάτι που, ως έναν βαθμό, είχε αντίκτυπο και σε μένα. Ο πατέρας μου είχε μυστικούς συνεργάτες του όλους τους γιατρούς της πόλης, οι οποίοι σπάνια έδιναν συνταγές που δεν περιείχαν αυτό που τους άρεσε να ονομάζουν συνθηματικά «Λα. Σκ.» Πρόκειται στ’ αλήθεια για το πιο πολύτιμο φάρμακο που έχει ανακαλυφθεί ποτέ. Ωστόσο οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται να κάνουν προσωπικές θυσίες για τους βασανισμένους, και ήταν λογικό ότι πολλά από τα πιο καλοθρεμμένα σκυλιά της πόλης δεν τα άφηναν να παίζουν μαζί μου – κάτι που πλήγωνε τα νεανικά μου αισθήματα και κάποια στιγμή με έκανε μέχρι και να θέλω να τα παρατήσω όλα και να γίνω πειρατής.

Κοιτώντας πίσω, δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι τύψεις για εκείνες τις μέρες, καθώς, οδηγώντας έμμεσα τους αγαπημένους μου γονείς στον θάνατο, υπέγραψα και μια σειρά από κακοτυχίες που επηρέασαν βαθιά το μέλλον μου.

Ένα απόγευμα, καθώς περνούσα από το ελαιουργείο του πατέρα μου κουβαλώντας το πτώμα ενός έκθετου μωρού από το εργαστήριο της μητέρας μου, πήρε το μάτι μου έναν αστυνομικό ο οποίος παρακολουθούσε τις κινήσεις μου. Από πολύ μικρός είχα μάθει ότι όπως κι αν φαίνονται οι πράξεις ενός αστυνομικού, το κίνητρό τους πάντα είναι σκοτεινό, κι έτσι τον απέφυγα τρυπώνοντας στο ελαιουργείο από μια πλαϊνή πόρτα που έτυχε να είναι μισάνοιχτη. Την κλείδωσα αμέσως κι έμεινα μόνος με το πτωματάκι μου. Ο πατέρας μου είχε αποσυρθεί για να κοιμηθεί. Το μοναδικό φως εκεί μέσα ερχόταν από τον κλίβανο, μια πλούσια, βαθυκόκκινη λάμψη κάτω από ένα καζάνι που έριχνε διαβολικές αντανακλάσεις πάνω στους τοίχους. Μέσα στο καζάνι, το λάδι κόχλαζε ακόμα νωχελικά, σπρώχνοντας πού και πού στην επιφάνεια ένα κομμάτι από σκύλο. Έτσι όπως καθόμουν και περίμενα να απομακρυνθεί ο αστυνομικός, κράτησα το γυμνό κορμάκι του μωρού στην αγκαλιά μου και χάιδεψα τα κοντούλικα, μεταξένια μαλλάκια του. Τι όμορφο που ήταν! Αν και ήμουν πολύ μικρός ακόμα, αγαπούσα πολύ τα παιδιά, και καθώς τώρα κοιτούσα αυτό το αγγελάκι, σχεδόν ευχόμουν βαθιά μέσα στην καρδιά μου να μην ήταν τελικά μοιραίο το μικρό, κόκκινο σημάδι – έργο της καλής μου μητέρας – πάνω στο στέρνο του.

Συνήθως έριχνα τα μωρά στο ποτάμι, το οποίο η φύση μάς είχε σοφά χαρίσει για τον σκοπό αυτό, όμως εκείνο το βράδυ δεν τολμούσα να βγω από το ελαιουργείο, επειδή φοβόμουν μην πέσω πάνω στον αστυνομικό. «Στο κάτω κάτω της γραφής», είπα μέσα μου, «δεν θα κάνει και μεγάλη διαφορά αν το ρίξω στο καζάνι. Ο πατέρας μου δεν θα μπορέσει να καταλάβει ότι τα κοκαλάκια δεν θα ανήκουν σε κουτάβι, και οι λιγοστοί θάνατοι που μπορεί να προκύψουν από τη λήψη ενός λαδιού διαφορετικού από το ασύγκριτο Λα. Σκ. δεν θα έχουν και πολλή σημασία για έναν πληθυσμό που αυξάνεται τόσο ραγδαία.» Για να μην τα πολυλογώ, έκανα το πρώτο βήμα μου στο έγκλημα και προκάλεσα στον εαυτό μου ανείπωτη θλίψη ρίχνοντας το μωρό στο καζάνι.

Την επόμενη μέρα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο πατέρας μου πληροφόρησε εμένα και τη μητέρα μου, τρίβοντας τα χέρια του με ικανοποίηση, ότι είχε πετύχει την καλύτερη ποιότητα λαδιού που είχε υπάρξει ποτέ. Ότι έτσι είχαν αποφανθεί οι γιατροί στους οποίους είχε δείξει το σχετικό δείγμα. Πρόσθεσε ότι δεν είχε ιδέα πώς προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα, αφού είχε μεταχειριστεί τα σκυλιά με τη συνηθισμένη μέθοδο, και μάλιστα δεν ανήκαν και σε καμιά σπουδαία ράτσα. Θεώρησα τότε σωστό να του εξηγήσω τι είχε γίνει – όπως και έκανα, αν και, κρίνοντας από τις συνέπειες, καλύτερα να δάγκωνα τη γλώσσα μου. Σεκλετισμένοι με την άγνοιά τους σχετικά με το πόσο κέρδος θα είχαν αν συνδύαζαν τις επιχειρήσεις τους, οι γονείς μου βάλθηκαν ευθύς αμέσως να διορθώσουν αυτό το λάθος. Η μητέρα μου μετέφερε το εργαστήριό της σε μια πτέρυγα του εργοστασίου, ενώ διεκόπησαν και τα καθήκοντα που μου είχαν ανατεθεί. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να ξεφορτώνομαι τα πτώματα των ανεπιθύμητων μικρών, ούτε και να δελεάζω τα σκυλιά οδηγώντας τα στον χαμό τους, αφού ο πατέρας μου δεν τα χρειαζόταν πια, αν και το λάδι εξακολουθούσε τιμητικά να φέρει το όνομά τους. Βρέθηκα λοιπόν ξαφνικά να βαριέμαι τη ζωή μου, και θα ήταν πολύ λογικό να επιδοθώ στη βία και την ακολασία, αλλά στάθηκα στο ύψος μου. Η θρησκευτική επιρροή της μητέρας μου με προστάτευε πάντα από τους πειρασμούς που ταλανίζουν τα νιάτα και ο πατέρας μου ήταν διάκονος στην εκκλησία. Αλίμονο, εξαιτίας μου αυτοί οι αξιότιμοι άνθρωποι είχαν ένα τόσο άδοξο τέλος.

Βλέποντας πως η δουλειά της πλέον απέφερε διπλά κέρδη, η μητέρα μου αφοσιώθηκε στην δραστηριότητά της με επιπλέον ζήλο. Δεν ξεφορτωνόταν μόνο τα ανεπιθύμητα και άχρηστα μωρά που της ανέθεταν, αλλά άρχισε να αλωνίζει στις δρόμους και τα σοκάκια, μαζεύοντας και μεγαλύτερα παιδιά, αλλά ακόμα και μερικούς ενήλικες που κατάφερνε να παρασύρει στο ελαιουργείο. Ο πατέρας μου, πάλι, ερωτευμένος με την υψηλή ποιότητα του λαδιού που παρήγαγε, εφοδίαζε τα καζάνια του με επιμέλεια και προσήλωση. Κοντολογίς, η μετατροπή των γειτόνων τους σε σκυλόλαδο έγινε το πάθος της ζωής τους – μια ολοκληρωτική απληστία κατέλαβε τις ψυχές τους, παραμερίζοντας την ελπίδα τους για μια θέση στον Παράδεισο – ένα πάθος το οποίο τους ενέπνεε κιόλας.

Είχαν γίνει πια τόσο ρηξικέλευθοι που εξαιτίας τους οργανώθηκε δημόσια συζήτηση και πάρθηκαν ιδιαίτερα αυστηρές αποφάσεις εις βάρος τους. Ο πρόεδρος μάλιστα άφησε να εννοηθεί ότι έτσι και εξακολουθούσαν τις επιθέσεις στον πληθυσμό, δεν θα τους αντιμετώπιζαν πια πολιτισμένα. Οι καημένοι οι γονείς μου έφυγαν από τη συγκέντρωση με ραγισμένη καρδιά, μέσα στην απελπισία και όχι ακριβώς στα καλά τους, απ’ ό,τι κατάλαβα. Σε κάθε περίπτωση, θεώρησα συνετό να μην μπω μαζί τους στο ελαιουργείο εκείνο το βράδυ, αλλά να κοιμηθώ έξω, σ’ έναν στάβλο.

Κατά τα μεσάνυχτα, μια μυστηριώδης παρόρμηση μ’ έκανε να πεταχτώ απ’ τον ύπνο μου και να κρυφοκοιτάξω απ’ το παράθυρο πέρα στο δωμάτιο με τον κλίβανο, εκεί όπου ήξερα ότι ο πατέρας μου είχε πέσει να κοιμηθεί. Οι φωτιές έκαιγαν ζωηρά, λες και ήταν αναμενόμενο ότι η σοδειά της επόμενης μέρας θα ήταν πλούσια. Ένα από τα μεγάλα καζάνια σιγόβραζε με μια μυστηριώδη αίσθηση αυτοσυγκράτησης, σαν να περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δώσει όλη του την κρυμμένη ενέργεια. Ο πατέρας μου δεν ήταν στο κρεβάτι του – είχε σηκωθεί με τη νυχτικιά και ετοίμαζε μια θηλιά από ένα στιβαρό κορδόνι. Κρίνοντας από τα βλέμματα που έριχνε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας της μητέρας μου, καταλάβαινα πολύ καλά τί είχε κατά νου. Τόσο πολύ με είχε παραλύσει ο τρόμος που δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω ούτε να κουνηθώ, πόσο μάλλον να ειδοποιήσω κάποιον ή να προλάβω κάτι. Ξαφνικά η πόρτα του δωματίου της μητέρας μου άνοιξε αθόρυβα, και οι δυο τους βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον, φανερά ξαφνιασμένοι. Η κυρά φόραγε κι εκείνη τη νυχτικιά της, και κρατούσε στο δεξί της χέρι το εργαλείο της δουλειάς της, ένα μακρουλό στιλέτο με στενή λεπίδα.

Ούτε εκείνη μπορούσε να δεχτεί τη χασούρα που της είχαν προκαλέσει η εχθρική αντιμετώπιση των πολιτών και η δική μου εξαφάνιση. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν με φλογισμένα μάτια και μετά όρμησαν ο ένας πάνω στον άλλον με απερίγραπτη μανία. Άρχισαν να φέρνουν γύρα το δωμάτιο, ο άντρας να βλαστημάει, η γυναίκα να τσιρίζει, και κατά διαστήματα πάλευαν σαν δαιμονισμένοι πασχίζοντας εκείνη να τον καρφώσει με το στιλέτο, εκείνος να τη στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια. Ούτε που ξέρω για πόση ώρα είχα την ατυχία να παρακολουθώ αυτή την δυσάρεστη στιγμή οικογενειακής δυστυχίας, αλλά επιτέλους ύστερα από μια πάλη ακόμα πιο παθιασμένη, οι δύο αντίπαλοι απομακρύνθηκαν απότομα ο ένας από τον άλλον.

Το στέρνο του πατέρα μου και το όπλο της μητέρας μου είχαν σημάδια αμοιβαίας επαφής. Αντάλλαξαν ένα ακόμα πιο δολοφονικό βλέμμα και στη συνέχεια ο καημένος ο πατέρας μου, χτυπημένος και νιώθοντας το χέρι του θανάτου πάνω του, έκανε έναν πήδο αδιαφορώντας για την αντίσταση, άρπαξε τη μητέρα μου από τα μπράτσα, την έσυρε ως το μεγάλο καζάνι, και συγκεντρώνοντας όση ενέργεια του είχε απομείνει, πήδησε μέσα μαζί της! Μέσα σε μια στιγμή είχαν εξαφανιστεί και οι δύο, προσθέτοντας το λάδι τους σ’ αυτό της επιτροπής των πολιτών που την προηγούμενη μέρα τους είχε προσκαλέσει στη δημόσια συζήτηση.

Πεπεισμένος ότι αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα με απέκλεισαν από όλους τους δρόμους που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν σε μια έντιμη καριέρα στην πόλη μου, έφυγα για την φημισμένη μεγαλούπολη του Οταμγουί, όπου και καταγράφω τώρα τις αναμνήσεις μου με μια καρδιά γεμάτη τύψεις για μια απερίσκεπτη πράξη που προξένησε μια τόσο ζοφερή εμπορική καταστροφή.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Σεπτέμβριο του 2023

https://www.fractalart.gr/metafrasi-ambrose-bierce/

9 July 2023

Ο Λαχανάνθρωπος (Luigi Ugolini)


Την παρακάτω ιστορία μου την αφηγήθηκε ο πράσινος άνθρωπος:

«Είναι πολύ φυσικό, κύριε, να ξαφνιάζεστε από το χρώμα του προσώπου μου. Αυτό το χρώμα είναι η αιτία που μήνες τώρα αποφεύγω να εκτίθεμαι στα μάτια των ανθρώπων. Γιατί δεν είναι μια ιστορία που μπορώ να πω σε όποιον με βλέπει. Με σας ωστόσο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Με έχετε δει, είστε γείτονάς μου, έχετε ρωτήσει για την υγεία μου και, το πιο σημαντικό, είστε ένας ευφυής και ισορροπημένος άνθρωπος. Γι’ αυτό και δεν θα σας κρύψω τίποτα και, σας παρακαλώ, να πιστέψετε όλα όσα θα ακούσετε, ακόμα κι αν σας φανούν παράξενα και ανήκουστα.

»Ονομάζομαι Δρ. Μπενίτο Ολιβάρες. Γεννήθηκα στο Σάντος της Βραζιλίας και σπούδασα Φυσικές Επιστήμες. Αυτά τα στοιχεία είναι αρκετά σαν εισαγωγή. Αργότερα θα σας πω τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψα την πατρίδα μου και βρίσκομαι στην Ιταλία. Ωστόσο δεν είναι οι προσωπικές μου περιπέτειες που σας ενδιαφέρουν, ακόμα κι αν εγώ ήθελα να σας τις εξιστορήσω. Ρωτήσατε για την υγεία μου, γι’ αυτό και θα σας πω χωρίς περιστροφές πώς προέκυψε η ασθένειά μου. Ανέφερα ότι είμαι Βραζιλιάνος και φαντάζομαι πως ξέρετε ήδη τη φήμη της πατρίδας μου: είναι μια αχανής έκταση, μεγαλύτερη κι από την Ευρώπη, ενώ σχεδόν η μισή παραμένει ανεξερεύνητη. Τι γνωρίζουμε για τον αδιαπέραστο Αμαζόνιο ή για το μυστηριώδες Μάτο Γκρόσο; Η άγνοιά μας γι’ αυτή την τόσο εύφορη και σαγηνευτική γη άναψε μέσα μου την επιθυμία να ανακαλύψω τα μυστήριά της. Με το πάθος του πρωτοπόρου και τον ζήλο του επιστήμονα, καθώς η επιστήμη έχει να κάνει με την πίστη και το μαρτύριο, εισέβαλα στα παρθένα δάση κι ανακάλυψα τις απομακρυσμένες πηγές των πιο θαυμαστών ποταμών, αναμετρώντας τον εαυτό μου με τον θάνατο μέσα σ’ αυτό το δηλητηριασμένο κλίμα, ρισκάροντας τα τρομακτικά δαγκώματα των θανατηφόρων φιδιών που ζούσαν στις μυστηριώδεις σκιές της ζούγκλας. Ανακάλυψα αμέτρητα μυστικά μέσα στην ανεξέλεγκτη αυτή χλωρίδα, με την ελεύθερη, πλούσια βλάστηση η οποία οριακά δήλωνε θριαμβευτικά την κυριαρχία της στην εύφορη γη, λες και φύλαγε με ζήλο τα πιο όμορφα, κρυμμένα μυστικά της, θέλοντας να εκδικηθεί κάθε επίδοξο εισβολέα.

»Πέρασαν έτσι δύο χρόνια, και βρέθηκα χαμένος στη λεκάνη του Αμαζονίου κοντά στα σύνορα με το Μάτο Γκρόσο, να περιπλανιέμαι μέσα στη βλάστηση που ήταν ταυτόχρονα εκθαμβωτική και διανθισμένη με υπερφυσικές χάρες. Τα φτωχά μου λόγια, κύριε, δεν μπορούν παρά μια ελάχιστη ιδέα να σας δώσουν γι’ αυτό το εκπληκτικό θέαμα, τον θρίαμβο των φυτών και του ηλιόφωτος, της μοναδικής αντίθεσης ανάμεσα στις κρύες σκιές και το εκτυφλωτικό φως, της σιωπηλής, θηριώδους μάχης όπου πρωταγωνιστούσαν αδιάσπαστοι εναγκαλισμοί και τρομερά συνονθυλεύματα. Ωστόσο ένα σιωπηλό, ύπουλο όπλο κυριαρχεί στη βουβή μάχη του φυτικού βασιλείου: η λιάνα.  Είναι το χταπόδι του δάσους, το πλοκάμι που παραλύει, η θηλιά που κόβει την κυκλοφορία των χυμών και προκαλεί στα φυτά ασφυξία και γάγγραινα. Έβλεπες το Cipo Matador, τη λιάνα -δολοφόνο, να αγκαλιάζει αργά και ύπουλα τους μεγαλοπρεπείς κορμούς των φίκων ή τις καρυδιές. Σιγά σιγά τα κλαδιά της γίνονται μικροί δακτύλιοι που μόνο με ένα τσεκούρι μπορούν να κοπούν και ξεπετιούνται μέσα από τις άκρες τους, σαν υγρά δάχτυλα που μετατρέπονται σε στερεά καθώς ανεβαίνουν, ώσπου τελικά ένα πραγματικό θηκάρι από φυτό περικυκλώνει και πνίγει τους φιλήσυχους γίγαντες του δάσους, χωρίς να αφήνει τον χυμό να κυκλοφορήσει, στερώντας του την ανάσα και τη ζωή.

»Μια μέρα λοιπόν, καθώς θαύμαζα μια τέτοια μάχη της φύσης, και, παρεμπιπτόντως, έχοντας κι εγώ παγιδευτεί μέσα σε έναν μεγάλο θάμνο λιάνας, πήρε το μάτι μου ξαφνικά ένα φυτό που δεν είχα ξαναδεί έως τότε και απορρόφησε όλη την προσοχή μου. Το φαντάζεσαι; Ένα νέο φυτό.

Πόση χαρά, τι θρίαμβος, τι παραζάλη για έναν βοτανολόγο να κάνει μια τέτοια ανακάλυψη. Τρέμοντας από συγκίνηση, πλησίασα αυτό το νέο είδος κι άρχισα να το μελετώ εξονυχιστικά και με απόλυτη αγάπη. Και όχι, δεν με είχε ξεγελάσει η πρώτη εντύπωση. Ήμουν όντως ενώπιον ενός δείγματος ενός άγνωστου είδους, που μάταια προσπαθούσα να ταξινομήσω. Μα την πίστη μου, ήταν λες και το φυτό αυτό δημιουργήθηκε επίτηδες για να αναστατώσει ό,τι επιστημονική γνώση είχα και δεν είχα πάνω στη Βοτανική. Για την ακρίβεια, ήταν μια ζωντανή αντίφαση. Πάνω που πήγαινα να αναγνωρίσω πάνω του ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό από κάποιο είδος, εμφανιζόταν μια άλλη λεπτομέρεια εκ διαμέτρου αντίθετη, και μετά μια άλλη, και στη συνέχεια μια άλλη, ώσπου τελικά η σκέψη μου χάθηκε μέσα σ’ αυτή τη μάταιη διαδικασία της ταξινόμησης.

»Τελικά έβγαλα το συμπέρασμα ότι αυτό το αξιοθαύμαστο φυτό ήταν από μόνο του μια τάξη, μια οικογένεια, ένα είδος και μια ποικιλία. Ήταν, κοντολογίς, ο πρόγονος μιας τάξης οι απόγονοι της οποίας μου ήταν άγνωστοι. Το δέος και η ευτυχία που ένιωθα δεν είχαν όριο. Αυτό που μπορώ να σου για την εξωτερική εμφάνιση αυτού του μοναδικού δείγματος είναι το εξής: ήταν ένας θάμνος με ύψος ανθρώπου μετρίου αναστήματος, με παλαμοειδή φύλλα, χοντρά και σαρκώδη. Τα κλαδιά του είχαν ένα κοκκινωπό κρεατί χρώμα που οριακά μου έφερνε αηδία. Μου θύμιζαν… Ε ναι, μου θύμιζαν ανθρώπινα μέλη χωρίς το δέρμα. Λεπτές άσπρες τρίχες από ανθεκτικά νήματα που έμοιαζαν με του καλαμποκιού ξεκινούσαν από την κορφή του φυτού και το κάλυπταν ολόκληρο. Δεν είχε λουλούδια, αν με τον όρο «λουλούδι» εννοούμε τα άνθη ή τα πολύχρωμα στεφάνια. Ωστόσο πάνω στα κλαδιά του είχαν σχηματιστεί δύο ωοειδή κελύφη που έμοιαζαν με μάτια. Ναι, δύο μάτια, ούτε πιο πολλά ούτε πιο λίγα. Δείτε και μόνος σας, κύριε, το δείγμα που έχω κρατήσει σ’ αυτήν εδώ την προθήκη.»

Με μεγάλη περιέργεια, πλησίασα τη γυάλινη προθήκη που μου πρότεινε με το κενό βλέμμα του ο πράσινος άνθρωπος, και δεν κατάφερα να εμποδίσω την ανατριχίλα που διαπέρασε όλα μου τα μέλη: πάνω στο ράφι είδα ένα μεγάλο φύλλο το οποίο έμοιαζε με αυτό της φραγκοσυκιάς. Ωστόσο πάνω στην επιφάνειά του είδα όντως δύο μάτια, σχηματισμένα με θαυμαστή ακρίβεια – δύο εντελώς ανθρώπινα μάτια που ήταν λες και με κοιτούσαν με έναν δυσοίωνο και μοχθηρό τρόπο. Έκανα ένα βήμα πίσω, σοκαρισμένος από το αποκρουστικό θέαμα. 

«Εκπληκτικό!» αναφώνησα, ενώ ακόμη έτρεμα χωρίς να το θέλω. «Αυτά τα μάτια είναι απολύτως αληθινά!»

Ο πράσινος άνθρωπος έγνεψε καταφατικά.

«Είναι το βλέμμα του πεπρωμένου μου», μουρμούρισε άτονα και συνέχισε την ιστορία του.

«Θέλοντας ν’ αποκτήσω αυτό το παράξενο φυτό, άπλωσα το χέρι μου για να το κόψω από τον κορμό, τη στιγμή όμως που το έκανα, ένας τρομερός πόνος μ’ έκανε να ουρλιάξω. Κάτι πολύ κοφτερά, κυρτά αγκάθια που δεν είχα προσέξει νωρίτερα, είχαν μπηχτεί στο χέρι μου. Το πιο περίεργο απ’ όλα ήταν ότι καθώς τα περιεργαζόμουν, παρατήρησα ότι από κάθε απόληξή τους αναπηδούσε μια σταγόνα από ένα πράσινο υγρό. Κοντολογίς, ήταν κάπως σαν τα δόντια της οχιάς. Αυτά τα αγκάθια λοιπόν πονούσαν πολύ. Για λίγο, ένιωθα ένα έντονο κάψιμο, και στη συνέχεια ένα ρίγος που πέρασε μέσα από τις φλέβες μου κι έφτασε ξάφνου στην καρδιά μου. Νικημένος πια, αναγκάστηκα να καθίσω κάτω.

»Για κάποια ώρα το σώμα μου ήταν γεμάτο μ’ αυτή την έντονη αίσθηση δυσφορίας, σε τέτοιο βαθμό που άρχισα να φοβάμαι ότι όντως είχα δηλητηριαστεί από τον χυμό του φυτού. Αργότερα ωστόσο, σιγά σιγά άρχισαν να υποχωρούν τα συμπτώματα, και σύντομα κατάφερα να ξανασηκωθώ και να στρέψω και πάλι την προσοχή μου στην βοτανική μου ανακάλυψη. Με μεγάλη προσοχή μάζεψα μερικά φύλλα και λουλούδια και τα πήρα μαζί μου, φροντίζοντας για την ασφαλή μεταφορά τους. Μεθυσμένος καθώς ήμουν από την θαυμαστή ανακάλυψή μου, έδωσα το όνομά μου σ’ αυτόν τον αλλόκοτο θάμνο, ονομάζοντάς τον Olivaria vigilans γιατί με τα ορθάνοιχτα μάτια του και τα ύπουλα αγκάθια του ήταν σαν να παρακολουθούσε και να επιτηρούσε τη δική του απαράβατη ιερότητα και ασφάλεια.

»Ταυτόχρονα ωστόσο οδηγήθηκα και σε μια δυσάρεστη παρατήρηση. Τα οδυνηρά φαινόμενα που παρουσιάστηκαν όταν με τσίμπησαν τα αγκάθια, άρχισαν να επανέρχονται. Στην αρχή κατά πολύ αραιά διαστήματα, αλλά βαθμιαία με μεγαλύτερη συχνότητα. Ένα σύγκρυο διαπέρασε τις φλέβες μου και την καρδιά μου, συνοδευόμενο από ένα γενικευμένο μούδιασμα των μελών και τρομερή αδυναμία. Τα απέδωσα στο γεγονός ότι είχα περάσει υπερβολικά πολύ καιρό στο θανατηφόρο κλίμα του Αμαζονίου και ετοιμάστηκα για να επιστρέψω στην ακτή. Στο μεταξύ, λίγο καιρό μετά την ανακάλυψη της Olivaria vigilans, συνέβησαν δύο περιστατικά που αναστάτωσαν την ηρεμία μου και μου προκάλεσαν μεγάλη ταραχή.

»Μια μέρα που καθόμουν στη σκηνή μου και κρατούσα σημειώσεις για το φυτό μου, είδα δίπλα μου έναν ντόπιο από τη συνοδεία μου, έναν Γουαρανί από τον Αμαζόνιο. Σκέφτηκα ότι αυτός, ως ειδικός σ’ αυτά τα δάση, θα μπορούσε ίσως να μου δώσει κάποιες πληροφορίες για το μυστηριώδες φυτό. Τον φώναξα λοιπόν και τον ρώτησα, δείχνοντάς του τα λουλούδια και τα φύλλα. Μόλις τα είδε όμως ο Ινδιάνος, έβγαλε μια κραυγή τρόμου και δέους. Έμεινε για λίγο να με κοιτάζει με βαθιά απόγνωση και μετά έτρεξε προς το δάσος σαν τρελός. Ούτε ξαναγύρισε, ούτε άκουσα ξανά γι’ αυτόν. 

»Λίγες μέρες αργότερα, έφτασα σε ένα μεγάλο χωριό με ευγενικούς και φιλόξενους Ινδιάνους. Καθώς περίμενα εκεί, πήγα και μίλησα με τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλής, που τον θεωρούσαν πάνσοφο. Του είπα για ένα φυτό που αναζητούσε και του το περιέγραψα με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς ωστόσο να αναφέρω ότι στην πραγματικότητα το είχα ήδη βρει. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ακόμα και ο γέρος φύλαρχος άρχισε να τρέμει και να φαίνεται από την αντίδρασή του ότι είχε τρομοκρατηθεί, ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την ερώτησή μου. Όλο αυτό μου είχε εξάψει την περιέργεια, και συνέχισα να τον ρωτάω, επιμένοντας να πάρω μια απάντηση, κι έφτασα στο σημείο να του προσφέρω μια καραμπίνα με αντάλλαγμα τις πληροφορίες του. Η επιμονή μου και το δώρο μου νίκησαν τελικά τις αναστολές του.

»Με συνωμοτική προσοχή, είπε: ‘Αυτό που ψάχνεις, ξένε, είναι ένα φυτό που δε μοιάζει με κανένα άλλο. Είναι το Ινουακόλτζι, το μεγάλο πνεύμα των φυτών. Μην το ψάξεις, ταξιδιώτη, γιατί αν το βρεις, θα σου δώσει τη μορφή του.’ Αυτά ήταν τα περίεργα λόγια του γέρου φύλαρχου, και τίποτα περισσότερο δεν κατάφερα να τον κάνω να μου πει. Χαμογέλασα ακούγοντας αυτήν την αλλόκοτη δεισιδαιμονία, γιατί ποιος μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε όντως μια θεότητα των φυτών;

»Επέστρεψα στο Σάντος και αποκάλυψα στον επιστημονικό κόσμο τα δείγματα που είχα ανακαλύψει, προκαλώντας μεγάλο σούσουρο και συζητήσεις. Τα φύλλα και τα λουλούδια που είχα φέρει τα έκανα δωρεά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Μπουένος Άιρες, και κράτησα για μένα τα δείγματα που σας έδειξα.

»Και τώρα, κύριε, θα σας μιλήσω για το αληθινά τρομακτικό κομμάτι της περίπτωσής μου. Έχω ήδη αναφέρει ότι αφότου επέστρεψα, τα ανησυχητικά συμπτώματα που είχαν προκαλέσει τα αγκάθια της  Olivaria vigilans επανήλθαν με αυξανόμενη συχνότητα. Κι αντί να γίνονται πιο ήπια, εντείνονταν όλο και περισσότερο. Ακόμα πιο ανησυχητικό και αγχωτικό ήταν κι ένα νέο φαινόμενο: το δέρμα μου είχε αρχίσει να γίνεται πράσινο. Στην αρχή είχε όλο μου το σώμα έναν πολύ ανοιχτόχρωμο πρασινωπό τόνο, κάτι που τόσο εγώ όσο και οι γιατροί που με εξέτασαν θεώρησαν πως ήταν σύμπτωμα ίκτερου. Στη συνέχεια όμως, παρά τις όποιες αγωγές, το χρώμα όλο και σκούραινε, ενώ οι κυκλοφορικές ανωμαλίες που είχα γίνονταν ολοένα και πιο έντονες και δυσάρεστες.

»Ένας φρικτός εφιάλτης άρχισε να βαραίνει την ψυχή μου. Ανακαλώντας στη μνήμη μου τα διφορούμενα λόγια του γέρου φύλαρχου και τον αλλόκοτο του φόβο του Γουαρανί υπηρέτη μου, μια ύπουλη υποψία βάλθηκε να μου δηλητηριάζει το μυαλό. Μια μέρα έκανα ένα αποφασιστικής σημασίας πείραμα στον εαυτό μου, εξετάζοντας στο μικροσκόπιο μια σταγόνα από το αίμα μου. Κι εκεί είδα την αλήθεια. Αποκαλύφθηκε με όλη της την τρομακτική επιβεβαίωση, και ο εφιάλτης πήρε μορφή, το όνειρο έγινε χειροπιαστή πραγματικότητα. Μια τρομερή μάχη μαινόταν στο αίμα μου. Δεν ξέρω αν έχει τύχει ποτέ να παρατηρήσετε κάτω από το μικροσκόπιο το αίμα ενός ανθρώπου που πάσχει από την ασθένεια του ύπνου και να δείτε τα στάδια της μάχης ανάμεσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια και το καταστροφικό τρυπανόσωμα. Αν ναι, θα ξέρετε ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια βρίσκονται συνεχώς σε αναβρασμό και σε μία εκπληκτικά ασταμάτητη κίνηση. Τα ερυθροκύτταρα σπρώχνονται συνέχεια το ένα πάνω στο άλλο, στροβιλίζονται, διαλύονται, ενώνονται μεταξύ τους, αιωρούνται, αναπηδούν, για να αποφύγουν την καταστροφική επαφή μ’ αυτά τα μικροσκοπικά παράσιτα που έχουν σχήμα φιδιού και ελίσσονται με κάθε δυνατό τρόπο. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, τα ζωογόνα κόκκινα κύτταρα μειώνονται δραματικά ενώ οι αδίστακτοι εχθροί τους αυξάνονται θεαματικά και αρχίζουν τον χορό, μεθυσμένοι από την καταστροφικότητά τους.

»Ένα παρόμοιο θέαμα αντίκρισα κι εγώ στη σταγόνα από το αίμα μου. Δεν ήταν ωστόσο τα θανατηφόρα τρυπανοσώματα που πολεμούσαν τα ερυθρά μου αιμοσφαίρια, αλλά πολλά άλλα άγνωστα κύτταρα που είχαν έντονο πράσινο χρώμα κι έπεφταν ορμητικά πάνω τους, νικώντας τα και καταστρέφοντάς τα. Με τρόμο διαπίστωσα ότι ήταν κύτταρα φυτών! Μέσα στο αίμα μου είχε εισβάλει φυτικός χυμός και με τον καιρό αντικαθιστούσε το κόκκινο υγρό που μας κρατάει στη ζωή. Οι γιατροί στους οποίους απευθύνθηκα απλά ανασήκωσαν τους ώμους τους και δήλωσαν αδυναμία, όντας αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο που ξέφευγε από τις γνώσεις και την επιστήμη τους. Τους είπα τι είχε συμβεί, περιγράφοντας τους φόβους μου και τα παράξενα λόγια που είχα ακούσει από τον φύλαρχο. Αρκέστηκαν να χαμογελάσουν και, αφού μου συνταγογράφησαν αγωγές που δεν έκαναν τίποτα, το δίχως άλλο για να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους πάνω απ’ όλα, ανασήκωσαν και πάλι τους ώμους τους. Πιστέψτε με, ένιωθα ότι το σώμα μου μεταμορφωνόταν, ότι δεν ήμουν πια ο εαυτός μου, ότι το αίμα μου δεν ήταν δικό μου, ότι θα είχα μια σκοτεινή μοίρα την οποία η κάθε μου σκέψη αποστρεφόταν με βδελυγμία.

»Έτσι λοιπόν έφυγα από την πατρίδα μου, κυρίως επιζητώντας μια αλλαγή κλίματος, όπως κάνουν όλοι οι ασθενείς όταν είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Δοκίμασα να μείνω πότε σε ψυχρά κλίματα και πότε σε κλίματα του Ισημερινού, μέχρι που πριν από μερικούς μήνες έφτασα στην υπέροχη ιταλική γη.»

Ο γιατρός απόμεινε σιωπηλός και σκεπτικός για λίγο, με σκυμμένο το κεφάλι.

«Αύριο φεύγω, κύριε», πρόσθεσε ύστερα, «θα δώσω τέλος στην ύπαρξή μου πίσω στην πατρίδα μου, η οποία θα υποχρεωθεί να φιλοξενήσει τα απομεινάρια ενός ανθρώπου ο οποίος, όταν έρθει εκείνη η σπουδαία μέρα, δεν θα είναι πια άνθρωπος. Φαίνεστε ξαφνιασμένος. Ωστόσο αγνοείτε ακόμα το πιο απαίσιο κομμάτι της ανυπόφορης ύπαρξής μου. Πείτε μου όμως, θα θέλατε να μάθετε τα πάντα; Νιώθετε αρκετά δυνατός ώστε να αντέξετε ένα πραγματικά αποτρόπαιο θέαμα; Τότε λοιπόν θα τα μάθετε όλα, κύριε. Με βλέπετε ακίνητο σ’ αυτήν την καρέκλα, με τα πόδια μου αδρανή και τα χέρια μου καλυμμένα με αυτά τα μεταξωτά γάντια. Πιστεύετε πως είμαι παράλυτος, έτσι δεν είναι; Θα σας δείξω λοιπόν τώρα τα χέρια μου και θα καταλάβετε. Όλα μου τα μέλη είναι έτσι, ή θα γίνουν έτσι σύντομα. Θα τα δείτε τώρα, κύριε, γι’ αυτό να είστε δυνατός.»

Μου ζήτησε να χτυπήσω ένα ηλεκτρικό κουδούνι στον τοίχο. Το έκανα, κι αμέσως εμφανίστηκε ένας αφοσιωμένος υπηρέτης, συμπατριώτης του γιατρού, ο οποίος πήγε και στάθηκε πλάι στην καρέκλα του. Ο γιατρός γύρισε και τον κοίταξε.

«Βγάλε μου τα γάντια, Αλόνσο», είπε χαμηλόφωνα στα ισπανικά.

Και τότε – Θεέ και Κύριε! Τι θέαμα αντίκρισαν τα μάτια μου, τα οποία διαστάλθηκαν από τον τρόμο! Όχι, δε μπορεί! Μήπως ήταν παραίσθηση; Δε μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπα. Αφού αφαιρέθηκαν τα γάντια, φάνηκαν τα χέρια του παράλυτου. Δηλαδή χέρια, που λέει ο λόγος. Δεν ήταν χέρια αυτά που είδα. Όχι! Ήταν φύλλα, σαρκώδη φύλλα, παρόμοια με αυτά της φραγκοσυκιάς – δύο μεγάλα, πράσινα φύλλα που ξεκινούσαν από κάτι απωθητικούς κορμούς οι οποίοι έμοιαζαν με ανθρώπινους βραχίονες χωρίς δέρμα. Και το πιο τρομακτικό απ’ όλα ήταν ότι πάνω σ’ αυτές τις μικρές, άμορφες μάζες κάθονταν τα μοχθηρά και φρικιαστικά μάτια που είχα δει πάνω στο φύλλο που ήταν κλεισμένο μέσα στη γυάλινη προθήκη.

Ούρλιαξα με φρίκη κι έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.


Ο Luigi Ugolini (1891-1980) ήταν Ιταλός συγγραφέας, γνωστός περισσότερο για τις μυθιστορηματικές βιογραφίες του Ιταλών επιστημόνων και καλλιτεχνών, καθώς και για την καταγραφή σε έναν τόμο παραδόσεων, ηθών και εθίμων της Τοσκάνης και της Φλωρεντίας. Ήταν επίσης ζωγράφος, γαστρονόμος και ορνιθολόγος. Την ιστορία φαντασίας «Ο Λαχανάνθρωπος» την έγραψε το 1917.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Ιούλιο του 2023

https://www.fractalart.gr/luigi-ugolini-o-laxananthropos/


17 October 2022

Μάριον Χωρεάνθη: Obliqua

«Obliqua» θα πει «λοξή» ή αλλιώς «τα λοξά» - με άλλα λόγια, κάτι ή κάποιος όχι ακριβώς όπως φαίνεται, κάτι που παρεκκλίνει ελαφρώς από το «ίσιο», το αναμενόμενο, το άμεσα ορατό και αντιληπτό. Λοξή μπορεί να είναι η αίσθηση που έχουμε της πραγματικότητας, καμιά φορά όταν απροσδόκητα μας δημιουργείται η εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι έχει «στραβώσει». Είναι εκείνη η αίσθηση που έχουμε όταν ξυπνάμε από ένα παράξενο όνειρο ή από έναν μεσημεριανό ύπνο που έχει συνοδευτεί από έναν βραχνά – και από εκείνο το σημείο και πέρα και για κάποια ώρα (αν και μπορεί η αίσθηση αυτή να διαρκέσει για μέρες), μας φαίνεται ότι η μέρα είναι «εξωγήινη», ότι ζούμε μια ελαφρώς διαστρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας και τότε δημιουργούνται οι συνθήκες για να συμβούν τα πιο απίθανα πράγματα.

Η «Obliqua» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Μάριον Χωρεάνθη, και το τέταρτο βιβλίο της. Έχουν προηγηθεί το μυθιστόρημα «Βρείτε την Ορτανσία» (εκδόσεις Καστανιώτη 2002), και οι ποιητικές συλλογές «Η Εξορία των Αρχαγγέλων» (Ιωλκός 2005) και «Μαύρος Καθρέφτης» (Εκδόσεις των Φίλων 2015). Για τον τίτλο του βιβλίου, η συγγραφέας επέλεξε εσκεμμένα μία λέξη που η εκφορά της και μόνο δημιουργεί αυτήν ακριβώς την αίσθηση που περιγράφει. Έχει όμως και μία άλλη σημασία η λέξη αυτή. Obliqua λέγεται η ανάποδη κάθετος στις εσωτερικές διευθύνσεις των ηλεκτρονικών υπολογιστών, μέσω της οποίας έχουμε τη δυνατότητα να μπούμε ακόμα και στα «άδυτα» των συστημάτων, κάτι που βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με τη δομή και το θέμα του βιβλίου.

Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Σπύρος, ένα παιδί που μεγάλωσε με μια θετή οικογένεια στην Ελβετία, έχοντας δοθεί για υιοθεσία από τη μητέρα του κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Διαβάζοντας τυχαία σε ένα φύλλο εφημερίδας την αναγγελία της κηδείας της, ο Σπύρος επιστρέφει στην Ελλάδα με σκοπό να έρθει σε επαφή με τον Βαλέριο, τον σύζυγό της – και πλέον χήρο της – ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, κακομεταχειριζόταν κι εκείνη αλλά και την μικρή τους κόρη. Φτάνοντας ωστόσο στο σπίτι του Βαλέριου, ο Σπύρος διαπιστώνει σιγά σιγά ότι όλα όσα ανέφερε η μητέρα του στα γράμματά της δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα. Αν και αυτό τελικά είναι το λιγότερο που έχει να διαχειριστεί, καθώς προκύπτουν απανωτά μυστήρια και ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο τους ανθρώπους που ζουν στο σπίτι του Βαλέριου και της οικογένειάς του, αλλά και το ίδιο το σπίτι το οποίο μοιάζει να έχει δική του ζωή και να ρυθμίζει κατά κάποιον τρόπο τις καταστάσεις και τις εξελίξεις τους. 

Στο μυθιστόρημα της Μάριον Χωρεάνθη τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ξεκινώντας από τους ήρωες, έχουμε να κάνουμε με χαρακτήρες πολυδιάστατους: άλλοι πιο ξεκάθαροι, άλλοι πιο δυσερμήνευτοι, άλλοι εντελώς μυστηριώδεις, άλλοι κρυπτικοί, κρύβουν ή μεταμφιέζουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Άλλωστε όλοι παίζουμε ρόλους ακόμα και στην πιο απλή καθημερινότητα, πόσο μάλλον σε ένα σύμπαν όπου κυριαρχούν το μυστήριο, τα αινίγματα και οι αμφιβολίες, όπως είναι αυτό της «Obliqua», και επιπλέον σε έναν χώρο δράσης που κι ο ίδιος αποτελεί έναν γρίφο: ένα σπίτι που μοιάζει με escape room, με πόρτες και περάσματα που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, με αόρατες παρουσίες που γίνονται αισθητές μ’ έναν παράξενο και πολλές φορές ανατριχιαστικό τρόπο.

Τα 25 κεφάλαια συνοδεύονται από ισάριθμες κάρτες ταρώ που όχι μόνο τα «εικονογραφούν» κατά κάποιον τρόπο, αλλά και τα τιτλοφορούν. Η συγγραφέας, η οποία έχει συνθέσει η ίδια τις εικόνες αυτές συνδυάζοντας ψηφιακά και παραδοσιακά μέσα, επέλεξε τις γερμανικές ονομασίες των καρτών, κάτι που συνδέεται άμεσα και με τον πρωταγωνιστή της ο οποίος μεγάλωσε στην Ελβετία από γερμανόφωνους θετούς γονείς. Από εκεί και πέρα, η κάθε κάρτα συνδέεται με το κεφάλαιο που συνοδεύει είτε έμμεσα είτε άμεσα, ενώ η ίδια η εικόνα της κάθε κάρτας εμπεριέχει στοιχεία που από τη μία συνθέτουν ένα αίνιγμα αλλά από την άλλη κρύβουν είτε τη λύση είτε νύξεις για τη λύση των ανιγμάτων της πλοκής. Και όπως οι κάρτες αυτές μπορούν να ερμηνευθούν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, έτσι και τα πάντα σχεδόν μέσα στην ιστορία της «Obliqua» είναι ουσιαστικά αινίγματα: τα πρόσωπα, ο περιβάλλον χώρος, τα φαινομενικά άψυχα αντικείμενα, τα ζώα, οι μνήμες, οι αναμνήσεις. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, προκύπτουν καινούρια αινίγματα, καινούρια μυστήρια, εμφανίζονται πρόσωπα από το παρελθόν των ηρώων τα οποία σχετίζονται μαζί τους με δεσμούς πολύ πιο περίπλοκους απ’ όσο φαίνεται αρχικά.

Με επιρροές από εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως τα μυθιστορήματα του Τσαρλς Ντίκενς, τα αμερικανικά φιλμ νουάρ, τις αστυνομικές ταινίες και τις ταινίες μυστηρίου του Άλφρεντ Χίτσκοκ, τις cult ταινίες τρόμου του Ντάριο Αρτζέντο, αλλά και αναφορές στον ελληνικό κινηματογράφο και σε σύγχρονα video games, η «Obliqua» συνδυάζει τη δομή ενός κλασικού μυθιστορήματος με τη μοντέρνα αφήγηση και υιοθετεί επίτηδες κλισέ της αστυνομικής λογοτεχνίας για να τα αποδομήσει, δημιουργώντας το κατάλληλο περιβάλλον ούτως ώστε να συνυπάρξει το φανταστικό / μυστηριακό στοιχείο με την ρεαλιστική πραγματικότητα. Εξάλλου αυτή είναι και μία από τις πιο συναρπαστικές εκφάνσεις του φανταστικού στοιχείου: όταν προέρχεται από την πραγματικότητα και εντάσσεται μέσα σ’ αυτήν, προσδίδοντάς της διαστάσεις που μπορεί να μην γίνονται αντιληπτές με γυμνό μάτι, ωστόσο είναι εκεί, και δίνοντάς της αυτή την αίσθηση του «λοξού», του αναπάντεχου, του απροσδόκητου, που σε κάνει να σκέφτεσαι αν αυτό που βλέπεις ή αυτό που νομίζεις πως είναι απτό και πραγματικό, είναι στ’ αλήθεια εκεί μπροστά στα μάτια σου ή είναι ένα αποκύημα της φαντασίας, ένα παιχνίδι του μυαλού και των αναμνήσεων ή κάτι άλλο, πέρα από το δεδομένο, το λογικό και το συνηθισμένο. 


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Οκτώβριο του 2022

https://www.fractalart.gr/obliqua/

3 May 2022

Η υπηρέτρια της κυρίας Μπλάχα (Rainer Maria Rilke)


Κάθε καλοκαίρι, η κυρία Μπλάχα, σύζυγος του χαμηλόβαθμου υπαλλήλου του Σιδηροδρομικού Σταθμού του Τουρνάου Βένζελ Μπλάχα, πήγαινε στη γενέτειρά της για μερικές εβδομάδες. Πρόκειται για μια πόλη στην πεδινή και ελώδη Βοημία, στην περιοχή του Νίμπουργκ, μάλλον φτωχή και ασήμαντη. Βλέποντας τα μικρά, μίζερα σπιτάκια, η κυρία Μπλάχα, η οποία θεωρούσε ότι ήδη είχε γίνει αστή κατά κάποιον τρόπο, αποφάσισε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία της για να κάνει μια θεάρεστη πράξη. Επισκέφθηκε λοιπόν τη γυναίκα ενός χωρικού την οποία γνώριζε λίγο και προσφέρθηκε να πάρει την κόρη της για υπηρέτρια στην πόλη. Κανόνισε να της δίνει έναν μικρό αλλά ικανοποιητικό μισθό, κι επιπλέον το κορίτσι θα είχε το προνόμιο ότι θα ζούσε στην πόλη και θα μάθαινε πολλά πράγματα. (Τι ήταν αυτό που μπορεί να μάθαινε, ούτε η κυρία Μπλάχα το είχε ξεκαθαρίσει με τον εαυτό της). Η σύζυγος του χωρικού κουβέντιασε το θέμα με τον άντρα της ο οποίος όλη την ώρα δυσανασχετούσε, και η πρώτη αυθόρμητη αντίδρασή του ήταν να φτύσει στο χώμα. Μετά από μισή ώρα, επέστρεψε στο δωμάτιο και ρώτησε: “Και δε μου λες, ξέρει η αυτή η γυναίκα ότι η Άννα είναι...;” κουνώντας το ρυτιδιασμένο του χέρι πέρα δώθε μπροστά από το μέτωπό του σαν να ήταν ξερό φύλλο καστανιάς. “Όχι βέβαια, ανόητε!” απάντησε η γυναίκα του, “εννοείται πως δεν θα κάνουμε κουβέντα!”

Κάπως έτσι λοιπόν η Άννα πήγε να ζήσει με τους Μπλάχα. Τον περισσότερο καιρό, περνούσε όλη τη μέρα μόνη της. Ο Βένζελ Μπλάχα ήταν στη δουλειά του ενώ η γυναίκα του πήγαινε και έραβε σε άλλα σπίτια, και δεν είχαν παιδιά. Η Άννα καθόταν στη μικρή, σκοτεινή κουζίνα με το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή και περίμενε να περάσει ο πλανόδιος οργανοπαίκτης. Αυτό συνέβαινε κάθε μέρα πριν το σούρουπο. Τότε πήγαινε πολύ κοντά στο μικρό παράθυρο, με το λευκό της χέρι κρεμασμένο στον αέρα και χόρευε μέχρι που ζαλιζόταν τόσο πολύ ώστε οι ψηλοί και βρώμικοι τοίχοι να της φαίνονται πως πλησίαζαν επικίνδυνα ο ένας τον άλλον. Τρομαγμένη άρχιζε να κόβει βόλτες σε όλο το κτίριο –  κατέβαινε τις σκοτεινές και βρώμικες σκάλες κι έφτανε στην ταβέρνα, που ήταν πνιγμένη στους καπνούς και όπου συχνά πυκνά κάποιος τραγουδούσε υπό την επήρεια ενός αρχόμενου μεθυσιού. Πηγαίνοντας προς τα κει, πέρναγε ανάμεσα από τα παιδιά που έπαιζαν στην αυλή μέρες ολόκληρες χωρίς κανένας να τα αναζητήσει. Περιέργως, τα παιδιά πάντα της ζητούσαν να τους λέει ιστορίες. Μερικές φορές μάλιστα την ακολουθούσαν μέχρι την  κουζίνα. Η Άννα όμως καθόταν κοντά στη φωτιά καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της και έλεγε: “Πρέπει να σκεφτώ”. Και τα παιδιά περίμεναν υπομονετικά για λίγο. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και η Αννούσκα ακόμα σκεφτόταν, η σκοτεινή κουζίνα βυθιζόταν στη σιωπή και γινόταν τρομακτική, και τότε τα παιδιά έπαιρναν δρόμο κι έτσι δεν ήταν πια κανένα εκεί για να δει ότι η κοπέλα άρχιζε ένα σιγανό, πονεμένο κλάμα και η νοσταλγία για το σπίτι της την έκανε να φαίνεται μικροσκοπική και αβοήθητη. Δεν ήταν ξεκάθαρο τι ήταν αυτό που της έλειπε. Μπορεί, μέσα σ’ όλα, να νοσταλγούσε και τις κατσάδες. Αλλά συνήθως επρόκειτο για κάτι ακαθόριστο που είχε υπάρξει στο παρελθόν ή που μπορεί απλά να ήταν ένα όνειρο. Με τα παιδιά να της απαιτούν τόσο πιεστικά να σκεφτεί, άρχισε σιγά σιγά να θυμάται. Θυμήθηκε πρώτα κάτι κόκκινο, πολύ κόκκινο, και μετά την πολυκοσμία. Μια καμπάνα, μια δυνατή καμπάνα και μετά: ένας βασιλιάς, ένας χωρικός και ένας πύργος. Και μιλούσαν: “Αγαπητέ βασιλιά”, είπε ο χωρικός… “¨Ναι” απάντησε ο βασιλιάς με τη φωνή του γεμάτη περηφάνια. “ξέρω”. Μα φυσικά, πώς ήταν δυνατό να μην ξέρει ήδη ένας βασιλιάς τι είχε να του πει ένας χωρικός;

Μετά από μερικές μέρες, η κυρία πήρε μαζί της την κοπέλα στην αγορά. Ήταν απόγευμα, παραμονές Χριστουγέννων, και οι βιτρίνες ήταν φωτισμένες και γεμάτες καλούδια. Σε ένα παιχνιδάδικο, η Άννα είδε ξαφνικά αυτό που είχε θυμηθεί. Ο βασιλιάς, ο χωρικός, ο πύργος… Και η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά και από τα βήματά της. Αμέσως όμως απέστρεψε το βλέμμα της και συνέχισε να περπατάει δίπλα στην κυρία Μπλάχα. Είχε την αίσθηση ότι δεν έπρεπε να προδώσει τίποτα. Κι έτσι άφησαν πίσω τους το κουκλοθέατρο, λες και δεν το είχαν δει ποτέ. Η κυρία Μπλάχα βέβαια όντως δεν το είχε προσέξει καθόλου. Έφτασε και η μέρα που η Άννα είχε το κυριακάτικο ρεπό της. Εκείνο το απόγευμα δεν γύρισε στο σπίτι. Ένας άντρας, τον οποίο είχε γνωρίσει νωρίτερα στην ταβέρνα, της έκανε παρέα. Δε θυμόταν πού ακριβώς την πήγε. Της φάνηκε πως έλειψε για έναν χρόνο ολόκληρο. Όταν τη Δευτέρα το πρωί γύρισε πίσω στην κουζίνα εξουθενωμένη, τα πάντα ήταν πιο κρύα και πιο γκρίζα από όσο συνήθως. Εκείνη τη μέρα έσπασε μια σουπιέρα και έφαγε μεγάλη κατσάδα γι’ αυτό. Η κυρία Μπλάχα δεν είχε καν προσέξει ότι η κοπέλα είχε περάσει έξω τη νύχτα. Μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, έμεινε έξω άλλα τρία βράδια. Και μετά, ξαφνικά, σταμάτησε να κόβει βόλτες στο κτίριο και βάλθηκε να κλειδώνει το διαμέρισμα αγχωμένη. Ούτε που έβγαινε πια στο παράθυρο κάθε φορά που περνούσε ο πλανόδιος οργανοπαίκτης.

Έτσι ο χειμώνας έδωσε τη θέση του σε μια χλωμή, δειλή άνοιξη. Κάτω στην αυλή, αυτή η εποχή φάνταζε εντελώς διαφορετική. Τα σπίτια ήταν μέσα στην καπνιά και την υγρασία, και ο αέρας ήταν κουρελιασμένος, σαν λινά υφάσματα που έχουν γαριάσει από το πολύ πλύσιμο. Τα κακοκαθαρισμένα παράθυρα έτριζαν και αχνόφεγγαν, και μικροσκοπικά σκουπιδάκια χόρευαν στον αέρα στους ορόφους του κτιρίου. Οι ήχοι σε όλο το κτίριο ακούγονταν πιο καθαρά, τα κουζινικά κλάγγαζαν διαφορετικά, πιο έντονα, πιο διαπεραστικά, και τα μαχαίρια και τα κουτάλια κροτούσαν αλλόκοτα.

Τότε περίπου, η Αννούσκα γέννησε ένα μωρό. Ήταν κάτι που την αιφνιδίασε εντελώς. Ένιωθε βέβαια πρησμένη και βαριά για εβδομάδες ολόκληρες, ωστόσο ένα πρωί ξεπετάχτηκε ξαφνικά από μέσα της και έγινε μέρος του κόσμου. Ένας Θεός ξέρει από πού προέκυψε. Αυτό συνέβη μια Κυριακή ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του κτιρίου κοιμόνταν ακόμα. Το κοίταξε για λίγη ώρα χωρίς την παραμικρή έκφραση στο πρόσωπό της. Το παιδί ίσα που κουνιόταν, αλλά ξαφνικά μια τσιριχτή φωνή άρχισε να βγαίνει από το μικρό του στέρνο, ενώ ταυτόχρονα η κυρία Μπλάχα έβαλε μια φωνή και ένα κρεβάτι έτριξε στο καθιστικό. Εκείνη τη στιγμή, η Αννούσκα άρπαξε την μπλε ποδιά της που κρεμόταν πλάι στο κρεβάτι, έδεσε τη ζώνη της γύρω από το μικροσκοπικό λαιμουδάκι κι έχωσε αυτό το μπλε μπογαλάκι στον πάτο της βαλίτσας της. Μετά πήγε στο καθιστικό, άνοιξε τις κουρτίνες και άρχισε να φτιάχνει καφέ. Μετά από λίγες μέρες, η Αννούσκα βάλθηκε να μετρήσει πόσα λεφτά είχε μαζέψει ως εκείνη τη μέρα. Ήταν δεκαπέντε φιορίνια. Μετά κλείδωσε την πόρτα, άνοιξε τη βαλίτσα και απόθεσε τη μπλε ποδιά, που ήταν βαριά και ακίνητη, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Την ξεδίπλωσε αργά, κοίταξε το παιδί και μέτρησε το μήκος του από το κεφάλι μέχρι τα πέλματα με μια μεζούρα. Στη συνέχεια έκανε τις συνηθισμένες δουλειές της και βγήκε έξω. Δυστυχώς όμως ο βασιλιάς, ο χωρικός και ο πύργος είχαν πολύ μικρότερο μέγεθος. Παρ’ όλα αυτά, τους αγόρασε και πήρε και μερικές μαριονέτες ακόμα. Για την ακρίβεια: μια πριγκίπισσα με κόκκινες βούλες στα μάγουλά της, έναν γέρο και έναν άλλο γέρο που είχε έναν σταυρό στο στήθος του και η γενειάδα του τον έκανε να μοιάζει με τον Άγιο Νικόλαο, καθώς και δυο-τρεις ακόμα που δεν είχαν τίποτα ωραίο ή ενδιαφέρον. Πήρε κι ένα κουκλοθέατρο, την αυλαία του οποίου μπορούσες να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ώστε ο κήπος πίσω της πότε να εμφανίζεται και πότε να εξαφανίζεται.

Τώρα πλέον η Αννούσκα είχε κάτι για να διασκεδάσει τη μοναξιά της. Πάει, πέρασε και η νοσταλγία για το σπίτι της. Έστησε το μεγάλο, πανέμορφο κουκλοθέατρο (δώδεκα φιορίνια της είχε κοστίσει) και πήγαινε και στεκόταν, όπως έπρεπε, στην πίσω πλευρά. Καμιά φορά ωστόσο, όταν η αυλαία ήταν σηκωμένη, έτρεχε γρήγορα στο μπροστινό μέρος και κοιτούσε τον κήπο, και η γκρίζα κουζίνα εξαφανιζόταν πίσω από τα ψηλά, επιβλητικά δέντρα. Μετά πήγαινε πάλι στην πίσω πλευρά, έπαιρνε δύο – τρεις μαριονέτες και τις άφηνε να λένε τα δικά τους. Οι διάλογοι αυτοί ποτέ δεν αναπτύσσονταν σε ένα πλήρες έργο, υπήρχαν ωστόσο συνομιλίες και καμιά φορά τύχαινε δυο μαριονέτες να κουρνιάσουν ξαφνικά η μια απέναντι στην άλλη, λες και κάτι τις είχε φοβίσει. Ή έσκυβαν και οι δύο για λογαριασμό του γέρου ο οποίος δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο γιατί ήταν φτιαγμένος ολοκληρωτικά από ξύλο. Κι εκείνος κάθε φορά έπεφτε κάτω προσπαθώντας να δείξει την ευγνωμοσύνη του.

Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μάθει στο μεταξύ για το θέατρο της Αννούσκα και σιγά σιγά, στην αρχή με καχυποψία αλλά στη συνέχεια δείχνοντας όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, μαζεύονταν στην κουζίνα των Μπλάχα και παρακολουθούσαν καθώς έπεφτε το σούρουπο στις γωνίες, με τα μάτια τους κολλημένα στις όμορφες μαριονέτες που πάντα μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο. Μια φορά η Αννούσκα εμφανίστηκε με τα μάγουλά της κατακόκκινα και είπε: “Έχω και μια πολύ μεγάλη μαριονέτα”. Τα παιδιά έτρεμαν από αδημονία. Αλλά η Αννούσκα φάνηκε να ξεχνιέται πάλι. Τοποθέτησε όλες τις μαριονέτες στον κήπο και όσες δεν μπορούσαν να μείνουν όρθιες, τις έβαλε να στέκουν ακουμπισμένες στην κορνίζα του σκηνικού. Ανάμεσά τους, εμφανίστηκε κι ένας αρλεκίνος που τα παιδιά έβλεπαν για πρώτη φορά, με μεγάλο, στρογγυλό πρόσωπο. Με την ανυπομονησία τους ολοένα και να μεγαλώνει, τα παιδιά ζήτησαν να δουν και την “πολύ μεγάλη” μαριονέτα. Μια φορά μόνο, την “πολύ μεγάλη”. Μόνο για μια στιγμή: την “¨πολύ μεγάλη”.

Η Αννούσκα πήγε στο πίσω μέρος του δωματίου και άνοιξε τη βαλίτσα της. Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα παιδιά και οι μαριονέτες στέκονταν σε παράταξη αντικριστά, ακούνητοι όλοι και τόσο όμοιοι μεταξύ τους. Αλλά τα ορθάνοιχτα μάτια του αρλεκίνου, που έμοιαζαν σαν να περίμεναν να δουν κάτι φρικιαστικό, τόσο πολύ φόβισαν τα παιδιά που όλα ανεξαιρέτως το έβαλαν ξαφνικά στα πόδια ουρλιάζοντας.

Η Αννούσκα επέστρεψε κρατώντας την πολύ μεγάλη μπλε μαριονέτα. Τα χέρια της έτρεμαν. Αφού έφυγαν τα παιδιά, η κουζίνα είχε βυθιστεί στη σιωπή και την ερημιά. Η Αννούσκα δε φοβήθηκε. Γέλασε σιγανά κι έδωσε μια κλωτσιά στο κουκλοθέατρο, ρίχνοντάς το κάτω. Τσαλαπάτησε τα λεπτά ξύλα που παρίσταναν τον κήπο, σπάζοντάς τα στη μέση. Και μετά, όταν πια η κουζίνα ήταν ολοσκότεινη, ξέσκισε στα δύο τα κεφάλια όλων των μαριονετών, μαζί κι εκείνο της μπλε, της πολύ μεγάλης.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Μάιο του 2022

https://www.fractalart.gr/i-ypiretria-tis-kyrias-mplacha/

15 February 2022

Συνέντευξη με τον James Norbury


Ο Τζέιμς Νόρμπουρι (γενν. 1976, Forest of Dean) είναι συγγραφέας και αυτοδίδακτος καλλιτέχνης. Από μικρός αγαπούσε τη φύση και τα ζώα, και του άρεσε να σκαρφίζεται ιστορίες και να ζωγραφίζει. Σπούδασε Ζωολογία και μετά την αποφοίτησή του μετακόμισε στην Ιρλανδία. Ταξίδεψε σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, διαμένοντας για κάποια χρονικά διαστήματα στο Νιούκασλ, το Σουόνσι και το Τσέλτεναμ. Κάποια στιγμή που έφτασε σε προσωπικό αδιέξοδο, βρήκε απαντήσεις στις αναζητήσεις του σε πνευματικές διδασκαλίες από το παρελθόν, κάτι που έμελλε να γίνει σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Επέστρεψε στο Σουόνσι, όπου και εργάστηκε ως εθελοντής για τους «Σαμαρείτες», φιλανθρωπικό σωματείο που παρέχει συναισθηματική υποστήριξη μέσω τηλεφώνου σε ανθρώπους που υποφέρουν από κατάθλιψη, μοναξιά και απόγνωση. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19, άρχισε να ανεβάζει στο Facebook και το Instagram εικόνες που ζωγράφιζε για να συνοδεύει τις σκέψεις του, που θα μετουσιώνονταν αργότερα στο βιβλίο Το Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος. Με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Σοφίας Τάπα, είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του.

Ποια ήταν η έμπνευσή σας πίσω από το βιβλίο Το Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος;

Στο παρελθόν, είχα ταλαιπωρηθεί από θέματα ψυχικής υγείας. Ανακάλυψα πως η ενασχόλησή μου με τον βουδισμό και την πνευματικότητα γενικότερα έκανε τη μεγάλη διαφορά και με έβαλε σε ένα ιδιαίτερα θετικό μονοπάτι. Ένιωσα τότε ότι όλα αυτά που έμαθα θα μπορούσαν να βοηθήσουν κι άλλους ανθρώπους, κι έτσι προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να τα μεταδώσω – το εν λόγω βιβλίο μου είναι ο τρόπος που βρήκα για να μοιραστώ τις σκέψεις αυτές με τον κόσμο.

Η εργασία σας στους «Σαμαρείτες» έπαιξε κάποιον ρόλο στη συγγραφή του βιβλίου;

Είχα ξεκινήσει να φτιάχνω τις εικόνες προτού εργαστώ στους «Σαμαρείτες», αλλά έχω την αίσθηση ότι η όλη διαδικασία τού να απαντάω στα τηλέφωνα εκεί επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το πώς κατανοούσα πλέον τα προβλήματα των άλλων κι έμαθα πάρα πολλά για την επικοινωνία με τον κόσμο. Οπωσδήποτε λοιπόν αξιοποίησα στο βιβλίο όλα όσα έμαθα εκεί και νομίζω πως αυτός είναι κι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ιστορία αυτή μπορεί να βοηθήσει όσους υποφέρουν.

Η φύση κατέχει σημαντικό κομμάτι στην ιστορία σας. Πιστεύετε ότι υπάρχει πιθανότητα ο σύγχρονος άνθρωπος, που έχει απομακρυνθεί πολύ από τη φύση, να αποκαταστήσει τον δεσμό του μαζί της;

Οπωσδήποτε. Νομίζω ότι θα χρειαστεί χρόνος και προσπάθεια, ωστόσο ακόμα και κάτι τόσο απλό, όπως το να παρατηρείς τις πάπιες σε μια λιμνούλα, είναι δυνατόν να επαναφέρει έστω και λίγο αυτή την επαφή με τη φύση. Είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους στις μέρες μας, καθώς έχουμε την τάση να στρεφόμαστε συνεχώς στην τεχνολογία, και πάντα χρειάζεται να κάνουμε κάτι – π.χ. ελάχιστοι άνθρωποι θα ήταν ευχαριστημένοι απλώς παρατηρώντας τον αέρα να φυσάει τα κλαδιά ενός δέντρου (συνήθως προτιμάμε να τσεκάρουμε τα μηνύματά μας, κ.λπ.). Αλλά αν το πάρουμε απόφαση απλά να αφιερώνουμε ελάχιστα λεπτά στην επαφή μας με τη φύση, πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να ανακαλύψουμε εκ νέου την αναζωογονητική δύναμή της.

Στο βιβλίο σας υπάρχει μια πολύ όμορφη αλληγορία του κύκλου της ζωής, που συμβολίζεται με την εναλλαγή των εποχών. Κάτι που, ταυτόχρονα, προσφέρει ένα πολύ αισιόδοξο μήνυμα σχετικά με το πώς τα πράγματα πάντα αλλάζουν προς το καλύτερο, ακόμα κι αν δεν είναι πάντα εμφανές αυτό. Ποιος θα μπορούσε να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος να «συντονίσουμε» τον εαυτό μας με τέτοιον τρόπο ώστε πάντα να κοιτάμε μπροστά, χωρίς να νιώθουμε «ακρωτηριασμένοι» από τις δυσκολίες;

Εγώ προσωπικά, όταν περνάω δύσκολα, έχω δύο πράγματα που θυμάμαι και με βοηθάνε σημαντικά.

1. Έχω περάσει πολύ άσχημα στο παρελθόν, ωστόσο είμαι ακόμα εδώ, ο κόσμος εξακολουθεί να γυρίζει και είμαι καλά. Επομένως κι αυτή την καταιγίδα θα την ξεπεράσω.

2. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω κάθε φορά μπορεί να μην είναι το πρόβλημα που νομίζω εγώ, αν δω το θέμα πιο σφαιρικά. Έχασα πολύ χρόνο στο παρελθόν εξαιτίας κακών αποφάσεων, αλλά αυτή η απώλεια με έκανε να τραβήξω έναν καινούργιο δρόμο κι αυτός ο δρόμος με οδήγησε εδώ που είμαι σήμερα. Δεν είναι πάντα τόσο απλό να διακρίνεις τι είναι καλό και τι κακό, και μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία – αυτή η ιδέα είναι θεμελιώδης στον βουδισμό και είναι ιδιαίτερα δυνατή, αν και προφανώς δεν είναι εύκολο να την έχει κανείς πάντα στο μυαλό του, ιδίως όταν έχει να κάνει με καταστάσεις που μόνο ως αρνητικές μπορούν να εκληφθούν. Ακόμα κι έτσι όμως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσει κανείς να δει τη ζωή μέσα από αυτή την οπτική.

Το βιβλίο σας είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από τη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής: τόσο το Πάντα όσο και ο Δράκος είναι σύμβολα του κινεζικού πολιτισμού – και σε κάποιο σημείο αναφέρετε και την κερασιά, που έχει σχέση με την Ιαπωνία. Ποια είναι τα στοιχεία αυτών των χωρών που σας εμπνέουν;

Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για την κουλτούρα της Άπω Ανατολής, και ιδίως για εκείνη της Ιαπωνίας. Με ενθουσιάζει το πώς η ριζωμένη παράδοση βρίσκει σημεία συνάντησης με τον σύγχρονο κόσμο και πάρα πολλά έργα της παραδοσιακής αλλά και μοντέρνας καλλιτεχνικής παραγωγής αυτών των χωρών τα βρίσκω πανέμορφα, και αποτελούν πηγή έμπνευσης για μένα. Υπάρχουν τόσα συναρπαστικά στοιχεία στην ιαπωνική κουλτούρα, ώστε είναι αδύνατο να τα απαριθμήσω όλα, αλλά ας πούμε ότι είναι ένα μέρος για το οποίο επιθυμώ συνεχώς να μαθαίνω περισσότερα και θα ήθελα πραγματικά να το επισκεφτώ κάποια μέρα.

Το Πάντα έχει ιδιαίτερη δύναμη, και σαν σύμβολο και σαν εικόνα: η αντίθεση του άσπρου με το μαύρο στα χρώματά του αντιπροσωπεύουν τη σχέση του γιν με το γιανγκ. Στο βιβλίο σας εμφανίζεται σαν ένας σοφός συμβουλάτορας, που είναι σαν να εκπροσωπεί την κινεζική φιλοσοφία. Αισθάνεστε ότι ο Δυτικός πολιτισμός έχει κάπως χάσει τον δρόμο του κόβοντας τους δεσμούς του με την παράδοση;

Ως έναν βαθμό ναι, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι η παράδοση είναι πάντα κάτι καλό. Μόνο και μόνο επειδή κάνουμε κάτι με έναν συγκεκριμένο τρόπο για χρόνια, δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και πολύτιμο ή ευεργετικό. Πιστεύω ωστόσο ότι υπάρχουν συγκεκριμένες πρακτικές και τρόποι ζωής που έχουν χαθεί και μας έχουν αφήσει φτωχότερους, σωματικά και πνευματικά. Για να δούμε όμως και τη θετική πλευρά, αν υπάρχουν παραδόσεις ή συνήθειες που αισθανόμαστε ότι θα έκαναν τον κόσμο μας καλύτερο, δεν χάνουμε τίποτα να προσπαθήσουμε να τις αναβιώσουμε, έστω κι αν αυτό θα γίνει σε προσωπικό μονάχα επίπεδο.

Κάθε φορά που ο μικρός Δράκος εκφράζει τους φόβους και τις ανησυχίες του για τη ζωή και το μέλλον, το μεγάλο Πάντα σπεύδει να προσφέρει τη συμβουλή του με έναν ήρεμο, ήπιο τρόπο, σαν τη φωνή της λογικής που είναι τόσο σημαντική αλλά συνεχώς την αγνοούν. Γιατί θεωρείτε ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να εστιάζουν κυρίως στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων;

Κάποιος μου είπε πρόσφατα πως άκουσε ότι, στο πλαίσιο της φυσικής εξέλιξης, η αρνητική κριτική μπορεί να μας φανεί πολύ χρήσιμη, καθώς μας αποτρέπει από το να κάνουμε κάτι επιζήμιο – όπως και τα ζώα, έχουμε την τάση να δίνουμε περισσότερη προσοχή σε κάτι που μας απειλεί. Στην εποχή μας, αυτή η απειλή μπορεί να αφορά το εγώ μας και όχι το σώμα μας, ωστόσο την παίρνουμε πολύ σοβαρά. Τείνω να συμφωνήσω μ’ αυτή την ιδέα – βγάζει νόημα σε μεγάλο βαθμό, κατά τη γνώμη μου.

Είστε συγγραφέας και εικονογράφος. Πώς λειτουργεί συνήθως για εσάς η διαδικασία της καλλιτεχνικής έκφρασης; Η κάθε ιδέα παίρνει πρώτα σχήμα σαν εικόνα ή σαν γραπτός λόγος;

Αρχικά έχω την ιδέα, την οποία καταγράφω στο σημειωματάριό μου. Στη συνέχεια, ύστερα από λίγες μέρες, αφιερώνω λίγο χρόνο στο να οργανώσω την ιδέα με τη μορφή διαλόγου ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες και το πώς θα φτάσω στην ουσία του μηνύματος μέσα σε λίγες λέξεις. Αφού γίνει κι αυτό, ζωγραφίζω την εικόνα η οποία ελπίζω να συμπυκνώνει τη διάθεση και το θέμα του μηνύματος. Και μετά μπορεί να παίξω και πάλι με το κείμενο, όταν η εικόνα έχει πια ολοκληρωθεί.

Οι όμορφες εικόνες σας μοιάζουν να έχουν εμπνευστεί από τους κινέζικους και τους ιαπωνικούς παπύρους. Πρόκειται για μια συνειδητή στιλιστική επιλογή;

Ναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αγαπώ αυτό το είδος τέχνης και έχω την αίσθηση ότι δίνει στις εικόνες έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα και τις κάνει ξεχωριστές. Ωστόσο, χρησιμοποιώ και τεχνικές που δεν είναι παραδοσιακές και δεν θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν, αλλά θεωρώ ότι αυτό είναι κιόλας που δίνει στη δουλειά μου το προσωπικό μου ύφος.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO στις 15 Φεβρουαρίου 2022

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/17803-james-norbury


 

10 January 2022

Silvia Moreno - Garcia: Mexican Gothic

Το «Mexican Gothic» αυτοπροσδιορίζεται από τον τίτλο του σαν ένα γοτθικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο Μεξικό. Και είναι ακριβώς αυτό, αλλά δεν είναι μόνο αυτό: ξεκινά σε ανάλαφρο κλίμα, τονίζοντας έτσι την ανεμελιά και τον πρόσχαρο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, της νεαρής κοσμικής Νοεμί, για να μετατραπεί προοδευτικά και με εντυπωσιακή μαεστρία σε μια ανατριχιαστική, σκοτεινή ιστορία γεμάτη τρόμο, μυστήριο αλλά και ακαταμάχητη γοητεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 στο Μεξικό, η Νοεμί πηγαίνει να επισκεφθεί την Καταλίνα, την αγαπημένη της εξαδέλφη με την οποία μεγάλωσαν μαζί, ύστερα από ένα αινιγματικό και φαινομενικά ασυνάρτητο γράμμα της τελευταίας όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο άντρας της προσπαθεί να τη δηλητηριάσει. Η Καταλίνα είναι παντρεμένη με τον Βέρτζιλ Ντόιλ, αριστοκράτη βρετανικής καταγωγής, ο οποίος, μετά τον γάμο τους, την πήρε μαζί του στην απομονωμένη έπαυλη της οικογένειάς του, κόβοντας έμμεσα την επικοινωνία με τους δικούς της. Η έπαυλη, που ονομάζεται «Το Ψηλό Μέρος», βρίσκεται σε μια επαρχία ξεχασμένη από τον χρόνο, απομακρυσμένη από κάθε στοιχείο πολιτισμού, σε μια αφιλόξενη και αγχωτική ορεινή ύπαιθρο. Φτάνοντας εκεί, η Νοεμί θα γνωρίσει για πρώτη φορά τα τρία μέλη της οικογένειας του Βέρτζιλ – την αυστηρή και εμμονική με τους κανόνες αδερφή του Φλόρενς, τον υπερήλικα πατριάρχη Χάουαρντ και τον Φράνσις, τον μοναχικό και συνεσταλμένο γιο της Φλόρενς. Βρίσκοντας την Καταλίνα απόμακρη και καταβεβλημένη, η Νοεμί αποφασίζει να παρατείνει την παραμονή της στην έπαυλη, ενώ αρχίζουν να συμβαίνουν στο σπίτι πράγματα παράξενα, σχεδόν ανεξήγητα με τη λογική. Καθώς οι μέρες περνάνε και σιγά σιγά τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειας βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια, η Νοεμί έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με έναν κόσμο που της ήταν παντελώς άγνωστος μέχρι τότε, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό.

Γεννημένη το 1981 και μεγαλωμένη στο Μεξικό, η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία ζει στον Καναδά από το 2004. Έχει γράψει εφτά μυθιστορήματα και πάρα πολλά διηγήματα, κάποια από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές που έχει εκδώσει. Από τον 2019, γράφει για βιβλία στην εφημερίδα The Washington Post.

Με επιρροές από την κλασική γοτθική λογοτεχνία και τη μυθοπλασία τρόμου, το «Mexican Gothic» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που οφείλει μέρος της ομορφιάς και της μυστηριακής ατμόσφαιράς του στον τόπο καταγωγής της δημιουργού του. Το φολκλόρ της Κεντρικής Αμερικής, από τα πιο πλούσια και γοητευτικά παγκοσμίως, αν και δεν έχει, φαινομενικά, πρωταρχικό ρόλο, ενυπάρχει σε όλη την ιστορία με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η Νοεμί, για παράδειγμα, έχει Ινδιάνικη καταγωγή, από την πλευρά της μητέρας της. Κάτι που της προσδίδει ιδιότητες και χαρακτηριστικά, όχι μόνο όσον αφορά την εξωτερική της εμφάνιση, αλλά και την ψυχοσύνθεσή της: είναι δεκτική σε ερεθίσματα, επικοινωνεί με τον χώρο γύρω της με έναν ιδιαίτερο τρόπο. 

Ωστόσο είναι αυτός ο ακριβώς ο χώρος που παίζει τoν σημαντικότερο ρόλο και κυριαρχεί: ο ευρύτερος σκηνικός χώρος – το φυσικό τοπίο της μυστηριώδους υπαίθρου – και ο πιο συγκεκριμένος, το Ψηλό Μέρος, η βικτοριανής αισθητικής έπαυλη των Ντόιλ, που είναι και ο βασικότερος «χαρακτήρας» της ιστορίας, μαζί με ό,τι καραδοκεί στα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – θεμέλιά της: κάποτε ένα μεγαλοπρεπές αρχοντικό και πλέον άντρο παρακμής και αλλόκοτων συμβάντων, δρα και αντιδρά σαν ένας ζωντανός οργανισμός, του οποίου τα μέλη και τα ζωτικά όργανα είναι, εν μέρει, οι αινιγματικοί κάτοικοί του – και όχι μόνο, όπως θα αποκαλυφθεί στην πορεία. Εκεί μέσα η ηρωίδα καταδύεται σε μια Κόλαση που κρύβει ακόμα πιο φοβερά μυστικά, με την πραγματικότητα να διαστρεβλώνεται συνεχώς, σαν να παρεμβάλλονται στον χώρο και τον χρόνο της παραμορφωτικά κάτοπτρα. Το «Mexican Gothic» ακολουθεί μοτίβα που συναντάμε συχνά στη μυθοπλασία με διαφορετικές παραλλαγές – διαβάζοντάς το, έρχονται στο μυαλό εικόνες από κλασικά μυθιστορήματα (Ρεβέκκα της Δάφνης Ντι Μοριέ, Τζέιν Έιρ της Σαρλότ Μπροντέ, Μεγάλες Προσδοκίες του Τσαρλς Ντίκενς), από σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες (Πορφυρός Λόφος του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, Το Αντικλείδι του Ιέιν Σόφτλι) αλλά και βιντεοπαιχνίδια με συγγενικές θεματολογίες (Resident Evil 4, The Evil Within) – και μάς προσφέρει ένα υπέροχο θρίλερ με έντονο το στοιχείο του μεταφυσικού, με καθόλου τυχαίες αναφορές στη φύση (η Νοεμί παρομοιάζει μέλη της οικογένειας Ντόιλ με έντομα ή σαρκοβόρα φυτά, κάτι που, όπως αποδεικνύεται, είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό σχήμα λόγου), με μια πρωταγωνίστρια αξιολάτρευτη που εξελίσσεται κι εκείνη μέσα από τον εφιάλτη που βρέθηκε να ζει – και, υπό αυτό το πρίσμα, έχουμε να κάνουμε, εν μέρει και με ένα Bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), που εδώ ωστόσο αφορά την συναισθηματική και πνευματική ωρίμανση της ηρωίδας – και ένα σύνολο χαρακτήρων, πρωταγωνιστικών και δευτερευόντων, που μένουν όλοι πραγματικά αξέχαστοι.

Μέσα σε ένα κλίμα σχεδόν μονίμως οριακά ανησυχητικό, η Νοεμί διαπιστώνει κάθε μέρα και περισσότερο ότι η γενική «προσταγή» που την αφορά είναι να πλησιάζει όσο το δυνατόν λιγότερο την Καταλίνα. Προσπαθώντας αφενός να βοηθήσει την ξαδέρφη της και αφετέρου να λύσει το μυστήριο που μοιάζει να έχει δέσει την έπαυλη με κάτι που, αρχικά, εύκολα θα το ερμήνευε κανείς σαν στοίχειωμα ή μαγεία, ξεπερνάει συνεχώς τον εαυτό της και τα όριά της, ενώ σταδιακά αποκτά μια ζεστή, φιλική σχέση με τον Φράνσις. Από ένα σημείο και πέρα, η φιλία αυτή εξελίσσεται σε ένα τρυφερό, ερωτικό αίσθημα που προοδευτικά αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη για τις αποφάσεις αλλά και τις αντιδράσεις της Νοεμί, όταν πλέον το απίστευτο παρελθόν του πατριάρχη Χάουαρντ, μαζί με τα ανατριχιαστικά μυστικά της οικογένειας και τα εφιαλτικά σχέδιά της, αρχίζουν να έρχονται στο φως.

Η αφήγηση είναι γεμάτη ζωντάνια και γλαφυρότητα, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο στις σκηνές εκείνες όπου οι περιγραφές αφορούν εικόνες και καταστάσεις τρομακτικές. Η Σίλβια Μορένο – Γκαρσία έχει πετύχει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο θρίλερ, το παραμύθι και τον ρεαλισμό, με τα τρία στοιχεία πότε να διαδέχονται το ένα το άλλο και πότε να μπλέκονται μεταξύ τους, καθιστώντας τα όρια ανάμεσά τους εσκεμμένα θολά και δυσδιάκριτα. Είναι δύσκολο – μέχρι και αδύνατο – να αφήσεις από τα χέρια σου το «Mexican Gothic» όταν αρχίσεις να το διαβάζεις. Σ’ αυτό συμβάλλει και η απολαυστική μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, η οποία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Στο εξώφυλλο (έχει διατηρηθεί το πρωτότυπο της ξένης έκδοσης), η ζωηρόχρωμη και ατμοσφαιρική εικόνα σε βάζει αμέσως στο κλίμα: θυμίζει πίνακες της Φρίντα Κάλο και «παίζει» με τα χρώματα του Μεξικού, στον βικτοριανό φόντο και το φόρεμα της γυναικείας φιγούρας που το κοσμεί, με την υποψία της παρακμής που αποτυπώνεται στο ελαφρώς ξεραμένο μπουκέτο που κρατάει στα χέρια της να προδίδει την αίσθηση της παρακμής και της αποσύνθεσης που αποπνέει το Ψηλό Μέρος. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Ιανουάριο του 2022

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17581-mexican-gothic

13 December 2021

Κιμ Μαν Τσουνγκ: Το νεφελώδες όνειρο των εννέα

Μέσα σ’ έναν κόσμο ονειρικό, στο μεταίχμιο ανάμεσα στη φαντασία και μια πραγματικότητα που κι εκείνη συμπεριέχει στοιχεία μυστηριακά και φαντασιακά, κινείται το «Νεφελώδες Όνειρο των Εννέα»,  γραμμένο από τον Κομφουκιανό λόγιο του 17ου αιώνα Κιμ Μαν Τσουνγκ. Εν μέρει παραμύθι, εν μέρει παραβολή, με στοιχεία φιλοσοφικά και υπαρξιακά, αφηγείται την ιστορία του Σονγκ-γι, ενός νεαρού βουδιστή μοναχού, ο οποίος, κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υποκύπτει σε δύο κοσμικούς πειρασμούς: πρώτα δέχεται να πιει κρασί, κάτι που του έχει απαγορευτεί ρητά, και στη συνέχεια ερωτοτροπεί με οχτώ νεράιδες που συναντάει στον δρόμο του. Αυτά τα δύο «παραπτώματα» οδηγούν στην αποπομπή του από το βουδιστικό τάγμα, και η τιμωρία που του επιβάλλεται είναι να ξαναγεννηθεί σαν κάποιος άλλος. Έτσι επιστρέφει στη γη ως  Σο-γιου, γιος ενός ερημίτη, ο οποίος μεγαλώνει και γίνεται ένας νέος πολύ όμορφος και πολύ χαρισματικός, μορφωμένος και ταλαντούχος, περιζήτητος γαμπρός που και ο ίδιος, ωστόσο, δεν μένει καθόλου ασυγκίνητος απέναντι στα θέλγητρα των κοριτσιών που γνωρίζει. Έχοντας την ευχέρεια, λόγω των ιδιοτήτων του αλλά και των ηθών της εποχής, να επιλέξει πάνω από μία συζύγους καθώς και ερωμένες, θα συνδεθεί διαδοχικά με οχτώ κοπέλες – υποψήφιες νύφες που προέρχονται από διαφορετικά μέρη και κοινωνικά στρώματα, όμως έχουν πολλά κοινά που τις συνδέουν. Η νέα του ζωή μοιάζει παραμυθένια, ωστόσο το γιατί του συμβαίνουν όλα αυτά και πού θα τον οδηγήσουν, θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να το ανακαλύψει.

Για να κατανοήσει κανείς το πνεύμα και τα βαθύτερα νοήματα του τόσο ξεχωριστού αυτού βιβλίου, πρέπει να λάβει καταρχάς υπόψη του την εποχή κατά τα την οποία γράφτηκε αλλά και την «καταγωγή» του. Η λογοτεχνία της Άπω Ανατολής χαρακτηρίζεται γενικά από τη βαθιά φιλοσοφική της φύση, η οποία ωστόσο διατρέχει τα κείμενα με απλότητα και πρωτογένεια, σαν ένα ακόμα κομμάτι της ζωής. Ο λυρισμός, οι ονειρικές περιγραφές, η έντονη, ανεπιτήδευτη ποιητικότητα είναι αναπόσπαστα στοιχεία της. Ο Κιμ Μαν Τσουνγκ ήταν Κορεάτης λόγιος και διανοούμενος και η ιστορία του βιβλίου του διαδραματίζεται στην Κίνα, σε έναν χωροχρόνο οριακά μυθικό, όπου οι άνθρωποι είναι σε συνεχή επικοινωνία με τη φύση και τον κόσμο των πνευμάτων. Οι κοπέλες που περιστοιχίζουν τον ήρωα του βιβλίου έχουν ονόματα πουλιών ή στοιχείων της φύσης (Χελιδόνα, Αγριόχηνα, Συννεφένια, Φεγγαρένια), και διαθέτουν διττή υπόσταση: παρουσιάζονται σαν πλάσματα που, πέρα από την ανθρώπινη οντότητά τους, έχουν και ιδιότητες που τις κατατάσσουν στον κόσμο των άυλων πλασμάτων. Αυτή η διττότητα άλλωστε εκφράζεται μέσα στο βιβλίο μέσα και από πολλές άλλες δυαδικότητες που αντικατοπτρίζουν την αρχέτυπη δυάδα γιν και γιανγκ με διάφορους τρόπους και εκφάνσεις. Πιο χειροπιαστά κατανοητές είναι οι δυαδικές σχέσεις που οι οχτώ κοπέλες συνάπτουν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ουσιαστικά τέσσερα «ζεύγη» από αγαπημένες φίλες, και στα οποία ζεύγη το ένα μέλος συμπληρώνει το άλλο, χωρίς κανένα από τα δύο να υστερεί σε κάτι ούτε να θεωρείται υποδεέστερο. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, ο Σονκ-γι και ο Σο-γιου (ο ήρωας και η μετενσάρκωσή του) αποτελούν μια βασική δυάδα, τα μέλη της οποίας ωστόσο συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο και δεν εμφανίζονται ποτέ μαζί. Σε ένα κομβικό σημείο της ιστορίας, ωστόσο, ο Σο-γιου γίνεται για λίγο και ο ίδιος μέλος μιας ορατής δυάδας, όταν περνάει στο προσκήνιο ο πρίγκιπας αδελφός μιας από τις κοπέλες.

Σε άμεση συνάρτηση με το στοιχείο της δυαδικότητας, που εκ των πραγμάτων κυριαρχεί στην ιστορία, είναι και οι μεταμορφώσεις, μεταφορικές και κυριολεκτικές, που συντελούνται κατά τη διάρκειά της, με πρώτη απ’ όλες την αρχική, την μετενσάρκωση του Σονγκ-γι στον Σο-γιου, η οποία αποτελεί, από μόνη της, μια δοκιμασία εξέχουσας σημασίας για τον ήρωα και την εξέλιξή του. Οι οχτώ κοπέλες έχουν κι εκείνες περάσει από ένα στάδιο μεταμόρφωσης, κάτι που αποκαλύπτεται πολύ αργότερα μαζί με την πραγματική ταυτότητά τους. Βλέπουμε να γίνονται και άλλες μεταμορφώσεις, οι οποίες με μια πρώτη ματιά φαίνονται επιφανειακές: ο Σο-γιου μεταμφιέζεται σε ιέρεια για να μπορέσει να μπει στο σπίτι μιας κοπέλας και να τη δει από κοντά, μία από τις άλλες κοπέλες μεταμφιέζεται σε αγόρι για να τον πλησιάσει, κάποια άλλη υποδύεται την άλλη εκπρόσωπο της δικής της δυάδας. Ωστόσο και αυτές οι μεταμφιέσεις είναι μικρότερες δοκιμασίες, από τις οποίες περνάει ο ήρωας χωρίς πάντα να το αντιλαμβάνεται, και όλες μαζί λειτουργούν σαν επιμέρους εξεταστικές διαδικασίες μιας, πνευματικής κυρίως, τελετουργίας που διαρκεί πολλά χρόνια και εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της ζωής του. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορία του βιβλίου είναι και κατά ένα μεγάλο μέρος της μια πορεία συναισθηματικής και πνευματικής ενηλικίωσης, καθώς ο ήρωας γίνεται ολοένα και σοφότερος μαθαίνοντας πράγματα για τον εαυτό του, χωρίς να παραλείπει βέβαια να παίρνει και τα ανάλογα μαθήματα ζωής, συνέπειες και απόρροιες τόσο των αξιέπαινων ενεργειών όσο και των ατοπημάτων του. 

Οι μυστηριώδεις ιδιότητες της δυαδικότητας επεκτείνονται και στη γενικότερη χρήση των αριθμών ως μαγικών στοιχείων. Το δύο έτσι κι αλλιώς θεωρείται μαγικός αριθμός, όπως και το εννέα που επίσης έχει μεγάλη σημασία στην ιστορία: οι οχτώ νεράιδες και ο Σονγκ-γι, και στη συνέχεια οι οχτώ υποψήφιες νύφες και ερωμένες και ο Σο-γιου, απαρτίζουν δύο ομάδες που αποτελούνται από εννέα άτομα. Οχτώ παιδιά απέκτησε ο ήρωας, ένα με κάθε μία από τις κοπέλες, ενώ το βιβλίο ξεκινάει απαριθμώντας τα πέντε όρη της Ανατολικής Ασίας. Η φιλοσοφία επίσης παίζει σημαντικό ρόλο: εκτός από τον Βουδισμό, ο Κιμ Μαν Τσουνγκ μνημονεύει επίσης τον Ταοϊσμό και τον Κομφουκιανισμό ως σημαντικούς φιλοσοφικούς κλάδους, κάτι που αντικατοπτρίζεται και μέσα στην ιστορία μέσα από διάφορα στοιχεία, όπως την προαναφερθείσα χρήση των αριθμών.

Ο ήρωας, αλλά και τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας, μιλούν με πνευματικότητα όπως και ο αφηγητής, που χρησιμοποιεί όμορφες λέξεις, ποιητικές αλληγορίες και συχνές αναφορές στη φύση, τα πλάσματα και τα λουλούδια της. Τα σκηνικά είναι εξίσου ονειρικά: ανθισμένα λιβάδια, ηλιόλουστες βουνοκορφές, παλάτια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Το βιβλίο του Κιμ Μαν Τσουνγκ διαβάζεται εύκολα χάρη στη ρέουσα, ανάλαφρη γλώσσα του, εδώ σε πολύ καλή μετάφραση της Ελένης Κατσιώλη, που αφήνει στον αναγνώστη μια αίσθηση ευφορίας και ψυχικής ηρεμίας. Ωστόσο είναι γεμάτο περίπλοκες φιλοσοφικές σκέψεις και νοήματα που επιδέχονται πολλές ερμηνείες, μέσα από ένα πνεύμα πανανθρώπινο και διαχρονικό.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Δεκέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17450-nefelodes-oniro-ennea

28 November 2021

Τάσος Γκρους - Μαρία Λαλιώτη: Τι να πάρω μαζί μου

Συνθέτης με διακριτική παρουσία αλλά πλούσιο και ιδιαίτερα αξιόλογο έργο, ο Τάσος Γκρους έχει βάλει τη μουσική του σφραγίδα σε ορισμένα από τα πιο όμορφα, αξιομνημόνευτα και ξεχωριστά τραγούδια των τελευταίων τριάντα χρόνων. Πρωτοεμφανίστηκε στη μουσική σκηνή το 1986, με τη συμμετοχή του στον 5ο Διαγωνισμό Ιθάκης, όπου διακρίθηκε με το 1ο βραβείο σύνθεσης. Έχει κυκλοφορήσει ως τώρα 8 προσωπικούς δίσκους (ανάμεσά τους και το «Λέξεις Μυστικές» του 1991 από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι) και έχει συμμετάσχει με τα τραγούδια του σε προσωπικά άλμπουμ ερμηνευτών όπως ο Μανώλης Λιδάκης και η Αργυρώ Καπαρού. Κατά τη μακρόχρονη και εξαιρετικά δημιουργική πορεία του συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς στιχουργούς αλλά και ερμηνευτές, ενώ έχει μελοποιήσει και ποιήματα Ελλήνων και ξένων ποιητών (Ελύτη, Βαλαωρίτη, Βάρναλη, Καρυωτάκη, Καβάφη, Γιάννη Ρίτσου, Νερούδα, Ελυάρ, Χικμέτ, Μπρεχτ, μεταξύ άλλων). Η μουσική του χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα, ευαισθησία και αισθαντικότητα, αλλά και δυναμισμό όταν χρειάζεται, πότε ακολουθώντας πιο λαϊκότροπα μονοπάτια και πότε πιο έντεχνους και λυρικούς δρόμους. 

Τα στοιχεία αυτά τα διακρίνουμε και στην τελευταία του συλλογή τραγουδιών, σε στίχους της Μαρίας Λαλιώτη, κάτω από τον γενικό τίτλο: «Τι να πάρω μαζί μου». Τα τραγούδια του άλμπουμ εικονογραφούν τις εναλλαγές της ζωής: χαρά, μελαγχολία, λύπη, ευδαιμονία, απογοητεύσεις, εξομολογήσεις, προβληματισμοί, τα γυρίσματα της τύχης, τα πάντα έχουν θέση στον κόσμο και είναι κομμάτια της ζωής. Οι εναλλαγές της ζωής, πάλι, όπως και οι φάσεις του φεγγαριού, διαδέχονται η μία την άλλη ακατάπαυστα και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες, τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες των ανθρώπων. Το γέλιο εναλλάσσεται με το δάκρυ, η καλή τύχη δίνει τη θέση της στην αναποδιά, ωστόσο τίποτα δεν κρατάει για πάντα, κι όπως μετά από μια περίοδο ευημερίας μπορεί να έρθει το σκοτάδι, έτσι και το σκοτάδι κάποια στιγμή θα διαλυθεί και θα λάμψει και πάλι το φως.

Μετά το συναισθηματικά φορτισμένο «Ό,τι αγαπάς, υπάρχει» (2018), το «Τι να πάρω μαζί μου» έρχεται σαν μια μορφή απολογισμού, που μπορεί να είναι κυριολεκτικός αλλά και συμβολικός, εξίσου προσωπικός και σε ευρύτερη κλίμακα. Οι στίχοι των τραγουδιών διακρίνονται από μουσικότητα και ποικιλία στη θεματολογία τους, η οποία είναι βαθιά ανθρωποκεντρική: εστιάζει στον ανθρώπινο στοιχείο, τις σχέσεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις ανησυχίες, τις προσδοκίες. Υπάρχει διάχυτος λυρισμός, που πότε διοχετεύεται από τη μουσική στον στίχο και πότε έχει ως αφετηρία την αφήγηση και ξεδιπλώνεται μέσα από τη μελωδία. Μια επερχόμενη οριστική αποχώρηση, που ίσως δεν είναι πάντα για κακό (Τι να πάρω μαζί μου), η ελπίδα που πάντα υπάρχει (Όπου τελειώνει η θάλασσα), οι αναμνήσεις, οι παλιές αγάπες (Συνήθειες), η αναμονή για την καινούρια μέρα (Με τον άνεμο), η δύναμη της αγάπης (Τα ανθρώπινα, Η αγάπη σου είναι θάλασσα), η καθημερινότητα, η αξία των απλών πραγμάτων (Πριν ο ήλιος βγει), η πίκρα για πράγματα που δεν ειπώθηκαν, η νοσταλγία για όσα χάθηκαν, η μάταιη αναμονή για ό,τι προσμένουμε αλλά δεν πρόκειται να έρθει ποτέ (Η λέξη, Του ονείρου τα τρένα), οι ανοιχτές πληγές που αφήνουν πίσω τους οι αδικίες, οι ανεκπλήρωτες αγάπες που όμως μπορεί κάποτε να ευοδωθούν (Όνειρο, Το άδικο) είναι τα θέματα που, μέσα από τα τραγούδια, εξελίσσονται σαν μικρές, καθημερινές ιστορίες με τις οποίες ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί. Αυτή άλλωστε είναι και η μεγάλη αξία της τέχνης: ότι δημιουργείται σε στιγμές έμπνευσης, σε συνδυασμό με ερεθίσματα από προσωπικά βιώματα, αλλά τα αποτελέσματα, εν προκειμένω τα τραγούδια, έχουν αποδέκτες όλους.

Τα τραγούδια ερμηνεύουν καταξιωμένοι τραγουδιστές: ο Μανώλης Μητσιάς, η Αργυρώ Καπαρού, η Ελένη Νόνη, ο Ανδρέας Σμυρνάκης, η Χρυσούλα Κεχαγιόγλου, αφήνοντας ο καθένας το δικό του προσωπικό στίγμα, προσαρμόζοντας τις εκφραστικές τους ερμηνείες στο ύφος του κάθε κομματιού. Ο Νίκος Βελώνιας υπογράφει την ενορχήστρωση των τραγουδιών, η οποία με ευελιξία αναδεικνύει τη χαρακτηριστική υφή του καθενός από αυτά: άλλοτε με έμφαση στο λαϊκό στοιχείο, άλλοτε πιο παραδοσιακή, κάποιες φορές πιο λιτή και άλλες πιο πλούσια. Δύο από τα κομμάτια (Το άδικο, Με τον άνεμο), υπάρχουν και σε ορχηστρική μορφή η οποία προβάλλει και μια διαφορετική πτυχή τους. Το CD συνοδεύεται από ένα καλαίσθητο βιβλίο που περιλαμβάνει τους στίχους των τραγουδιών και σημειώματα του συνθέτη και της στιχουργού, εικονογραφημένο με έργα του ζωγράφου Ηλία Λαλιώτη. Οι πολύχρωμες, ζωηρές εικόνες, συνδυάζοντας το αφαιρετικό, ονειρικό στοιχείο με το ρεαλιστικό, διαλέγονται με τα τραγούδια με έναν τρόπο μοναδικό: μελωδίες, στίχοι και εικόνες αλληλοσυμπληρώνονται και εμπλουτίζουν ακόμα περισσότερο την ακουστική εμπειρία. 


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2021

https://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/17338-paro-mazi-mou


11 November 2021

Arthur Rimbaud: Ποιήματα - Μια εποχή στην κόλαση - Εκλάμψεις - Επιστολές-Μαρτυρίες

Αν και η εποχή της δημιουργίας κράτησε πολύ λίγο για τον Αρτύρ Ρεμπώ στην έτσι κι αλλιώς σύντομη ζωή του (πέθανε σε ηλικία μόλις 37 ετών, χτυπημένος από ασθένειες με δυσμενείς επιπλοκές), πρόλαβε ωστόσο να αφήσει μια μοναδική παρακαταθήκη από ποιήματα και πεζά κείμενα τα οποία έμελλε να αποτελούν ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς και να παραμένουν αξεπέραστα. Πρόλαβε επίσης να ζήσει μια κυριολεκτικά θυελλώδη ζωή, κάτι που αναπόφευκτα πέρασε, με έμμεσο ή και λιγότερο έμμεσο τρόπο, στο συναρπαστικό του έργο.  Ο «καταραμένος» αυτός ποιητής έχει επίσης χαρακτηριστεί «Μότσαρτ της ποίησης»,  για τις ιδιοφυείς ποιητικές του συνθέσεις, αλλά και για το ότι ξεκίνησε να γράφει σε πολύ μικρή ηλικία, στα 15 του χρόνια. Η ποίηση του Ρεμπώ είναι ιμπρεσιονιστική – τα ποιήματα και τα κείμενά του είναι σαν μια σειρά από πίνακες, και συχνά πυκνά, μέσω αναπάντεχων διασκελισμών, παραπέμπουν σε πραγματικούς πίνακες ζωγραφικής. 

Ο Ρεμπώ γεννήθηκε στις Αρδέννες το 1854, λίγα χρόνια πριν ο συμβολισμός εμφανιστεί ως κίνημα στην Ευρώπη όταν ο Σαρλ Μποντλέρ έγραψε τα «Άνθη του Κακού». Αν εξαιρέσουμε, ωστόσο, τον Μποντλέρ, ο συμβολισμός ίσως ποτέ άλλοτε δεν είχε βρει έναν εκφραστή πιο καίριο από τον Ρεμπώ: εμπλέκοντας στα έργα του ρεαλισμό, αλληγορίες, γρίφους και συνειρμούς, αλλά έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των εκφραστικών του μέσων, αντλούσε την έμπνευσή του από κάθε λογής πηγή και δεξαμενή και την μετέφερε σε ένα επίπεδο πέρα και πάνω από κάθε τι στερεοτυπικό και αναμενόμενο. Το ιστορικό παρελθόν, της πατρίδας του αλλά και άλλων λαών, οι μύθοι, τα παραμύθια, οι συνάδελφοί του ποιητές της εποχής, κάποιοι από τους οποίους δεν γλίτωναν από την αιχμηρή του πένα, οι τέχνες, οι κοινωνικές ανακατατάξεις, η αγωνία της έμπνευσης και της δημιουργίας, αλλά και η επεισοδιακή και άκρως περίπλοκη σχέση του με τον Βερλέν – μια περίοδος που σημάδεψε όσο καμία άλλη τη ζωή του – καταγράφονται μέσα στα ποιήματα και τα πεζά κείμενά του με τη μορφή μιας σειράς εικόνων που παίζουν και συνδιαλέγονται συνεχώς με τη φαντασία και τα σύμβολα. Κάθε του ποίημα μπορεί να ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους – ακόμα και οι συνδυασμοί των λέξεων είναι σαν να συνθέτουν γρίφους που άλλοτε σε οδηγούν σε ένα μονοπάτι, και άλλοτε σε άλλο. Το πιο γνωστό και δημοφιλές, ίσως, ποίημά του, για παράδειγμα, το «Μεθυσμένο Καράβι», θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να συμβολίζει την αγωνία της δημιουργίας, αλλά από την άλλη, με μία διαφορετική ανάγνωση, μοιάζει να «απαντάει» με κάποιον τρόπο στον γερο-ναυτικό από το «Rime of the Ancient Mariner» του Κόλεριτζ.

Δε θα μπορούσε να είναι συμβατικό τίποτα που σχετίζεται με τον Ρεμπώ ή που πηγάζει από την έμπνευσή του. Από την πρώιμη εφηβεία του ακόμα, αποδοκίμαζε τα πάντα και εξέφραζε συχνά την αγανάκτησή του για ο,τιδήποτε τον ενοχλούσε και τον εκνεύριζε. Είχε μια χαρισματική, γοητευτική παρουσία που δεν ήταν δυνατό να περάσει απαρατήρητη από κανέναν. Σε συνδυασμό με το κοφτερό πνεύμα του, πάντα σε δημιουργική ή σχολιαστική εγρήγορση, μπορούσε να κερδίσει εύκολα φίλους, αλλά και επικριτές. Η κοινωνική του συμπεριφορά, ασυνήθιστη και προκλητική χωρίς αναστολές, έθιγε συχνά τα «χρηστά ήθη» της συντηρητικής κοινωνίας, και ανάλογο αποτέλεσμα είχαν τα αιρετικά, και αθυρόστομα πολλές φορές, ποιήματά του. Από τα μισά της εφηβείας του μέχρι και τα είκοσί του χρόνια, οπότε και σταμάτησε να γράφει και άλλαξε εντελώς πορεία και τρόπο ζωής, έπαιζε την ποιητική γλώσσα και τη δημιουργική διαδικασία στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ο Ρεμπώ μετεξέλιξε τον συμβολισμό όπως τον καθόρισε, μέσα από το έργο του, ο Μποντλέρ, όχι απλά φέρνοντάς τον στα μέτρα της δικής του εποχής, αλλά ξεπερνώντας και τους μελλοντικούς εκφραστές του κινήματος, συνδέοντάς τον με τον μοντερνισμό. Ωστόσο τα ποιήματα και τα πεζά κείμενά του, παράλληλα με την «τρέλα» που τα διακατέχει, είναι ταυτόχρονα γεμάτα λυρισμό, ποιητικότητα και ομορφιά, και αντανακλούν συναισθηματικές αλλά και διανοητικές πτυχές που δεν εκφράζονταν εύκολα – ή και καθόλου – εκείνη την εποχή. 

Στην έκδοση αυτή, ιδιαίτερα καλαίσθητη και φροντισμένη, με τις πολύ καλές μεταφράσεις του ποιητή Στρατή Πασχάλη, ο οποίος επίσης συνεισφέρει με μια κατατοπιστική εισαγωγή και μια σειρά από ιδιαίτερα αξιόλογα κείμενά του που συνόδευαν τις πρώτες εκδόσεις των μεταφράσεων αυτών, περιλαμβάνονται τα ποιήματα του Ρεμπώ που δεν εντάσσονται σε κάποια συλλογή, μαζί με τις γριφώδεις και εικονοκλαστικές «Εκλάμψεις» και τα εξίσου αινιγματικά κομμάτια που συνθέτουν το «Μια Εποχή Στην Κόλαση». Έχουν συμπεριληφθεί επίσης επιστολές από και προς τον Ρεμπώ, από μέλη της οικογένειάς του, συνεργάτες και φίλους καθώς και η αλληλογραφία του με τον Βερλέν. Τα γράμματά του ρίχνουν λίγο φως στην περίπλοκη και μυστηριώδη προσωπικότητά του, με τις διακυμάνσεις και τις κυκλοθυμίες, αλλά και την οξυδέρκεια και την παρατηρητικότητα με τις οποίες περιεργαζόταν τον κόσμο και τη φύση γύρω του. 

Η «Εποχή στην Κόλαση» αλλά και οι «Εκλάμψεις» συμπίπτουν χρονικά με την περίοδο που έζησε με τον Βερλέν, και τα περισσότερα – αν όχι και όλα – τα κείμενα και τα ποιήματα που απαρτίζουν τα δύο αυτά έργα εμπεριέχουν στοιχεία, άλλοτε πιο έντονα και εμφανή και άλλοτε δοσμένα αλληγορικά και συγκαλυμμένα, της ταραγμένης ερωτικής αλλά και καλλιτεχνικής τους σχέσης η οποία έληξε δραματικά όταν ο Βερλέν πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Ρεμπώ και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης. Όσο για τον Ρεμπώ, αφού εγκατέλειψε οριστικά την ποίηση, ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Ιάβα, την Κύπρο, την Υεμένη, την Αιθιοπία, και έκανε διάφορες δουλειές, από εμπορικός αντιπρόσωπος μέχρι έμπορος όπλων και μισθοφόρος. Όντας σε όλη του τη ζωή αντισυμβατικός, ούτε και στη διαδικασία της καλλιτεχνικής έκφρασης δεν ακολούθησε την πεπατημένη: έγραφε ενώ ακόμα δεν είχε, τυπικά τουλάχιστον, τόση πείρα της ζωής, και στη συνέχεια, όταν πια αποκόμιζε συνεχώς δυνατές εμπειρίες, οι δραστηριότητες και οι ασχολίες του είχαν πάψει πια να σχετίζονται με ο,τιδήποτε είχε να κάνει με την τέχνη. Ήταν λες και γεννήθηκε με έναν θησαυρό ιδεών, τον οποίο εξέθεσε καταιγιστικά στη διάρκεια ελάχιστων χρόνων, και από εκείνο το σημείο και πέρα γύρισε την πλάτη στην ποίηση. «Είμαι ένας εφευρέτης μ’ εντελώς άλλη αξία απ’ όση είχαν οι προκάτοχοί μου. Αλλά και μουσικός που βρήκε κάτι σαν το κλειδί της αγάπης. […] Δεν νοσταλγώ τον παλιό μου κλήρο στη θεϊκή χαρά: το απέριττο ύφος αυτής της άγριας εξοχής τροφοδοτεί σθεναρά τον τρομερό σκεπτικισμό μου. Μα καθώς δεν μπορεί πια να λειτουργήσει αυτός ο σκεπτικισμός κι αφού εξάλλου αφιερώθηκα σε μια καινούρια παραζάλη – το μόνο που μου μένει είναι να γίνω ένας πολύ επικίνδυνος τρελός», είχε γράψει στις «Εκλάμψεις», σχεδόν προφητικά.


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Νοέμβριο του 2021

9 November 2021

Ιωάννης Ψάρρας: Το Βλέμμα

«Τα πράγματα δεν χάνονται, τα παίρνει ο αέρας, τα μεταφέρει όπως τη γύρη, δεξιά κι αριστερά.» («Η εκκρεμότης»). Κάπως έτσι και οι ήρωες του Ιωάννη Ψάρρα χάνονται στο βλέμμα ενός νεογέννητου μωρού, ενός αγαπημένου νεκρού, ενός αθώου πτηνού. Αλλά και στο μεταφορικό βλέμμα της μνήμης, της ιστορίας, της λαϊκής σοφίας. Άνθρωποι σύγχρονοι αλλά και ερχόμενοι από το μακρινό παρελθόν, αναπολούν, θρηνούν, ελπίζουν, μελαγχολούν. Ζωντανοί που νοσταλγούν τους νεκρούς τους, ετοιμοθάνατοι που περιμένουν την τελευταία ώρα, νεκροί που αναλογίζονται την τραγικότητα της ζωής τους. Τα πάντα είναι κομμάτι αυτού του κόσμου, όλα είναι μέρος της ζωης: η χαρά, η τραγωδία, η γέννηση, ο θάνατος. 

Τα κείμενα του Ιωάννη Ψάρρα έχουν κοινό παρονομαστή πάντα και παντού το βλέμμα. Το βλέμμα κυριαρχεί, καθορίζει και εξαγνίζει. Παρακολουθεί άγρυπνο όλες τις φάσεις της ζωής. Υφίσταται ακόμα και εκεί που δεν φαίνεται αμεσα: η ιδιότητα του βλέμματος, η όραση, "συγγενεύει" ηχητικά με την όρνιθα («Η όρνις, της όρνιθος») όπως και το λιμάνι του Οράν όπου ο ναυτικός ήρωας μπάρκαρε στο πρώτο του ταξίδι («Οράν»). Το βλέμμα μπορεί να ανήκει σε ένα μάτι αληθινό, τεχνητό, φανταστικό η υποθετικό. Είναι το μάτι του παρατηρητή στο γήπεδο, της μητέρας που περιμένει στο άδειο σπίτι, του νεκρού που δεν μπορεί με τίποτα να ξαναγυρίσει στη ζωή. Ο «δίκης οφθαλμός», το μάτι που βλέπει τα πάντα. Η «Γυφτοπούλα» του Ζεύγματος στο εξώφυλλο, το ψηφιδωτό που τόσο καίρια εικονογραφεί τον γενικό τίτλο "Το βλέμμα", δίνει το πλέον δυνατό και ανεξίτηλο στίγμα. 

Το βλέμμα, λένε, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ίσως όχι μόνο. «[...]Πληροφορήθηκα ότι αυτός ο κόσμος ήταν γεμάτος από κάτι που ονομαζόταν καθρέφτες, ένα υλικό που εποπτεύει τα σώματα […], ότι ο κόσμος, ο συγκεκριμένος κόσμος αντανακλάται σε έναν άλλον ή και μεταξύ του, ότι χωρίς αυτή την αντανάκλαση δεν υφίσταται.» μονολογεί ο αφηγητής στην «Κρύα βρύση», ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την πλατωνική θεωρία για τον παράλληλο κόσμο, που ωστόσο είναι ο πραγματικός. Κι αν είναι εκείνος ο πραγματικός κόσμος, τότε όλα αυτά που ζούμε είναι μια ψευδαίσθηση. Το βλέμμα όμως είναι πάντα αληθινό, βλέπει πέρα και πίσω από τα κάτοπτρα, με τη βοήθεια αλεπάλληλων αντανακλάσεων φτάνει και στην μακρινή πραγματικότητα, αν και τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος δεν μπορεί να το αντιληφθεί.

Τα σύντομα πεζά και τα ποιήματα του Ιωάννη Ψάρρα που αφηγούνται το καθένα μια δική τους ιστορία ενός ή περισσότερων βλεμμάτων, είναι γραμμένα με ένα ιδιότυπο ύφος συνειρμικών μνημών και αναμνήσεων. Πότε σε πρώτο πρόσωπο, πότε επιστρατεύοντας (και) έναν αφηγητή, ξετυλίγουν μια ιστορία η οποία, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, εμπεριέχει ένα στοιχείο τραγικότητας, μικρότερο ή μεγαλύτερο. Άλλοτε πάλι έρχεται στο τέλος η ανατροπή με τη μορφή μιας τραγικής ειρωνίας. Δεν έχει και τόση σημασία ποια ήταν ή είναι η ζωή των ανθρώπων αυτών, περισσότερο η λιγότερο συναρπαστική. Εξάλλου για τον καθένα, αυτό που ζει ο ίδιος και οι δικές του εμπειρίες και αναμνήσεις είναι που θα μετρήσουν όταν θα κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος, ένας μικρόκοσμος έστω. 

Ο συγγραφέας προσεγγίζει τους ήρωες και τα θέματά του με τρυφερότητα, συμπάθεια, ενσυναίσθηση, ενίοτε και με καλοπροαίρετη, διακριτικά σαρκαστική διάθεση. Όντας ψυχοθεραπευτής στο επάγγελμα, ρίχνει το δικό του βλέμμα στα μύχια της ψυχής όσων συμμετέχουν στις ιστορίες του. Αγαπάει τους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του, τους τόπους, τα αντικείμενα, τα σπίτια, τα έμβια όντα που τους περιβάλλουν. Ενδύεται κάθε φορά και κάποιον διαφορετικό χαρακτήρα, που όλοι όμως έχουν δικά του στοιχεία, ίσως και βιώματα. Γίνεται ο ίδιος ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τις ιστορίες μεταξύ τους, αποδεικνύοντας ότι μπορεί ο κάθε άνθρωπος είναι μέρος του συνόλου, αλλά και το σύνολο δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς τους ανθρώπους.


Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Νοέμβριο του 2021

https://www.fractalart.gr/to-vlemma/


22 October 2021

E.T.A. Hoffman: Τα ελιξίρια του διαβόλου

Αν και σαφώς επηρεασμένο από το κίνημα του ρομαντισμού και με προφανείς τις επιρροές από την γοτθική λογοτεχνία του ευρωπαϊκού βορρά, το σκοτεινό, μεταφυσικό και μυστηριακό μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α Χόφμαν «Τα Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ουσιαστικά μια φιλοσοφική μελέτη που διεισδύει στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Ο αδελφός Μεράρδος, κατά κόσμον Φραντς, κεντρικός ήρωας και βασικός αφηγητής, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είχε φαινομενικά όλες τις προδιαγραφές για να ζήσει μια φωτισμένη, εναρετη ζωή, ένας άνθρωπος χαρισματικός ο οποίος ωστόσο κουβαλάει στους ώμους του τη βαριά κληρονομιά των πράξεων των προγόνων του. Οι πράξεις αυτές επαναλαμβανονται από γενιά σε γενιά με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια και ο ήρωας, αδύναμος μπροστά στο προκαθορισμενο του πεπρωμένο, δεν μπορεί παρά να τις επαναλάβει με τη σειρά του και ο ίδιος.

Πολυπράγμων και πολυσχιδής, ο Έρνεστ Τέοντορ Αμαντεους Χόφμαν (1776-1822) ήταν, εκτός από λογοτέχνης, και νομικός, συνθέτης, σκηνογράφος, κριτικός μουσικής, διευθυντής ορχήστρας και δικαστής, μεταξύ άλλων. Προς τιμήν του Μότσαρτ, άλλαξε το όνομά του από Βίλχελμ σε Αμαντέους. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικους συγγραφείς του κινήματος του ρομαντισμού, καθώς επηρέασε και πολλούς μεταγενεστερους συγγραφείς, όπως τον Πόε, τον Μποντλέρ, τον Κάφκα, τον Ντίκενς και τον Ντοστογιεφσκι. Τα έργα του ενέπνευσαν συνθέσεις μπαλέτων όπως ο «Καρυοθραύστης» του Τσαϊκόφσκι και η «Κοπέλια» του Ντεμπισί, ενώ σε τρεις ιστορίες του βασίζεται η όπερα του Ζακ Όφενμπαχ «Τα παραμύθια του Χόφμαν» στην οποία μάλιστα πρωταγωνιστικός ήρωας είναι ο ίδιος ο Χόφμαν.

Τα «Ελιξίρια του Διαβόλου» είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο και στην δομή του ακόμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Χωρίζεται σε δύο εκτενή μέρη, γραμμένα με αρκετή χρονική απόσταση μεταξύ τους, από τα οποία το πρώτο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και το δεύτερο από τρία. Έχουμε αφήγηση μέσα στην αφήγηση – ο κύριος όγκος είναι η εξιστόρηση του Μεράρδου σε πρώτο πρόσωπο, η οποία παρατίθεται από τον εκδότη του χειρογράφου του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αφήγησης του Μεράρδου, τόσο ο ίδιος όσο και άλλα ατομα που συναντάει και συναναστεφεται αφηγούνται ιστορίες, κατά κανόνα μακροσκελείς και με έμφαση στις λεπτομέρειες. Οι ιστορίες αυτές σχετίζονται άμεσα η έμμεσα με τον Μεράρδο, άλλοτε φωτίζοντας πτυχές της δικής του ιστορίας και άλλοτε προσθέτοντας επιπλέον μυστήριο σε καίρια γεγονότα της ζωής του. 

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα μοναστήρι προτού ακόμη αποφασίσει να γίνει μοναχός, ο Μεράρδος, στην πορεία της ζωής του, έρχεται συνεχώς αντιμέτωπος με ανατροπές, αποκαλύψεις και μοιραίες συναντήσεις με άτομα των οποίων η ζωή φαίνεται να συνδέεται με τη δική του με έναν μυστικό, άρρηκτο δεσμό. Η έννοια της μοίρας αλλά και του πεπρωμένου έπαιζε έτσι κι αλλιώς πολύ σημαντικό ρόλο στη λογοτεχνία του ρομαντισμού και ιδίως του σκοτεινού ρομαντισμού, του άμεσα επηρεασμένου από την γοτθική λογοτεχνία. Άλλωστε, και ο Χόφμαν είχε σαν αφετηρία για την σύνθεση της ιστορίας αυτής ένα παλιότερο κείμενο, τον «Καλόγερο», αρχετυπικό μυθιστόρημα γοτθικού τρόμου που ο συγγραφέας του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις είχε γράψει προτού καν κλείσει τα είκοσι. 

Από την αρχή της ζωής του, ο Μεράρδος είχε έντονη γύρω του την παρουσία της θρησκείας και των εκπροσώπων της. Στα 16 του αποφασίζει να ακολουθήσει την ιερατική σταδιοδρομία, όπου αποδεικνύεται ότι διαθέται έμφυτο ταλέντο. Γρήγορα εξελίσσεται σε χαρισματικό ρήτορα που συνεπαίρνει το ποίμνιό του, και είναι το καμάρι των ανωτέρων του στη μονή όπου ζει. Όλα αυτά μέχρι που μπαίνει στον πειρασμό και δοκιμάζει λίγο από το ελιξίριο του διαβόλου, ένα μυστηριώδες κρασί που φυλάσσεται στη μονή σαν κειμήλιο. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, αρχίζει η διαρκής αναμέτρησή του με την σκοτεινή πλευρά του. Από πιστός και αφοσιωμένος μοναχός και χαρισματικός ρήτορας, μετατρέπεται σε υποχείριο των πιο απαγορευμένων επιθυμιών του και εμπλέκεται σε μια αλυσίδα εγκληματικών και άνομων πράξεων από τις οποίες η παράξενη μοίρα του τον προστατεύει, απαλλάσσοντάς τον από την ενοχή του για ένα μεγαλο διάστημα. Ο Μεράρδος παίρνει διάφορες μορφές και ταυτότητες, όπως ο διάβολος. Άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, άλλοτε εξαιτίας μιας παρεξήγησης, πότε μόνος του και πότε με κάποιον ακούσιο βοηθό, υποδύεται πρόσωπα που, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει ακόμα, συνδέονται μαζί του με τους πιο στενούς δεσμούς αίματος. Το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειάς του, που ο ίδιος το αγνοεί, έρχεται σιγά σιγά στο προσκήνιο και αρχίζει να κατευθύνει και να καθορίζει τη ζωή του. Ταυτίζοντας τη θρησκευτική ευλάβεια με την ερωτική επιθυμία, ερωτεύεται την αθώα Αυρηλία η οποία, από ένα ειρωνικό γύρισμα της τύχης, μετατρέπεται, εν μέρει άθελά της, στη νέμεσή του. 

Ο Μεράρδος  και ο «κακός» εαυτός του είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυαδικότητας που παίζει εξέχοντα ρόλο στο μυθιστόρημα και πολλές φορές κυριαρχεί, και τυχαίνει να είναι και το πιο σύνθετο. Όταν αποφασίζει να γίνει μοναχός, αποκτά τη θρησκευτική έκφανση του εαυτού του, σε αντιδιαστολή με την ήδη υπάρχουσα κοσμική. Στη συνέχεια, όταν αναδύεται από τα υπόγεια του μυαλού του η σκοτεινή πλευρά του, διχάζεται και πάλι ανάμεσα στην ενάρετη υπόσταση του μοναχού και μια ύπουλη προσωπικότητα που φαινομενικά καθοδηγείται από τον διάβολο. Αργότερα, για να καλύψει κάποιες από τις πράξεις του, δανείζεται το όνομα του Λεονάρδου, του ηγούμενου της μονής του, ενώ, καθώς μια αποκάλυψη από το παρελθόν φέρνει στο προσκήνιο ένα πρόσωπο – κλειδί, ο Μεράρδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εκδοχή του εαυτού του που δεν περίμενε ποτέ να συναντήσει. Ανάλογες «δυάδες» συναντάμε και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία είτε πιο ξεκάθαρα είτε πιο κρυπτικά αντικατοπτρίζουν το ένα το άλλο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ένα από τα δύο είναι το ενάρετο, το «καθαρό», και το δεύτερο αποτελεί την κακή, ψυχικά και πνευματικά παραμορφωμένη εκδοχή του.

Χειμαρρώδες, συναρπαστικό, δαιδαλώδες και πολυεπίπεδο, το μυθιστόρημα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, εδώ σε εξαιρετική μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού, που υπογράφει και το ιδιαίτερα κατατοπιστικό Επίμετρο, αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής κατά την οποία γράφτηκε. Η δύναμη της θρησκευτικής εξουσίας, οι πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις, οι προλήψεις και οι δυσειδαιμονίες, η τυφλή πίστη στις άυλες δυνάμεις, καλές και κακές, όλα αυτά στον υπερθετικό βαθμό, σχολιάζονται μέσα από την ιστορία του καταραμένου ήρωα Μεράρδου, ο οποίος, εν τέλει, υπέκυψε όχι τόσο στον πειρασμό της σάρκας όσο σε εκείνον της υπέρμετρης αλαζονείας. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις πνευματικές του ικανότητες τον έκανε να θεωρεί ότι ήταν σε θέση να ελέγξει την επίδραση που θα είχε στο μυαλό και την ψυχή του του ελιξίριο του διαβόλου. Αλλά επρόκειτο όντως για ένα δαιμονικό ποτό; Ή τελικά ήταν απλά ένα παλιό κρασί που, μόνο και μόνο εξαιτίας της σκανδαλιστικής ονομασίας του, πρόσφερε σε όποιον το δοκίμαζε την ψευδαίσθηση ότι περιείχε κάτι ικανό να τον αλλάξει, δίνοντάς του έτσι το άλλοθι για να ακολουθήσει έναν δρόμο που, σε άλλη περίπτωση, θα δίσταζε να πάρει, έχοντας πλέον τη δικαιολογία ότι «δεν φταίω εγώ, ο διάβολος με παρέσυρε», θέτοντας παράλληλα σε δοκιμασία και την πίστη του; Όπως άλλωστε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πάπας σε μια συνομιλία του με τον ήρωα, «το αιώνιο πνεύμα δημιούργησε έναν γίγαντα που μπορεί να δαμάσει και να αλυσοδέσει εκείνο το τυφλό κτήνος που μαίνεται μέσα μας. Αυτός ο γίγαντας ονομάζεται συνείδηση και από την πάλη του με το κτήνος γεννιέται η ελεύθερη βούληση. Η νίκη του γίγαντα είναι η αρετή, η νίκη του κτήνους η αμαρτία».


Δημοσιεύτηκε στο DIASTIXO τον Οκτώβριο του 2021

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/17119-elixiria-diavolou